ΑΛΕΞΙΟΣ Α' ΚΟΜΝΗΝΟΣ (1081-1118)

ΗΛΙΑΣ ΛΑΣΚΑΡΗΣ |Ο Αλέξιος Α' Κομνηνός καταγόταν από αριστοκρατική, στρατιωτική οικογένεια της Θράκης και συγκεκριμένα από το χωριό Κόμνη, κοντά στην Αδριανούπολη. Ο θείος του Ισαάκιος Κομνηνός (ο αυτοκράτορας) και ο παππούς του Μανουήλ Κομνηνός ήταν σπουδαίοι στρατηγοί, ενώ η μητέρα του η Άννα η Δαλασσηνή ήταν ικανότατη και ευφυέστατη γυναίκα. Ο γάμος του Αλεξίου Α' με την Ειρήνη Δούκα ή Δούκαινα τον συνέδεσε με την οικογένεια των Δουκών η οποία ανησυχούσε για την τύχη της βασίλισσας Μαρίας, της συζύγου των δύο προηγούμενων αυτοκρατόρων Μιχαήλ Ζ' Δούκα και Νικηφόρου Γ' Βοτανειάτη. Ο Αλέξιος ενεργώντας με σύνεση και περίσκεψη, συμπεριφέρθηκε με σεβασμό στην πανέμορφη χήρα βασίλισσα Μαρία την Αλανή, της οποίας το γιο Κωνσταντίνο αναγνώρισε ως πορφυρογέννητο και διάδοχο και τον

εμνήστευσε μάλιστα με την κόρη του Άννα (τη μετέπειτα λαμπρή ιστοριογράφο) που γεννήθηκε το 1083. Όταν όμως αργότερα ο Αλέξιος απέκτησε γιο, τον Ιωάννη, αναγνώρισε αυτόν ως διάδοχο και παραγκώνισε τον Κωνσταντίνο, ενώ τη μητέρα του Μαρία την έστειλε σε μοναστήρι. Ο Αλέξιος υπήρξε ικανότατος στρατηγός και εξαίρετος διπλωμάτης. Ως χαρακτήρας υπήρξε γενναίος, σταθερός, αποφασιστικός, ευφυής και εφευρετικός. Διακρινόταν επίσης για τη σταθερή θέλησή του και την ενεργητικότητά του. Ήταν ευσεβής χωρίς να φτάνει στο φανατισμό, φίλος των γραμμάτων, των τεχνών, της φιλοσοφίας και των νόμων. Επιπλέον υπήρξε ευφραδέστατος ρήτορας, που με τη ρητορική του ικανότητα καταγοήτευε και κατακτούσε τους ακροατές του. Με όλα αυτά τα προσόντα του ο Αλέξιος Α' αναδείχθηκε ένας από τους ικανότερους αυτοκράτορες του Βυζαντίου, γιατί όπως θα δούμε στα επόμενα, κατόρθωσε υστέρα από αδιάκοπο αγώνα που διήρκεσε τέσσερις δεκαετίες να παλινορθώσει τη δύναμη της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας σε σημαντικό βαθμό. Οι αγώνες αυτοί αποδεικνύουν την πολιτική μεγαλοφυΐα του Αλέξιου αλλά και τις καταπληκτικές διπλωματικές ικανότητές του. Όταν ο Αλέξιος ανήλθε στο θρόνο βρήκε μια καταρρέουσα αυτοκρατορία. Οι Σελτζούκοι Τούρκοι είχαν φτάσει στη Βιθυνία, αφού κατά τη διάρκεια της «μαύρης δεκαετίας» (1071-1081) κατέλαβαν ολόκληρη σχεδόν τη Μικρά Ασία, η οποία επί αιώνες είχε αποτελέσει τη σπονδυλική, τρόπον τινά, στήλη της Αυτοκρατορίας.4 Οι Νορμανδοί αφού κατέλαβαν τις τελευταίες βυζαντινές κτήσεις στην Ιταλία (1071 πτώση της Βάρης), άρχισαν να γίνονται απειλητικοί για το Βυζάντιο. Στα βόρεια σύνορα εξακολουθούσαν οι επιδρομές των Πατσινακών και των Ούζων οι οποίοι λεηλατώντας τη Μακεδονία και τη Θράκη έφταναν μέχρι τις πύλες της Βασιλεύουσας. Αλλά και στο εσωτερικό του κράτους ο Αλέξιος είχε να αντιμετωπίσει μεγάλα και δυσεπίλυτα προβλήματα. Ανάμεσα σ’ αυτά σπουδαιότερα ήταν το οικονομικό και το στρατιωτικό. Ο Ostrogorsky μιλάει για αποσύνθεση του στρατού και για καταθλιπτική οικονομική κρίση. Πρόκειται για δύο αρνητικούς παράγοντες «που χαρακτηρίζουν την εσωτερική κατάσταση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας από τα μέσα του ενδεκάτου αιώνα, και που η αντιμετώπισή τους απασχόλησε σε πρώτη γραμμή την εσωτερική πολιτική του Αλεξίου Α’»5. Γενικά η κατάσταση του Βυζαντινού κράτους το 1081 ήταν όπως ευστόχως παρατηρεί και ο Ostrogorsky χειρότερη από το 610, έτος κατά το οποίο ανήλθε στο θρόνο ο Ηράκλειος ή το 717 οπότε ανήλθε στο θρόνο ο Λέων F ο Ίσαυρος. Ήταν χειρότερη γιατί ο Αλέξιος αντίθετα από τους προκατόχους του (Ηράκλειο και Λέοντα Γ’) δεν μπορούσε να υπολογίσει ούτε σε ντόπιο στρατό χωρικών ούτε στον ενθουσιασμό της άμυνας της Χριστιανοσύνης ενάντια στους εχθρούς της.6 Δεν υπερβάλλει η Άννα Κομνηνή, κόρη του Αλεξίου Α’ και λαμπρή ιστοριογράφος, γράφοντας ότι ο Αλέξιος όταν ανέβηκε στο θρόνο βρήκε την Αυτοκρατορία κυκλωμένη από εχθρούς.

