ΒΑΣΙΛΗΣ ΑΛΕΞΑΚΗΣ - ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ - 2011

Ο Βασίλης Αλεξάκης, ο διεθνής έλληνας συγγραφέας, ο μέτοικος, ο μελετητής των λέξεων: Η συνάντησή μας σε μια ανύποπτη στιγμή, σε μια αυλή των Αθηνών, μας αποκάλυψε διαφορετικούς γλωσσικούς κώδικες για τη ζωή και τον κόσμο γύρω μας.

Είναι από τους σπάνιους έλληνες συγγραφείς που αναγνωρίστηκαν στο διεθνές λογοτεχνικό στερέωμα γράφοντας σε μία ξένη γλώσσα: στα γαλλικά. Οι περισσότεροι έλληνες αναγνώστες τον πρόσεξαν με το βιβλίο του Μ.Χ., για το οποίο έλαβε το 2007 το Μεγάλο Βραβείο Μυθιστορήματος τπς Γαλλικής Ακαδημίας. Ωστόσο εδώ και πολλά χρόνια η Γαλλία υποδέχεται με ενθουσιασμό τα βιβλία του και οι γάλλοι κριτικοί τον ονομάζουν βοσκό των λέξεων. Ο λόγος είναι απλός: Ο Βασίλης Αλεξάκης έχει ένα μεγάλο πάθος με τις λέξεις. Γι’ αυτό στα βιβλία του ανήκουν η ΜΗΤΡΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ (1995), οι ΞΕΝΕΣ ΛΕΞΕΙΣ (2003) και πριν από λίγους μήνες η ΠΡΩΤΗ ΛΕΞΗ (όλα από τις εκδόσεις Εξάντας). Αυτό το βιβλίο ήταν η μικρή αφορμή για αυτήν τη συνέντευξη. Η αιτία είναι οι απόψεις του Βασίλη Αλεξάκη, που είναι πάντα πολύ ιδιαίτερες. Η δική μας διαπίστωση: Είναι το ίδιο γοητευτικός και στον προφορικό λόγο, τονίζοντας με έναν εντελώς προσωπικό τρόπο τις λέξεις, για να αποκτούν νόημα.
Ολες οι ιστορίες έχουν μια αρχή. Εσείς είστε ένας πολύ επιτυχημένος συγγραφέας, οπότε ως δική σας αρχή ποια θα επιλέγατε για αυτήν τη συνέντευξη;

«Μάλλον κάτι που το σκέφτομαι αρκετά συχνά όταν ρίχνω καμιά ματιά προς τα πίσω στη ζωή μου. Λοιπόν, στα 40 μου, όταν χώρισα, εδώ στο Παρίσι, έγραψα ένα βιβλίο το οποίο πήγε άπατο, έκανε μόνο 3.000 πωλήσεις. Εκεί τρομοκρατήθηκα και άρχισα να αναρωτιέμαι: “Τι θα κάνω σε αυτήν τη ζωή, θα είμαι συγγραφέας, θα είμαι δπμοσιογράφος; Τι;”. Και προσπαθώντας να λύσω το προσωπικό μου πρόβλπμα, βγάζω τα εσώψυχά μου και γράφω το ΠΑΡΙΣΙ ΑΘΗΝΑ, το οποίο έσκισε, χωρίς στην ουσία να το θέλω καν. Σε αυτό το βιβλίο έλεγα τα προσωπικά μου χωρίς να σκέφτομαι αν θα χάσω κάτι. Μου βγήκε γιατί ήθελα κάπου να τα πω και τα έγραψα. Από εκεί και πέρα βρήκαν όλα τον δρόμο τους. Στην ουσία, λοιπόν, ήμουν στην αναζήτηση για να λύσω τα προσωπικά μου θέματα».

