ΤΑ ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΕΔΟΜΕΝΑ ΚΑΙ ΤΟ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟ ΚΛΙΜΑ ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

ΤΟΛΗΣ ΚΑΖΑΝΤΖΗΣ | Το πνευματικό κλίμα της Θεσσαλονίκης δε γεννήθηκε από κάποιες συγκεκριμένες ιστορικές στιγμές. Ολόκληροι αιώνες χρειάστηκαν για να το οικοδομήσουν. Αν, όμως, είναι αδύνατο να απομονώσουμε τέτοιες στιγμές, μπορούμε να διακρίνουμε τις ιστορικές εκείνες τομές, που περιχαρακώνουν τις καθοριστικές περιόδους. Μπορούμε, ακόμη, και είναι απαραίτητο, να διακρίνουμε ορισμένα χαρακτηριστικά της πόλης, που καθορίζουν την τύχη της και που τα συναντάμε σ’ όλη τη διάρκεια της μακραίωνης ζωής της.
Σα βασικές, λοιπόν, ιστορικές τομές, διακρίνουμε την άλωση της πόλης από τους Τούρκους (1430) και τον τερματισμό της τουρκοκρατίας (1912) με την ένταξη της πόλης στην Ελλάδα. Η πρώτη τομή δημιουργεί δύο ιστορικά πλαίσια - τα τελευταία Βυζαντινά χρόνια της πόλης και την τουρκοκρατία, ενώ η δεύτερη την τουρκοκρατία και την απελευθέρωση - δηλαδή όλη την περίοδο της ελεύθερης ζωής της. Όμως, είπαμε' η πόλη έχει κι ορισμένα χαρακτηριστικά, που την ακολουθούν σ’ όλες τις περιόδους της. Και πρώτα πρώτα η γεωγραφική της θέση - δεσπόζει κυριολεκτικά της Ανατολικής Μεσογείου τόσο διά θαλάσσης, όπως γίνεται αμέσως κατανοητό, όσο και διά ξηράς - διά της Εγνατίας οδού, που αρχίζει απ’ το Δυρράχιο και καταλήγει στην Κωνσταντινούπολη μέσω Θεσσαλονίκης. Της Εγνατίας, που από τη Ρωμαϊκή εποχή, επικοινωνούσε, με διάφορες άλλες συνδετικές οδούς, με τα παραδουνάβια κράτη. Αυτή η θέση της την καθιστά φυσική απόληξη όλων των χωρών της Βαλκανικής καθώς και της Ρωσίας.
Αν σ’ αυτά προσθέσουμε την καίρια θέση της πόλης στην οδό προς τη Μικρά Ασία και την Αίγυπτο και απ’ αυτές στην Ασία και ιδιαίτερα στις Ινδίες και την Αφρική, τότε εύκολα μπορούμε να καταλάβουμε, γιατί στην πόλη αυτή υπήρχαν οι προϋποθέσεις μιας εξαιρετικά μεγάλης εμπορικής κινήσεως από τα βυζαντινά ακόμη χρόνια. Μπορούμε ακόμη να αιτιολογήσουμε την οικονομική ευρωστία της, τη δημιουργία μιας ισχυρής αστικής τάξης και τα τεράστια ταξικά ανοίγματα, που δημιουργήθηκαν μέσα σ’ αυτή και που η αιχμή τους δημιουργούσε, φυσικά, διάφορες κοινωνικές ταραχές. Θα πρέπει εδώ να σημειώσουμε πως στα υστεροβυζαντινά χρόνια η ταξική δομή της πόλης συνίσταται από τους δυνατούς (τους άρχοντες) και τον ανώτατο κλήρο, από μια ισχυρή αστική τάξη, τους μέσους κι από τους πολλούς, το δήμο, δηλαδή τους - προλετάριους - εργάτες, ναυτικούς, χειρώνακτες γενικά. Και η ταξική αυτή δομή προσιδιάζει μ’ εκείνη της Γαλλίας την εποχή της Γαλλικής επανάστασης.
Ένα άλλο σημαντικό χαρακτηριστικό όλων των ιστορικών περιόδων της πόλης είναι το ότι ήταν ανέκαθεν η δεύτερη πόλη της επικράτειας με ιδιάζον πολιτικοκοινωνικό τοπικό καθεστώς, αφού απολάμβανε πολύ σημαντικών προνομίων, που έφταναν μέχρι την ουσιαστική αυτοδιοίκηση και την ανεξάρτητη απονομή της δικαιοσύνης. Κατέχοντας μια τέτοια γεωγραφική θέση, απομακρυσμένη από την κεντρική εξουσία και με μια διοικητική, οικονομική, κοινωνική και, όπως θα δούμε, πνευματική αυτοτέλεια, με εύκολες προσβάσεις μέσα στην έμπλεη από τις αρχές του ουμανισμού Δύση της Αναγέννησης, έγινε ένα πραγματικό εκτροφείο κάθε φιλελεύθερης και νεοτερικής ιδέας.
Τρίτο χαρακτηριστικό η ς τουρκοκρατίας, κυρίως της Θεσσαλονίκης, όπως και των πρώτων τριάντα χρόνων της ελεύθερης ζωής της, είναι η ύπαρξη μιας πανίσχυρης Εβραϊκής κοινότητας στην πόλη, για το ρόλο της οποίας θα έχουμε την ευκαιρία να μιλήσουμε στην εξέταση των διάφορων περιόδων.