ΠΡΟΕΛΑΣΗ ΤΩΝ ΤΟΥΡΚΩΝ ΣΤΗ ΜΙΚΡΑ ΑΣΙΑ

Ο καθηγητής Διονύσιος Ζακυθηνός κρίνοντας τα αποτελέσματα της ήττας του Μαντζικέρτ γράφει: «...η ήττα του Μαντζικέρτ απέβη πραγματική συμφορά ένεκα των επακολουθησάντων εσωτερικών γεγονότων. Εν Μικρά Ασία η Βυζαντινή κυριαρχία είχεν ουσιαστικώς περιορισθεί εις τινας περιοχάς της ακτής. Εν τω εσωτερικώ της χώρας ιδρύοντο αι τουρκικοί ηγεμονίαι». Η ήττα του Μαντζικέρτ υπήρξε συμφορά για το Βυζάντιο όχι μόνο από πολιτικής πλευράς, γιατί άνοιξε το δρόμο για μόνιμη εγκατάσταση των Σελτζούκων Τούρκων στη Μικρά Ασία, αλλά και από οικονομικής γιατί η βυζαντινή οικονομία αποκλείστηκε στο εξής από τις μεγάλες ποσότητες μαλλιού τις οποίες προμηθευόταν από τα ανατολικά υψίπεδα της Μικράς Ασίας. Ο συνεχιστής του Σκυλίτζη μας πληροφορεί πως ο ηττημένος του Μαντζικέρτ ο ηρωικός Ρωμανός Δ' Διογένης υπέγραψε συνθήκη με τον νικητή Alp Arslan (=δυνατό λιοντάρι), σύμφωνα με την οποία οι δύο πλευρές θα κρατούσαν τα εδάφη που κατείχαν πριν από την καταστρεπτική μάχη του Μαντζικέρτ. Συγχρόνως ο μεν Ρωμανός θα κατέβαλε ένα ετήσιο φόρο στο σουλτάνο των Σελτζούκων μαζί με ένα χρηματικό ποσόν ως λύτρα για την εξαγορά της ελευθερίας του, ενώ ο Alp Arslan θα έκανε ό,τι του ήταν δυνατόν για να σταματήσουν οι τουρκικές επιδρομές στη Μικρά Ασία. Ο διάδοχος του Ρωμανού Δ', Μιχαήλ Ζ' Δούκας ο Παραπινάκης (1071-1078) δεν αναγνώρισε τη συνθήκη του προκατόχου του με τον Alp Arslan αλλά ούτε και ο Alp Arslan εμπόδιζε τους Τούρκους να επαναλάβουν τις επιδρομές τους στις μικρασιατικές εκστρατείες, μετά από την προδοσία και δολοφονία του «φίλου του και συμμάχου του» Ρωμανού. Τοιουτοτρόπως οι Τούρκοι, επωφελούμενοι από την αβουλία και ανικανότητα του Μιχαήλ Ζ' εισέβαλαν ανενόχλητοι, κατά αλλεπάλληλα κύματα στην ανατολική και σε αρκετές περιοχές της κεντρικής Μικρός Ασίας. Τώρα όμως δεν είναι, όπως εύστοχα παρατηρεί ο Ιωάννης Καραγιαννόπουλος, περαστικοί, επιδρομείς αλλά μόνιμοι κατακτητές και κύριοι. Οι ιστορικοί της εποχής εκείνης (συνεχιστής του Σκυλίτζη και Ζωναράς) περιγράφουν τις επιδρομές αυτές με μελανά χρώματα λέγοντας ότι από όπου περνούσαν δεν άφηναν παρά καμένα και καταλεηλατημένα χωριά και σπίτια και μια γη σπαρμένη πτώματα. Καθ’ όλη τη διάρκεια της βασιλείας του Μιχαήλ Ζ' δεν προβλήθηκε καμιά σοβαρή αντίσταση στις τουρκικές ορδές που τώρα πια πλησίαζαν στο Βόσπορο. Οι δυναστικές έριδες στο Βυζάντιο πριν από την άνοδο στο θρόνο του Αλέξιου Α' Κομνηνού ευνόησαν ακόμα περισσότερο την τουρκική προέλαση στη Μικρά Ασία. Αρκεί να σκεφθούμε ότι ο Νικηφόρος Γ' Βοτανειάτης αναρριχήθηκε στον αυτοκρατορικό θρόνο με τη βοήθεια των Τούρκων! Ο Σκυλίτζης μας πληροφορεί ότι ο μωροφιλόδοξος Νικηφόρος Βοτανειάτης είχε συγκροτήσει «στρατόν αξιόλογον» από Τούρκους μισθοφόρους υπό την αρχηγία του Kutalmış εγγονού του I. Süleyman Şah και των πέντε γιων του. Ο Kutalmış και οι δύο ή οι τρεις από τους γιους του έγιναν Χριστιανοί. Ένας όμως από τους μη ασπασθέντες το Χριστιανισμό γιους του Kutalmış ο περίφημος I. Süleyman Şah ο Σολιμάς, των βυζαντινών πηγών απέκτησε μεγάλη ελευθερία κινήσεων (αυτονομία) στις βυζαντινές επαρχίες της βορειοδυτικής Μικράς Ασίας (κυρίως στην περιοχή της Βιθυνίας). Το 1080-81 κατέλαβε την ιστορική βυζαντινή πόλη Νίκαια και ίδρυσε τότε το Σελτζουκικό Σουλτανάτο του «Ρουμ» (της Ρωμανίας) το οποίο επρόκειτο να διαδραματίσει πολύ σημαντικό ρόλο στα πράγματα της Εγγύς Ανατολής. Ο καθηγητής Δ. Ζακυθηνός ερμηνεύει ως εξής την αποσύνθεση της βυζαντινής κυριαρχίας στη Μικρά Ασία και την επέκταση της τουρκικής: «Αφού άλλοτε ως σύμμαχοι και άλλοτε ως αντίπαλοι του Βυζαντίου ή των απαιτητών του θρόνου έφθειραν τη χώραν, οι Τούρκοι προήχθησαν εις μονιμοτέρας εγκαταστάσεις τή ανοχή της Κωνσταντινουπόλεως η οποία απέβλεψεν εις την στρατιωτικήν υπηρεσίαν των επηλύδων. Η βυζαντινή πολιτική, ούτως ενεργούσα ουδόλως υπελάμβανε την εγκαθίδρυσιν των Τούρκων εποίκων ως επαγομένην την απεμπόλησιν ή την μείωσιν των κυριαρχικών του κράτους δικαιωμάτων επί των ανατολικών επαρχιών. Το σουλτανάτον της Ρωμανίας ιδρύθη εν τω πλαισίω της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Ουχί αστόχως ελέχθη ότι «η εγκατάστασις των Τούρκων εις την Μικράν Ασίαν εμφανίζεται κατά τινά τρόπον ως αποτέλεσμα Τουρκοβυζαντινής συνέργειας» και ότι οι Ελληνες εδημιούργησαν τον Σολιμάν σουλτάνον της Ραψανίας (Claude Cahen, La premiere penetration, turgue en Asie - Mineure, εν Byzantio, τομ. 18, 1948, σελ. 44 και 64). «Η επικρατήσασα εν ταις ανατολικαίς επαρχίαις του Βυζαντινού Κράτους κατάστασις, η κατάρρευσις της στρατιωτικής αυτού δυνάμεως, η μεγάλη γεωκτησία, η βαρεία φορολογική πολιτική, η στενή πολιτική της Εκκλησίας, η εθνική αντίθεσις μεταξύ Ελλήνων και Αρμενίων - πάντα ταύτα συνέβαλον εις την αποσύνθεσιν της βυζαντινής κυριαρχίας και