Ανδρέας Παπανδρέου

ΓΙΑΝΝΗΣ ΛΑΜΨΑΣ | Ο Ανδρέας Παπανδρέου γεννήθηκε στη Χίο, στις 5 Φεβρουαρίου 1919. Είναι γιος του Γεωργίου Παπανδρέου, ο οποίος εκείνη την εποχή, παντρεμένος με την πολωνικής καταγωγής Σοφία Μινέικο, ήταν γενικός διοικητής του νησιού, διορισμένος από τον Ελευθέριο Βενιζέλο. Σπούδασε στο Κολλέγιο Αθηνών και κατόπιν γράφτηκε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών (1937) όπου δίδασκαν τότε ο Γ. Μαριδάκης, ο Ξ. Ζολώτας, ο Κ. Τσάτσος, ο Κ. Δεσποτόπουλος και άλλοι. Στο αναμεταξύ είχε κηρυχθεί η δικτατορία του Ιωάν. Μεταξά και ο Ανδρέας Παπανδρέου τύπωνε στον πολύγραφο τον τροτσκιστικό «Προλετάριο», στον οποίο είχαν εγγράφει πολλοί συμφοιτητές του, μεταξύ των οποίων ο Τάκης Κύρκος (αδελφός του Λεωνίδα), ο Χρ. Καράμπελας (που εκτελέστηκε μετά τον πόλεμο στο Κίνημα του Ναυτικού), ο Κορνήλιος Καστοριάδης (ο διεθνώς γνωστός σήμερα φιλόσοφος), κ.ά.

Η Ασφάλεια του Μανιαδάκη συνέλαβε τον Α. Παπανδρέου, ο οποίος έπειτα από ένα χαστούκι που του έδωσε ο ανθυπομοίραρχος Χωροφυλακής Δημ. Γιαννακός, ο οποίος τον ανέκρινε, του αποκάλυψε όλους τους συνεργάτες του, με αποτέλεσμα να τον καταγγείλει δημόσια αργότερα ο Καστοριάδης. Πήγε τότε στον Μανιαδάκη η δεύτερη σύζυγος του Γ. Παπανδρέου, η μεγάλη ηθοποιός Κυβέλη, και παρακάλεσε να δοθεί στον Ανδρέα διαβατήριο για να φύγει στο εξωτερικό. Το διαβατήριο δόθηκε και ο Ανδρέας πήγε στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου και σπούδαζε οικονομικές επιστήμες στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ όταν εισέβαλαν στην Ελλάδα οι Ιταλοί. Κηρύχθηκε τότε ανυπότακτος πολέμου, κατατάχθηκε το 1944 στο αμερικανικό ναυτικό ως βοηθός νοσοκόμος και έγινε Αμερικανός υπήκοος.

Η επιστολή Καστοριάδη
Η καταγγελία του Καστοριάδη έγινε με μια επιστολή που έστειλε στο «Βήμα της Κυριακής» της 10ης Αυγούστου 1986 και στην οποία αποκάλυψε όλη την ιστορία: «Το χειμώνα του 1938-39 ο Ανδρέας Παπανδρέου συνδέθηκε με μια τροτσκιστική οργάνωση και εντάχθηκε σ’ αυτήν. Τη συμμετοχή του σ’ αυτή την ομάδα οι φίλοι του την έμαθαν αρκετά γρήγορα, γιατί μας διέθετε αντίτυπα από το δακτυλογραφημένο έντυπό της, επιθυμώντας να μας στρατολογήσει σ’ αυτήν, πράγμα που όλοι μας είχαμε αρνηθεί. Όλοι μας, πάντως, είχαμε συμφωνήσει με τον Α. Παπανδρέου να απαντήσουμε σε περίπτωση ανάκρισης ότι οι σχέσεις μας ήταν καθαρά φιλικές και ότι αγνοούσαμε τις πολιτικές δραστηριότητες του Α. Παπανδρέου. Αυτή τη στάση κρατήσαμε μετά τη σύλληψή μας από την Ασφάλεια στις αρχές του καλοκαιριού 1939, και αυτά απάντησα, προφορικά και έγγραφα, στην πρώτη μου ανάκριση από τον ανθυπομοίραρχο Γιαννακό. Λίγες μέρες αργότερα με ξανακατέβασαν στο γραφείο του Γιαννακού, που με ρώτησε με σαρδόνιο χαμόγελο αν επιμένω στην κατάθεσή μου. Μου έδειξε αφ’ ενός τη γραπτή “εξομολόγηση” του Α. Παπανδρέου, η οποία προσπαθούσε να δώσει σαφώς πολιτικό χρώμα στις σχέσεις του με τη συντροφιά, και αφ’ ετέρου τα τεφτεράκια στα οποία ο ήδη μεγαλοφυής οικονομολόγος είχε σημειώσει τα ονόματα των αγοραστών του εντύπου της ομάδας του και τις πενταροδεκάρες που του είχαν δώσει... Μετά απ’ την απόλυσή μας, η συντροφιά μας δεν διαλύθηκε, αλλά αντιθέτως συνδεθήκαμε ακόμα περισσότερο ως το τέλος της Κατοχής, με μόνη τη διαφορά πως είχαμε διακόψει κάθε σχέση με τον Α. Παπανδρέου, που τον είχαμε βάλει σε καραντίνα εξαιτίας των ανωτέρω. Άλλωστε, το χειμώνα του 1939-40, ο πατέρας του τον έβαλε σ’ ένα καράβι και τον έστειλε στην Αμερική».

Η δήλωση μετάνοιας
Εκτός από τους φίλους αυτούς, ο Α. Παπανδρέου είχε δώσει, στη δήλωση μετανοίας που υπέγραψε στις 7.7.1939, τα ονόματα δύο ανθρώπων, του Επαμ. Γιαννάκου και του Χρ. Σούλα, που παραδόθηκαν αργότερα από την Ασφάλεια στους κατακτητές, και που τελικά τουφεκίστηκαν, ο πρώτος από τους Ιταλούς στη Λάρισα και ο δεύτερος από τους Γερμανούς στην Καισαριανή. Στη δήλωση μετανοίας του ο Α. Παπανδρέου διηγείται διά μακρών τη γνωριμία του με τους δύο άνδρες: Ο Γιαννάκος ήταν δάσκαλος και ο Σούλας είχε αποδράσει από τις φυλακές Ακροναυπλίας. Η δήλωση μετανοίας τελειώνει ως εξής: «Αισθάνομαι εν τούτοις νυν μετάνοιαν διά την εν λόγω δράσιν μου. Αντιλαμβάνομαι πλέον σαφώς ότι η κομμουνιστική δράσις

είναι καταστρεπτική δι’ όλας τας ηθικάς απολύτους αξίας... Πεισθείς πλέον οριστικώς και ανεκκλήτως εις τούτο, αποκηρύσσω και καταδικάζω τας κομμουνιστικάς ιδέας, δηλώ δε ότι του λοιπού θα διάγω βίον όστις θα πλαισιούται εντός των απολύτως ηθικών αξιών και της ελληνικής παραδόσεως». Ο Ανδρέας Παπανδρέου συνέχισε λοιπόν τις σπουδές του στις Ηνωμένες Πολιτείες και το 1946 έγινε υφηγητής του Πανεπιστημίου του Χάρβαρντ, το 1947-50 έκτακτος καθηγητής του Πανεπιστημίου της Μινεσότα, το 1951-55 τακτικός καθηγητής, το 1955-56 καθηγητής του Πανεπιστημίου του Μπέρκλεϋ και το 1956-60 πρύτανης της Σχολής Οικονομικών Επιστημών του ίδιου Πανεπιστημίου.

Δύο αμερικανικοί γάμοι...
Στο διάστημα αυτό, ο Α. Παπανδρέου είχε νυμφευθεί την Ελληνοαμερικανίδα ψυχίατρο Χριστίνα Ρασσιά, η οποία τον βοήθησε οικονομικά να τελειώσει τις σπουδές του. Ο γάμος αυτός δεν βάσταξε πολύ. Ο Ανδρέας Παπανδρέου συνάντησε στον προθάλαμο ενός οδοντιατρείου την Αμερικανίδα Μάργκαρετ Τσαντ και εγκατέλειψε τη Χριστίνα, ειδοποιώντας τη μ’ ένα γράμμα για το νέο του δεσμό. Από τον γάμο με την Μάργκαρετ απέκτησε τρεις γιους (Γιώργο, Νίκο, Ανδρέα) και μία κόρη (τη Σοφία). Η Μάργκαρετ ήταν κόρη του Ντάγκλας Τσαντ, ο οποίος έμενε στο Ελμχορστ, προάστιο του Σικάγου, και πέθανε το Νοέμβριο του 1981.

