ΤΑ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

ΝΤΙΝΟΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΠΟΥΛΟΣ | Σε τέσσερα χρόνια συμπληρώνεται ένας αιώνας από τότε που εκδόθηκε το πρώτο περιοδικό της Θεσσαλονίκης. Μέσα στο διάστημα αυτό, τα λογοτεχνικά περιοδικά και ημερολόγια -που ξεπερνούν τους 150 τίτλους- δέθηκαν στενά με τη λογοτεχνική και καλλιτεχνική ζωή της πόλης και γι’ αυτό αποτελούν κεφάλαιο της πνευματικής ιστορίας της. Ωστόσο και στο κεφάλαιο αυτό, όπως και για την ποίηση και την πεζογραφία, πολύ λίγα ξέραμε για την περίοδο πριν από το 1930, και ακόμη λιγότερα για την τουρκοκρατία. Μόλις το 1963 άρχισε κάποια προσπάθεια με τα άρθρα του Τηλέμαχου Αλαβέρα, που συνεχίστηκε με τα απομνημονεύματα του Γ. Θ. Βαφόπουλου και τις μελέτες του Ντίνου Χριστιανόπουλου.
Έτσι ευρύνθηκαν αρκετά οι γνώσεις μας, υπάρχουν όμως ακόμη πολλά κενά. Εξάλλου όσοι έγραφαν ως τώρα εξακολουθούν να ενδιαφέρονται για τη συγκέντρωση στοιχείων χωρίς να προχωρούν σε ουσιαστικότερες κριτικές αποτιμήσεις. Το άρθρο αυτό αποτελεί ένα σύντομο διάγραμμα των λογοτεχνικών περιοδικών της Θεσσαλονίκης, αλλά και των μακεδονικών πόλεων, που αποτελούν το ζωτικό χώρο της. Η βιβλιογραφία και ο πίνακας που το συνοδεύουν αποδίδουν μια πιο ολοκληρωμένη εικόνα του θέματος.
ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑ
Όπως είναι γνωστό, το πρώτο ελληνικό τυπογραφείο άρχισε να λειτουργεί στη Θεσσαλονίκη το 1850, και από τότε αρχίζει και η πνευματική της ζωή. Η πρώτη ποιητική συλλογή τυπώθηκε το 1869, η πρώτη ελληνική εφημερίδα βγήκε το 1875 και, πολύ αργότερα, το 1889, κυκλοφορεί το πρώτο ελληνικό περιοδικό, ο «Αριστοτέλης», «σύγγραμμα περιοδικόν εκδιδόμενον κατά δεκαπενθήμερον». Το διευθύνει ο εκπαιδευτικός Γ. Παπαγεωργίου, ο οποίος ξεκίνησε ως ποιητής (δική του είναι η πρώτη ποιητική συλλογή που τυπώθηκε στη Θεσσαλονίκη) για να γίνει αργότερα συγγραφέας μερικών βιβλίων γενικής παιδείας. Ο «Αριστοτέλης» βγήκε το πρώτο εξάμηνο του 1889 και το πρώτο εξάμηνο του 1890, και έκλεισε οριστικά το καλοκαίρι της ίδιας χρονιάς για οικονομικούς λόγους, αφού συμπλήρωσε 19 τεύχη. Ήταν περιοδικό γενικής παιδείας, είχε διδακτικούς σκοπούς, γραφόταν στην καθαρεύουσα, και ίσως είχε σαν πρότυπό του την αθηναϊκή «Εστία». Η λογοτεχνική του ύλη κάλυπτε μόλις το ένα τέταρτο· εκτός από μερικά ανώνυμα ή ψευδώνυμα ποιήματα (τα μόνα επώνυμα είναι κυρίως κάποιου Γ. Μοσχόπουλου από τα Σκόπια) και πεζά, καθώς και λίγα δημοτικά τραγούδια, υπάρχουν κάποιες μεταφράσεις από Σίλλερ, Κοππέ, Βύρωνα, Delpit, Ανατόλ Φρανς κ.ά. Οι γνωστοί Θεσσαλονικείς ποιητές της εποχής απουσιάζουν -ίσως γιατί δε χωρούσαν στα ηθικοπλαστικά πλαίσια του περιοδικού- συνεργάζονται όμως από τους λογίους της ο Πέτρος Ν. Παπαγεωργίου, ο Μ. Γ. Δήμιτσας, ο Γρηγ. Γράβαρης κ.ά. Πολλές ανώνυμες μελέτες, κυρίως γύρω από την ομηρική ζωή, καθώς και ένα ποίημα και λίγα δημοτικά πρέπει να οφείλονται στον Γ. Παπαγεωργίου. Η λογοτεχνική ύλη δεν ξεφεύγει από τα πλαίσια του καθαρευουσιάνικου ρομαντισμού της Αθήνας, αν και οι μεταφράσεις από τον Κοππέ και τον Φρανς δείχνουν πως το περιοδικό δεν αγνοούσε και τους μεταρομαντικούς της γαλλικής λογοτεχνίας. Πάντως, απ’ τον «Αριστοτέλη» λείπει κάποια ζωντάνια και φρεσκάδα και είναι διάχυτη κάποια λογιότητα που, και τότε και τώρα, απωθεί.