την επέκτασιν της τουρκικής». Η ραγδαία επέκταση του Süleyman οφείλεται και στην πολιτικότητά του και στην καλή συμπεριφορά του προς τους δουλοπάροικους γεωργούς τους οποίους απάλλαξε από τη βαρειά φορολογία. Ο Süleyman υπήρξε ικανότατος διπλωμάτης γιατί εκμεταλλεύτηκε προς όφελός του τις εμφύλιες δυναστικές έριδες των Βυζαντινών συμμαχώντας άλλοτε με τον Ν. Βοτανειάτη και άλλοτε με τους αντιπάλους του. Οπωσδήποτε τραγικό για τον Ελληνισμό υπήρξε το γεγονός ότι οι αυτοκράτορες Μιχαήλ Ζ' και Νικηφόρος δεν είχαν συνειδητοποιήσει τον τουρκικό κίνδυνο με αποτέλεσμα να επιτρέψουν στους Τούρκους τη μόνιμη εγκατάσταση νομίζοντας ότι τελικά θα κατάφερναν να τους υποτάξουν και να τους ενσωματώσουν. Κατά τη διάρκεια της «μαύρης δεκαετίας» 1071-1081 συντελέστηκε τόσο μεγάλη καταστροφή του Ελληνισμού της Μικράς Ασίας, ώστε δεν θα μπορέσει στο εξής ν’ αναλάβει αφού μάλιστα συνεχώς και ακαταπαύστως έφταναν νομάδες Τουρκομάνων από τα βάθη της Ασίας. Η ταχεία προέλαση των νομάδων Τούρκων τρομοκράτησε τους Χριστιανούς οι οποίοι φεύγουν προς τα παράλια, προς τα νησιά του Αιγαίου και προς τη Θράκη. Ήδη από εκείνη την εποχή (δεύτερο μισό του 11ου αιώνα) είχε δημιουργηθεί προσφυγικό πρόβλημα. Ο Κωνσταντίνος Άμαντος αναφερόμενος στην προσωπικότητα και στο έργο του Αλέξιου Α' Κομνηνού, γράφει: «Το 1081 ανήλθεν εις τον αυτοκρατορικόν θρόνον του Βυζαντίου ο μεγαλουργός Αλέξιος Κομνηνός. Αν αντί του Μιχαήλ Ζ' του Παραπινακίου εκυβέρνα το Βυζάντιο ανήρ της αξίας του Κομνηνού, ο Süleyman δεν θα ίδρυε τόσον ταχέως Κράτος Τουρκικόν εις την Βιθυνίαν. Και αν δεν ήρχετο εις τα πράγματα ο νέος Κομνηνός, ίσως θα κατελάμβανε και αυτήν την Κωνσταντινούπολιν ο Süleyman». Όταν ο Αλέξιος ανήλθε στο θρόνο, η κατάσταση στη Μικρά Ασία ήταν απελπιστική, όπως εξάλλου και σε ολόκληρη την Αυτοκρατορία. Η Άννα Κομνηνή (1083-1148) η ιστοριογράφος κόρη του Αλεξίου, γράφει ότι ο πατέρας της κληρονόμησε μια κολοβωμένη Αυτοκρατορία, που είχε συρρικνωθεί ανάμεσα στην Αδριανούπολη και στο Βόσπορο, που το έτος 1081 αποτελούσαν αντιστοίχως το δυτικό και το ανατολικό σύνορο. Και ενώ με μελαγχολία διαπιστώνει τα στενά όρια του Βυζαντινού Κράτους στα πρώτα χρόνια της βασιλείας του πατέρα της, στη συνέχεια τονίζει με υπερηφάνεια ότι ο Αλέξιος κατόρθωσε κατά τη διάρκεια της βασιλείας του να τα διευρύνει προς τα δυτικά μέχρι την Αδριατική Θάλασσα και προς τα ανατολικά μέχρι τον Ευφράτη και τον Τίγρη. Φυσικά ο Ευφράτης και ο Τίγρης έγιναν ανατολικό σύνορο πολύ αργότερα. Είδαμε στα προηγούμενα ότι οι Τούρκοι κατέλαβαν τη Νίκαια το 1081, ότι την κατέστησαν πρωτεύουσά των και ότι ο Süleyman Kutalmış αφού έγινε ανεξάρτητος, αυτοανακηρύχθηκε σουλτάνος και ονόμασε το κράτος του «σουλτανάτο του Rum (Ρωμανίας)». Εκτός όμως από το σουλτανάτο αυτό που εξουσίαζε τη Νίκαια και τις γύρω περιοχές της Βιθυνίας, ιδρύθηκαν μετά το 1085 δηλαδή μετά από το θάνατο του Σουλεϊμάν, διάφορα τουρκικά αυτόνομα ή ημιαυτόνομα κρατίδια, όπως ήταν τα κρατίδια της Καππαδοκίας, της Εφέσου, της Προποντίδας, κ.ά. Στην Καππαδοκία ήρχε η Δυναστεία των Δανισμενδιτών (1085-1174). Το πιο σημαντικό κρατίδιο κατά την περίοδο αυτή για τα βυζαντινά πράγματα ήταν το εφήμερο εμιράτο που ίδρυσε ο φοβερός πειρατής Τσαχάς ή Τζαχάς ή Τσακατζάς στη Σμύρνη και στις γύρω περιοχές (1081). Ο Τζαχάς, ο οποίος προκάλεσε πολύ σοβαρά προβλήματα στον Αλέξιο Κομνηνό για πολλά χρόνια (από το 1081 έως το 1106) είχε ζήσει ως όμηρος στην αυλή του Νικηφόρου Γ' Βοτανειάτη, ο οποίος μάλιστα τιμώντας τον του είχε απονείμει τον τίτλο του «πρωτονοβελίσσιμου». Κατά το χρονικό διάστημα της παραμονής του στην Κωνσταντινούπολη, έμαθε πολλά γύρω από τη βυζαντινή διπλωματία και τη βυζαντινή πολεμική τέχνη και τακτική, τα οποία είχε την ευκαιρία να τα εφαρμόσει εναντίον του Αλεξίου A' όταν ο τελευταίος ανέτρεψε τον Νικηφόρο Βοτανειάτη. Αφού κατέφυγε στα δυτικά παράλια της Μικράς Ασίας εκεί με τη βοήθεια κάποιου πλούσιου Σμυρναίου οργάνωσε τη Σμύρνη, τη Φώκαια, τις Κλαζομενές, καθώς και τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου, Λέσβο, Χίο, Σάμο και Ρόδο. Στόχος του ήταν να καταλάβει την Κωνσταντινούπολη και να γίνει αυτοκράτορας του Βυζαντίου. Μετά από την κατάληψη των νήσων επεδόθη στη συστηματική καταστροφή του Αδραμυττίου. Η καταστροφή αυτής της πόλεως ήταν τόσο φοβερή, ώστε φαινόταν ότι δεν κατοικήθηκε ποτέ από ανθρώπους. Ο Αλέξιος έστειλε εναντίον του το Νικήτα Καστομανίτη και μετά από την ήττα του τελευταίου, τον Κιυνσταντίνο Δαλασσηνό. Το 1088 ο Αλέξιος Α' ανέκτησε το ερειπωμένο Αδραμύττιο στέλνοντας εκεί το στρατηγό του Ευμάθιο Φιλοκάλη. Το χειμώνα του 1090-91 ο εμίρης Τζαχάς ήρθε σε συνεννόηση με τους Πατσινάκες αυτοί μεν ν’ αποκλείσουν την Κωνσταντινούπολη από την ξηρά, ενώ ο ίδιος θα την απέκλειε από τη θάλασσα. Έτσι ακριβώς