Οι σχέσεις με τον πατέρα...
Οι σχέσεις τού Ανδρέα Παπανδρέου με τον πατέρα του ήταν πάντα αμφίρροπες. Στο βίβλο του «Αποφάσισα να μιλήσω», ο Νίκος Δεληπέτρος, ένας δημοσιογράφος που υπήρξε στενός συνεργάτης του Γεωργίου Παπανδρέου, αναφέρει τα εξής: «Ο Γέρος αισθανόταν ένα πλέγμα ενοχής απέναντι του Ανδρέα. Γνώριζε ότι η εγκατάλειψη της πρώτης συζύγου του, της Σοφίας Μινέικο - και τα όσα μεσολαβήσανε μεταξύ της εγκατάλειψης και του διαζυγίου - είχαν πολύ άσχημη επίδραση στην ψυχή του γιου του. Τον αισθανόταν πάντοτε ως παιδί του, αλλά είχε ενδείξεις ότι ο γιος δεν έβλεπε με καλό μάτι τον πατέρα του. Βοήθησε το γιο του όσο μπορούσε όταν σπούδαζε στο εξωτερικό. Αλλά αυτά που μπορούσε δεν ήσαν σημαντικά. Ακόμη κι όταν ο Ανδρέας έγινε καθηγητής πανεπιστημίου, τα έφερνε βόλτα πολύ δύσκολα στην Αμερική. Οι αμοιβές των καθηγητών του Πανεπιστημίου ήταν, την εποχή εκείνη, χαμηλές στις ΗΠΑ. Ο πατέρας του - που ποτέ δεν του περισσεύανε τα χρήματα - προσπαθούσε - ή ο ίδιος ή μέσω της Τράπεζας της Ελλάδος ή μέσω φίλων του - να ενισχύει κάπως από καιρό σε καιρό τον Ανδρέα. Αυτά που κατόρθωνε να του στείλει μπορεί να ήταν μικροποσά αλλά αντιπροσώπευαν σημαντικές θυσίες για τον Γέρο, που ο οικονομικός του προϋπολογισμός σπανίως ήταν ισοσκελισμένος...
»Από τη μεριά, λοιπόν, της Ελλάδας, κατά την εποχή εκείνη δεν περισσεύανε τα χρήματα. Αλλά από την πλευρά της Αμερικής δεν περισσεύανε τα αισθήματα... Ο Ανδρέας ήταν τσιγκούνης στις εκδηλώσεις του προς τον πατέρα του. Αρκετές φορές άφηνε αναπάντητες τις πατρικές επιστολές. Κι όποτε του δινόταν η ευκαιρία τόνιζε στον πατέρα του ότι δεν είχε κανένα σκοπό να ξαναγυρίσει στην Ελλάδα.
»Εβαλε και μεσολαβητές, ο Γεώργιος Παπανδρέου, να πείσουνε το γιο του ότι έπρεπε ν’ αρχίσει να σχεδιάζει την επιστροφή του. Παρακάλεσε και τον Νικόλαο Πλαστήρα, τον καιρό που πήγε στην Αμερική, να παροτρύνει τον Ανδρέα να γυρίσει. Όλες, όμως, οι πατρικές προσπάθειες δεν είχανε αποτέλεσμα.
»Σ’ αυτό το σημείο θα προσθέσω ότι ο Γεώργιος Παπανδρέου διαφήμιζε συνεχώς στους πολιτικούς και ακαδημαϊκούς κύκλους της Αθήνας - ιδιαίτερα στους ακαδημαϊκούς κύκλους - τις επιστημονικές επιτυχίες του γιου του. Προετοίμαζε, δηλαδή, μεθοδικώς μια πολιτική ή και ακαδημαϊκή σταδιοδρομία του γιου του στη χώρα μας. Σε κάθε συνάντησή του με τον Κ. Τσάτσο, με τον Γ. Μαριδάκη, με τον Ξ. Ζολώτα και με άλλους καθηγητές, έλεγε και ξανάλεγε ότι ο Ανδρέας ήταν μεγάλο αστέρι της οικονομικής επιστήμης...
»Τελικά ο Ανδρέας ήλθε και εγκαταστάθηκε στην Ελλάδα ως καλώς αμειβόμενος τεχνοκράτης. Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής ικανοποίησε πρόθυμα σχετικό αίτημα του πολιτικού αντιπάλου του Γεωργίου Παπανδρέου, που του είχε υποβληθεί μέσω του Παναγιώτη Κανελλοπούλου. Νομίζω ότι σ’ αυτό το συνοικέσιο είχαν παίξει κάποιο ρόλο και ο Κωνσταντίνος Τσάτσος και ο Ξενοφών Ζολώτας».

«37.500 τον μήνα - δηλαδή, έξοχα1»
Είναι χαρακτηριστική η επιστολή που είχε στείλει ο Γεώργιος Παπανδρέου στον Ανδρέα στις 26 Σεπτεμβρίου 1960, πριν από την εγκατάστασή του στην Ελλάδα, που έγινε τον Ιανουάριο του 1961:
«Πολύαγαπημένε μου Ανδρέα,
»Είναι σήμερα ακριβώς ένας μήνας που εφύγατε. Μας έδωκε τη στενοχώρια του χωρισμού. Αλλά, όπως ωραία μου έγραψε η Μαργαρίτα, έχει και πλεονεκτήματα: Οδήγησε στην οριστική απόφαση της επιστροφής.
»Οπως σου είχα γράψει, είδα σήμερα στις 10 1/2 τον Ζολώτα στο γραφείο του. Μου είπε πως έλαβε το γράμμα σου, μου το εδιάβασε - και σήμερα θα σου απαντήση (είναι το γράμμα σου πολύ καλό). Είδε χθες βράδυ Κανελλόπουλο και Τσάτσο. Είναι κι οι δύο εντελώς σύμφωνοι, αλλά λείπει ο Καραμανλής. Θα επιστρέψη την Κυριακήν (25 Σεπτ.). Δεν έχουν καμμίαν αμφιβολίαν ότι και αυτός θα είναι σύμφωνος, αλλά οφείλουν να τον περιμένουν. Ο Κανελλόπουλος είπεν ότι μετά την επιστροφήν του Καραμανλή και την συνεννόησιν μαζί του, θα μου τηλεφωνήση. Είπα στον Ζολώτα ότι θα προτιμούσα να μην παρεμβληθώ εις αυτό το θέμα, επειδή έτσι θα εκινδύνευε να δοθή εντύπωσις πολιτικής συναλλαγής ή προσωπικής παροχής και θα παρεμορφώνετο μία υπόθεσις, εις την οποίαν ο προσφερόμενος εις θυσίας είσαι εσύ. Και εμείναμε σύμφωνοι να αναθέσωμεν την παρακολούθησιν εις τον Γαλάνην.
»Ο Ζολώτας μού προσέθεσεν ότι για καλό και για κακό ετόνισεν επανειλημμένως εις τον Κανελλόπουλον ότι είσαι φύσις “αντιπολιτική”, πράγμα το οποίον, επίσης για καλό και για κακό, επίβεβαίωσα και εγώ στον Ζολώτα! Εν συνεχεία, είδα τον Γαλάνη. Τον ενημέρωσα. Εδείχθη απολύτως πρόθυμος να αναλάβη την συνέχειαν της διαχειρίσεως του θέματος.
»Και τώρα ανακεφαλαιώνω:
»0 Ζολώτας φεύγει αύριο και θα επιστρέψη μετά 20 ημέρας (φεύγει διά την Νέα Υόρκην). Ο Καραμανλής θα επιστρέψη την Κυριακήν. Επομένως, εντός της τρεχούσης εβδομάδος θα έχωμε την συγκατάθεσίν του, την οποίαν, εάν καθυστερή, θα υπομνήση ο Γαλάνης. Η περαιτέρω τυπική διαδικασία έχει ως εξής: Η απόφασις πρέπει να ληφθή από το Συμβούλιον Τραπέζης.ΗΙ προσεχής τακτική συνεδρίασις θα γίνη την 5ην Οκτωβρίου. Είναι βέβαιον ότι θα εγκρίνη. Εως τις 10 Οκτωβρίου θα έχη υπογράψει την δεκαετή σύμβασιν (ιδιωτικού δικαίου) με αποδοχής υποδιοικητού και θα σου στείλουν να την υπογράψης και συ - υποθέτω - μέχρις 20 Οκτωβρίου. Και η υπόθεσις λήγει! Τους είπα ότι, εν τοιαύτη περιπτώσει, θα επεδίωκα να έλθης από τον Ιανουάριον - και το πανηγύρισαν...

Με τον πατέρα του Γεώργιο, την Μάργκαρετ και τα 4 παιδιά.

Με την ευκαιρίαν της συνομιλίας με τον Γαλάνην, διηυκρίνησα και το ύψος των αποδοχών. Μισθός (βουλευτού-υπουργού) 15.000. Εξοδα παραστάσεων άλλα τόσα. Ητοι σύνολον 30.000. Επίδομα συζύγου και τέκνων (συζύγου 3.000, τέκνων ανά 1.500, υποθέτω μέχρι τριών), άρα τουλάχιστον 4.500. Σύνολο 37.500 το ολιγώτερον - εκτός των αφανών εσόδων. Και επί πλέον αυτοκίνητον. Δηλαδή έξοχα! Πόσο δίκιο είχατε με την Μαργαρίτα, όταν εσκέφθητε ότι τώρα προσφέρεται μια ευκαιρία η οποία δεν υπάρχει καμμία βεβαιότητα ότι θα προσφέρεται και εις το μέλλον.
»Αυτά είναι τα δικά μας. Επί τη βάσει αυτών κανόνισε τις σχέσεις σου με το Πανεπιστήμιόν σου. Υπάρχει βεβαιότης 99%. Αφήνω το 1% για την Μοίρα... Είδα τας επιφυλάξεις του Κουλουριάνου. Φοβάται την υπονόμευσιν του Γιάγκου, αλλά ξεχνάει ένα πράγμα: Την παρουσίαν μου! Ο κύριος Τιάγκος ουδέποτε θα τολμήση...
»Ο Γιωργάκης είναι πλέον εκτός κινδύνου. Εισήλθε σε βραδεία ανάρρωση.
»Σας φιλώ με άπειρη αγάπη.
»ΠΑΤΕΡΑΣ»
(Εφημ. «Εστία», 11 Ιουλίου 1987)