Στον αιώνα, λοιπόν, πριν από την τουρκική κατάκτηση, η πόλη γνωρίζει το «χρυσό αιώνα» της. Ο άνεμος της Αναγέννησης που πνέει από τη δύση έχει δύο αποτελέσματα. Πρώτα πρώτα πλουτίζεται η παράδοση των Αγιολογικών κειμένων με νέες αντιλήψεις και νέους εκφραστικούς τρόπους, που πηγάζουν από το γενικότερο πνεύμα στροφής προς τον Αρχαίο Ελληνισμό, που προμηνά την απαρχή μιας νέας εποχής. Και η τάση αυτή ανέδειξε ένα πλήθος φημισμένων φιλοσόφων, θεολόγων, καλλιτεχνών και νομικών τον Θωμά Μάγιστρο, τους αδελφούς Κυδώνη, τον μοναχό Βαρλαάμ, τον Γρηγόριο Παλαμά, τον Κωνσταντίνο Αρμενόπουλο, καθώς και ένα πλήθος ζωγράφων, καλλιγράφων και λοιπά. Δεύτερο, οι λόγιοι, αυτοί επηρεασμένοι και εμφορούμενοι από το ανθρωπιστικό πνεύμα της δυτικής Αναγέννησης, βλέπουν και ζουν τα κοινωνικά προβλήματα της εποχής τους, ενδιαφέρονται για τους φτωχούς, για τη βελτίωση της θέσης του «δήμου» (των πολλών, των προλετάριων) στιγματίζουν την αδικία των δυνατών, την τοκογλυφία, την απληστία. Συζητούν με ελεύθερο πνεύμα, με λεπτή επιχειρηματολογία και βαθιά σκέψη - κι εξαίρονται στη γενική θεώρηση του κοινωνικού προβλήματος διαπιστώνοντας τη νοσηρότητα της κοινωνικής οργάνωσης. Ο Δημήτριος Κυδώνης φθάνει σε τόσο υψηλή αντίληψη για τον άνθρωπο, ώστε γράφει στον αυτοκράτορα Ιωάννη Ε' Παλαιολόγο: «Ο άνθρωπος δημιουργήθηκε χάριν του εαυτού του. Κι αυτό το δείχνει η ελεύθερη βούλησή του, που αν τη χάσει κανείς, καλλίτερα να μη διεκδικεί ούτε και το όνομα του ανθρώπου». Πράγματι, λοιπόν, στη Θεσσαλονίκη ο ελληνισμός, την ώρα της πολιτικής και οικονομικής αγωνίας του, συγκέντρωσε όλες του τις δυνάμεις, για να δείξει τη ζωτικότητα του κλασικού πολιτισμού και μέσα απ’ αυτή ν’ αφήσει να μαντευθεί η ελπίδα της μελλοντικής αναγέννησης του 19ου αιώνα, λέει ο Βασίλιεφ σχετικά. Όμως, μάταια οι προοδευτικοί αυτοί πνευματικοί άνθρωποι επισημαίνουν τους κινδύνους των καταχρήσεων των δυνατών (των ολίγων, των πλουσίων) έναντι των φτωχών προλεταρίων της πόλης. Η τάξη ισορροπίας των κοινωνικών τάξεων ανατρέπεται κι η δυστυχία των φτωχών παίρνει τεράστιες διαστάσεις. Μάταια οι φωτισμένοι άντρες Νικ. Χούμος και Νικ. Καβάσιλας επισημαίνουν τους κινδύνους. Και το μίσος των φτωχών εναντίον των δυνατών και πλουσίων αυξάνει. Δε λείπει παρά ο σπινθήρας για ν’ αρχίσουν μέσα στη Θεσσαλονίκη το 1342 οι πιο δραματικοί κοινωνικοί αγώνες της βυζαντινής ιστορίας, γνωστοί σαν «έριδες των ησυχαστών και επανάσταση των Ζηλωτών», που διήρκεσαν εφτά χρόνια, μέχρι το 1349. Η επανάσταση των Ζηλωτών είχε σαν ιδεολογικό υπόβαθρο την αντίθεση των νέων ιδεών, όπως τις περιγράψαμε, και των ησυχαστικών, που είχαν για απολογητή τους σ’ αυτή τους τη φάση τον Γρηγόριο τον Παλαμά και τη διδασκαλία του. Ο Παλαμάς αποκρούει τον κόσμο των ιδεών του Πλάτωνα. Αποκρούει, δηλαδή, την τάση της εκ φιλοσοφήσεως της διδασκαλίας του Χριστού. Μόνο η εν Χριστώ ζωή θα μας αποκαλύψει το φαινόμενο της Δημιουργίας, με όργανο το «μονολόγιστον» και την αδιάλειπτη νοερή προσευχή, μέσα σε ησυχία, για να φτάσει ο άνθρωπος στη «Θέωση» να ενωθεί, δηλαδή, με την ουσία του Θεού και τις θείες ενέργειες. Έτσι θα μπορέσει ο άνθρωπος να αρθεί σε μια τελείωση, να ομοιωθεί με το Θεό, έστω κι αν του είναι άγνωστη η κλασική σοφία. Αντίπαλος του Παλαμά εμφανίζεται ο Καλαβρός μοναχός Βαρλαάμ, βαθύς γνώστης της αρχαίας φιλοσοφίας και της δυτικής, ιδίως, θεολογίας. Τότε η Θεσσαλονίκη διαιρέθηκε σε δύο αντίπαλα στρατόπεδα που περιέβαλαν τους ανθρώπους ανάλογα με τις πεποιθήσεις και την ιδιοσυγκρασία τους· προοδευτική ή συντηρητική. Ωστόσο, θα πρέπει να τονιστεί πως την ηγεσία των προοδευτικών, των νεοπλατωνικών, θα λέγαμε, ανέλαβαν τότε άντρες φωτισμένοι, μαθητές διαπρεπών δασκάλων, εμπνευσμένοι από μεγάλο πατριωτισμό και ανθρωπισμό κι αντιστρατεύθηκαν κατά του συντηρητικού ησυχασμού και συγκεντρώθηκαν γύρω από ένα πρόγραμμα σχηματίζοντας ένα πανίσχυρο κόμμα, τους «Ζηλωτές». Έτσι άναψαν οι έριδες των ησυχαστών (1339), που μετά τρία χρόνια, με την ανάμειξη των πολιτικών, οδήγησαν στην επανάσταση των Ζηλωτών (1342 - 1349). Μια επανάσταση που μετά τη βίαιη επικράτηση των Ζηλωτών, τελικά καταπνίγηκε από το πνεύμα της συντήρησης.