Δεκαεννιά χρόνια αργότερα, το 1909, βγαίνει ένα δεύτερο περιοδικό, εβδομαδιαίο, με τον τίτλο «Θερμαϊκαί Ημέραι» και με διευθυντή τον λόγιο Χρ. Γ. Γουγούση. Το περιοδικό αυτό κρατήθηκε μόνο πέντε μήνες και έβγαλε 13 λιγοσέλιδα τεύχη. Ο διευθυντής καλύπτει μόνος του το μεγαλύτερο μέρος της ύλης: δημοσιεύει ποιήματα, διηγήματα και διάφορα ιστορικο-λαογραφικά σημειώματα, άλλοτε με το όνομά του, άλλοτε με το ψευδώνυμο Ναύτης και άλλοτε ανώνυμα. Δημοσιεύονται επίσης ποιήματα των Νίκου Θ. Γούζαρη, Θ. Παπαθανασίου, Μ. Θ. Γεωργιάδου, πεζά των δύο τελευταίων καθώς και του Β. Α. Μεσολογγίτη, τα μυθιστόρημα του Μάρσαλ Πρεβό «Πέτρος και Θηρεσία» σε μετάφραση Α. Λιάκου και διάφορες επιστημονικές «πραγματείες» του Γ. Χατζηκυριακού, του I. Τσικόπουλου κ.ά., χωρίς να λείπουν και μερικά σημειώματα πατριδογνωσίας. Εάν ο «Αριστοτέλης» για την εποχή του είχε ήδη κάτι το μπαγιάτικο, οι «Θερμαϊκές Ημέρες» είναι ακόμη πιο απογοητευτικές. Καμιά πατριωτική και τοπικιστική σκοπιμότητα δεν μπορεί να δικαιώσει τον εντελώς πρόχειρο αλλά και υποτονικό χαρακτήρα τους.
Αυτά είναι τα δύο περιοδικά που βγήκαν στη Θεσσαλονίκη επί τουρκοκρατίας (ένα τρίτο, η «Οικονομική Επιθεώρησις», δεν μας ενδιαφέρει εδώ): το πρώτο λόγιο, το δεύτερο δημοσιογραφικό, αλλά και τα δύο με ελάχιστη -και κατά κανόνα κακή- λογοτεχνική ύλη.
1913-1931
Μετά το 1912 οι συνθήκες αλλάζουν ριζικά. Η μικρή ελληνική κοινότητα αναλαμβάνει τώρα κυρίαρχο ρόλο μέσα στην ελεύθερη αλλά επαρχιακή πλέον Θεσσαλονίκη, η οποία δέχεται καθημερινά νέο αίμα, τόσο από τη νότια Ελλάδα όσο και από τις διάφορες επαρχίες του αλύτρωτου ελληνισμού.