Είπε πως ήρθε για τον Καραμανλή!
Ο Δεληπέτρος όμως συνεχίζει:
«Λίγο καιρό έπειτα από την άφιξή του, ο Ανδρέας επισκέφθηκε τον Καραμανλή για να τον ευχαριστήσει. Δεν ξέρω τι ακριβώς ειπώθηκε σ’ αυτή τη συνάντηση. Είναι βέβαιο, πάντως, ότι ο γιος του Παπανδρέου δεν έκανε καλή εντύπωση στον Καραμανλή. Προσπάθησα να συνθέσω την ουσία αυτού του διαλόγου από τα όσα κατά καιρούς (κομματάκι κομματάκι) μου είχε πει ο Καραμανλής. Η προσπάθειά μου, που είχε αρχίσει από το Παρίσι - όπου είχα το προνόμιο να βλέπω συχνά τον Καραμανλή - συνεχίστηκε κι εδώ στην Αθήνα. Αλλά όσοι ξέρουνε από κοντά τον Καραμανλή γνωρίζουνε ότι δεν του τραβάς λόγια ούτε με βίντσι.
»- Τι ψάχνεις να βρεις; Η ουσία είναι ότι δεν μου έκανε καλή εντύπωση.
»Και καθώς φαίνεται ο Ανδρέας δεν είχε κάνει καλή εντύπωση στον Καραμανλή, γιατί του είχε μιλήσει ασεβώς για τον πατέρα του! Όταν τελείωνε η ευχαριστήρια επίσκεψη, ο Καραμανλής είπε στον Ανδρέα ότι μπορούσε να κάνει τη δουλειά που του είχανε αναθέσει και παραλλήλως να βοηθάει και τον πατέρα του στην πολιτική του. Και είχε προσθέσει ο Πρόεδρος ότι ο Ανδρέας θα μπορούσε να διαδεχθεί μια μέρα τον πατέρα του στην πολιτική. Σ’ αυτό το σημείο ο Ανδρέας τσίνισε: Να βοηθήσει πολιτικώς τον πατέρα του; Αυτός δεν είχε έλθει στην Ελλάδα για τον πατέρα του! Είχε αποφασίσει να επιστρέφει μόνο όταν διαπίστωσε ότι ο Καραμανλής, με το έργο του, είχε δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για την ανάπτυξη της χώρας!...
»Δεν είχε επιστρέψει, λοιπόν, ο Ανδρέας στην Ελλάδα για τον πατέρα του, αλλά για τον Καραμανλή! Και πρέπει να σημειώσω ότι ο Ανδρέας επιβεβαίωνε το αληθές των λόγων του με τις πράξεις του: Κατά τη διάρκεια του λεγομένου Ανενδότου Αγώνος τηρούσε, ως επί το πλείστον, ουδετερότητα!...».

Η εποχή του ζιβάγκο...

Έγινε, λοιπόν, ο Ανδρέας Παπανδρέου πρόεδρος και γενικός διευθυντής του Κέντρου Προγραμματισμού και Οικονομικών Ερευνών της Ακαδημίας Αθηνών (ΚΕΠΕ) το 1961-1964 και ταυτόχρονα (1961-62) οικονομικός σύμβουλος της Τράπεζας της Ελλάδος.

Η αμερικανική υπηκοότητα
Στην περίοδο του Ανενδότου Αγώνος (1961-63) ο Ανδρέας απέφυγε την ενεργό συμμετοχή. Προσπαθούσε όμως να κατευθύνει την Ένωση Κέντρου προς μια αδιάλλακτη πολιτική γραμμή, ενθαρρύνοντας τον αντιμοναρχισμό και τον αντιαμερικανισμό, πράγμα που ενοχλούσε τα συντηρητικά στελέχη της Ενωσης Κέντρου. Στις εκλογές του 1963, ο Ανδρέας δεν υπέβαλε υποψηφιότητα βουλευτού, και σχεδίαζε να περιμένει ως τις επόμενες εκλογές, που νόμιζε πως θα γίνονταν μετά 3 ή 4 χρόνια (βλ. το βιβλίο της Μάργκαρετ Παπανδρέου «Εφιάλτης στην Αθήνα», σελ. 103). Παρ’ όλα αυτά, δεν δίστασε να μετάσχει στις εκλογές που προκήρυξε ο Γεώργιος Παπανδρέου έπειτα από 3 μόλις μήνες!

Ορκίζεται πρωθυπουργός το 1981

Φαίνεται δηλαδή ότι το 1963 δεν μετέσχε στις εκλογές όχι επειδή νόμιζε πως ήταν νωρίς γι’ αυτόν, αλλά επειδή δεν είχε πιστέψει στη νίκη της Ενωσης Κέντρου... Ο Ανδρέας, λοιπόν, υπέβαλε υποψηφιότητα στις εκλογές της 16ης Φεβρουαρίου 1964, στο συνδυασμό του νομού Αχαΐας, και εξελέγη για πρώτη φορά βουλευτής. Ο ίδιος λέει γι’ αυτό τα εξής στο βιβλίο του «Η Δημοκρατία στο απόσπασμα» (σελ. 176-77):
«...Ο πατέρας μου με είχε επανειλημμένα προτρέψει, και τελικά αποφάσισα να πολιτευθώ. Νωρίς τον Γενάρη του 1964, επισκέφθηκα τον νέο πρεσβευτή της Αμερικής στην Ελλάδα, Χένρι Ααμπουίς, και του εξήγησα πως, έχοντας αποφασίσει να πολιτευθώ στην Ελλάδα, ήμουν υποχρεωμένος να παραιτηθώ της αμερικανικής μου υπηκοότητας, που δεν συμβιβαζόταν με το νέο ρόλο μου... Μου ευχήθηκε καλή τύχη».

Ο Ανδρέας για τον ΑΣΠΙΔΑ
Αμέσως μετά τη μεγάλη νίκη της Ενωσης Κέντρου και την εκλογή του ως βουλευτού, ο Ανδρέας Παπανδρέου έθεσε σ’ εφαρμογή το σχέδιό του να ηγηθεί δικού του πολιτικού σχηματισμού, που θα στηριζόταν στη μη συντηρητική μερίδα του κόμματος. Το έκανε αυτό από τη θέση του υπουργού Προεδρίας και αργότερα του αναπληρωτή υπουργού Συντονισμού. Το αποτέλεσμα ήταν να σημειωθεί μια ρήξη στην Ενωση Κέντρου, που οδήγησε τελικά στη λεγόμενη Αποστασία. Καταλυτικό ρόλο στην εξέλιξη αυτή έπαιξε η υπόθεση του ΑΣΠΙΔΑ, μιας συνωμοσίας κατωτέρων αξιωματικών, της οποίας «εγκέφαλος» θεωρήθηκε ο Α. Παπανδρέου, και η οποία είχε σκοπό την ανατροπή του βασιλέως και την επιβολή αριστερού καθεστώτος. Ο ίδιος ο Ανδρέας γράφει στο βιβλίο του «Η Δημοκρατία στο απόσπασμα» (σελ. 224-223):
«Η υπόθεση ΑΣΠΙΛΑ είχε, φαίνεται, μια δόση αλήθειας: Ενας μικρός αριθμός αξιωματικών που αρνήθηκαν να προσχωρήσουν στη χούντα του ΙΔΕΑ για να εξασφαλίσουν την καρτέρα τους, έλπισαν πως με τη νίκη των δημοκρατικών δυνάμεων το 1964, ο στρατός θα απαλλασσόταν από τον αποπνικτικό έλεγχο της δεξιάς παρα-στρατιωτικής οργάνωσης... Ιδρυσαν, λοιπόν, έναν επαγγελματικό σύνδεσμο, με βασικό σκοπό να προστατεύσουν τις καριέρες τους. Σε μερικούς απ’ αυτούς είχαν κάνει καλή εντύπωση οι προοδευτικές θέσεις μου, και ίσως τους είχε δημιουργηθεί η ελπίδα πως μια νέα εποχή άρχιζε για τον τόπο μας. Κατά συνέπεια, μιλούσαν ευμενώς για μένα. Αρπάζοντας την ευκαιρία, το στρατιωτικό κατεστημένο, με τη βοήθεια του Γαρουφαλιά και την ενθάρρυνση των Αμερικανών, ώθησε τον βασιλιά σε ανοικτή αναμέτρηση με τον Γεώργιο Παπανδρέου. Απαραίτητη προϋπόθεση της επιτυχίας αυτού του σχεδίου ήταν η κατασυκοφάντηση του Ανδρέα Παπανδρέου...».
Ηταν περίεργη αυτή η εξήγηση του Ανδρέα, αφού ο ίδιος υποστήριζε πως ο αρχηγός του ΑΣΠΙΔΑ, λοχαγός Αρ. Μπουλούκος, «ήταν μέλος στρατιωτικής οικογένειας με πλούσια αντικομμουνιστική δράση, ήταν φίλος του Γρίβα και παλιό μέλος της εξτρεμιστικής οργάνωσης “X”» (δηλαδή Χίτης). Θα ήταν περίεργο λοιπόν να είχαν συγκινηθεί οι αξιωματικοί του ΑΣΠΙΔΑ από τις προοδευτικές θέσεις του Ανδρέα. Μάλλον θα θέλησαν να στηριχθούν σ’ αυτόν ως ανερχόμενο πολιτικό ή να τον εμπλέξουν σε μια σκευωρία εναντίον του Γεωργίου Παπανδρέου. Ο ίδιος ο Αρ. Μπουλούκος, που έγινε αργότερα βουλευτής της Νέας Δημοκρατίας, γράφει τα εξής, στο βιβλίο του «Υπόθεση ΑΣΠΙΔΑ», για την πρώτη του συνάντηση με τον Ανδρέα Παπανδρέου:
«Πρέπει να ήταν αρχές Σεπτεμβρίου του 1964 όταν συναντήθηκα για πρώτη φορά με τον Ανδρέα Παπανδρέου. Η συνάντησή μας έγινε στο Κολωνάκι, στο γραφείο που διατηρούσε στη οδό Σουηδίας 58. Το κουδούνι στην εξώπορτα έφερε την ένδειξη “Αντώνης Στρατής”. Αυτό μου έκανε εντύπωση γιατί πρόδιδε ένα είδος “συνωμοτισμού” και χαμογελώντας σκέφτηκα ότι ταίριαζε με την επίσκεψή μου.
»Ο Ανδρέας με υποδέχθηκε με μεγάλη θερμότητα και φρόντισε αμέσως να δείξει ότι ήταν ενήμερος σε σχέση με τους προβληματισμούς και τις ανησυχίες των νέων δημοκρατικών αξιωματικών. Μιλήσαμε για τη γενική πολιτική κατάσταση της χώρας. Από τον τρόπο με τον οποίο διατύπωνε τις σκέψεις του κατάλαβα ότι είχε ηγετικές φιλοδοξίες και ότι σκόπευε οπωσδήποτε να διαδεχθεί τον πατέρα του στην ηγεσία μιας ευρύτερης δημοκρατικής παράταξης υποσκελίζοντας όλα τα γνωστά τότε ηγετικά στελέχη της Ενωσης Κέντρου που υπήρχαν “ανάμεσα” στον πατέρα του και σ’ αυτόν.
»Πρέπει να χτυπήσουμε τον παλαιοκομματισμό”, μου είπε. “Ο παλαιοκομματισμός στηρίζει το κατεστημένο που εμποδίζει την πορεία προς μια σύγχρονη δημοκρατία”.
»Θεώρησα τότε ότι είχε έρθει η κατάλληλη στιγμή. “Κύριε υπουργέ”, του είπα “υπάρχει ήδη οργάνωση δημοκρατικών αξιωματικών. Ονομάζεται ΑΣΠΙΔΑ. Κύριος σκοπός της είναι η επιβολή της αξιοκρατίας στις Ενοπλες Δυνάμεις και σε όλο το φάσμα της δημόσιας ζωής, όπως ρητώς διαλαμβάνεται άλλωστε και στον όρκο μυήσεως των μελών της. Είμαι εξουσιοδοτημένος από την οργάνωσή μας να έρθω σε επαφή μαζί σας και εφόσον το κρίνω σκόπιμο, να σας αποκαλύψω την ύπαρξή της. Οπως βλέπετε το έκανα ήδη πιστεύοντας ότι θα γίνετε συμμαχητής μας στον αγώνα για την εδραίωση της δημοκρατίας στην πατρίδα μας. Η δημοκρατία δεν θα μπορέσει να επιβιώσει αν δεν υπάρξει εκδημοκρατισμός και αξιοκρατία στις Ενοπλες Δυνάμεις".
»Αυτά τα λόγια είπα στον Ανδρέα Παπανδρέου και έτσι άρχισε η συνεργασία ανάμεσα στον ΑΣΠΙΔΑ και τον νέο εκείνο πολιτικό, με τον οποίο μας έδεσε το 1964 και μας χώρισε 18 χρόνια αργότερα η ίδια μεγάλη υπόθεση, η υπόθεση της δημοκρατίας στην πατρίδα μας.
»Σκέφτηκα αστραπιαία ότι έπρεπε να προχωρήσω στην προτεινόμενη άμεση αυτή συνεργασία μας γιατί, εφόσον είχα ήδη αποκαλύψει την ύπαρξη και την ονομασία της οργάνωσής μας, καλό ήταν να “δέσω”, κατά κάποιον τρόπο τον Ανδρέα Παπανδρέου με την κοινή μας πλέον υπόθεση. Εδωσα λοιπόν, αμέσως της συγκατάθεσή μου και ο Ανδρέας φώναξε μέσα στο γραφείο τη γραμματεία του, Αγγέλα Κοκκόλα και της έδωσε εντολή να δακτυλογραφήσει σε ακρετά αντίτυπα τον όρκο του ΑΣΠΙΔΑ, εξηγώντας της ταυτόχρονα ότι αυτή η εργασία θα έπρεπε να γίνει μέσα σε συνθήκες απόλυτης απορρητότητας.
»Αυτή υπήρξε η πρώτη συνάντηση και συνομιλία μου με τον Ανδρέα Παπανδρέου, που ταυτόχρονα ήταν και η πρώτη, αλλά αποφασιστική επαφή της οργάνωσης ΑΣΠΙΔΑ με τον πολιτικό ο οποίος αργότερα κατηγορήθηκε, αρνήθηκε, παραδέχθηκε, υπερηφανεύτηκε, αλλά και πάλι αρνήθηκε ότι υπήρξε συνδεδεμένος με τον ΑΣΠΙΔΑ».
Είναι γνωστά τα γεγονότα που επακολούθησαν: Ο Γ. Παπανδρέου παραιτήθηκε όταν ο βασιλεύς του ζήτησε να μην αναλάβει ο ίδιος το υπουργείο Αμύνης αφού κατηγορούσαν το γιο του για συμμετοχή στον ΑΣΠΙΔΑ, και εκδηλώθηκε τότε η «Αποστασία», δηλαδή ο σχηματισμός κυβερνήσεως της Ενωσης Κέντρου χωρίς τον αρχηγό της.