έγιναν τα πράγματα. Η Κωνσταντινούπολη πολιορκημένη και από την ξηρά και από τη θάλασσα δοκίμασε το 1090-91 ένα χειμώνα φοβερό σε ένδεια και αγωνία. Ο Αλέξιος Α' για ν’ αντιμετωπίσει την απελπιστικά κρίσιμη κατάσταση επεστράτευσε όλες του τις πολιτικές και διπλωματικές του ικανότητες. Κατόρθωσε, όπως ήδη αναφέραμε προηγουμένως να προσεταιριστεί τους Κουμάνους, τους οποίους χρησιμοποίησε ως μισθοφόρος κατά των Πατσινακών. Έτσι, στις 29 Απριλίου του 1091 ο Αλέξιος μαζί με τους συμμάχους του Κουμάνους κατασυνέτριψε τους Πατσινάκες στην περίφημη μάχη του Δεβουνιόϊ. Η ήττα των Πατσινακών υπήρξε ολοσχερής. Τοιουτοτρόπως έσπασε ο κλοιός που έσφιγγε την Κωνσταντινούπολη. Ο Τζαχάς είδε τα μεγαλεπήβολα σχέδιά του να ματαιώνονται. Εγκατέλειψε την πολιορκία (από τη θάλασσα) της Κωνσταντινουπόλεως και έσπευσε να υπερασπίσει τις μικρασιατικές και νησιωτικές κτήσεις του. Το 1092 ο Αλέξιος έστειλε τον γυναικάδελφό του Ιωάννη Δούκα εναντίον του Τούρκου εμίρη-πειρατή, ο οποίος παρά τις προσωρινές ήττες του συνέχιζε τη δράση του κατά του Βυζαντίου, προχωρώντας μάλιστα μέχρι την Άβυδο και πετυχαίνοντας να προσεταιριστεί το νέο Σελτζούκο σουλτάνο του Ρουμ (Ρωμανίας) I. Kılıç Arslan στον οποίο έδωσε ως σύζυγο μια νεαρότατη κόρη του. Με αυτό τον τρόπο ο Τζαχάς φαινόταν πανίσχυρος και άτρωτος. Αλλά ο δαιμόνιος Αλέξιος κατόρθωσε να απαλλαγεί από τον ενοχλητικό εμίρη χρησιμοποιώντας τη συνωμοσία και τη συκοφαντία. Παρουσίασε λοιπόν τον Τζαχά ως επικίνδυνο διεκδικητή του σελτζουκικού θρόνου της Νίκαιας, με αποτέλεσμα ο I. Kılıç Arslan να δολοφονήσει τον πεθερό του μετά από ένα πλουσιοπάροχο συμπόσιο. (1106 και όχι το 1093 όπως υποστηρίζεται από τον Chalandon και από τον Dolger). Με αυτόν τον τρόπο εξέλιπε ο επικίνδυνος εμίρης-πειρατής και μαζί με αυτόν και το εφήμερο ληστρικό κράτος του στη δυτική Μικρά Ασία, η οποία περιήλθε και πάλι στο Βυζάντιο μετά από τη νίκη των σταυροφόρων στο Δορύλαιο (Τουρκιστί Eskişehir). Ο Αλέξιος Α' όταν απαλλάχτηκε από τον κίνδυνο των Πατσινακών και των Κουμάνων, είχε τη δυνατότητα να απελευθερώσει από τους Σελτζούκους Τούρκους ολόκληρη τη Μικρά Ασία ή τουλάχιστον τα περισσότερα από τα εδάφη που είχαν καταλάβει οι Τούρκοι. Τη στιγμή όμως που ο Αλέξιος Α' μπορούσε πια να αναλάβει γενικότερο αγώνα κατά των Τούρκων και να ασχοληθεί περισσότερο με τη Μικρά Ασία, αφού τακτοποίησε τις ευρωπαϊκές υποθέσεις. Το 1109-1110 κατόρθωσε με τον ικανότατο πολιτικό και στρατηγό Ευμάθιο Φιλοκάλη να νικήσει τους Τούρκους που είχαν επιχειρήσει επιδρομή κατά της Φιλαδέλφειας. Το 1112-1133 περίπου 50.000 Τούρκοι επεχείρησαν ληστρική εκστρατεία κατά της Βιθυνίας. Ο Αλέξιος εξεστράτευσε εναντίον των Τούρκων. Με αστραπιαία ταχύτητα ο Αλέξιος εξεστράτευσε ο ίδιος κατά των Τούρκιυν φτάνοντας στον Όλυμπο της Βιθυνίας. Στη συνέχεια περνά τα λεγόμενα Βασιλικά Τέμπη και βρίσκεται στα νώτα των Τούρκων τους οποίους κατασυντρίβει νότια από τον Όλυμπο. Το φθινόπωρο του 1116 ο Αλέξιος Κομνηνός πραγματοποιώντας μεγάλη εκστρατεία δια μέσου της Νίκαιας, του Δορύλαιου (σήμερα Eskişehir) και του Αμορίου έφτασε στο Φιλομήλιο της Φρυγίας, όπου νίκησε τα στρατεύματα του σουλτάνου του Ικονίου και κατέλαβε τον Φιλομήλιο. Τότε ο Αλέξιος απελευθέρωσε χιλιάδες Έλληνες αιχμαλώτους που βρίσκονταν εκεί, καθώς και Έλληνες πρόσφυγες από τις τουρκικές περιοχές, οι οποίοι κατέφυγαν στον αυτοκράτορα για να σωθούν. Μετά από τα ανωτέρω γεγονότα το βυζαντινό κράτος κατείχε τη δυτική Μικρά Ασία από το ύψος του Μαιάνδρου ποταμού και σε έκταση στο εσωτερικό που έφθανε σε πολλά σημεία ως τον άξονα Φιλομηλίου - Αγκυρας. Και τα βόρεια παράλια του Ευξείνου Πόντου ήταν υπό βυζαντινό έλεγχο. Δύο χρόνια αργότερα στις 16 Αυγούστου του 1118 ο Αλέξιος πέθανε στην Κωνσταντινούπολη χωρίς να μπορέσει να καταφέρει αποφασιστικό χτύπημα κατά των Σελτζούκων και να σταματήσει τη θυελλώδη προέλασή τους στη Μικρά Ασία. Είναι αναμφισβήτητο ότι η πρώτη Σταυροφορία (1096-1099) εμπόδισε τον Αλέξιο στην προσπάθειά του ν’ αντιμετωπίσει αποτελεσματικά τους Τούρκους: Σχετικά με το θέμα αυτό ο καθηγητής Κ. Άμαντος παρατηρεί ευστόχως τα εξής: «Αν δεν εγίνοντο αι σταυροφορίες είναι πολύ πιθανόν ότι ο ακούραστος και διπλωματικότατος Αλέξιος θα ανέκτα το περισσότερον μέρος της Μικράς Ασίας και θα εσταμάτα ίσως διά παντός την τουρκικήν προέλασιν. Οι Τούρκοι με τας ληστρικός προ πόντιον επιδρομάς κατέστρεφαν βαθμηδόν την Ελληνικήν Μικρόν Ασίαν και μόνον μια ριζική ήττα αυτών θα έσωζε τον Ελληνισμόν. Αυτή δυστυχώς δεν ήτο δυνατόν να επέλθει ούτε διά του Αλεξίου κατά τον χρόνον των Σταυροφοριών». Οι Σταυροφορίες υπήρξαν γεγονότα αποφασιστικής ιστορικής σημασίας για τη μοίρα του βυζαντινού κόσμου γιατί υπέσκαψαν τη θέση του Βυζαντινού Κράτους και παρεσκεύασαν την υποδούλωσή του στους Οθωμανούς Τούρκους.