Νομίζετε ότι ο έρωτας και το να γράψεις λογοτεχνία έχουν κάτι κοινό; Οτι η πείρα στην ουσία δεν ωφελεί και πολύ;

«Ναι, κάθε φορά που αρχίζεις να γράφεις ένα βιβλίο, όπως και όταν ξεκινάει ένας έρωτας, τελικά είσαι τελείως “αδιάβαστος”, χαμένος, αποπροσανατολισμένος».

Στη συγγραφή βιβλίων όμως κάπου θα ωφελεί η πείρα.

«Οταν ξεκινάς ένα καινούργιο βιβλίο, όσα και να έχεις γράψει πριν, αισθάνεσαι “αδιάβαστος”, δεν αισθάνεσαι σίγουρος, δεν αισθάνεσαι ότι θα τα βγάλεις πέρα και τρέμεις μήπως γράψεις καμιά ανοησία ή οτιδήποτε τέτοιο. Είναι ακριβώς όπως και με την ανασφάλεια του έρωτα. Ενώ έχουμε ζήσει άλλους έρωτες πριν, αυτός που ξεκινάει είναι σαν να είναι η πρώτη γυναίκα της ζωής μας. Το ίδιο και με τη λογοτεχνία, νιώθεις κάθε φορά ότι γράφεις το πρώτο σου βιβλίο και μπορώ να σας πω ότι εγώ πιο νέος ήμουν πιο χαλαρός όταν ξεκινούσα ένα βιβλίο, διότι δεν είχα καμία ιστορία πίσω μου και δεν είχα τρομερές απαιτήσεις από τον εαυτό μου. Με τα χρόνια αυτό έχει βαρύνει. Δεν επιτρέπεται πια να κάνω ένα αδέξιο βιβλίο».

Με το που συλλαμβάνετε το εύρημα για ένα βιβλίο, όπως, για παράδειγμα, αυτό της ΠΡΩΤΗΣ ΛΕΞΗΣ, αρχίζουν ταυτόχρονα και οι αμφιβολίες;

«Ενα εύρημα δεν αρκεί για να γίνει ένα βιβλίο. Οι αμφιβολίες μου σε σχέση με την ΠΡΩΤΗ ΛΕΞΗ ήταν τόσο μεγάλες, που είναι η μεγαλύτερα συγγραφική δυσκολία που αντιμετώπισα ποτέ στη ζωή μου».

Με τέτοιο θέμα στο βιβλίο μοιάζει λογικό η έρευνα που κάνατε να σας έλυσε κάποιες απορίες ζωής…

«Μου έλυσε » πολλές! Σχεδόν τίποτε από ό,τι υπάρχει στο βιβλίο δεν το ήξερα. Για τον εγκέφαλο, για τις γλώσσες τού σήμερα και ότι όλες έχουν δανειστεί άπειρες λέξεις από άλλες γλώσσες, παλαιότερες ή σύγχρονές τους. Αυτό ξέρω ότι είναι τελείως αντιεθνικιστικό, αφού κανείς δεν μπορεί να υπερηφανεύεται για τη γλώσσα του ότι δπμιούργησε τις υπόλοιπες. Ηταν για εμένα σαν να ξαναπήγα στο πανεπιστήμιο δύο χρόνια και να είχα τους καλύτερους καθηγητές· είχα την τύχη να συναντήσω ορισμένους από τους σπουδαιότερους παλαιοντολόγους και γλωσσολόγους. Εμαθα, λοιπόν, πάρα πολλά πράγματα που με συντάραξαν, αφού με αφορούν προσωπικά πλέον, όπως ότι την ξένη γλώσσα τη μαθαίνεις με το δεξί ημισφαίριο του εγκεφάλου και όχι με το αριστερό, όπου εδρεύει η μητρική γλώσσα. Το δεξί είναι το ημισφαίριο που αντιλαμβάνεται και τη μουσική. Μαθαίνεις την ξένη γλώσσα κάπως σαν τραγούδι, σαν μουσική. Το άλλο που έμαθα είναι ότι υπάρχει πιθανότητα όταν μείνεις σε μια ξένη χώρα πολλά χρόνια, όπως εγώ ας πούμε, και χρησιμοποιήσεις πολύ την ξένη γλώσσα να μετατοπιστεί η έδρα της και να πάει αριστερά, δίπλα στη μητρική, η οποία δεν μετακινείται. Ενα άλλο στοιχείο που μπήκε στη ζωή μου είναι η γενναιοδωρία και αυτό το άνοιγμα που έχουν οι γλώσσες, οι οποίες συγγενεύουν τόσο πολύ μεταξύ τους. Η δική μας συγγενεύει με αμέτρητες γλώσσες, έχει πάρει στοιχεία και βεβαίως έχει δώσει και πάρα πολλά. Θέλω να πω, δηλαδή, ότι μέχρι τώρα άκουγα να χρησιμοποιούν τη γλώσσα ως το βασικότερο στοιχείο εθνικής ταυτότητας, όμως αυτός ο ορισμός δεν ισχύει, αφού η κάθε γλώσσα έχει πολλές ταυτότητες».