Στο πρωθυπουργικό γραφείο

Η τελευταία απόπειρα του Γεωργίου Παπανδρέου να ξεπεραστεί το αδιέξοδο με προσφυγή στη λαϊκή ετυμηγορία με την κυβέρνηση Ιωάννου Παρασκευοπούλου τορπιλλίσθηκε από την αδιάλλακτη στάση του Ανδρέα. Ανέλαβε τότε την αργή ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος και τα ξημερώματα της 21ης Απριλίου κηρύχθηκε η δικτατορία των συνταγματαρχών, που συνέλαβαν μεταξύ των πρώτων τον πρωθυπουργό και τον Ανδρέα, ο οποίος τραυματίστηκε πέφτοντας από τη στέγη του σπιτιού του, όπου είχε καταφύγει...

Συζήτηση με τον Παττακό
Ο Ανδρέας θέλησε να φύγει από την Ελλάδα και ζήτησε πάλι (όπως είχε συμβεί επί Μεταξά) να του δοθεί διαβατήριο από τη Χούντα. Στα «Απομνημονεύματα» του Αμερικανού οικονομολόγου καθηγητή Τζων Κέννεθ Γκάλμπραιηθ αναφέρεται ότι ορισμένοι γνωστοί του καθηγητές παρακάλεσαν τον τότε Πρόεδρο Τζόνσον να μεσολαβήσει στην κυβέρνηση Αθηνών για την απελευθέρωση του Ανδρέα Παπανδρέου. Ο Γκάλμπραιηθ διηγείται: «Τα ξημερώματα χτύπησε το τηλέφωνό μου. Ηταν ο Νίκολας Κότζενμπαχ, τότε υφυπουργός Εξωτερικών, που τηλεφωνούσε για να μου διαβιβάσει, σχεδόν γελώντας, ένα μήνυμα που μόλις είχε πάρει από τον Πρόεδρο: “Τηλεφώνησε στον κύριο Γκάλμπραιηθ και πες του ότι ειδοποίησα αυτούς τους Ελληνες μπάσταρδους να μην πειράξουν “that san of a bitch” όποιος και αν είναι...».
Τη Δευτέρα, 15 Ιανουαρίου του 1968, ο Ανδρέας πήγε να πάρει το διαβατήριό του από τον αντιπρόεδρο της Χούντας Στ. Παττακό, έπειτα από τηλεφώνημα κάποιου συνταγματάρχη... Στο βιβλίο του «Η Δημοκρατία στο απόσπασμα», ο Ανδρέας δίνει τη δική του εκδοχή για το περιεχόμενο της συνομιλίας. Το μαγνητοφωνημένο, όμως, κείμενο ήταν τελείως διαφορετικό. Μεταξύ άλλων, ο Ανδρέας είπε τα εξής:
«ΠΑΤΤΑΚΟΣ: Ποια είναι η κρίση σας για την πολιτική της Εθνικής Κυβερνήσεως;
ΑΝΔΡΕΑΣ ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ: Νομίζω ότι το κοινωνικό και οικονομικό περιεχόμενο της επαναστάσεώς σας είναι σε γραμμή που ανταποκρίνεται στις ανάγκες του τόπου. Συγχρόνως νομίζω ότι το προχωρείτε με τέτοιο γρήγορο ρυθμό ώστε κλωτσάει η μηχανή. Θέλει λίγο γράσσο...
ΠΑΤΤΑΚΟΣ: Αν σας πλησιάσουν τώρα οι ξένοι και σας πουν να ηγηθείτε οργανώσεως ή πολιτικής κινήσεως εναντίον του παρόντος καθεστώτος, τι θα κάνετε;
Α. Π.: Οχι. Ο Ανδρέας θα μείνει με το παρελθόν. Δεν θα γίνει όργανο. Να είστε γι’ αυτό απολύτως βέβαιος.
ΠΑΤΤΑΚΟΣ: Δεν το περιμένατε ότι θα σας βγάζαμε;
Α. Π.: Οχι, δεν το περίμενα. Ηταν γενναία πράξις. Πάρα πολύ γενναία πράξις.
ΠΑΤΤΑΚΟΣ: Νομίζω ότι θα αντελήφθητε ότι δεν είμεθα ούτε τύραννοι, ούτε ψεύτες.
Α. Π.: Δεν τους ξέρω τους άλλους. Εγώ μόνον εσάς ξέρω. Και έχω βρει ότι η στρατιωτική τιμή είναι εκείνο το πράγμα που σας χαρακτηρίζει... Εχετε ένα πάθος με την υπόθεση την οποία υποστηρίζετε...».