Α' ΣΤΑΥΡΟΦΟΡΙΑ

Ο Αλέξιος Α’ Κομνηνός εμπνεόμενος από την υπερήφανη βυζαντινή παράδοση θέλησε να αποκαταστήσει στην Αυτοκρατορία του τα ζωτικά εδάφη που είχε χάσει από τους Τούρκους και ιδιαίτερα τη Μικρά Ασία, η οποία επί αιώνες υπήρξε ο κορμός της Αυτοκρατορίας. Για να επιτύχει όμως αυτό το σχέδιό του χρειαζόταν στρατιωτική βοήθεια την οποία ζήτησε από διάφορους ηγεμόνες της Δύσεως και από τον Πάπα, ο οποίος ως πνευματική κεφαλή της δυτικής Χριστιανοσύνης μπορούσε να πείσει τους ηγεμόνες της Δύσεως να εφοδιάσουν το Βυζάντιο με μισθοφορικό στρατό. Πριν από τον Αλέξιο ο προκάτοχός του Μιχαήλ Ζ' Δούκας είχε στείλει μηνύματα στον Πάπα Γρηγόριο Ζ' ζητώντας βοήθεια με αντάλλαγμα την ένωση της ελληνικής και της δυτικής Εκκλησίας. Ο Γρηγόριος ανταποκρίθηκε στις εκκλήσεις των Βυζαντινών και προέτρεψε διάφορους Δυτικούς ηγεμόνες να βοηθήσουν την απειλούμενη Κωνσταντινούπολη. Ο Πάπας διακήρυξε ότι «το μεγαλύτερο μέρος της Ανατολικής Χριστιανοσύνης καταστρέφεται. Το χριστιανικό γένος εξολοθρεύεται όπως τα κτήνη». Είναι όμως βέβαιο ότι η οποιαδήποτε βοήθεια προϋπέθετε την υποταγή της ελληνικής Εκκλησίας στη Ρώμη. Τελικά από τα σχέδια του Γρηγορίου δεν προήλθε τίποτε γιατί ο μεγαλεπήβολος αυτός Πάπας ενεπλάκη στην περίφημη σύγκρουση με τον αυτοκράτορα της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας Ερρίκο Δ'. Η σύγκρουση αυτή ονομάστηκε «έρις της περιβολής». Παρ’ όλα αυτά η ιδέα μιας κινήσεως για βοήθεια των Χριστιανών της Ανατολής κέρδισε έδαφος και βοήθησε στην προετοιμασία της πρώτης Σταυροφορίας από τον Πάπα Ουρβανό Β' διάδοχο του Γρηγορίου Ζ'. Πράγματι ο Ουρβανός Β' στη Σύνοδο της Clermont (Κλερμόν) της Γαλλίας εκήρυξε την πρώτη Σταυροφορία (27 Νοεμβρίου του 1095) κατά των απίστων καλώντας τους χριστιανούς της Δύσεως να αναλάβουν το ταχύτερο δυνατόν την διεξαγωγή ενός ιερού πολέμου κατά των μωαμεθανών με σκοπό την απελευθέρωση των Αγίων Τόπων. Συγχρόνως υποσχόταν εκτός από την υλική αμοιβή (απόκτηση νέων εδαφών) και άφεση αμαρτιών σ’ αυτούς που θα έπεφταν στον πόλεμο καθώς και παραγραφή κάθε θρησκευτικής ποινής που τους είχε προηγουμένως επιβληθεί. Έτσι λοιπόν στην Clermont της Γαλλίας αποφασίστηκε ουσιαστικά η πρώτη Σταυροφορία, η οποία ήταν έργο του Πάπα Ουρβανού ο οποίος «κατόρθωσε να συνδυάσει στη σκέψη του τις ανάγκες της Ανατολής, τις φιλοδοξίες της Παπωσύνης και το θρησκευτικό ζήλο της Δυτικής Ευρώπης του 11ου αιώνος». Το συγκινημένο πλήθος κραυγάζοντας «Deus lο volt» (ο Θεός το θέλει) συνωστιζόταν κοντά στον Πάπα ο οποίος πρότεινε να καθιερώσουν ως έμβλημα των σταυροφόρων έναν κόκκινο σταυρό, τον οποίο θα έφεραν στο δεξιό τους ώμο (από το γεγονός αυτό προήλθε το όνομα σταυροφόρος). Από τη Γαλλία ο ενθουσιασμός απλώθηκε στην Ιταλία, στη Γερμανία και την Αγγλία. Μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα οι χριστιανικές στρατιές τέθηκαν σε κίνηση. Προηγήθηκε η λεγάμενη «Λαϊκή Σταυροφορία» η οποία αποτελείτο από πέντε ομάδες οι οποίες χαρακτηριζόταν από έλλειψη οργάνωσης και πειθαρχίας. Οι τρεις από αυτές τις στρατιές αποδεκατίστηκαν καθ’ οδόν πριν φθάσουν στην Κωνσταντινούπολη. Αντίθετα, οι λαϊκές στρατιές που τελούσαν υπό τη διεύθυνση του Gaultier (Γουαλτέριου) του Ακτήμονος και του μοναχού Πέτρου του Ερημίτη ή Κουκούπετρου, όπως τον αποκαλεί η Άννα Κομνηνή, κατόρθωσαν να φτάσουν στην Κωνσταντινούπολη. Οι στρατιές του Gaultier ξεκίνησαν από την Κολωνία της Γερμανίας και αφού διέσχισαν την Ουγγαρία έφτασαν στο Βελιγράδι. Από εκεί προχώρησαν μέσα στα αυτοκρατορικά εδάφη και διά μέσου της Φιλιππουπόλεως και της Αδριανουπόλεως έφτασαν στην Κωνσταντινούπολη στα μέσα Ιουνίου του 1096. Η στρατιά του Πέτρου του Ερημίτη37 και κατά την ιστοριογράφο Άννα Κομνηνή Κουκούπετρου, ξεκίνησε από την Κολωνία στις 19 ή 20 Απριλίου του 1096. Μετά από πολλές συγκρούσεις με τους εγχώριους, διοικητές της υπαίθρου, καταστροφές πόλεων και διάφορα άλλα επεισόδια διά μέσου της Ουγγαρίας, του Βελιγραδίου, της Ναϊσού της Σόφιας, της Φιλιππουπόλεως και της Αδριανουπόλεως έφθασε στην Κωνσταντινούπολη στις 30 Ιουλίου του 1096. Η Άννα η Κομνηνή υπολογίζει το στρατό του Πέτρου (μάχιμους και άμαχους) σε 80.000 πεζούς και 10.000 ιππείς. Άλλες πηγές ομιλούν για 100.000 και άλλες για 40.000 στρατό. Ο πολυάριθμος αυτός στρατός δεν ήταν καλά οργανωμένος και όπως παρατηρεί ο καθηγητής Κ. Άμαντος «δεν έμελλε, δεν ηδύνατο να πραγματοποιήσει τους σκοπούς του». Ο Αλέξιος εν τω μεταξύ θορυβημένος από τη συμπεριφορά αυτού του περίεργου στρατού, ο οποίος επιδίδετο σε λεηλασίες και αρπαγές όπου κι αν περνούσε, έσπευσε να τους επιβιβάσει σε πλοία και να τους μεταφέρει στην ασιατική ακτή. Εκεί επιδόθηκαν σε νέες λεηλασίες και καταστροφές σε βάρος του πληθυσμού. Οι χρονογράφοι της εποχής διηγούνται με φρίκη τις βαρβαρότητες που διέπραξαν σε βάρος και των χριστιανών και των μουσουλμάνων. Η Άννα η Κομνηνή διηγείται με φρίκη ότι έφθασαν στο σημείο να σφάζουν ακόμη και μικρά παιδιά, να τα κόβουν κομμάτια και να τα ψήνουν στη φωτιά, έτσι για διασκέδαση. Ο ρακένδυτος αυτός