Η ιστορική περίοδος αυτή, η προ της τουρκοκρατίας, πήρε, αλήθεια, κάποια έκταση σ’ αυτό το μελέτημα. Όχι, ελπίζω, άσκοπα, γιατί το όλο αυτό πνευματικό κλίμα επιβιώνει σαν παράδοση σ’ ολόκληρη την τουρκοκρατία με τις αναγκαίες προσαρμογές, που υπαγορεύτηκαν από τις αλλαγές των εποχών. Κι επιβιώνει και κατά τη μεταπελευθερωτική περίοδο, όταν η Θεσσαλονίκη περνάει μια οδυνηρή περίοδο προσαρμογής στα ελληνικά δεδομένα. Κάτι περισσότερο - κατά μια συγκυρία θα ’λεγα, την εποχή που η Θεσσαλονίκη αρχίζει να διαμορφώνει το ελληνικό της πρόσωπο (1922 - 1930) τα πνευματικά κινήματα του ευρωπαϊκού Μεσοπολέμου, προς τα οποία ήταν από παράδοση προσανατολισμένη η πόλη, προσιδιάζουν προς το κλίμα της πόλης, όπως διαμορφώθηκε στον τελευταίο βυζαντινό αιώνα του - κλίμα νεοτερικό και ταυτόχρονα συντηρητικό (με την κυριολεκτική και φιλοσοφική έννοια του όρου)· ενδοστρεφές, μυστικιστικό, εγωκεντρικό. Αλλά, πώς το κλίμα αυτό, καθώς κι ο εθισμός καταφυγής σε ξένα πρότυπα κατάφερε να διαπεράσει τόσους αιώνες σκλαβιάς και να φτάσει μέχρι την απελευθέρωση; και, γιατί όχι; μέχρι και σήμερα ακόμη;
Ο πρώτος αιώνας της τουρκοκρατίας έχει κοινό χαρακτήρα σ’ όλες τις κατακτημένες ελληνικές χώρες: Καταστροφές, ερημώσεις, αρπαγές, αλλά και ραγδαίος εποικισμός. Ιδιαίτερα στη Θεσσαλονίκη, ο εποικισμός της είχε καθοριστικό, για το μέλλον της, χαρακτήρα αφού δέχεται σαν μόνιμους κατοίκους της ένα πλήθος Εβραίων. Οι Εβραίοι της Θεσσαλονίκης δεν είχαν μεταξύ τους τόσες ομοιότητες, όσες διαφορές. Πρώτα πρώτα η προέλευσή τους ήταν διαφορετική και φυσικά η παιδεία, η καλλιέργεια, τα ήθη και τα έθιμά τους, η γλώσσα τους εμφάνιζαν διαφορές σημαντικές. Εκείνο όμως που εμφάνιζε αγεφύρωτες διαστάσεις ήταν η ταξική και οικονομική τους κατάσταση. Έτσι, οι οικονομικούς σθεναρότεροι, οι εθισμένοι στις νέες συνθήκες του εμπορίου, της πίστης και των διεθνών γενικά συναλλαγών και σχέσεων, οι ισπανοεβραϊκής καταγωγής, αναλαμβάνουν εξ εφόδου, θα ’λεγα, τα οικονομικά σκήπτρα της πόλης εκσυγχρονίζοντάς την κιόλας. Κρατούν μια στάση ακαταδεξίας και υπεροχής κι απέναντι στους άλλους ομοεθνείς τους ακόμη, που είναι στην πλειοψηφία τους χειρώνακτες, προλετάριοι. Εκείνο που τους ενώνει άρρηκτα είναι η θρησκευτική τους ταυτότητα και το αίσθημα ανασφάλειας - το αίσθημα του «περιπλανώμενου Ιουδαίου». Όμως, κυρίως ο πνευματικός ρόλος και κατά δεύτερο λόγο ο οικονομικός που διαδραμάτισαν γενικότερα στη Θεσσαλονίκη, είναι ουτοπία να λέμε πως υπήρξε ουσιαστικός. Γιατί οι Εβραίοι, παρά τις εσωτερικές αντιθέσεις τους, αποτελούσαν μια κλειστή ερμητικά κοινότητα, που απέκλειε την κοινή θέα. Κι εδώ μέσα αναπτύσσονταν η παιδεία κι η άγνωστη, ακόμη και σήμερα, σ’ όλη την έκτασή της, πνευματική τους δραστηριότητα. Παράλληλα, μέσα σ’ αυτή την κοινότητα εύρισκε ένα κρησφύγετο η οικονομική τους ευμάρεια. Κι αυτή η ευμάρεια, πάλι, μικρή απήχηση είχε στο γενικό συμφέρον τόσο της πόλης, όσο και γενικότερα, της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, αφού οι Εβραίοι διέθεταν τα μισά και παραπάνω από τα εισοδήματά τους στην αγορά γης και στον αποθησαυρισμό χρυσού. Κι είναι αυτό χαρακτηριστικό του συντηρητισμού και της ανασφάλειας του εβραϊκού στοιχείου. Γη για να ριζώσουμε και χρυσός για να επιβιώσουμε και να ξαναρχίσουμε αν χρειαστεί να εκπατρισθούμε. Έτσι η μόνη προσφορά των Εβραίων ήταν η εισαγωγή των οικονομικών και πνευματικών οδών, που οδηγούσαν στον εξευρωπαϊσμό και στον εκσυγχρονισμό.
Μέσα σ’ αυτά τα πρώτα χρόνια, τους δύο αιώνες ορθότερα της τουρκοκρατίας, οι Έλληνες προσπαθούν να επιβιώσουν μέσα στις παλιές ελληνικές συνοικίες. Να επιβιώσουν βιολογικά και εθνικά. Και εθνικά, βέβαια, θα επιβιώσουν αν είναι προσηλωμένοι στην εντόπια παράδοση, όπως ήδη τη σκιαγραφήσαμε και που, δε θα πρέπει να μας διαφεύγει, υπήρξε μια από τις πιο βασικές αιτίες που δημιούργησαν στους Έλληνες των τελευταίων βυζαντινών χρόνων την πεποίθηση της εθνικής τους οντότητας και, προπαντός, ταυτότητας. Όμως, στα μέσα του δεκάτου έβδομου αιώνα (1655), την ακμή του εβραϊκού στοιχείου έρχεται να συνταράξει και να αναστείλει το μεσσιανικό κήρυγμα του Σαμπετάι Σεβή, που είχε τεράστια απήχηση κυρίως στην εβραϊκή κοινότητα, αλλά και σ’ ολόκληρη την πόλη. Τελικά, ο ψευδομεσσίας δέχτηκε το Μωαμεθανισμό και μαζί κι ένα μεγάλο τμήμα των οπαδών του. Έτσι δημιουργήθηκε μια ιδιότυπη κοινότητα, οι «Ντουμέδες» που κατοικούσαν στη Θεσσαλονίκη μέχρι τις συνθήκες της ανταλλαγής των πληθυσμών (1923) και που φανερά φέρονταν σαν μωαμεθανοί, ενώ κρυφά ήταν ιουδαίοι μυστικιστές.