Η εξώγαμη κόρη
Στο εξωτερικό, όπου έμεινε ο Α. Παπανδρέου σε όλη την υπόλοιπη διάρκεια της δικτατορίας, εγκαταστάθηκε αρχικά στη Σουηδία, όπου στις αρχές του Μαρτίου 1968 ίδρυσε το Πανελλήνιο Απελευθερωτικό Κίνημα (ΠΑΚ), αλλά αρνήθηκε επίμονα κάθε αντιδικτατορική συνεργασία με άλλα πολιτικά κόμματα. Δεν παρέλειψε, όμως, να ξανασυναντηθεί με την Ράγκνια Νίμπλομ, μια νεαρή γυναίκα που είχε γνωρίσει το 1957 στην Καλιφόρνια. Ηταν τότε παντρεμένη με Αμερικανό, αλλά χώρισε και γύρισε στη Σουηδία, όπου έγινε σημαντικό στέλεχος του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος. Από τη Ράγκνια ο Ανδρέας απέκτησε στις 21 Απριλίου 1969 (δύο ακριβώς χρόνια μετά την 21η Απριλίου 1967!) μια εξώγαμη κόρη, την Αιμιλία-Αντρέα, που τη μεγάλωσε η μητέρα της. Οι Σοσιαλδημοκράτες έδωσαν αμέσως χρήματα στον Ανδρέα για να ανοίξει γραφεία και να αντιμετωπίσει τα έξοδα της εγκατάστασής του. Σε λίγο, ενώ ο πρωθυπουργός Ούλοφ Πάλμε κυκλοφορούσε μ’ ένα παλιό Σάαμπ, ο Ανδρέας εμφανίστηκε με μια επιβλητική Μερσεντές... Η Ράγκνια πίεζε τον Ανδρέα να πει στη Μάργκαρετ πως ήταν έγκυος, αλλά εκείνος δεν τολμούσε να αναλάβει τις ευθύνες του. Οταν η Μάργκαρετ το έμαθε από τρίτους, έγιναν τρομερές σκηνές και ο Ανδρέας ανάγγειλε τελικά στη Ράγκνια πως θα έφευγε με την οικογένειά του για τον Καναδά.

Με τη Δήμητρα Λιάνη, τρίτη σύζυγο

Για το τάμα, στην Παναγία της Τήνου

Ετσι, τον Ιούλιο του 1969, η οικογένεια Παπανδρέου μετακόμισε στο Μόντρεαλ. Σ’ αυτή την πόλη και στο Τορόντο ενοικιάστηκαν μεγάλα γραφεία για το ΠΑΚ, που εμφανιζόταν σαν η κυριότερη οργάνωση που αντιστεκόταν στους Ελληνες συνταγματάρχες. Σε δηλώσεις και μηνύματα του, ο Ανδρέας μιλούσε για τη δημιουργία μιας σοσιαλιστικής Ελλάδας που «θα ξεπερνά τον απολιθωμένο κοινοβουλευτικό τύπο και θα προχωρήσει σε νέες ζωντανές μορφές συμμετοχής του λαού σε όλες τις αποφάσεις που τον αφορούν» (επιστολή του της 10ης Οκτωβρίου 1971). Αντίθετα προς τον πατέρα του, που ήθελε την αποκατάσταση της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, και που είχε συστήσει στο γιο του να επιδιώξει συνεργασία με τον Κ. Καραμανλή, ο Ανδρέας είχε συνδέσει την πτώση της δικτατορίας με επαναστατικές κοινωνικές αλλαγές.

Αργοπορημένη επιστροφή
Οταν τελικά έπεσε η δικτατορία, ο Ανδρέας Παπανδρέου δεν γύρισε αμέσως στην Ελλάδα. Σε δηλώσεις του στη Ρώμη, στις 24 Ιουλίου 1974, επιτέθηκε εναντίον τής υπό σχηματισμό κυβέρνησης Καραμανλή, την οποία χαρακτήρισε ως «φρουρά του ΝΑΤΟ», προσθέτοντας ότι «η πραγματική εξουσία στην Ελλάδα θα παραμείνει στα χέρια των Ηνωμένων Πολιτειών, του ΝΑΤΟ και του ελληνικού στρατού». Μερικοί υποστήριξαν ότι η μη άμεση επιστροφή του Α. Παπανδρέου στην Ελλάδα οφειλόταν στο φόβο του μήπως ξαναπέσει στα χέρια των στρατιωτικών, αφού πίστευε πως εξακολουθούσαν να κυβερνούν μαζί με τους πολιτικούς. Ισως, όμως, να αργοπόρησε για να μην αναγκαστεί να μετάσχει στην κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας υπό τον Καραμανλή, επειδή ήθελε να αποστασιοποιηθεί ευθύς εξαρχής από τη νέα μορφή της εξουσίας. Οπως και αν έχει το πράγμα, ο Ανδρέας γύρισε στην Ελλάδα στις 16 Αυγούστου 1974, 22 μέρες δηλαδή μετά την ορκωμοσία της κυβέρνησης Καραμανλή. Πρώτη του δήλωση, μόλις έφτασε στο Ελληνικό, ήταν: «Πρέπει να θέσουμε τέρμα στην εξάρτησή μας από το Πεντάγωνο των ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ. Πρέπει να σπάσουμε τα δεσμό που χάλκευσε ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός στα πλαίσια της Ατλαντικής Συμμαχίας».

Σύγκρουση με τον Καραμανλή
Στις 3 Σεπτεμβρίου 1974 δόθηκε στη δημοσιότητα η «διακήρυξη δράσης» του ΠΑΣΟΚ. Στις 5 Οκτωβρίου προσχώρησε στο ΠΑΣΟΚ η Δημοκρατική Αμυνα. Στις 18 Οκτωβρίου διορίστηκε η πρώτη (75μελής) Κεντρική Επιτροπή του κόμματος. Στις πρώτες εκλογές της Μεταπολίτευσης, το ΠΑΣΟΚ πήρε 13,3% των ψήφων και 12 βουλευτές. Τον Ιούνιο του 1975 διαγράφηκε από το ΠΑΣΟΚ η Δημοκρατική Αμυνα λόγω ιδεολογικών διαφορών. Στις 17 Νοεμβρίου 1977, το ΠΑΣΟΚ έγινε αξιωματική αντιπολίτευση με 25,3% των ψήφων και 92 βουλευτικές έδρες. Τον Οκτώβριο του 1978 το ΠΑΣΟΚ πέτυχε μεγάλες νίκες, κερδίζοντας στις δημοτικές εκλογές 3 μεγάλες πόλεις. Η πρώτη μετεκλογική σύγκρουση του Α. Παπανδρέου με τον Καραμανλή εκδηλώθηκε στην εκλογή του προσωρινού Προέδρου της Δημοκρατίας, βουλευτού Επικράτειας της Νέας Δημοκρατίας και προέδρου του Συμβουλίου Επικράτειας Μιχ. Στασινοπούλου. Είχε προηγηθεί το δημοψήφισμα της 8ης Δεκεμβρίου 1974, που απέληξε υπέρ της αβασίλευτης δημοκρατίας. Ο Ανδρέας διαφώνησε ως προς τις αρμοδιότητες του προσωρινού Προέδρου, που τις ήθελε ευρύτερες (να μπορεί, δηλαδή, ο Πρόεδρος να παύει την κυβέρνηση σε οποιαδήποτε περίπτωση). Αντίθετα, όταν άρχισε η συζήτηση στη Βουλή για το νέο Σύνταγμα, το ΠΑΣΟΚ έδωσε σκληρή μάχη για να μη δοθούν στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας οι ενισχυμένες αρμοδιότητες, οι οποίες τελικά του δόθηκαν. Η μάχη για το νέο Σύνταγμα έληξε στις 7 Ιουνίου 1975, με έγκρισή του από την πλειοψηφία της Νέας Δημοκρατίας. Αναμέτρηση του ΠΑΣΟΚ με τον Καραμανλή σημειώθηκε και για το θέμα της τιμωρίας των πρωτεργατών της δικτατορίας: Ο Ανδρέας δεν ήθελε τη μετατροπή των θανατικών ποινών σε ισόβια, ούτε τον χαρακτηρισμό του πραξικοπήματος ως «διαρκούς» ή «στιγμιαίου».

ΕΟΚ, Τουρκία και βάσεις
Ο Ανδρέας Παπανδρέου αμφισβήτησε και την ένταξη της Ελλάδας στην ΕΟΚ. Με το σύνθημα «Η Ελλάδα ανήκει στους Ελληνες» κήρυξε την άποψη ότι η Ελλάδα έπρεπε να ακολουθήσει την πορεία των αδέσμευτων χωρών του Τρίτου Κόσμου, έξω από τους δύο παγκόσμιους συνασπισμούς. Το σύνθημά του ήταν, λοιπόν, αντίθετο προς την άποψη ότι «ανήκομεν εις την Δύσιν». Ο Ανδρέας επιτέθηκε κατά του Καραμανλή και για την πολιτική του στο Κυπριακό και στο θέμα του Αιγαίου. Ηθελε πιο «δυναμική» πολιτική στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, ζητούσε την επέκταση των χωρικών υδάτων μας στα 12 μίλια, και τον Ιούλιο του 1976, όταν το τουρκικό πλοίο «Χόρα» βγήκε για σεισμικές έρευνες στο Αιγαίο, είπε την περίφημη φράση «Βυθίσατε το “Χόρα”», παρ’ όλο που με την πολιτική Καραμανλή συμφωνούσαν τόσο ο Μακάριος και ο τότε αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης Γ. Μαύρος, όσο και ο πρόεδρος της ΕΔΑ Ηλίας Ηλιού. Ο Ανδρέας ζητούσε επίσης επίμονα την απομάκρυνση των αμερικανικών βάσεων από την Ελλάδα. Αργότερα όμως (το 1988) ο Ανδρέας, πρωθυπουργός πλέον, υπέγραψε ο ίδιος την τελική συμφωνία για τις βάσεις, πανηγυρίζοντας για την απομάκρυνσή τους, ενώ στην πραγματικότητα εξακολουθούσαν να υπάρχουν... Ηδη από το 1975 ο Ανδρέας Παπανδρέου είχε φροντίσει να «εκκαθαρίσει» το ΠΑΣΟΚ, ώστε να εδραιώσει τον ηγεμονισμό του. Στις 25 Μάίου διαγράφηκαν γύρω στα 80 στελέχη του κόμματος, μεταξύ των οποίων οι Σάκης Καράγιωργας, Γιάννης Κάτρης, Γερ. Νοταράς, Μελίνα Μερκούρη, Αγγέλα Κοκκόλα, Αμαλία Φλέμιγκ, κ.ά. Ετσι ο Ανδρέας έδωσε την εντύπωση του αδιαμφισβήτητου ηγέτου... Στις εκλογές του 1977, το ΠΑΣΟΚ πήρε το 25,3% των ψήφων και 92 έδρες. Αυτό του χρησίμεψε για να κυριαρχήσει τελείως στο χώρο της αντιπολίτευσης, αφού η ΕΔΗΚ πήρε μόνο 16 έδρες και το ΚΚΕ μόνο 11.