στρατός του Gaultien και του Πέτρου του Ερημίτη σε πλήρη αποσύνθεση και αναρχία περιεπλάκη σε συγκρούσεις με τους Σελτζούκους Τούρκους και βαδίζοντας κατά της Νίκαιας έπεσε σε ενέδρα των Σελτζούκων και καταστράφηκε ολοκληρωτικά κοντά στην πόλη Κιβωτό. Ανάμεσα στους τυχερούς που απέφυγαν το θάνατο ή την αιχμαλωσία ήταν και ο Πέτρος ο Ερημίτης που είχε επιστρέφει στην Κωνσταντινούπολη πριν από την καταστροφή (Ιστορία του Ελ. Εθνους). Λίγο μετά την καταστροφή της λαϊκής Σταυροφορίας άρχισαν να φτάνουν στην Κωνσταντινούπολη η μία μετά την άλλη οι φεουδαρχικές στρατιές, οι οποίες ήταν πολύ καλύτερα οργανωμένες από το ασύντακτο πλήθος του Πέτρου, δεν χαρακτηρίζονταν όμως από ειλικρίνεια στους σκοπούς της όπως οι απλοϊκοί στρατιώτες του Πέτρου. Οι στρατιές αυτές οι οποίες απετέλεσαν τη «Σταυροφορία των βαρώνων» ήταν τέσσερις τον αριθμό και τελούσαν υπό την ηγεσία σπουδαίων εκπροσώπων της φεουδαρχικής Ευρώπης. Πρώτος ανεχώρησε τον Αύγουστο του 1096 ο Ούγος de Vermandois, αδελφός του βασιλιά της Γαλλίας Φίλιππου του Α', ο οποίος είχε τεθεί επικεφαλής πολεμιστών οι οποίοι από την Ιταλία διαπεραιώθηκαν στο Δυρράχιο και από εκεί διά της Χερσαίας οδού έφθασαν στην Κωνσταντινούπολη. Η πρώτη μεγάλη στρατιά που έφθασε στην Κωνσταντινούπολη προερχόταν από την περιοχή της Κάτω Λοθαριγγίας (Λωραίνης), αριθμούσε 70.000 πεζούς και 10.000 ιππείς και είχε επικεφαλής το δούκα της Λιυραίνης Γοδεφρείδο de Bouillon (Godefroi de Bouillon) και τον αδελφό του Βαλδουίνο. Η πολυάριθμη αυτή στρατιά στρατοπέδευσε κοντά στο Κοσμίδιο έξω από τα τείχη της Κωνσταντινουπόλεως (23 Δεκεμβρίου 1096). Ακολούθησε η στρατιά των Νορμανδών της Νότιας Ιταλίας με αρχηγό το Bohémond γιο του Robert Guiscard και τον ανεψιό του Ταγκρέδο. Η στρατιά αυτή έφθασε στην Κωνσταντινούπολη στις 9 Απριλίου του 1097. Κατά το ίδιο χρονικό διάστημα έφθασε στην πρωτεύουσα του Βυζαντίου η μεγάλη στρατιά της Νότιας Γαλλίας επικεφαλής της οποίας ήταν ο κόμης της Τουλούζης Ραύμόνδος de Sancto Egidio (de Saint-Giles), ο οποίος είχε μαζί του τον εκπρόσωπο του Πάπα Adhemar de Monteil, επίσκοπο του Puy. Η στρατιά αυτή έφτασε στην Κωνσταντινούπολη κατά τα τέλη Απριλίου του 1097. Μια άλλη μεγάλη στρατιά (τέταρτη κατά χρονική σειρά αφίξεως στην Κωνσταντινούπολη) η οποία προερχόταν από τη Βόρεια Γαλλία, έφθασε στην Κωνσταντινούπολη στις αρχές Μαΐου του 1097. Επικεφαλής της στρατιάς αυτής ήταν ο δούκας της Νορμανδίας Ροβέρτος, μεγαλύτερος γιος του Γουλιέλμου του Κατακτητή, ο κόμης της Φλάνδρας Robert II le Pieux και ο κόμης του Blois Στέφανος. Ο καθηγητής Δ. Ζακυθηνός περιγράφει με συναρπαστική ζωντάνια τα σχετικά με την άφιξη των σταυροφόρων στην Κωνσταντινούπολη: «...από του Ιουλίο του 1096 μέχρι του Μαΐου του 1097, αλλεπάλληλα κύματα ανθρώπων εξεχέοντο προς τας ακτάς του Βοσπόρου» Ο αριθμός των σταυροφόρων της Α' Σταυροφορίας δεν είναι εύκολο να καθοριστεί επακριβώς. Οι αριθμοί των 600.000 και 300.000 που αναφέρουν οι πηγές της εποχής εκείνης είναι υπερβολικοί. Νεότερος ιστορικός υποστηρίζει ότι η αριθμητική δύναμη των σταυροφόρων ήταν 60.000 έως 100.000 μαζί με τους αμάχους (Ζακυθηνός). Η Άννα η Κομνηνή μάς περιγράφει τη βαθιά εντύπωση που προκάλεσε στους κατοίκους της Αυτοκρατορίας η τεράστια προς ανατολάς κινητοποίηση (Γράφει η Αννα η Κομ.). Ο αυτοκράτορας Αλέξιος υποδέχθηκε μεγαλοπρεπώς τους σταυροφόρους, παρά το γεγονός ότι η επιχείρηση αυτή ανέτρεπε τα σχέδιά του και αποτελούσε σοβαρό κίνδυνο για τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Προσπάθησε λοιπόν να αποτρέψει κάθε διχόνοια και αντίθεση που θα μπορούσε να προκύψει μεταξύ των σταυροφόρων και των Βυζαντινών, επιδιώκοντας να επιβάλει μια λύση όσο το δυνατόν συμφέρουσα στην αυτοκρατορία (Καραγιαννόπουλος) Ζήτησε δηλαδή από τους σταυροφόρους να του ορκισθούν πίστη σύμφωνα με τα δυτικά φεουδαρχικά έθιμα και να υποχρεωθούν να παραδώσουν σ’ αυτόν όλες τις πόλεις που θα κυρίευαν και οι οποίες προηγουμένως ανήκαν στην αυτοκρατορία. Σε αντάλλαγμα ο Αλέξιος υποσχέθηκε να εφοδιάσει τους σταυροφόρους με τρόφιμα και εφόδια πολεμικά και δεν απέκλειε το ενδεχόμενο να τεθεί ο ίδιος επικεφαλής των σταυροφόρων με όλα τα στρατεύματά του, κάτι που τελικά δεν έγινε. Ολοι οι αρχηγοί των Σταυροφόρων εκτός από το Ραϋμόνδο της Τουζούζης δέχτηκαν τους όρους του Αλεξίου και υπέγραψαν όρκο πίστεως και συμφωνίες ο καθένας ξεχωριστά. Εκτός από το Ραϋμόνδο της Τουλούζης δεν υπέγραψε τελικά όρκο πίστεως και ο ανιψιός του Νορμανδού ηγεμόνα Βοημούνδου ο Ταγκρέδος γιατί εν τω μεταξύ τα νορμανδικά στρατεύματα είχαν φθάσει στη Μικρά Ασία με αρχηγό τον ίδιο τον Ταγκρέδο ο οποίος έτσι απέφυγε τον όρκο. Ολοι εκείνοι οι αρχηγοί που ορκίστηκαν πίστη στον Αλέξιο τιμήθηκαν πολύ από αυτόν και αφού έλαβαν χρήματα και τρόφιμα διαπεραιώθηκαν στη Μικρά Ασία. Οι Σελτζούκοι Τούρκοι οι οποίοι τις προηγούμενες δεκαετίες είχαν καταλάβει το μεγαλύτερο τμήμα της Μικράς Ασίας, βρίσκονταν τότε σε εμφύλιες έριδες, γεγονός το οποίο διευκόλυνε την προέλαση των σταυροφόρων προς το εσωτερικό της