Ωστόσο τα αρχαία ελληνικά δεν έχουν μια τεράστια επιρροή και αίγλη;

«Σωστά. Και γι’ αυτό ας μιλήσουμε εδώ για το κύρος που εξακολουθούν αυτούς τους αιώνες να έχουν τα αρχαία ελληνικά. Ενα πραγματικό φαινόμενο είναι ότι πάρα πολλές ελληνικές λέξεις δεν τις έχουν φτιάξει οι Ελληνες. Η λέξη νοσταλγία, για παράδειγμα, ξέρουμε ότι δεν υπάρχει στα ελληνικά, την πήραμε από τους Ελβετούς. Ενας ελβετός γιατρός έφτιαξε τη λέξη νοσταλγία, γιατί ήθελε να εκφράσει την πίκρα του ελβετού μετανάστη που πήγαινε στην Ιταλία να δουλέψει ως στρατιώτης. Πήρε, λοιπόν, δύο ελληνικές λέξεις και έφτιαξε μια άλλη καταπληκτική, την οποία την έχουμε πάρει και εμείς. Είναι ελληνική λέξη ξένης κατασκευής, η οποία όμως δηλώνει την απέραντη αίγλη που έχουν τα ελληνικά. Οι ξένοι, κυρίως οι Ευρωπαίοι που μιλούν ινδοευρωπαϊκές γλώσσες, έχουν ενστερνιστεί τόσο πολύ τα ελληνικά, που εδώ και αιώνες κατασκευάζουν μόνοι τους ελληνικές λέξεις, τις οποίες εμείς δεν ξέρουμε και δεν υπάρχουν στην ελληνική φιλολογία. Οι Γάλλοι, με τέτοιον πολιτισμό, και για το μέρος όπου θάβουν τους νεκρούς τους χρησιμοποιούν τη λέξη cimetiere, που είναι το ελληνικό κοιμητήριο».

Οσοι γράψουν βιβλία λένε ότι με το που τελειώνεις κάποιο βιβλίο το αφήνεις πίσω και πας για το επόμενο. Είναι όμως δυνατόν την «επόμενη μέρα» να γίνει αυτό και να μην το «κουβαλάς» για κάποιο διάστημα;

«Δεν γίνεται. Κοιτάξτε να δείτε, τις πρώτες ημέρες μετά το τέλος ενός βιβλίου είσαι χαρούμενος, γιατί αισθάνεσαι ότι πήγε καλά και έχεις τεράστια ανακούφιση. Μετά ακολουθεί μια περίοδος μελαγχολίας, ένα κενό απίστευτο. Εχεις ζήσει ένα-δύο χρόνια, όπου όλες σου οι σκέψεις, όλες τις ώρες της ημέρας, είναι επάνω σε αυτό, και ξαφνικά βγαίνει από τη ζωή και εσύ αισθάνεσαι σαν ηλίθιος».