Την πρώτη δεκαετία μετά την απελευθέρωση αρχίζουν να εμφανίζονται διάφορα ημερολόγια (ετήσιες εκδόσεις ποικίλης ύλης και με εκλαϊκευμένη λογοτεχνία), απομιμήσεις του «Μικρασιατικού Ημερολογίου» της Ελένης Σβορώνου και του «Εθνικού Ημερολογίου» του Π.Σ. Σκόκου. Τα πρώτα ημερολόγια είναι μέτρια και βραχύβια: ο «Γόρδιος Δεσμός» (1915) του Χρ. Γουγούση -όπου αναδημοσιεύονται όλα τα περιεχόμενα των «Θερμαϊκών Ημερών»!- ο «Κόσμος» (1915) του Αργ. Δρακόπουλου και το «Ημερολόγιον της Θεσσαλονίκης» (1916) του Κλέωνος Βρανά. Ακολουθούν άλλα δύο, πολύ καλύτερα, πιο συγκροτημένα και πιο μακρόβια: το «Ημερολόγων Θεσσαλονίκης» (1919-1921 και 1926-1932) της Μερόπης Τσιώμου-Βασιλικού και το «Μακεδονικόν Ημερολόγιον» (1925-1940 και 1947 έως σήμερα) του Νίκου Σφενδόνη (μετά το θάνατό του το 1971 συνεχίζεται από τα παιδιά του Γιάννη και Δήμητρα Σφενδόνη). Και τα δύο συνέβαλαν πολύ στη διάδοση της λογοτεχνίας -αλλά και της παραφιλολογίας- παρουσιάζοντας δεκάδες λόγιους και λογοτέχνες, γνωστούς και άγνωστους, Μακεδόνες και Θεσσαλονικείς· εξάλλου το πληροφοριακό και φωτογραφικό υλικό που περιέχουν είναι πολύ χρήσιμο για να γνωρίσουμε καλύτερα την παιδική ηλικία της λογοτεχνίας στη Θεσσαλονίκη.
Η δεύτερη δεκαετία μετά την απελευθέρωση αρχίζει με ένα νεανικό λογοτεχνικό περιοδικό, την «Τέχνη» (1921), του Μανώλη Μάνου και το Βασίλη Χατζηανδρέου. Μέσα από τα έξι τεύχη της άγουρης αυτής προσπάθειας είναι φανερός κάποιος ιδεαλισμός, που αποβλέπει να χαρίσει πνευματικές συγκινήσεις στους νέους και να τους ανεβάσει ψηλότερα, ενώ ο σκοπός του περιοδικού είναι να δημιουργήσει πνευματική κίνηση στη Θεσσαλονίκη. Ο χαρακτήρας της «Τέχνης» θυμίζει έντονα τη «Διάπλαση των παίδων». (Όπως το «Εθνικόν Ημερολόγιον» του Σκόκου επηρέασε όλα τα εδώ ημερολόγια, έτσι και η «Διάπλαση των παίδων» επηρέασε όλα τα εδώ νεανικά και μαθητικά περιοδικά: την «Τέχνη», το «Μακεδονόπουλο» και τη «Μακεδονική Νεολαία»), Τόσο οι δύο νεαροί διευθυντές, όσο και οι δυο τρεις ψευδώνυμοι συνεργάτες, φαίνονται ανήσυχοι αλλά είναι μάλλον ατάλαντοι. Από τους γνωστούς λόγιους συνεργάστηκαν ο Χρ. Γουγούσης και ο Αιμίλιος Ριάδης. Οι υπόλοιποι συνεργάτες είναι όλοι νέοι και τα ποικίλα γραφτά τους παρουσιάστηκαν με ψευδώνυμα και με αρχικά. Με το ψευδώνυμο Χάρης Άλσης ο Χατζηανδρέου δημοσίευσε μεταφράσεις από τον Δουμά και τον Πιερ Λουίς. Δημοσιεύτηκαν επίσης μεταφράσεις από αρχαίους Έλληνες (Λόγγο, Αρχιλόχειο) και Γάλλους (Λοτί, Βούρλων, Λεκόντ ντε Λιλ). Η γλώσσα είναι καθαρή δημοτική, χωρίς ακρότητες. Πάντως το σύνολο είναι υποτονικό.