Όταν το 1923 εγκατέλειψαν τη Θεσσαλονίκη ήταν 15.000 άνθρωποι. Αλλά δεν ήταν μόνο το κήρυγμα του Σεβή που έφερε τη στασιμότητα ή μάλλον την παρακμή του εβραϊκού στοιχείου. Η μετατόπιση του ενδιαφέροντος από την Ανατολή προς τον Ατλαντικό, οι Τουρκοβενετικοί πόλεμοι (1645 - 1669) και η ήττα και συνεπώς η κάθοδος προς την παρακμή των Βενετών με τους οποίους οι Εβραίοι είχαν το μονοπώλιο των εμπορικών συναλλαγών, συμπαρασύρει τους Εβραίους στην οικονομική κρίση. Στο μεταξύ όμως, οι Έλληνες, που μέχρι τότε είχαν αναπτύξει ελάχιστη εμπορική δραστηριότητα, επωφελούνται κι έρχονται σε επικοινωνία με τις άλλες χώρες του εξωτερικού παίρνοντας από τα χέρια των Εβραίων την εμπορική και οικονομική κυριαρχία ασκώντας το εμπόριο μεταξύ αυτών και των άλλων χωρών της οθωμανικής αυτοκρατορίας, μεταφέροντας τα προϊόντα τόσο διά θαλάσσης, όσο και οδικώς, διά της Εγνατίας οδού και των συνδετικών της οδών με τις παραδουνάβιες χώρες. Έτσι, για δύο αιώνες, μέχρι το 1845, η κατάσταση αυτή διατηρείται, με αποτέλεσμα οι Έλληνες της Θεσσαλονίκης να γνωρίσουν μια πρωτοφανή εμπορική ακμή, πολλές και σπουδαίες σχέσεις κάθε είδους με ξένους οίκους, τους οποίους συναγωνίζονται με επιτυχία, όπως μαρτυρούν οι εκθέσεις των ξένων προξένων. Όμως, το 1848, πράκτορες του μεγάλου εβραϊκού συνδέσμου Alliance Israelite ξυπνούν τους Εβραίους της Θεσσαλονίκης από το λήθαργο, τους μορφώνουν και τους μυούν στον ευρωπαϊκό πολιτισμό. Στο μεταξύ οι Ευρωπαίοι έχουν εισδύσει στην Ανατολή και ειδικά στον μακεδονικό χώρο κι αυτή η διείσδυση γίνεται πιο έντονη με την υπογραφή της Αγγλοτουρκικής συμβάσεως Balta - Liman (1838), που είχε σαν αποτέλεσμα τη σώρευση αγγλικών βιομηχανικών προϊόντων στη Θεσσαλονίκη. Την ίδια εποχή σημειώνονται κι οι πρώτες διοικητικές μεταρρυθμίσεις, εκδηλώσεις του πνεύματος του tanjib κι αργότερα η δημοσίευση των διαταγμάτων εφαρμογής των μεταρρυθμίσεων (1839 και 1856), που συντέλεσαν πολύ, όχι μόνον στην προστασία των εθνικών μειονοτήτων, αλλά και στην πνοή κάποιου αέρα ελευθερίας, που είχε σαν αποτέλεσμα την εθνική αφύπνιση και την επίδοση με ζήλο των Ελλήνων της Θεσσαλονίκης στην ανάπτυξη των κάθε είδους εργασιών τους. Και παρά τους υψηλούς δασμούς αποκομίζουν τεράστια κέρδη. Ακολουθούν και άλλες μεταρρυθμίσεις, που έχουν ευνοϊκό αντίκτυπο στις σχέσεις των κατοίκων, Μουσουλμάνων και μη (1861 - 1876). Την εποχή αυτή ο πληθυσμός της Θεσσαλονίκης είναι 95.000 κάτοικοι, απ’ τους οποίους, 25.000 Τούρκοι, μαζί με τους ντουμέδες, 50.000 Εβραίοι, σπουδαίοι έμποροι και τραπεζίτες, αλλά οι περισσότεροι χειρώνακτες, κυρίως χαμάληδες και 20.000 Έλληνες, πληθυσμός πυκνός και εύρωστος οικονομικά, προσηλωμένος στις εθνικές παραδόσεις και τους εθνικούς πόθους, που διατηρούν σπουδαίους εμπορικούς οίκους, οι οποίοι προστατεύονταν από τα διάφορα ευρωπαϊκά κράτη. Εντούτοις οι Έλληνες έμποροι, το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα εκτοπίζονται, εξαιτίας ορισμένων συνθηκών που επικρατούν κυρίως στην ύπαιθρο, από τους Εβραίους και τους ξένους, που είναι εγκατεστημένοι και εγκαθίστανται συνεχώς στην πόλη. Ένας πολύπλευρος ανταγωνισμός αναπτύσσεται. Η βιομηχανική επανάσταση κι ο μερκαντιλισμός αναζητούν συνεχώς αγορές και τόπους προμήθειας πρώτων υλών. Ο κίνδυνος του πανσλαβισμού και του ρωσικού επεκτατισμού προβάλλει απροκάλυπτα, τα στρατόπεδα του πρώτου παγκόσμιου πολέμου αρχίζουν να προβάλλουν, η Τουρκία αγωνίζεται να κρατήσει το αλώβητο της, όχι τόσο για λόγους διατήρησης του κύρους της, αλλά γιατί εξακολουθεί να εξαρτά την οικονομία της από την είσπραξη δασμών και φόρων από τους υποτελείς της. Μέσα σ’ αυτό τον καταιγισμό των συμφερόντων, που συνθέτει ένα από τα πολυπλοκότερα ζητήματα στην ιστορία της διπλωματίας, το Ανατολικό ζήτημα, η Ελλάδα, ένα αδύναμο, νεοσύστατο, μικρό και πλήρως εξαρτημένο