Μετά την ολοκλήρωση ενός βιβλίου το συναίσθημα είναι όπως όταν κατακτάς ένα αντικείμενο πόθου, όπου η κατάκτηση σου φέρνει μια ιδιότυπη μελαγχολία;

«Βέβαια, υπάρχει μια κατάθλιψη. Εγώ θυμάμαι ότι έλεγα: “Δηλαδή τώρα τι θα κάνω; Θα περνάω τις μέρες μου λύνοντας Sudoku; Τι άλλο θα κάνω;”. Και ίσως επειδή ζω και μόνος μου το βιώνω πολύ πιο έντονα. Το βιβλίο την ίδια στιγμή που το τελειώνεις, και άρα το κατακτάς, αυτήν την ίδια στιγμή ταυτόχρονα το χάνεις. Δεν είναι σαν τη γυναίκα, όπου αφού την κατακτήσεις είσαι μαζί της και το χαίρεσαι. Ερχεται το τέλος της συγγραφής ενός βιβλίου, και εγώ που το έχω γράψει μετά είμαι γυμνός».

Η διαδικασία της αποδοχής ή μη του βιβλίου από το κοινό δεν περιλαμβάνεται κάπου σε αυτά τα συναισθήματα;

«Ανάμεσα σε αυτήν τη στιγμή που σας περιγράφω και στην αποδοχή από τον κόσμο μεσολαβούν έξι μήνες. Στους δύο πρώτους μήνες αισθάνεσαι και μια ενοχή, διότι δεν μπορείς να κάνεις τίποτε, δεν δουλεύει πια και το μυαλό σου. Δεν έχεις άλλο αντικείμενο, δεν βρίσκεις το επόμενο θέμα αμέσως, δεν έχεις και τις δυνάμεις, έχεις μια πελώρια κούραση και ένα πελώριο κενό. Υποθέτω ότι είναι όπως όταν γεννάνε οι γυναίκες, αλλά όταν εκείνες γεννάνε έχουν το μωρόεμένα το “μωρό” έχει φύγει από τα χέρια μου».

Εκτός από τον θάνατο και τον έρωτα, ποιο άλλο θέμα αφορά όλον τον πλανήτη; Θα μπορούσε, ας πούμε, κάποιος να διηγηθεί μια ιστορία από την Ελληνική Επανάσταση και να γίνει ένα παγκόσμιο μπεστ σέλερ;

«Ναι, αν υπήρχε ο συγγραφέας να το κάνει. Είναι που δεν υπήρξε ποτέ. Πιστεύω ότι θα έπρεπε εμείς οι συγγραφείς να χρησιμοποιούμε τους επιστήμονες περισσότερο στα βιβλία μας. Και γι’ αυτό λέω στους άλλους συγγραφείς: “Δεν πρέπει να φοβάστε τα επιστημονικά θέματα, κάντε την προσπάθεια να δείτε τους επιστήμονες και να κουβεντιάσετε”. Δεν βλέπω τον λόγο γιατί να μη μαθαίνεις και κάτι διαβάζοντας ένα μυθιστόρημα».

Υπήρξε μια στιγμή με κάποιον από όσους συναντήσατε στην έρευνά σας για την ΠΡΩΤΗ ΛΕΞΗ που να τη θεωρείτε καταλυτική;