Ένα χρόνο αργότερα, μερικοί συνεργάτες της «Τέχνης» που δε συμφωνούσαν με την αντιψυχαρική της γραμμή, έβγαλαν δικό τους περιοδικό, τα «Μακεδονικά Γράμματα» (πρώτη περίοδος 1922-1923, 17 τεύχη), με διευθυντή τον Ράδο Χατζίνας. Ο διαπλασιακός χαρακτήρας τής «Τέχνης» μεταβάλλεται τώρα σε μικρογραφία του «Νουμά», οι συνεργασίες όμως είναι κι εδώ υποτονικές, με ανούσια ψευδώνυμα και αρχικά. Συνεργάζονται οι Κ.Δ. Καραβίδας, Γ.Θ. Βαφόπουλος, Δ.Κ. Βογαζλής, Θανάσης Τζήμητρας, Κ. Τσιτσελίκης, οι μεταφραστές Νίκος και Κώστας Καστρινός και Πολύβιος Ιωαννίδης, ενώ δεν λείπουν και πολλοί Αθηναίοι: Χρ. Εσπέρας, Α.Δ. Παπαδήμας, Σίτσα Καραϊσκάκη, Απ. Ν. Μαγγανάρης, Καίσαρας Εμμανουήλ, Γ. Τσουκαλάς, Μιχ. Δ. Στασινόπουλος, Ν.Γ. Κατηφόρης, Μαρία Πολυδούρη. Τα πεζά του Χατζηνάση είναι πολύ αδύνατα. Μεταφράσεις πολλές: Θεόκριτος, Οράτιος, Αντρέγιεφ, Γκόρκι, Τιμπόρ, Στόικα, Σίλλερ, Γκαίτε, Χάινε, Γκωλσγουώρθυ, Λαμαρτίνος, Ντωντέ, Βιλλιέ ντε Λιλ Αντάμ, Μαίτερλινγκ, Πιερ Λουίς, Paul Fort, κ.ά. Η παρακολούθηση της αθηναϊκής πνευματικής ζωής γίνεται αρκετά συστηματική και το ψυχαρικό κήρυγμα προβάλλεται αγωνιστικά.
Η οικονομική καχεξία και η αντίδραση πολλών συνεργατών για τη χαμηλή ποιότητα του περιοδικού, οδήγησαν στη δεύτερη περίοδο των «Μακεδονικών Γραμμάτων» (1924, 4 τεύχη), με τη διεύθυνση του Γ.Θ. Βαφόπουλου και του Κώστα Κόκκινου. Το περιοδικό μεταμορφώνεται τώρα σε ένα ώριμο και υπολογίσιμο λογοτεχνικό έντυπο με δικό του παλμό: οι παλιοί συνεργάτες εξαφανίζονται (μαζί τους και τα ανούσια ψευδώνυμα), οι νέοι είναι όλοι σχεδόν Αθηναίοι (από τον κύκλο του περιοδικού «Μούσα», προς τον οποίο είναι προσανατολισμένος ο Βαφόπουλος μέσω του Ι.Μ. Παναγιωτόπουλου) και το πρώτο τεύχος ανοίγει με πρωτοσέλιδα ποιήματα του Καβάφη -κάτι πρωτοφανές για το κλίμα της εποχής- ενώ το τελευταίο κλείνει με ένα κομμάτι από τη «Ζωή εν τάφω» του Μυριβήλη. Η σύντομη αυτή περίοδος των «Μακεδονικών Γραμμάτων» είναι η πρώτη σοβαρή προσπάθεια για έκδοση λογοτεχνικού περιοδικού στη Θεσσαλονίκη.
Τα «Μακεδονικά Γράμματα» εξέφραζαν τους νέους και ήταν πρωτοποριακά. Τη συντηρητική διανόηση την αντιπροσώπευε ένα άλλο περιοδικό, που έβγαινε παράλληλα, η «Αυγή» (1922, 1924) του Νικολάου Λούβαρι και του Στράτη Πελεκίδη, που ήταν επιστήμονες και οι δύο (θεολόγος ο πρώτος, αρχαιολόγος ο δεύτερος). Τα δέκα τεύχη του περιοδικού περιέχουν φιλοσοφικά, θρησκευτικά και ποικίλα επιστημονικά άρθρα, ελάχιστη πρωτότυπη λογοτεχνική ύλη, αρκετές μεταφράσεις (από την Ειρήνη Ν. Λούβαρι) γερμανικών λογοτεχνημάτων, μελέτες για Βάγκνερ, Χάουπτμαν, Σολωμό, Σαπφώ, Βύρωνα κτλ. Από την «Αυγή» πρωτοπαρουσιάζεται το 1922 με διήγημα και ο Πέτρος Σπανδωνίδης. Από το περιοδικό δεν λείπει η συγκρότηση, λείπει η πνοή. Κυριαρχεί ένας γερμανικός λογιοτατισμός.