κράτος, αδυνατεί να προβάλει αποφασιστικές εθνικές αξιώσεις απέναντι στους άλλους μνηστήρες - το ίδιο και οι Έλληνες της Θεσσαλονίκης, ενώ οι Εβραίοι ευνοούν τις αυτονομιστικές ιδέες της Μακεδονίας, όπου σα σημαντική - η σημαντικότερη - οικονομική κοινότητα αφενός θα απέτρεπε νέες περιπέτειές της (εκπατρισμός) κι αφετέρου θα την ανύψωνε στον σημαντικότερο πολιτικό παράγοντα. Όμως οι ταξικές διαφορές μέσα στην κοινότητα, οι ξένες επαφές και τα αυτονομιστικά όνειρα των Εβραίων, είχαν κι ένα άλλο αποτέλεσμα - τη δημιουργία μιας σοσιαλιστικής κινήσεως, της πρώτης, νομίζω, στον ελληνικό χώρο, που έγινε γνωστή με το όνομα «Φεντερασιόν» και που είχε για εμπνευστή και ηγέτη τον Αβραάμ Μπεναρόγια. Μάλιστα η κίνηση (1909) εξέδιδε και δική της τετράγλωσση εφημερίδα (ισπανοεβραϊκή, ελληνική, βουλγαρική και τουρκική) την «Ε1 Tjiornal del Lavorador». Ωστόσο οι βουλγαρικές καταχρήσεις και προσπάθειες εθνικής ιδιοποίησης της Μακεδονίας γεννούν, μέσα στα πλαίσια του Ανατολικού ζητήματος, τον Μακεδονικό αγώνα, που εκδηλώνεται στη μακεδονική ύπαιθρο, αλλά που ο εγκέφαλός του βρίσκεται στη Θεσσαλονίκη, όπως κι η κινητήρια δύναμή του. Και στα χρόνια του Μακεδονικού αγώνα στη Θεσσαλονίκη αναπτύσσεται μια μεγάλη διπλωματική δραστηριότητα, με θεμιτά κι αθέμιτα μέσα, ενώ γίνεται εντονότερο το περίεργο κλίμα κι η εμφάνισή της. Μια εμφάνιση όπου συνυπάρχουν ο ευρωπαϊκός κοσμοπολιτισμός, η εβραϊκή καπατσοσύνη και κακομοιριά κοντά στον αμύθητο πλούτο, ο βαλκανικός επαρχιωτισμός και η ανατολίτικη ραθυμία. Στο μεταξύ, όμως, μόνον η σύμπτωση των συμφερόντων ανάμεσα στην εξαρτημένη από τις ξένες δυνάμεις Ελλάδα και στις ίδιες τις δυνάμεις αυτές, κυρίως της Αγγλίας, αλλά και της Γαλλίας και Αυστροουγγαρίας, σε συνδυασμό με τον κίνδυνο του ρωσικού επεκτατισμού, έδωσαν νέα ένταση στο Ανατολικό ζήτημα. Αποτέλεσμα οι Βαλκανικοί πόλεμοι με τους οποίους η Ελλάδα διπλασίασε την εδαφική έκτασή της πραγματοποιώντας, ως ένα μεγάλο βαθμό, και τη «Μεγάλη Ιδέα».
Η απελευθέρωση σήμανε για τη Θεσσαλονίκη την αρχή μιας περιόδου προσαρμογής στα πολυτάραχα ελληνικά δεδομένα. Σ’ αυτά η πόλη αντιδρά μ’ όλη τη βιαιότητα του νεοφώτιστου μεγάλου αστικού κέντρου, που βαθμιαία επαρχιοποιούνταν κι από κέντρο διεθνούς ενδιαφέροντος, από δεύτερη πόλη μιας αυτοκρατορίας δηλαδή, γινόταν μέρα με τη μέρα ιδιότυπη επαρχία μιας χοίρος όπως η Ελλάδα. Ωστόσο, η επαρχιοποίηση αυτή παίρνει μια αναστολή, θα λέγαμε, που διαρκεί όσο ο «Μεγάλος πόλεμος» (1914 - 1918). Έτσι γίνεται ο χώρος όπου πρωτοεκδηλώνεται ο «διχασμός» του λαού στα στρατόπεδα του γερμανόφιλου βασιλιά Κωνσταντίνου και του Βενιζέλου, του φιλοανταντικού πρωθυπουργού. Λίγο αργότερα από τις πρώτες εκδηλώσεις του «διχασμού» (δολοφονία του βασιλιά Γεωργίου του Α' και εκπαραθύρωση του δολοφόνου Αλ. Σχοινά από το διοικητήριο Θεσσαλονίκης), η Θεσσαλονίκη θα γίνει η έδρα της κυβερνήσεως «Εθνικής Αμύνης» (1916), ενώ προηγουμένως (1915), γίνεται η έδρα του στρατηγείου της «Αντάντ» στο Ανατολικό μέτωπο. Σ’ όλη την τετραετία αυτή, στην παλιά γραφικότητα της πόλης προστίθενται και τα ξένα στρατεύματα, με τα αποικιακά τους παρακλάδια. Όμως η γραφικότητα ήταν μόνον η επίφαση, γιατί στην πόλη, όπως είναι φυσικό, επικρατούν συνθήκες διπλωματικής ασυδοσίας, κατασκοπευτικών ανταγωνισμών, τυχοδιωκτικής ανθοφορίας και κοντά σ’ αυτά ακατάσχετες καταχρήσεις κατά της περιουσίας και της προσωπικότητας των κατοίκων. Κοντά σ’ όλες αυτές τις συμφορές, θα έρθει μια πυρκαγιά, το 1917, ανεξήγητη ακόμη και σήμερα, να πυρπολήσει το σπουδαιότερο, το εμπορικό τμήμα της πόλης. Μια πυρκαγιά που φέρνει, εκτός από τις ευανάγνωστες συμφορές (καταστολή της εμπορικής δραστηριότητας, οικοπεδοφαγία και λοιπά) και την εξαφάνιση των πιο σημαντικών αποδείξεων και ιστορικών τεκμηρίων της εποχής: των αρχείων των εφημερίδων αυτής της εποχής.