«Υπήρξαν δυο-τρεις τέτοιες στιγμές, αλλά ειδικά μία ήταν για εμένα απίστευτα συγκινητική. Υπάρχει στο Γαλλικό Κέντρο Ατομικής Ενέργειας μια παιδοψυχίατρος που έχει ειδικευτεί στην ομιλία των βρεφών και μελετάει τον εγκέφαλό τους. Αυτή η γυναίκα, λοιπόν, μου έδειξε σε ένα δικό της ταινιάκι ένα βρέφος 15 ημερών που το κρατάει η μάνα του και κοιτάζονται πάρα πολλή ώρα με ένα απίστευτο ενδιαφέρον ο ένας για τον άλλον. Και μου λέει: “Δεν είναι και αυτό μια μορφή ομιλίας;”. Είναι ίσως από τα πιο εντυπωσιακά πράγματα που έχω δει στη ζωή μου. Το βρήκα πάρα πολύ συγκινητικό, ιδίως όταν μου εξήγησε ότι κανένα άλλο ζώο δεν κοιτάζει τα παιδιά του έτσι στα μάτια. Τα πιο εξελιγμένα ζώα κοιτάζονται ως σύνολο, όχι με αυτό το κοίταγμα στα μάτια. Και θα σας θυμίσω ότι τις μεγαλύτερες στιγμές της ζωής μας τις ζήσαμε κοπάζοντας έναν άνθρωπο στα μάτια, είτε ήταν η μάνα μας, είτε μια γυναίκα, είτε τα παιδιά μας».

Οι ματιές μπορούν να χτίσουν ή να γκρεμίσουν πολλά πράγματα. Μιλώντας όμως για τις λέξεις, νομίζετε ότι τελικά στην πορεία της ανθρωπότητας είναι περισσότερα αυτά που έχουν χτίσει ή αυτά που έχουν γκρεμίσει;

«Δεν νομίζω ότι έχουν γκρεμίσει κάτι οι λέξεις. Αν και ναι, υπάρχουν λέξεις που έχουν γκρεμίσει. Η λέξη χριστιανισμός γκρέμισε πολλά πράγματα, ο μουσουλμανισμός επίσης, όπως και γενικά ο φανατισμός. Υπάρχουν λέξεις που μας έχουν διαλύσει. Θα μπορούσαμε να αναφέρουμε άπειρες τέτοιες. Ο ρατσισμός, η έπαρση, ο εθνικισμός, οι μονοθεϊστικές θρησκείες έχουν καταστρέψει πάρα πολλά πράγματα, έχουν σφάξει πάρα πολύ κόσμο, έχουν κάνει άπειρα κακά. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι υπάρχει μια απίστευτη πρόοδος, αρκεί να σκεφτείτε ότι το λεξιλόγιο των αρχαίων Ελλήνων ήταν φτωχότατο, αντίθετα με ό,τι λένε οι έλληνες εθνικιστές. Βέβαια, και με πολύ λιγότερες λέξεις μπορείς να φιλοσοφήσεις και να δημιουργήσεις απίστευτα πράγματα. Τα αρχαία ελληνικά, λοιπόν, ήταν πολύ φτωχότερα από όλες τις σύγχρονες γλώσσες, και αυτό είναι φυσικό, αλλά δυστυχώς δεν εξασφαλίζει μια πιο ελεύθερη σκέψη. Η σκέψη δεν εξαρτάται από τον πλούτο του λεξιλογίου και γι’ αυτό, για παράδειγμα, κακώς ο Σαρκοζί περιφρονεί τις γλώσσες της Αφρικής».

Δεν το γνωρίζουμε αυτό, τι έγινε;

«Πήγε στο Ντακάρ και είπε στους Αφρικανούς: “Εντάξει, καλές είναι και οι γλώσσες οι δικές σας, αλλά για να μπείτε στον σύγχρονο κόσμο είναι φρόνιμο να μάθετε γαλλικά για να γίνετε άνθρωποι”. Χοντρικά αυτό τους είπε. Δηλαδή θεωρεί ότι αυτοί έχουν χάσει το τρένο της Ιστορίας προ πολλού. Δεν αντιλαμβάνεται, δηλαδή, ότι ο πλούτος της σκέψης δεν εξαρτάται από τον πλούτο του λεξιλογίου, αλλά από τη χρήση που κάνεις. Ο Πλάτωνας δεν χρησιμοποιεί πάρα πολλές λέξεις και έχει φτιάξει αυτό το έργο που δεν έχει ξαναγίνει».