1932-1940
Και φτάνουμε στη δεκαετία του 1930, όπου η Θεσσαλονίκη, αρκετά ώριμη πια, προσπαθεί να αντιδράσει στην επαρχιακή της μοίρα δίνοντας το δυναμικότερο κομμάτι του εαυτού της.
Τον Μάρτιο του 1932 κυκλοφορεί το πρώτο τεύχος των «Μακεδονικών Ημερών», που ιδρύθηκαν από τον Πέτρο Σπανδωνίδη. Το περιοδικό είναι μηνιαίο, αποκλειστικά λογοτεχνικό, με εκλεκτικές τάσεις και έκδηλα μοντέρνο χαρακτήρα. Έχει συγκρότηση, ξέρει τι θέλει και πώς θα το πετύχει. Σκοπός του είναι «να δημιουργήσει μια παράδοση», ένα «περιβάλλον», μια «ατμόσφαιρα». Εκτός από τον Σπανδωνίδη, που διηύθυνε το περιοδικό κατά τον πρώτο και τελευταίο χρόνο της έκδοσής του, αναλαμβάνουν ενδιάμεσα διευθυντές -κάθε χρόνο και άλλοι- ο Γ. Θέμελης, ο Στέλιος Ξεφλούδας, ο Γ. Δέλιος, ο Βάσος Βασιλείου και ο Γ.Θ. Βαφόπουλος. Τακτικοί συνεργάτες είναι επίσης ο Β. Τατάκης και ο Αλκ. Γιαννόπουλος, αργότερα ο Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης και μερικοί άλλοι. Στην όλη πορεία του περιοδικού κυριαρχούν ο Σπανδωνίδης με ανήσυχα κριτικά κείμενα, ο Ξεφλούδας με πρόζες εσωτερικού μονολόγου και ο Αλκ. Γιαννόπουλος με ιδιόρρυθμα και εκκεντρικά διηγήματα. Το περιοδικό κράτησε όλες τις υποσχέσεις του: αγωνίστηκε για τη δημιουργία πνευματικής ζωής και κίνησης στη Θεσσαλονίκη, παρουσίασε νέα ταλέντα, παρακολούθησε την ξένη λογοτεχνία με διαλεχτές μεταφράσεις από τα γαλλικά, αγγλικά, ιταλικά, γερμανικά και τις βαλκανικές χώρες, οργάνωσε έρευνες για σύγχρονα πνευματικά ζητήματα, καθιέρωσε στήλες κριτικής παρακολούθησης του βιβλίου, οργάνωσε διαλέξεις, τύπωσε βιβλία και αντιδίκησε με πολλούς ντόπιους και Αθηναίους για θέματα καλλιτεχνικού προσανατολισμού. Οι μοντέρνες αναζητήσεις του περιοδικού είχαν σαν αποτέλεσμα όχι μόνο να δημιουργηθεί (και να υποδαυλισθεί) η εντύπωση της «σχολής της Θεσσαλονίκης» αλλά και να εισαχθεί στην ελληνική πεζογραφία ένα νέο είδος γραφής, ο εσωτερικός μονόλογος, που ευδοκίμησε κυρίως στη Θεσσαλονίκη, ευνοημένος από την έλλειψη παράδοσης. Το περιοδικό -με μια δεκάμηνη διακοπή το 1933 για οικονομικούς λόγους- κράτησε μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1939 και έβγαλε συνολικά 55 τεύχη, αρκετά για να το επιβάλουν στην πνευματική ζωή της Θεσσαλονίκης και στην ιστορία των ελληνικών περιοδικών -ενώ η επίδρασή του στους νεότερους υπήρξε εμφανής και έντονη. Παρόλο που η σημασία των «Μακεδονικών Ημερών» έχει αναγνωριστεί από όλους, χρειάζεται μια συστηματική μελέτη για την καλύτερη αποτίμηση της προσφοράς τους.