Ακολουθεί ο πόλεμος στη Μικρά Ασία και η καταστροφή, οι ανταλλαγές των πληθυσμών, η εγκατάσταση ενός απελπισμένου πλήθους προσφύγων και η φυγή των γηγενών Τούρκων καθώς και ο εσωτερικός εποικισμός της. Η πόλη αλλάζει πρόσωπο, αρχίζει να αποκτά το ελληνικό δικό της. Και στο μεταξύ, ενώ γύρω στο 1923 - 25 η πόλη αρχίζει σιγά σιγά να συντονίζει τον ιστορικό βηματισμό με την υπόλοιπη Ελλάδα και να γεύεται μερίδα λέοντος της θλιβερής εθνικής συμφοράς, οι διάφοροι καιροσκόποι απολαμβάνουν τα... αγαθά της συμφοράς των άλλων. Και εξαιτίας μιας πλημμελούς κρατικής επιτήρησης και μέριμνας αποκτούν τεράστιες περιουσίες ανατρέποντας την ταξική δομή της πόλης. Κι οι εντόπιοι, οι φορείς της παράδοσης, ας τονισθεί αυτό ακόμη μια φορά, απομένουν με διφορούμενα συναισθήματα - απ’ τη μια μεριά γεύονται τη χαρά της απελευθέρωσης κι απ’ την άλλη απομένουν με την πικρή γεύση του αληθινού κυρίου, που έχασε τη νομή του τόπου του. Αποτέλεσμα - ξαναγυρνούν στις παλιές συνοικίες, κλείνονται στις παλιές δοκιμασμένες σχέσεις τους, στον παλιό συντηρητισμό τους. Θα πρέπει εδώ να σημειωθεί πως η εικόνα αυτή της κοινωνικής δομής της πόλης έχει και την ανάλογη πολιτική της έκφανση, αφού στη Θεσσαλονίκη οι γηγενείς ανήκαν στη συντηρητική παράταξη, τη λαϊκή ή φιλοβασιλική, οι δε πρόσφυγες, στη συντριπτική πλειοψηφία τους στην προοδευτική, τη φιλελεύθερη, τη φιλοβενιζελική. Όπως και νά ’χει, η πόλη υποβαθμίζεται μέρα με τη μέρα μεταπίπτοντας από δεύτερη πόλη μιας αυτοκρατορίας, όπου συγκεντρωνόταν ένα αμέριστο διεθνές ενδιαφέρον, σ’ ένα ιδιάζον επαρχιακό κέντρο - κάπου ανάμεσα σε μια πρωτεύουσα υδροκεφαλική, εσπευσμένα κατασκευασμένη, χωρίς αστική παράδοση και γι’ αυτό δειγματολόγιο όλου του ελληνικού επαρχιωτισμού και στην ξεχασμένη την αφημένη σχεδόν στην τύχη της ελληνική επαρχία, μιας ασήμαντης χώρας, όπως η δική μας, με τις γνωστές ξένες, καταλυτικές εξαρτήσεις.
Ας δούμε όμως σε γενικές γραμμές την παράλληλη εξέλιξη της λογοτεχνίας. Κατ’ αρχήν, θα πρέπει να τονιστεί, πως μέσα σε χρόνια δουλείας η λογοτεχνική δραστηριότητα είναι σχεδόν αδύνατη. Στα πρώτα, εξάλλου, χρόνια μετά την απελευθέρωση, όπως και κατά την περίοδο του «Μεγάλου πολέμου» ανατρεπόταν καθημερινά και ξαναφτιαχνόταν μια επικαιρική πραγματικότητα, που δεν ήταν δυνατό ούτε να καταγραφεί και ν’ αποτελέσει μια ρεαλιστική λογοτεχνία ούτε και την αφετηρία οποιοσδήποτε άλλου λογοτεχνικού έργου. Κι αυτό λόγω της ρευστότητας και του επικαιρικού χαρακτήρα της πραγματικότητας. Πρόσθετος λόγος η έλλειψη, για τους λόγους που αναφέραμε, μιας εντόπιας λογοτεχνικής παράδοσης. Κοντά σ’ αυτόν, ο κορεσμός που υπήρχε για την παραδοσιακή λογοτεχνία κι η ανεπάρκειά της να καταγράψει το ανθρώπινο δράμα στις διαστάσεις και την υφή που έλαβε με το νέο αυτό, πρωτοφανή για τα τότε ισχύοντα, πόλεμο. Αν, όμως, για τους Έλληνες της Θεσσαλονίκης δεν υπήρχε λογοτεχνική παράδοση, υπήρχε μια παιδεία με ευρωπαϊκές απηχήσεις και μια γνώση της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας. Είναι λοιπόν φυσική η εξέλιξη. Μετά τα πρώτα μεαπελευθερωτικά χρόνια, μετά την ένταξη της πόλης μέσα στην ελληνική μοίρα της, γεννήθηκε μια λογοτεχνία ευρωπαϊκών αποκλίσεων. Για όσους μπορούν να εκτιμήσουν την όλη κατάσταση δεν απομένει αμφιβολία πως δεν ήταν δυνατό οι πρώτοι λογοτέχνες, πεζογράφοι οι πιο πολλοί, να ακολουθήσουν την παράδοση της υπόλοιπης Ελλάδας, που εξακολουθεί τους αφηγηματικούς (ρεαλιστικούς ή ηθογραφικούς) τρόπους του παλιού αστικού μυθιστορήματος, εμπλουτισμένους με την καλλιέργεια και τους καημούς του προσφυγικού στοιχείου για τη χαμένη πατρίδα.