Μοιάζει σαν να χάθηκε το μέτρο όταν ο άνθρωπος θέλησε την «ομιλία» να την κάνει «ευφράδεια». Μέσα της η ευφράδεια εν δυνάμει δεν περιέχει την έννοια απάτη, αφού σημαίνει ωραιοποιώ;

«Αυτό που λέτε είναι απάντηση. Βεβαίως και είναι έτσι. Με την ανακάλυψη του έναρθρου λόγου, που είναι μια πελώρια ανακάλυψη, ξεκινά και μια ιστορία απάτης. Αλλωστε ένας από τους παλαιοντολόγους που συνάντησα μου είπε: “Ισως βρήκαμε την πρώτη λέξη για να μπορούμε να λέμε ψέματα". Ξέρετε, και ο μεγάλος πίθηκος λέει ψέματα στους συντρόφους του όταν βρίσκει τροφή και τους παρασύρει μακριά. Είναι ένας απατεώνας, είναι ένας πολιτικός. Θέλω να πω ότι υπάρχει και αυτή η θεωρία, ότι μάθαμε να μιλάμε για να λέμε ψέματα. Ξέρετε, κάτι εκπληκτικό που έμαθα είναι ότι υπάρχει μια γλώσσα της Κεντρικής Αφρικής, τα σάνγκο, όπου χρησιμοποιούν την ελληνική λέξη πολιτικός και σημαίνει απατεώνας».

Εχει μια σοφία αυτό, αλλά πώς προέκυψε;

«Τη λέξη πολιτικός προφανώς την πήραν από τους Γάλλους, γιατί ήταν παλιά γαλλική αποικία. Δεν την πήραν απευθείας από εμάς, αν και υπήρχε μια ελληνική κοινότητα στην πρωτεύουσά τους. Η χρήση που έγινε αρχικά υποθέτω ότι θα είχε την έννοια που έχει και στα γαλλικά και στα ελληνικά, όμως στην πορεία θα διαπίστωσαν ότι οι πολιτικοί είναι απατεώνες και σιγά σιγά χάθηκε η έννοια πολιτικός με την έννοια του δημόσιου λειτουργού και έμεινε η έννοια απατεώνας».

Γνωρίζοντας την ελληνική πραγματικότητα, δεν πιστεύετε ότι και οι έλληνες πολίτες ψάχνουμε τρόπο για να μπορούμε να συμμετέχουμε στην όποια «απατεωνιά»;

«Εχετε δίκιο. Εδώ κολλάει ένα ευφυολόγημά μου για τους απατεώνες: “Αν οι απατεώνες ήταν αεροπλάνα, η Ελλάδα θα ήταν αεροδρόμιο”».

Και πόσοι τη μιλούν αυτήν τη γλώσσα που αναφέρατε;

«Πολλοί. Δυόμισι εκατομμύρια. Είναι η γλώσσα με την οποία επικοινωνούν όλες οι φυλές».

Φαίνεται ότι οι σύγχρονοι άνθρωποι χρησιμοποιούν καθημερινά την ομιλία περισσότερο για να αλληλοεξαπατώνται. Στην ουσία, δεν είναι ένας διαφορετικός τρόπος βίας;

«Ισχύει αυτό. Ας πάμε όμως από την αρχή μας ως είδος. Οι χιμπατζήδες, οι πιο εξελιγμένοι πίθηκοι, είναι βιαιότατοι όταν αντιμετωπίζουν άλλη ομάδα. Οι συγκρούσεις μεταξύ τους, οι εμφύλιοι, δεν οδηγούν ποτέ σε θάνατο, έχουν ένα ένστικτο που τους προστατεύει. Οταν ο ένας ρίξει τον άλλον κάτω σταματάει, είναι αποδεκτό από όλους ότι τελείωσε και πάνε παρακάτω. Αυτό το ένστικτο εμείς προφανώς το χάσαμε και εδώ μπαίνει μία από τις πιο σημαντικές θεωρίες για τη δημιουργία της πρώτης λέξης. Οτι δηλαδή σε μια φάση εμφύλιας σύγκρουσης, και επειδή χάθηκε αυτό το ένστικτο του μέτρου, κάποιο παλιό μέλος της ομάδας έπρεπε να τους πει: “Σταματήστε!”».