Το ΠΑΣΟΚ στην εξουσία
Η απόφαση του Κωνσταντίνου Καραμανλή να διεκδικήσει το αξίωμα του Προέδρου της Δημοκρατίας, το 1980, έκανε πιο εύκολη την πορεία του Α. Παπανδρέου προς την εξουσία. Το Κέντρο είχε διαλυθεί και πολλά στελέχη των μικρότερων κομμάτων είχαν προσχωρήσει στη Νέα Δημοκρατία ή είχαν γίνει ανεξάρτητοι βουλευτές. Ο Καραμανλής εξελέγη στις 5 Μαΐου 1980 με 183 ψήφους. Στις 18 Οκτωβρίου 1981, με σύνθημα την «Αλλαγή», το ΠΑΣΟΚ κέρδισε τις εκλογές με 48% των ψήφων και 172 έδρες. Η πρώτη κυβέρνηση Παπανδρέου είχε 41 υπουργούς και υφυπουργούς. Ο Ανδρέας Παπανδρέου ανέλαβε και το υπουργείο Αμυνας, ίσως για να καθησυχάσει τον Στρατό (αλλά και τους συμμάχους) σχετικά με τις διαθέσεις του, και ως υφυπουργός Αμυνας διάλεξε δύο συντηρητικά στελέχη του Κέντρου, τον Αντώνη Δροσογιάννη και τον Γιώργο Πέτσο. Αλλά και το υπόλοιπο πρόγραμμά του παρουσίασε υποχωρήσεις στο θέμα των σχέσεων της χώρας με τις Ην. Πολιτείες και το ΝΑΤΟ. Το «Εξω η Ελλάδα από το ΝΑΤΟ» ξεχάστηκε. Οσο για την ΕΟΚ, η μεγάλη σύγκρουση του Ανδρέα με τον Καραμανλή για την ένταξη στην Κοινότητα και η απουσία του από την επίσημη τελετή της υπογραφής της σχετικής συμφωνίας στο Ζάππειο ξεχάστηκαν κι αυτές. Το μόνο που υποσχέθηκε ο Ανδρέας ήταν «η διαμόρφωση ειδικής συμφωνίας με τις Ευρωπαϊκές Κοινότητες». Βέβαια, ο Α. Παπανδρέου έκανε ανοίγματα προς τις αραβικές και τις ανατολικές χώρες, αλλά ενώ στις 14 Ιουλίου 1983 αρνήθηκε στα πλοία του αμερικανικού στόλου να αγκυροβολήσουν στο Σαρωνικό, στις 15 Ιουλίου του ίδιου έτους υπέγραψε τη συμφωνία για τις αμερικανικές βάσεις, που δεχόταν την παραμονή τους, δίδοντας απλώς το δικαίωμα στις δύο πλευρές να τερματίσουν τη συμφωνία σε μια πενταετία. Η «Πρωτοβουλία των Εξι για την ειρήνη» παρέμεινε μια απλή συμφωνία στα χαρτιά, ενώ οι επισκέψεις του στη Λιβύη (23 Σεπτεμβρίου 1984), όπου χαρακτήρισε τον Καντάφι ως σωτήρα αυτής της χώρας, και στην Πολωνία (23 Οκτωβρίου 1984) όπου αγνόησε τον Λεχ Βαλέσα και επαίνεσε τον στρατηγό Γιαρουξέλσκι ως «ειλικρινή εφαρμοστή μιας σοσιαλιστικής αυτοδιαχείρισης», αποτελούσαν μέρος του αντιδυτικού «άλλοθι» που ήθελε να εξασφαλίσει απέναντι στους αριστερούς ψηφοφόρους του. Οσον αφορά την Τουρκία, ξεχάστηκαν κι εδώ οι παλιές απειλές του, παρ’ όλο που οι Τούρκοι, στις 15 Νοεμβρίου 1983, ανακήρυξαν στην Κύπρο το ψευδοκράτος του Ντενκτάς με την ονομασία «Τουρκική Δημοκρατία της Βορείου Κύπρου». Οι συνομιλίες του Ιανουάριου 1988 με τον Τούρκο πρωθυπουργό Τοργκούτ Οζάλ στο Νταβός «έβαλαν το Κυπριακό στο ράφι», όπως ομολόγησε ο ίδιος ο Παπανδρέου. Οι συνομιλίες έγιναν έπειτα από την επικίνδυνη επιδείνωση των ελληνοτουρκικών σχέσεων στο Αιγαίο, τον Μάρτιο του 1987, όταν το ερευνητικό τουρκικό σκάφος «Πίρι Ρέις», με συνοδεία πολεμικών, έκανε έρευνες μεταξύ Λήμνου και Μυτιλήνης, επειδή η Ελλάδα είχε κάνει γεωτρήσεις για πετρέλαιο έξω απ’ τη Θάσο. Στο Νταβάς συμφωνήθηκε να σταματήσουν οι έρευνες και των δύο χωρών έξω από τα χωρικά τους ύδατα, αλλά με υπολογισμό των ελληνικών υδάτων στα 6 μίλια και όχι στα 10, όπως ήθελε η Ελλάδα... Στον εσωτερικό τομέα, ο Ανδρέας Παπανδρέου προχώρησε σε αυξήσεις μισθών και κρατικοποιήσεις χρεωκοπημένων επιχειρήσεων, προσφεύγοντας σ’ έναν τεράστιο εξωτερικό δανεισμό, που θα έφερνε γρήγορα την οικονομία σε αδιέξοδο. Αυτά γίνονταν στο όνομα του περίφημου «Συμβολαίου με το Λαό», που είχε διατυμπανίσει στις προεκλογικές ομιλίες του ο Ανδρέας.

Ερωτικές περιπέτειες...
Ολη αυτή η πολιτική δραστηριότητα του Ανδρέα Παπανδρέου δεν εμπόδιζε τις ερωτικές του επιδόσεις. Ετσι, τον πρώτο καιρό της επιστροφής του στην Ελλάδα, λίγο μετά την ίδρυση του ΠΑΣΟΚ, είχε αναπτύξει σχέσεις με τη Βάσω Παπανδρέου, με αποτέλεσμα να της δοθούν αρμοδιότητες που προκαλούσαν τη δυσφορία των περισσοτέρων στελεχών του κόμματος. Με αφορμή αυτό το γεγονός, ο δημοσιογράφος και στέλεχος του ΠΑΣΟΚ Λούης Αάνος είχε γράψει ανοιχτά σε κάποιο άρθρο του σχετικά με την εσωκομματική λειτουργία του ΠΑΣΟΚ, στην εφημερίδα «Ελευθεροτυπία», το περίφημο «Ναι στις βάσεις, όχι στη Βασούλα!».

Μεταξύ Δήμητρας και Σκανδαλίδη

Δύο χρόνια πριν από το Νταβός του 1988, στις 31 Ιανουαρίου 1986, ο Ανδρέας, έγγαμος ακόμα τότε με τη Μάργκαρετ, είχε φτάσει στην ίδια ελβετική πόλη για να μετάσχει στο περίφημο Διεθνές Οικονομικό Συμπόσιο, που διοργάνωνε εκεί κάθε χρόνο ο Κρόους Σβαμπ. Οπως αποκαλύφθηκε αρκετό αργότερα, ο μοναδικός λόγος για τον οποίο ο Ανδρέας είχε αρνηθεί να δεχτεί δημοσιογράφους σ’ αυτό το ταξίδι ήταν ότι ήθελε να περάσει ένα ευχάριστο Σαββατοκύριακο με μια νέα ερωμένη του, σύζυγο γνωστού φίλου του, μακριά από τα βλέμματα όλων. Ανέθεσε, λοιπόν, την οργάνωση της «επιχείρησης» στον δαιμόνιο φίλο του Γιώργο Λούβαρη και απομονώθηκε με την ερωμένη του στο ξενοδοχείο «Ααμπα Χελθ» του γειτονικού Κλόστερ. Φυσικά, όλο το Συμπόσιο είχε ανησυχήσει για την αργοπορία του...

Αιφνιδιασμός με Σαρτζετάκη
Στο αναμεταξύ είχαν γίνει στην Ελλάδα σημαντικές αλλαγές: Οι ευρωεκλογές της 18ης Ιουνίου 1984, που έδωσαν τη νίκη στο ΠΑΣΟΚ με 41,39% και οδήγησαν στην αντικατάσταση του Ευάγγελου Αβέρωφ από τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη στην αρχηγία της Νέας Δημοκρατίας, και η εκλογή του νέου Προέδρου της Δημοκρατίας, τον Μάρτιο του 1985. Ο Καραμανλής είχε συμβιώσει αρμονικά με τον Παπανδρέου πρωθυπουργό από το 1981, αλλά το £85 ο Ανδρέας ήθελε να απαλλαγεί από τον «δεξιό» Πρόεδρο, που είχε από το Σύνταγμα του 1973 αυξημένες αρμοδιότητες. Ο βασικός λόγος που έκανε τον Α. Παπανδρέου να προβεί σ’ αυτή τη μεταβολή (που τηρήθηκε μυστική ώς την τελευταία στιγμή), ήταν το γεγονός ότι τα δύο κομμουνιστικά κόμματα είχαν αρχίσει να ξαναπαίρνουν οπαδούς από το ΠΑΣΟΚ, που το κατηγορούσαν ότι είχε συνθηκολογήσει με το «κατεστημένο».