Χερσονήσου. Τον Μάιο του 1097 άρχισαν οι Σταυροφόροι την πολιορκία της Νίκαιας πρωτεύουσας των Σελτζούκων. Μετά από πολιορκία επτά εβδομάδων και με τη βοήθεια τμήματος του βυζαντινού στρατού με αρχηγό τον Τατίκιο, οι Τούρκοι αναγκάστηκαν να λύσουν την πολιορκία και να παραδώσουν την πόλη στον Βυζαντινό στρατηγό Μανουήλ Βουτουμίτη και όχι στους σταυροφόρους. Την επιτυχία αυτή έσπευσε να εκμεταλλευθεί ο Αλέξιος. Ενώ οι σταυροφόροι προχωρούσαν προς τα ΝΑ, τα βυζαντινά στρατεύματα προχώρησαν προς τα ΝΑ και απελευθέρωσαν ολόκληρη σχεδόν τη Δυτική Μικρά Ασία από την τουρκική κατοχή. Σμύρνη, Εφεσος, Σάρδεις, Πολύβυτος, Φιλαδέλφεια, Λαοδίκεια και πολλές άλλες πόλεις της αρχαίας Λυδίας περιήλθαν στην εξουσία του στρατηγού Ιωάννη Δούκα. Αυτό ήταν το κέρδος του Βυζαντίου από την Α' Σταυροφορία, σημειώνει επιγραμματικά ο καθηγητής Αμαντος. Μετά από την άλωση της Νίκαιας (19 Ιουνίου του 1097) οι σταυροφόροι συνοδευόμενοι από τον στρατηγό Τατίκιο προχώρησαν προς νότο. Κοντά στο Δορύλαιο συνάντησαν τις προφυλακές του Τούρκου σουλτάνου. Ακολούθησε εκεί πεισματώδης και πολύνεκρη μάχη (1η Ιουλίου 1097) στην οποία οι Τούρκοι ηττήθηκαν ολοσχερώς. Μετά από τη μάχη στο Δορύλαιο οι σταυροφόροι με τη συνοδεία πάντοτε του βυζαντινού αγήματος προχώρησαν προς το Φιλομήλιο, το Ικόνιο και την Ηράκλεια. Εκεί ο Νορμανδός της Νότιας Ιταλίας Ταγκρεδος και ο αδελφός του Γοδεφρείδου de Bouillon Βαλδουίνος αποσπάστηκαν από την κυρίως στρατιά και προχώρησαν προς την Κιλικία, ενώ το κύριο σώμα του στρατού των σταυροφόρων ακολουθώντας την αρχαία στρατιωτική οδό που περνούσε από την Καισάρεια της Καππαδοκίας, το Κόμανα και την Αντίταυρο, έφθασε στη Γερμανίκεια της βόρειας Συρίας. Στις 21 Οκτωβρίου του 1097 το κύριο σώμα των σταυροφόρων μαζί με το βυζαντινό άγημα υπό τον Τατίκιο, βρισκόταν μπροστά στα τείχη της Αντιόχειας την οποία άρχισαν αμέσως να πολιορκούν. Η πολιορκία της Αντιόχειας η οποία ήταν οχυρωμένη με 400 πύργους, διήρκεσε 9 μήνες (21 Οκτωβρίου 1097 έως 3 Ιουνίου 1098). Στις 3 Ιουνίου οι Τούρκοι εξεκένωσαν την πόλη μετά από προδοσία κάποιου Αρμένιου αξιωματούχου. Ο Βοημούνδος έγινε κάτοχος της πόλεως την οποία δεν παρέδωσε στον αυτοκράτορα παρά τα υπεσχημένα. Ο πονηρός αρχηγός των Νορμανδών εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Αντιόχεια ως ανεξάρτητος ηγεμόνας. Οι υπόλοιποι αρχηγοί των σταυροφόρων με κόπο και δυσκολία, λόγω των μεταξύ τους διενέξεων, προχωρούν προς τα Ιεροσόλυμα. Η ιερή πόλη η οποία κατεχόταν από τους Φατιμίδες καταλήφθηκε από τους σταυροφόρους στις 15 Ιουλίου του 1099. Ακολούθησε απίστευτη σφαγή μουσουλμάνων και Ιουδαίων. Μια διήγηση αναφέρει ότι οι Ιουδαίοι και Μουσουλμάνοι ζητώντας καταφύγιο στους οίκους λατρείας τους, κάηκαν ζωντανοί όταν τα κτίρια πυρπολήθηκαν. Η σφαγή ήταν τόσο μεγάλη, αναφέρει μια άλλη δυτική πηγή, ώστε «οι ιππότες έπλεαν στο αίμα έως τα γόνατα των αλόγων τους» (Γιαννακόπουλος όπως παραπάνω σελ. 357). Ένας Φράγκος (Γάλλος) χρονογράφος ο ηγούμενος Raymond d’ Agiles γράφει: ...«Οι δρόμοι της πόλεως ήταν στρωμένοι με πόδια και χέρια κομμένα και κανείς δεν μπορούσε να περάσει- τόσο ήταν το πλήθος των πτωμάτων που ήταν παντού σωριασμένα» (Νομικός). Ο Πέρσης ποιητής Σααδή έγραψε αργότερα για τους «ιππότες» της πρώτης Σταυροφορίας: «Δεν τους ταιριάζει ούτε ανθρώπους να τους λέει κανείς» (Νομικός).

ΕΣΩΤΕΡΙΚΗ, ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΑΙ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΟΥ ΑΛΕΞΙΟΥ Α'

Ενώ η εξωτερική πολιτική του Αλεξίου υπήρξε γενικά επιτυχής, εκτός από το μελανό σημείο της παραχώρησης εμπορικών προνομίων στους Ενετούς (1082) και στους Πισάτες (1111), αντίθετα η εσωτερική πολιτική του δεν πέτυχε ικανοποιητικά αποτελέσματα. Ήταν αναγκασμένος να περιποιείται την υψηλή αριστοκρατία από την οποία προερχόταν και ο ίδιος. Η κρατική διοίκηση γίνεται επί Αλεξίου περισσότερο συγκεντρωτική με τη δημιουργία του λογοθέτου των σεκρέτων ενός ανώτατου υπαλλήλου που είχε ως αποστολή την επίβλεψη ολόκληρου του μηχανισμού του κράτους. Ο θεσμός των θεμάτων παρακμάζει τελείως και ο όρος θέμα όταν απαντά σημαίνει μικρές περιφέρειες οικονομικής αρμοδιότητας. Αλλά και στο στρατό παρατηρούνται αλλαγές κατά την εποχή αυτή. Το μισθοφορικό στοιχείο ενισχύεται συνεχώς και σιγά σιγά θα αποτελέσει το κύριο σώμα των βυζαντινών ενόπλων δυνάμεων. Ο βυζαντινός στρατός κατά την εποχή αυτή ήταν ένα συνονθύλευμα από Βαράγγους, Ρώσους, Πατσινάκες, Κουμάνους, Τούρκους, Γάλλους, Γερμανούς, Αγγλους, Βούλγαρους, Αβασγούς και Αλανούς. Η οικονομική πολιτική του Αλέξιου δεν υπήρξε επιτυχής. Από την εποχή της αναρρήσεως του Αλεξίου στο θρόνο υπήρχε σοβαρή οικονομική κρίση στην Αυτοκρατορία. Οι διαρκείς πόλεμοι τους οποίους ήταν αναγκασμένος να διεξάγει μαζί με τη μείωση των εσόδων του κράτους λόγω της απώλειας εδαφών και λόγω της παραχώρησης προνομίων στους Βένετους και στους Πισάτες, είχαν ως μοιραίο αποτέλεσμα την αδυναμία του κράτους να καλύψει τις χρηματικές του ανάγκες. Η αδυναμία αυτή εξανάγκασε τον Αλέξιο να καταφύγει