Εδώ και μερικά χρόνια μοιάζει στην Ελλάδα σαν να είμαστε σε έναν διαρκή εμφύλιο πόλεμο, στους δρόμους, στις κοινωνικές μας σχέσεις, παντού. Αυτό το διαφορετικού τύπου «Σταματήστε!» ποιος θα μπορούσε να το πει σήμερα;

«Σύμφωνα με αυτήν την υπόθεση που σας είπα, εκείνος που είπε “Σταματήστε! ” ήταν κάποιος ηλικιωμένος της ομάδας, που μπορούσε να τους πει την εμπειρία του, ότι αυτός θυμόταν προηγούμενες παρόμοιες καταστάσεις και τις συνέπειές τους. Δεν γίνεται ένας νέος να το πει αυτό. Αλλά, άντε βρες τώρα στην Ελλάδα κάποιον παλιό που να έχει την εμπειρία και να μπορεί να πει σε όλους “αυτό ξέρω εγώ πού μας πάει. Θα διαλυθούμε τελείως”, και να εισακουστεί. Να γίνει σεβαστός».

Δηλαδή το δράμα μας είναι ότι χάσαμετο ένστικτο του χιμπατζή και αποκτήσαμε ανθρώπινο;

«Ναι. Ο Καντάφι, για παράδειγμα, μειονεκτεί έναντι των χιμπατζήδων εφόσον βομβαρδίζει τους δικούς του. Σε εμάς πια αυτόν τον ρόλο του ενστίκτου έχουμε βάλει και τον παίζουν ο ΟΗΕ και οι ανθρωπιστικές οργανώσεις».

Δεν είναι φοβερό ότι η κινητήρια δύναμη στην καθημερινότητά μας έχει φτάσει να είναι ο φόβος του θανάτου και όχι η θέληση για ζωή; Αυτό που είναι στην πραγματικότητα η ζωή;

«Υπάρχουν δύο θάνατοι. Ο θάνατος που ξέρουμε, και που δεν υπάρχει τίποτε μετά, και ο άλλος θάνατος, που δημιουργεί μια ελπίδα, των χριστιανών, των μουσουλμάνων κτλ.  Σε αυτό αποδίδει ο Καστοριάδης τη γέννηση της Δημοκρατίας. Θέλω να πω ότι βεβαίως και είναι μια κινητήρια δύναμη ο θάνατος, αλλά μόνο με την έννοια να μην περιμένεις τίποτε από αυτόν. Από την άλλη, δεν ξέρω αν θα ερωτευόμασταν αν ήμασταν αθάνατοι. Εννοώ ότι γιατί να δημιουργείς τόσο έντονες σχέσεις όταν έχεις όλον τον χρόνο μπροστά σου να γνωρίσεις και άλλους ανθρώπους; Και έτσι θα διαλυόταν η ουσία της ζωής...».

Μια και μιλήσαμε για τον έρωτα, πιστεύετε ότι ο άνδρας στη ζωή θέλει τον κίνδυνο και το παιχνίδι και γι’ αυτό επιλέγει τη γυναίκα; Ως το πιο επικίνδυνο παιχνίδι;

«Παλαιότερα θεωρούσα αυτονόητο ότι όλος ο κόσμος ξέρει τι είναι ο έρωτας, ότι το έχει βιώσει. Στη ζωή μου όμως έχω συναντήσει επανειλημμένως ανθρώπους που από τις κουβέντες τους καταλαβαίνω ότι δεν ξέρουν περί τίνος πρόκειται. Για κάτι άλλο μιλάνε, για κάτι πολύ πιο νορμάλ. Αυτοί είναι άνθρωποι που δεν έχουν ερωτευτεί ποτέ και αυτό το πραγματικά ακραίο που περιέχει ο έρωτας δεν το υποψιάζονται καν».