Με τον «αδελφό» Αραφάτ
Τα συνδικάτα εξωθούσαν τους εργαζόμενους σε απεργίες και υπήρχε κίνδυνος να διαταραχθεί το «διπολικό» πολιτικό σύστημα στο οποίο στηριζόταν και το ΠΑΣΟΚ... Ακόμα και ο Καραμανλής αιφνιδιάστηκε όταν έγινε η μεγάλη στροφή του Ανδρέα: Ως την παραμονή της 9ης Μαρτίου 1985, είχε τη διαβεβαίωση του Παπανδρέου ότι θα υποδείκνυε αυτόν στην Κεντρική Επιτροπή ως υποψήφιο Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Η επιλογή του Χρήστου Σαρτζετάκη ως υποψηφίου είχε και μια πρόσθετη σημασία: Ξανάφερνε στη μνήμη των Αριστερών την υπόθεση Λαμπράκη, όπου είχε πρωταγωνιστήσει ως δικαστής ο Σαρτζετάκης. Αμέσως μετά την εκλογή του νέου Προέδρου της Δημοκρατίας, η οποία έγινε με έγχρωμα ψηφοδέλτια που καταργούσαν ουσιαστικά τη μυστικότητα της ψηφοφορίας, ο Α. Παπανδρέου προκήρυξε τις πρόωρες βουλευτικές εκλογές της 2ας Ιουνίου 1985 για μια αναθεωρητική Βουλή που θα καταργούσε τις διατάξεις σχετικά με τις αρμοδιότητες του Προέδρου της Δημοκρατίας («υπερεξουσίες» κατά το ΠΑΣΟΚ, στην πραγματικότητα όμως εξισορροπητικές, ώστε να περιορίζεται η παντοδυναμία της εκάστοτε κυβέρνησης). Με το τέχνασμα αυτό, ο Ανδρέας Παπανδρέου κέρδισε σχετικά εύκολα τις εκλογές της 2ας Ιουνίου 1985: Πήρε το 45,82% των ψήφων και 161 έδρες, έναντι 40,84% και 126 εδρών της Νέας Δημοκρατίας, της οποίας αρχηγός ήταν ο Κ. Μητσοτάκης.

Το σκάνδαλο Κοσκωτά
Η κατάσταση της οικονομίας, όμως, είχε χειροτερέψει και ο Ανδρέας αναγκάστηκε να εξαγγείλει, λίγο μετά την επανεκλογή του, μια σειρά από μέτρα λιτότητας, με υπουργό Εθνικής Οικονομίας τον Κ. Σημίτη. Η αντιπολίτευση και τα συνδικάτα ξεσηκώθηκαν. Ενα χρόνο αργότερα, τον Οκτώβριο του 1986, οι δημοτικές εκλογές έδειξαν πτώση του ΠΑΣΟΚ: Η Νέα Δημοκρατία πήρε τους 3 μεγάλους δήμους και η Αριστερό υποστήριξε σχεδόν ανοιχτό τους υποψήφιους της ΝΑ. Τελικά, ο Ανδρέας δεν άντεξε σ’ αυτές τις αντιδράσεις: Στις 23 Νοεμβρίου 1987 έθεσε τέρμα στη λιτότητα, με αποτέλεσμα να παραιτηθεί ο Σημίτης και να επικρατήσει η πολιτική του υπουργού Οικονομικών («Τσοβόλα δώσ’ τα όλα!»). Παράλληλα, άρχισε και μια μεταβολή προς το φιλικότερο στις σχέσεις με τις ΗΠΑ και προς το ψυχρότερο στις σχέσεις με τις χώρες του Τρίτου Κόσμου. Η νέα πολιτική των αλόγιστων παροχών και της κρατικής σπατάλης είχε ως συνέπεια οξύτατες επιθέσεις του Τύπου, και η κυβέρνηση Παπανδρέου προσπάθησε απεγνωσμένα να αποκτήσει ερείσματα, ενθαρρύνοντας την «Αυριανή» του Γ. Κουρή (λόγω της οποίας η υβριστική δημοσιογραφία ονομάστηκε «αυριανισμός») και βοηθώντας έναν σκοτεινό Ελληνοαμερικανό «επιχειρηματία», τον Γ. Κοσκωτά, να εξαγοράσει παραδοσιακές συντηρητικές εφημερίδες και να εκδώσει νέες, που θα υποστήριζαν, άμεσα ή έμμεσα, το ΠΑΣΟΚ. Ο Κοσκωτάς πρωτοεμφανίστηκε στην Ελλάδα ως διευθυντής της Τράπεζας Κρήτης, την οποία αγόρασε με άγνωστα κεφάλαια και έχτισε μεγάλες τυπογραφικές εγκαταστάσεις στην Παλλήνη. Ξέσπασε έτσι σε λίγο το «Σκάνδαλο Κοσκωτό», που συνίστατο, μεταξύ άλλων, στη δωροδοκία του Αγαμέμνονος Κουτσόγιωργα, υπουργού Δικαιοσύνης και αργότερα αντιπροέδρου της κυβέρνησης Παπανδρέου, για να περάσει από τη Βουλή ένα νόμο που απάλλασσε την Τράπεζα Κρήτης από κάθε έλεγχο. Ο Κουτσόγιωργας παραδέχτηκε ότι πήρε 2 εκατομμύρια δολάρια, αλλά ισχυρίσθηκε πως τα χρήματα είχαν άλλο σκοπό.

Εγχείρηση καρδιάς και νέος γάμος...
Ενώ το Σκάνδαλο Κοσκωτά βρισκόταν σε πλήρη εξέλιξη, ο Ανδρέας Παπανδρέου αρρώστησε βαριά τον Αύγουστο του 1988 και υποβλήθηκε σε εγχείρηση ανοιχτής καρδιάς από τον διάσημο Γιακούμπ, στο νοσοκομείο του Χέρφιλντ, στο Λονδίνο. Εκεί τον συνόδεψε και η νέα του ερωμένη, η αεροσυνοδός Δήμητρα Λιάνη, την οποία είχε γνωρίσει τον Απρίλιο του 1986 στο ταξίδι που είχε κάνει ο Α. Παπανδρέου στην Κίνα. Οταν γύρισε ο Ανδρέας από το Χέρφιλντ, το σκάνδαλο Κοσκωτά είχε φτάσει στο αποκορύφωμά του. Ο Απ. Λάζαρης και ο Αντ. Τρίτσης, κορυφαία στελέχη του ΠΑΣΟΚ, προσπάθησαν να τον πείσουν να προβεί στην «κάθαρση», που ζητούσε ένα μεγάλο μέρος του πολιτικού κόσμου, αλλά ο Ανδρέας περιορίστηκε σε μερικούς ανασχηματισμούς. Είχε «φουντώσει» επίσης το σκάνδαλο με τη Δήμητρα Λιάνη, με την οποία συζούσε ανοιχτά ο Ανδρέας, που βρισκόταν ήδη σε διάσταση με τη σύζυγό του. Το διαζύγιο με την Μάργκαρετ (1988) και ο γάμος με την τέως αεροσυνοδό (13 Ιουνίου 1989) συμπλήρωσαν την εικόνα, και συνέπεσαν, τον Ιούνιο του 1989, με την πρώτη εκλογική ήττα που υπέστη το ΠΑΣΟΚ. Επακολούθησαν δύο κυβερνήσεις συνεργασίας (η πρώτη με πρωθυπουργό τον Τζαννή Τζαννετάκη και η δεύτερη - οικουμενική - με τον Ξεν. Ζολώτα) και στις 11.4.1990 ανέλαβε την εξουσία ο Κ. Μητσοτάκης. Ο Α. Παπανδρέου και άλλα στελέχη του ΠΑΣΟΚ παραπέμφθηκαν στο Ειδικό Δικαστήριο που προβλέπει το Σύνταγμα, αλλά ένας από τους βασικούς κατηγορούμενους, ο Αγ. Κουτσόγιωργας, πέθανε στη διάρκεια της δίκης και ο Α. Παπανδρέου αθωώθηκε από την κατηγορία της δωροληψίας με ψήφους 7 προς 6. Καταδικάστηκαν μόνο ο Γ. Πέτσος και ο Δημ. Τσοβόλας, ο δεύτερος επειδή ως υπουργός Οικονομικών είχε διευκολύνει γνωστό επιχειρηματία να πουλήσει το καταχρεωμένο ξενοδοχείο του, επειδή ο εν λόγω επιχειρηματίας είχε διαθέσει τη βίλα του στον Ανδρέα για να τη χρησιμοποιήσει ως γκαρσονιέρα με την τότε ερωμένη του, Δήμητρα Λιάνη.