α) στην κιβδήλευση του νομίσματος και β) στην επιβολή νέων δυσβάστακτων φόρων που πίεσαν κυρίως τα λιγότερο εύπορα στρώματα της κοινωνίας. Ο Ιωάννης Καραγιαννόπουλος αναφερόμενος στη νομισματική πολιτική του Αλέξιου Α' γράφει: «Εκτός της κοπής γνησίων νομισμάτων ο Αλέξιος προέβη εις την κοπήν τουλάχιστον τύπων νοθευμένων νομισμάτων, διαφορετικής εκάστοτε περιεκτικότητος εις χρυσόν. Συγχρόνως διέταξε αι μεν πληρωμαί του κράτους να γίνονται εις νοθευμένα νομίσματα ενώ αι οφειλαί των ιδιωτών προς το κράτος να καταβάλλονται εις ανόθευτον νόμισμα». Η αντίδραση των φορολογουμένων υπήρξε μεγάλη και γι’ αυτό ο Αλέξιος αναγκάστηκε να υποτιμήσει το νοθευμένο νόμισμα στο 1/3 της αξίας του ανόθευτου. Αλλά και η κοινωνική πολιτική του Αλεξίου δεν υπήρξε επιτυχής γιατί ενίσχυσε τους μεγάλους γαιοκτήμονες σε βάρος των μικρών καλλιεργητών. Η ενίσχυση των μεγάλων γαιοκτημόνων έγινε με τους θεσμούς της Πρόνοιας και του Χαριστικίου. Η Πρόνοια ήταν ένα τιμάριο το οποίο παραχιυρούσε το κράτος στον προνοιάριο, ο οποίος ανήκε στις τάξεις της φεουόαρχικής αριστοκρατίας και κυρίως στην κατιότερη αριστοκρατία. Κάθε τιμάριο (πρόνοια) αποτελείτο όχι μόνο από τα εδάφη του αλλά και από τους αγρότες που ζούσαν και εργάζονταν σ’ αυτό. Το προνοιακό τιμάριο δεν ήταν στην απόλυτη ιδιοκτησία του προνοιαρίου. Απαγορευόταν η εκποίησή του και η μεταβίβασή του. Ο θεσμός της πρόνοιας είναι ο πιο εντυπωσιακός τύπος φεουδαρχίας που επικράτησε στο Βυζάντιο. Το Χαριστίκιον ήταν μεταβίβαση της διοικήσεως μοναστηρίων και μοναστηριακών κτημάτων σε λαϊκούς. Το μέτρο αυτό που ήταν ιδιαίτερα διαδεδομένο μετά από τον 11ο αιώνα απέβλεπε στην ανάπτυξη των μοναστηρίων. Όμως συχνά οδηγούσε σε καταχρήσεις και γι' αυτό προκαλούσε δυσαρέσκεια σε ένα μέρος του κλήρου. Ο Αλέξιος για να μπορέσει να ανταποκριθεί στην ανάγκη εξοικονομήσεως χρημάτων για την αντιμετώπιση των εχθριόν του κράτους (ιδιαίτερα των Νορμανδών αναγκάστηκε να δημεύσει πολύτιμα εκκλησιαστικά σκεύη υποσχόμενος ότι θα τα αντικαταστήσει στο μέλλον. Η δήμευση των εκκλησιαστικών θησαυρού προκάλεσε ψυχρότητα στις σχέσεις αυτοκράτορα και Εκκλησίας. Ομως ο ευσεβής Αλέξιος εξέδωσε ένα διάταγμα (Νεαρά) με το οποίο απαγόρευε στο μέλλον εκποίηση εκκλησιαστικών σκευών. Ο Αλέξιος Α' υπήρξε σκληρός και βίαιος στη θρησκευτική του πολιτική. Δύο ήταν τα μεγάλα θρησκευτικά προβλήματα που απασχόλησαν τον Αλέξιο: το πρόβλημα των Βαγόμιλων και οι διδασκαλίες του Ιωάννη του Ιταλού. Οι Βογόμιλοι ήταν απόγονοι τιον παλαιών Παυλικιανιυν τους οποίους είχε εγκαταστήσει στη Θράκη ο Βασίλειος Α' ο Μακεδών. Δίδασκαν ότι ο κόσμος κυβερνιέται από δύο δυνάμεις, του καλού (Θεός) και του κακού (Σατανάς). Οι Βογόμιλοι αρνούνταν την εκκλησιαστική ιεραρχία. Η διδασκαλία τους περιλάμβανε και άλλα διδάγματα τα οποία στο σύνολό τους αποτελούσαν μια ανατρεπτική κίνηση κατά τιον ισχυρών και της πολιτείας. Ο Αλέξιος υπήρξε σκληρότατος στην αντιμετώπιση των Βογόμιλων. Κάλεσε τον αρχηγό τους Βασίλειο και προσπάθησε με το διάλογο να τον πείσει να εγκαταλείψει τις αιρετικές δοξασίες του. Ο Βασίλειος όμως υπήρξε ανυποχώρητος. Γι' αυτό διέταξε να εισαχθεί σε δίκη και με τη σύμφωνη γνώμη και των εκκλησιαστικών παραγόντων καταδικάστηκε σε θάνατο διά της πυράς. Ο Ιωάννης ο Ιταλός ήταν Ελληνας από την Κ. Ιταλία. Σπούδασε φιλοσοφία στην Κωνσταντινούπολη. Επηρεασμένος από τις φιλοσοφικές θεωρίες του Πλάτωνα και των Νεοπλατωνιακών άρχισε να διδάσκει πράγματα τα οποία δεν συμβιβάζονταν με τα χριστιανικά δόγματα. Αυτό προκάλεσε την αντίδραση κάποιων εκκλησιαστικών κύκλων και όξυνε τόσο πολύ τα πνεύματα, ώστε ο αυτοκράτορας διέταξε να παραπεμφθεί ο Ιωάννης σε εκκλησιαστικό δικαστήριο το οποίο καταδίκασε τη διδασκαλία του. Ο ίδιος απέφυγε τον αναθεματισμό αφού αρνήθηκε τις διδασκαλίες του.

ΓΕΝΙΚΕΣ ΚΡΙΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΛΕΞΙΟ
ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΑΛΕΞΙΟΥ

Αν θα θέλαμε να χαρακτηρίσουμε γενικά τον Αλέξιο Α' Κομνηνό ως αυτοκράτορα θα λέγαμε με βεβαιότητα ότι υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους αυτοκράτορες του Βυζαντίου γιατί κατά τη διάρκεια της μακράς και πολυτάραχης βασιλείας του κατόρθωσε όχι μόνο να σώσει το κράτος αποκρούοντας τους ποικίλους εχθρούς αλλά και να το ισχυροποιήσει. Στην εσωτερική όμως πολιτική δεν πέτυχε να αναδιοργανώσει και να ανορθώσει την πολιτεία και την κοινωνία. Εμεινε πάντοτε δέσμιος στη μεγάλη αριστοκρατία στην οποία ανήκε. Δεν περιόρισε την ασυδοσία της μεγάλης ιδιοκτησίας. Ετσι όμως η ακμή του Βυζαντίου ήταν προσωρινή γιατί δεν στηριζόταν στη μεσαία τάξη. Αρκούσε ένας μικρός κλυδωνισμός για να καταρρεύσει η Αυτοκρατορία. Αυτό συνέβη πολύ αργότερα. Στις 15 Αυγούστου του 1118 ο Αλέξιος, ο οποίος κατατρυχόταν από αρθρίτιδα πέθανε αφήνοντας διάδοχό του το γιο του Ιωάννη.

ΗΛΙΑΣ ΛΑΣΚΑΡΗΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΙ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΒΥΖΑΝΤΙΣ ΑΘΗΝΑ 1995 1995


from ανεμουριον https://ift.tt/32GZCeX
via IFTTT
Από το Blogger.