Η πραγματικότητα είναι ανεπαρκής ή εμείς είμαστε ανεπαρκείς; Αν η ζωή μάς φαίνεται φτωχή, πρέπει να κατηγορούμε αυτήν ή εμάς που είμαστε ανίκανοι να ζήσουμε τα πλούτη της;

«Σίγουρα εμείς είμαστε οι βασικοί υπεύθυνοι, αλλά και η πραγματικότητα είναι λίγο φτωχή, αφού έχει πάρα πολλούς νεκρούς χρόνους. Σκεφτείτε ένα μυθιστόρημα που να καταγράφει λεπτό προς λεπτό τη ζωή μας, θα ήταν απελπιστικά βαρετό».

Σωστά, αλλά έτσι κι αλλιώς οι Ελληνες γενικά δεν έχουμε πολύ καλή σχέση με το διάβασμα. Μάλιστα, τα νέα παιδιά που διάβαζαν βιβλία, για πολλά χρόνια τα θεωρούσαν κάτι σαν τα χαζά του χωριού…

«Το πλεονέκτημα της ανάγνωσης ενός βιβλίου, σε σχέση με τους άλλους τρόπους ενημέρωσης, είναι ότι μόνο η ανάγνωση ενός γραπτού κειμένου σε σέβεται απόλυτα. Δεν σου ζητά να γίνεις κάποιος άλλος, είσαι εσύ ο ίδιος. Αυτά που διαβάζεις μπαίνουν μέσα στο μυαλό σου και πλέον είσαι εσύ μέσα στο βιβλίο, δεν είσαι θεατής και δεν σε απομακρύνουν από τον εαυτό σου. Τα άλλα μέσα νομίζω ότι σε αναισθητοποιούν. Θυμάμαι όταν ήμουν μικρός, ότι μου άρεσε να αρρωσταίνω για να μένω στο κρεβάτι και να μπορώ να διαβάζω αστυνομικά μυθιστορήματα. Περνούσα υπέροχα. Στα βιβλία που διαβάζεις βρίσκεις κομμάτια που “τα έχεις γράψει εσύ”. Αυτό είναι μια αποκάλυψη. Αυτήν την αποκάλυψη δεν μπορείς να την κάνεις χωρίς το βιβλίο. Ακόμη και αν διαβάζεις τον ΗΛΙΘΙΟ του Ντοστογιέφσκι, όπου έχει ένα θέμα που ίσως δεν μας ενδιαφέρει ιδιαίτερα, παρ’ όλα αυτά υπάρχουν κάποιες στιγμές για αυτά που περιγράφει, που λες: “Αυτό δεν είναι απλώς γραμμένο για μένα, αυτό το έγραψα εγώ!”. Και όταν αποφασίζεις να γράψεις εσύ ο ίδιος, όπως συνέβη με εμένα, έχεις την αίσθηση απλώς ότι ήρθε η στιγμή να συνδέσεις μεταξύ τους όλα τα σκόρπια κομμάτια από δεκάδες βιβλία που ήδη έχεις γράψει εσύ».

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΟΝ ΜΑΚΗ ΠΡΟΒΑΤΑ
ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ: ΝΙΚΟΣ ΚΑΤΣΑΡΟΣ
ΒΗΜΑGAZINO
2011


from ανεμουριον https://ift.tt/2ntW1RO
via IFTTT

Δεν υπάρχουν σχόλια

Από το Blogger.