Νέα εκλογικά νίκη και νέος Πρόεδρος
Στο αναμεταξύ, ο Κ. Μητσοτάκης είχε προτείνει τον Κωνσταντίνο Καραμανλή ως Πρόεδρο της Δημοκρατίας μετά τη λήξη της θητείας τού Σαρτζετάκη (Ιούνιος του 1990). Στις 9 Σεπτεμβρίου του 1993, η κυβέρνηση Μητσοτάκη, που είχε πλειοψηφία ενός μόνο βουλευτού, ανατράπηκε λόγω της απόσχισης του Αντώνη Σαμαρά και έγιναν στις 10 Οκτωβρίου πρόωρες εκλογές, τις οποίες κέρδισε το ΠΑΣΟΚ με ποσοστό 46,88% και 170. Στις 6 Μαρτίου 1995 εξελέγη Πρόεδρος της Δημοκρατίας ο Κ. Στεφανόπουλος, με σύμπραξη ΠΑΣΟΚ - Σαμαρά. Η κυβέρνηση Παπανδρέου αναγκάστηκε και πάλι να επιβάλει σκληρή λιτότητα για να καταστεί δυνατή η σύγκλιση της οικονομίας με την Ευρώπη. Το αποτέλεσμα ήταν να αρχίσει νέος πόλεμος των εφημερίδων (με πρώτη την άλλοτε φιλική προς το ΠΑΣΟΚ «Αυριανή»!) και των ιδιωτικών καναλιών που είχαν συμβάλει και στην πτώση του Κ. Μητσοτάκη. Η υγεία του Α. Παπανδρέου χειροτέρεψε έκτοτε, και η τρίτη σύζυγός του, Δήμητρα Λιάνη, άρχισε να μετέχει στη διακυβέρνηση της χώρας, προκαλώντας μεγάλες αντιδράσεις, ιδίως όταν απέκτησε μια πολυτελή έπαυλη στην Εκάλη με «άτοκα δάνεια μερικών υπουργών και επιχειρηματιών. Η άγρια φορολογία, η αδέξια διπλωματία μερικών υπουργών και επιχειρηματιών. Η άγρια φορολογία, η αδέξια διπλωματία στα φλέγόμενα Βαλκάνια και έναντι μιας διαρκώς εχθρικότερης Τουρκίας, τα αλλεπάλληλα οικονομικά σκάνδαλα και ο ακατάσχετος «λαϊκισμός» των στελεχών του ΠΑΣΟΚ χειροτέρεψαν την κατάσταση και οδήγησαν τη χώρα σε οικονομικό κατήφορο και σε διεθνή απομόνωση. Γενική αποδοκιμασία προκάλεσε κυρίως η πολιτική του Α. Παπανδρέου στο θέμα των Σκοπιών, κατά των οποίων η Ελλάδα κήρυξε στις 16.2.1993 εμπορικό αποκλεισμό (εμπάργκο). Η συνάντησή του με τον Αμερικανό Πρόεδρο Κλίντον στον Λευκό Οίκο (22 Απριλίου 1993) δεν βελτίωσε το κλίμα, και η κυβέρνηση του Γκλιγκόρωφ αναγννωρίστηκε από τις Η-ΠΑ και πολλές ευρωπαϊκές χώρες. Τελικά η ελληνική κυβέρνηση αναγκάστηκε να ανναβάλει τη συζήτηση για το όνομα «Μακεδονία», αλλά δέχτηκε να αναγνωρίσει τα Σκόπια με μοναδικό αντάλλαγμα την αντικατάσταση της σημαίας με το άστρο της Βεργίνας.

Τα δύο μεγάλα λάθη
Ο Ανδρέας Παπανδρέου ήταν ειδικός στην επινόηση λαϊκίστικων συνθημάτων, όπως λ.χ. «Το ΠΑΣΟΚ στην κυβέρνηση, ο λαός στην εξουσία», το περίφημο «Συμβόλαιο με το Λαό», κ.λπ. Ομως στην πράξη τα συνθήματα αυτά δεν εφαρμόζονταν, αλλά οδηγούσαν - αντίθετα - στο διχασμό του λαού, στη θεσμοθέτηση της αναξιοκρατίας, στη συγκέντρωση της εξουσίας στην κυβέρνηση, στην περιφρόνηση της πολιτικής ηθικής και στην έλλειψη κάθε εκσυγχρονισμού. Στον οικονομικό τομέα επιχειρήθηκε η βίαιη αναδιανομή εισοδημάτων και πόρων, με αποτέλεσμα τη διαφθορά της δημόσιας διοίκησης, τη φοροδιαφυγή και τη δημιουργία νέων ομάδων συμφερόντων, που δεν είχαν καμία σχέση με τις λαϊκές μάζες. Την αρχική αυστηρή λιτότητα διαδέχθηκαν οι παροχές προς τους «ημετέρους». Αλλά και στην εξωτερική πολιτική, τα συνθήματα «ΕΟΚ, ΝΑΤΟ, ίδιο συνδικάτο», «Εξω οι βάσεις του θανάτου», κ.λπ. γελοιοποιήθηκαν με τον καιρό, όταν διαπιστώθηκε ότι η τριτοκοσμική πολιτική των πρώτων ετών αντικαταστάθηκε από μια απότομη στροφή προς την ενωμένη Ευρώπη και τις Ηνωμένες Πολιτείες. Η εναντίωση του Ανδρέα Παπανδρέου προς την ένταξη της χώρας στην ΕΟΚ αποδείχθηκε το μεγαλύτερο λάθος του στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής. Εξίσου βλαπτική ήταν και η ευμενής του στάση απέναντι σε καθεστώτα που αποδείχθηκαν τυραννικά ή ολοκληρωτικά και κατέρρευσαν μάλιστα στη διάρκεια της θητείας του Ανδρέα Παπανδρέου, που τα εξεθείαζε. Παρ’ όλα αυτά, εκείνος εξακολούθησε να εφαρμόζει στο εσωτερικό και στο εξωτερικό, τη στρατηγική των «διαχωρισακών γραμμών» και της «οριστικής ρήξης με τη Δεξιά». Στον εσωτερικό τομέα, το μεγαλύτερο του σφάλμα υπήρξε η απογύμνωση του προεδρικού αξιώματος από τις αρμοδιότητες που του είχε δώσει το Σύνταγμα του 1975. Καταργήθηκαν έτσι οι εξισορροπιστικές λειτουργίες του πολιτεύματος και καθιερώθηκε το κομματικό κράτος σε όλα τα πεδία. Σε άρθρο του στην «Καθημερινή» ο δημοσιογράφος Στ. Ζούλας έκανε την ακόλουθη διαπίστωση για τη γενικότερη πολιτική του Α. Παπανδρέου: «Πιθανότατα η Ιστορία θα υιοθετήσει την άποψη ότι ο Α. Παπανδρέου υπήρξε ένας “χαρισματικός ηγέτης”, με την έννοια ότι είχε την ικανότητα να στρατεύει τους ψηφοφόρους του για στόχους απατηλούς ή ανέφικτους. Να υπερφαλαγγίζει με υποσχέσεις και οράματα την αρνητική πραγματικότητα. Και τέλος, να πείθει τα πλήθη για την ορθότητα των αποφάσεών του, ακόμα και σε περιπτώσεις που αυτές ήταν αυταπόδεικτα λανθασμένες ή ακραία αντιφατικές προς τις διακηρύξεις του...». Και στον «Οικονομικό Ταχυδρόμο» (7.12.1995), ο Σπήλιος Παπασπηλιόπουλος έγραψε τα εξής: «Το ΠΑΣΟΚ χαρακτηρίσθηκε από την ανυπαρξία μιας συνεκτικής βιομηχανικής πολιτικής, που θα λάβαινε υπόψη της την αποβιομηχάνιση και θα αναδομούσε τις προβληματικές επιχειρήσεις (όπως έκανε ο Φρ. Μιτεράν στη Γαλλία), την τραγελαφική πολιτική στον αγροτικό τομέα, τη δημοσιονομική καταβαράρθωση με την ιλιγγιώδη αύξηση του δημοσίου χρέους παρά την αύξηση των κονδυλίων από την ΕΕ, τη μη ολοκληρωμένη αντιμετώπιση των οικολογικών προβλημάτων, παρά τις αρχικές προσπάθειες του Α. Τρίτση, τη μη αντιμετώπιση του ασφαλιστικού προβλήματος, τη διεύρυνση της ανισοκατανομής του εισοδήματος.
»Πέρα από την οικονομία, τραγικές εμφανίζονται σήμερα οι συνέπειες της μη πραγματοποίησης των απαραίτητων μεταρρυθμίσεων στο σωφρονιστικό σύστημα, στο εκπαιδευτικό σύστημα, της μη ολοκλήρωσης του Ενιαίου Συστήματος Υγείας, των μαζικών προσλήψεων στο δημόσιο στην πρώτη τετραετία του ΠΑΣΟΚ. Το κόμμα σύντομα μεταβλήθηκε σε συλλογικό πάτρωνα, υπήρξε συνεχής συγκέντρωση και προσωποποίηση της κρατικής εξουσίας και τελικά το κράτος του ΠΑΣΟΚ ήταν ο καρπός μιας αυταρχικής κομματικής δομής.
»Απ' όλες αυτές τις αναλύσεις βγαίνουν ξεκάθαρα τα χαρακτηριστικά του ΠΑΣΟΚ: έκφραση του ιδιότυπου ελληνικού μικροαστισμού με σοσιαλίζουσα φρασεολογία, με αρχηγική δομή και λαϊκιστική, κρατικιστική, εθνικιστική και αντι-ευρωπαϊική ιδεολογία, με δημαγωγική διχοτόμηση ανάμεσα στον «καλό» λαό και το «κακό» κατεστημένο, ανάμεσα σε προνομιούχους και μη προνομιούχους, με δημαγωγική επίκληση της εξάρτησης από προσωποποιημένα ιμπεριαλιστικά κέντρα.
»Η καταπάτηση των δημοκρατικών διαδικασιών και η σταλινοειδής λατρεία του Αρχηγού, αναλύθηκε από επιστήμονες και ανεξάρτητους διανοητές της Αριστεράς, αλλά ουδόλως αντιμετωπίστηκε από την ηγεσία της Αριστερός, που νομιμοποίησε το ΠΑΣΟΚ ως αριστερή δύναμη, παρ’ όλο που λεηλατούσε και καπηλευόταν - λόγω της αρχηγικής του συγκρότησης- τα οράματα και τις επιδιώξεις του κεντροαριστερού χώρου. Αλλωστε, η κρίση της επίσημης Αριστερός, και λόγω των ευθυνών της στον εμφύλιο, αλλά και της δυνάστευσής της μετεμφυλιακά από την εξόριστη ηγεσία του ΚΚΕ, συνέβαλε σημαντικά στον ερχομό του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία...»


from ανεμουριον https://ift.tt/2ObsQ1k
via IFTTT

Δεν υπάρχουν σχόλια

Από το Blogger.