Αλλά θα πρέπει να σημειώσουμε και μια συγκυρία, που έπαιξε αποφασιστικό ρόλο στην εξέλιξη των λογοτεχνικών πραγμάτων της Θεσσαλονίκης. Μια συγκυρία που συνοψίζεται στη διαπίστωση πως η λογοτεχνία, όπως διαμορφώνεται κατά τον ευρωπαϊκό μεσοπόλεμο, έχει πολλά κοινά σημεία με την εντόπια παράδοση, με το εντόπιο πνευματικό κλίμα και που δεν είναι άσκοπο να επαναλάβουμε κι εδώ, ότι περνά μέσα από τους αιώνες με τους μαγικούς τρόπους που μόνο η αληθινή παράδοση γνωρίζει. Κι είναι αυτό το κλίμα μυστικιστικό, ενδοστρεφές, εγωκεντρικό και συντηρητικό (άλλοτε με τη φιλοσοφική κι άλλοτε με τη βιολογική έννοια του όρου) από τη μια μεριά, ενώ από την άλλη είναι δεκτικότατο και στην πρωτοπορία και το νεοτερισμό. Αλλά τι γίνεται στη Δύση αυτή την εποχή; Τι επικρατεί στη Λογοτεχνία θέλω να πω; Σ’ όλο το διάστημα που η Ελλάδα περνά, μετά τη λήξη του Μεγάλου πολέμου, τη ρομαντική και με τόσο βίαιη κι οδυνηρή απόληξη ανακύκλωση της Μικρασιατικής εκστρατείας και καταστροφής, σ’ όλο το διάστημα, ακόμη, που οι επιπτώσεις της καταστροφής απειλούν τη χώρα με υλική και ηθική εξαφάνιση, η Ευρώπη μπαίνει, στην αρχή δειλά, και σιγά σιγά αφήνεται αναπαυμένη σ’ ένα στάδιο αδιατάραχτης ειρήνης, αρνούμενη να ρίξει μια πιο προσεκτική ματιά στις ύπουλες προθέσεις του φασισμού, που δρα στην αρχή διαβρωτικά για να γίνει στη συνέχεια πιο απροκάλυπτα βίαιος και προκλητικός. Μόνον αυτοί που έχουν τις απαιτούμενες κεραίες βλέπουν την απειλή, βλέπουν τα παραδοσιακά μέσα ανεπαρκή να αποκαλύψουν, να πολεμήσουν. Μόνη οδός η διαβολή, η αμφισβήτηση, ο ονειδισμός της εμφανούς πραγματικότητας. Έτσι, τόσο στην ποίηση όσο και στο πεζογραφικό του αντίστοιχο, στον εσωτερικό μονόλογο, αμφισβητείται ο εξωτερικός κόσμος με μια διάθεση μαχητική. Αμφισβητείται και η λογοτεχνική παράδοση για την ανεπάρκειά της κι εγκαταλείπεται απ’ τους λογοτέχνες, που αλλάζουν ολοκληρωτικά τη θέα του κόσμου. Γι’ αυτούς οι αισθήσεις που δημιούργησαν τα μεγάλα κοινωνικά ταμπλώ και τα συναισθήματα που γεννούσε η ροή του έξω κόσμου μέσα στο ευαίσθητο άτομο, ό,τι δηλ. οικοδόμησε το ψυχολογικό μυθιστόρημα, δεν έχουν καμιά αξία. Γι’ αυτούς η διερεύνηση του εξωτερικού κόσμου είναι υπόθεση του εσωτερικού χώρου, κάτι που συντελείται με τρόπο εκπληκτικό πολλές φορές ύστερα από μια συνεχή ενδοσκόπηση ακόμη και στους χώρους του υποσυνείδητου. Εκπληκτικό, γιατί αυτή η πραγματικότητα, που συντελείται χωρίς τη συνδρομή των αισθήσεων, είναι μια υπερπραγματικότητα. Αντίστοιχα στην πεζογραφία η θέα του κόσμου του αφηγητή αλλάζει κατά εκατόν ογδόντα μοίρες, θα λέγαμε, αφού από θέα του έξω κόσμου μετατρέπεται σε θέα του εσωτερικού του ανθρώπου. Μια τέτοια πεζογραφία είναι πράγματι επαναστατική για τα ευρωπαϊκά δεδομένα. Πολύ περισσότερο για τα ελληνικά, αφού σαν χώρος κίνησης και συνεχούς διερεύνησης είναι ο έσω άνθρωπος. Δεν υπάρχει, λοιπόν, άλλη οδός από την ενδοσκόπηση. Μια ενδοσκόπηση χωρίς χρονικά περιθώρια και χωρίς πλαίσια, υπάκουη μόνο σ’ έναν ιδιωτικό κι ανεξέλεγκτο - ακόμη κι απ’ τον συγγραφέα - συνειρμό. Κι ο σκοπός όλης αυτής της διεργασίας; Στον εσωτερικό μονόλογο, η αποκάλυψη μιας άγνωστης πραγματικότητας, πιο πραγματικής από την αισθητή και η διάσωση του ανθρώπου από τις καθημερινές αντιφάσεις ή, τουλάχιστον, η αποτροπή της γελοιοποίησης της ανθρώπινης υπόστασής του. Πρόκειται μ’ άλλα λόγια, για μια στάση ζωής μαχητικά αρνητική, ηρωική, θα λέγαμε, αφού ο κάθε Ευρωπαίος πεζογράφος μάχεται ουσιαστικά μόνος του μ’ έναν παντοδύναμο εχθρό, με τα δικά του μέσα και με τις δικές του, μ’ όλες τις δικές του δυνάμεις, γνωστές κι άγνωστες στον ίδιο. Κι οι πεζογράφοι της Θεσσαλονίκης; Αυτοί μένουν στην επίφαση του εσωτερικού μονόλογου, στα εκφραστικά του μέσα και, μ’ εξαίρεση τον Πεντζίκη, επιλέγουν τους δικούς τους στόχους. Στόχοι, που δεν είναι μαχητικοί, είναι αμυντικοί, αφού ουσιαστικά φυγοδικούν καταφεύγοντας στους ασφαλείς χώρους του ονείρου, του στοχασμού, των ανεπαίσθητων μουσικών τόνων. Φυσικά, οι πρώτοι αυτοί πεζογράφοι, οι πεζογράφοι του έξοχου περιοδικού «Μακεδονικές ημέρες» (1932 - 1939), ο Ξεφλούδας, ο Δέλιος, ο Γιαννόπουλος κι ο Πεντζίκης έχουν ο καθένας το δικό του εκφραστικό πρότυπο. Τον Προυστ, τη Γουλφ, τον Πιραντέλο και τον Τζόυς αντίστοιχα. Δε μπορούμε, όμως, να πούμε πως εισήγαγαν τον εσωτερικό μονόλογο. Απλώς, λόγω παράδοσης, παιδείας και γνώσης των ευρωπαϊκών εξελίξεων, ακολουθούν τους εσωτερικούς δρόμους κι αλλάζουν στόχο προκρίνοντας τη φυγή από τη σύγκρουση. Το γεγονός αυτό κι όχι μόνον αυτό, αποκλείει την κοινή πια πεποίθηση πως οι πεζογράφοι της Θεσσαλονίκης είναι οι εισαγωγείς του εσωτερικού μονόλογου στην Ελλάδα. Απλώς είναι εισαγωγείς των εκφραστικών τρόπων των παραπάνω ξένων πεζογράφων κι έτσι, αυτό, καταρρίπτει και το διαιωνιζόμενο μύθο της ύπαρξης μιας σχολής, της λεγόμενης «σχολής Θεσσαλονίκης». Αν όμως δεν υπήρξε σχολή, εντούτοις καθιερώθηκε μια παράδοση λογοτεχνικού ήθους που σημαίνει συγγραφική, γενικά, επιμέλεια, που προξενεί πολλές αναστολές αλλά που οδηγεί στο καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα, αναζήτηση της αναγνώρισης από τους αυστηρούς μα δίκαιους γνωρίζοντες και τήρηση κάποιων κανόνων δεοντολογίας. Κι ωστόσο, εκείνο που λείπει απ’ αυτή την πεζογραφία, την άκρως εγωκεντρική, είναι το πλησίασμα του άλλου. Κάτι που τη χαρακτηρίζει σ’ ολόκληρη τη μετέπειτα ζωή της, με αποτέλεσμα, οι εισαχθέντες αυτοί εκφραστικοί τρόποι, και όπως είπαμε τόσο ταιριαστοί με την ιδιοσυγκρασία των πεζογράφων, να έχουν βραδυφλεγή επίδραση στην ελληνική πεζογραφία. Όμως ο πόλεμος, η κατοχή, η αντίσταση, ο θερμός και ψυχρός εμφύλιος, προβάλλουν απροκάλυπτα την ανάγκη ενός πλησιάσματος προς τον πάσχοντα συνάνθρωπο. Και το πλησίασμα αυτό δεν είναι δυνατό να γίνει χωρίς υπέρογκες θυσίες, που φτάνουν τα όρια του κίνδυνου της στέρησης της ελευθερίας ή, ακόμη περισσότερο και της ζωής. Κι έτσι αναλαμβάνει αυτό το έργο η ποίηση, με την υπαινικτικότητα και τα αμέτρητα σύμβολά της. Αναλαμβάνει να μιλήσει για την «εποχή», να πραγματοποιήσει ένα αποτελεσματικό και παραμυθητικό πλησίασμα προς τον πάσχοντα πλησίον και παράλληλα να του γνωστοποιήσει τις ύποπτες επιβιώσεις και διαφοροποιημένες μορφές ενός διαιωνιζόμενου φασισμού. Αυτές οι λογοτεχνικές ανάγκες υπήρξαν η αφετηρία και η πηγή του έργου τριών πολύ προικισμένων ποιητών της Θεσσαλονίκης - του Μανόλη Αναγνωστάκη, του Κλείτου Κύρου και του Πάνου Θασίτη. Και τα ποιητικά μέσα, οι τρόποι που ακολουθούν, είναι μια δίχως όρια εξομολόγηση. Έτσι συμπληρώνεται η ελλείπουσα παράδοση και παράλληλα επισημαίνεται και το λογοτεχνικό στίγμα της Θεσσαλονίκης στα δυο σκέλη του - στην παράδοση του λογοτεχνικού ήθους και στο πλησίασμα μέσω μιας εξομολόγησης προς τον πάσχοντα πλησίον.
Γύρω λοιπόν στο 1960, ολοκληρώνεται αυτή η παράδοση καθώς η πρώτη μεταπολεμική ποιητική γενιά καταθέτει κι αναγνωρίζει το έργο της, παρά τις αντιξοότητες και τις αντιθέσεις του καθεστώτος, ενώ οι παλιότεροι, με εξαίρεση τον πάντα ανήσυχο και εφευρετικό Πεντζίκη, εξακολουθούν να επαναλαμβάνονται με τους ίδιους δοσμένους τρόπους.
Η υποψία μιας επερχόμενης άνοιξης έρχεται γύρω στο 1960 να καταδείξει πως οι νεότεροι, τα παιδιά ή τα νήπια της κατοχής, τα μεγαλύτερα παιδιά του θερμού εμφύλιου, οι έφηβοι του ψυχρού εμφύλιου, μεγαλωμένοι μέσα σε μια αναγκαστική σιωπή, ανεύθυνοι για την εποχή, αλλά με άπειρες πικρές εμπειρίες, δεν είχαν ατροφήσει μέσα σε μια αναγκαστική αχρηστία. Πως γύμναζαν τη μνήμη τους, οικοδομώντας και τη νέα εκφραστική τους προκειμένου να καταγράφουν, όταν έρθει η ώρα, μια πεζογραφικά ακατάγραφτη εποχή, τόσο καθοριστική για τη νεότατη μοίρα μας και τις παγκόσμιες διαστάσεις της. Και γύρω στο 1960 αρχίζουν να εμφανίζονται, ο ένας κατόπι του άλλου, ένα πραγματικό πλήθος σημαντικότατων πεζογράφων: Ταχτσής, Μπακόλας, Ιωάννου, Χειμωνάς, Παπαδημητρίου και άλλοι, που ο καθένας με τον τρόπο του αμφιδρομεί ανάμεσα σε παρελθόν, παρόν και μέλλον, κρίνοντας, συγκρίνοντας, συμπεραίνοντας, προφητεύοντας πολλές φορές. Αλλά και οι νεότεροι, ενταγμένοι μεθοδολογικά σε μια γενιά, που ουσιαστικά αγνοεί και απορρίπτει την πεζογραφική παράδοση του τόπου μας, στη Θεσσαλονίκη έδωσαν δείγματα μιας ξεχωριστής ποιότητας, απόδειξη της δεσμευτικότητας του λογοτεχνικού ήθους που λέγαμε. Κι εδώ πρέπει να αναφέρουμε την Αλεξάνδρα Δεληγιώργη, τον Γιάννη Πάνου και τον Δημήτρη Δημητριάδη.
Ίσως σ’ αυτό το μελέτημα να πήρε μεγάλη έκταση μια ιστορική ανάλυση. Εντούτοις αυτή δεν έγινε με αξιώσεις ιστορικής αυθεντικότητας και πληρότητας. Απλώς έγινε για να γίνει κατανοητό και να αιτιολογηθεί το πνευματικό κλίμα της Θεσσαλονίκης που γέννησε ή άλλοτε αποδέχθηκε ορισμένους λογοτεχνικούς τρόπους.

ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ διαβάζω
ΑΡΙΘ. 128
9.10.1985
ΑΘΗΝΑ


from ανεμουριον https://ift.tt/2IO3Idj
via IFTTT

Δημοσίευση σχολίου

To kaliterilamia.gr σέβεται το δικαίωμα όλων των χρηστών να εκφράζουν ελεύθερα την άποψή τους ωστόσο διατηρεί το δικαίωμα, να μην δημοσιεύει συκοφαντικά και υβριστικά σχόλια. Έτσι όποια σχόλια, περιέχουν ακατάλληλα προς το κοινό χαρακτηριστικά θα αποσύρονται από τον ιστότοπο.

Νεότερη Παλαιότερη