Ένα άλλο περιοδικό που συνέβαλε συστηματικά στη διάδοση του μοντέρνου -και που συγγενεύει αρκετά με τις «Μακεδονικές Ημέρες»- είναι το «Olimpo», δίγλωσσο όργανο της ιταλικής εθνικής εταιρείας «Dante Alighieri» (1936-1939). Το έβγαλε ο Στέλιος Ξεφλούδας (που υπήρξε διευθυντής των «Μακεδονικών Ημερών» το 1035-1936) μαζί με τον Ιταλό καθηγητή Enzio Volture. Χάρη στη συμβολή του Ξεφλούδα, το «Olimpo», ενώ προοριζόταν για όργανο προπαγανδιστικής προβολής του ιταλικού πνεύματος, μεταβλήθηκε σε ζωντανό λογοτεχνικό περιοδικό: μέσα από τα τριάντα τεύχη του παρουσιάστηκαν πολλοί Ιταλοί λογοτέχνες (μερικοί παλιοί, αλλά οι πιο πολλοί μοντέρνοι) με μεταφράσεις έργων τους και εκτενείς μελέτες γι’ αυτούς· παράλληλα δημοσιεύονταν και αρκετές μεταφράσεις από ελληνική λογοτεχνία στα ιταλικά. Η σοβαρή προσπάθεια του περιοδικού αυτού αξίζει να μελετηθεί.
Αλλά και οι συντηρητικοί λογοτέχνες δεν άργησαν να εκδώσουν δικό τους περιοδικό και να συσπειρωθούν σ’ αυτό, τόσο προπολεμικά όσο και μεταπολεμικά. Πρόκειται για τις «Μορφές» (πρώτη περίοδος 1936-1938, 15 τεύχη), που έβγαιναν από δύο φιλολόγους και λογοτέχνες: τον Βασίλη Δεδούση (διευθυντή) και τον Μπάμπη Νίντα (αρχισυντάκτη). Μαζί τους συνεργαζόταν ο Κ. Γεωργούλης, ο Ιω. Μπήτος, ο Αχ. Γεωργιάδης, η Χρυσάνθη Ζιτσαία, ο νέος ποιητής 'Ανθος Πωγωνίτης και πολλοί άλλοι Θεσσαλονικείς και Αθηναίοι. Το περιοδικό το χαρακτηρίζει χαμηλή ποιότητα και έντονη εριστικότητα. Οι συντηρητικές θέσεις των «Μορφών» -προσκόλληση στην παράδοση και τα ελληνοχριστιανικά ιδεώδη, αντίδραση στο μοντέρνο και εμπαιγμός της πρωτοπορίας- τις έφεραν σε συχνές προστριβές με τις «Μακεδονικές Ημέρες» (όπως αργότερα και με τον «Κοχλία»), Πάντως, μέσα από τις σελίδες του περιοδικού μπορεί κανείς να παρακολουθήσει την άλλη πλευρά του λόφου στην προπολεμική Θεσσαλονίκη.
Τέλος, θα άξιζε να αναφέρουμε εδώ και τους «Μήνες» του δημοσιογράφου Κ. Σνωκ (1937 -Σεπτέμβριος 1940, συνολικά 33 τεύχη). Το περιοδικό αυτό, αν και ήταν οικονομολογικό, κοινωνιολογικό και εγκυκλοπαιδικό, κατά την τελευταία χρονιά της έκδοσής του φιλοξένησε αρκετούς γνωστούς Θεσσαλονικείς ποιητές και πεζογράφους.
Παράλληλα με τα τέσσερα αυτά περιοδικά που, παρά τις διαφορές τους, αντιπροσωπεύουν το «κατεστημένο» της εποχής, βγήκαν και μερικά αξιοπρόσεκτα νεανικά περιοδικά, κυρίως μαθητικά και ένα φοιτητικό. Κι αυτά έπαιξαν ένα ρόλο στα λογοτεχνικά πράγματα της Θεσσαλονίκης.
Λίγους μήνες μετά την έκδοση των «Μακεδονικών Ημερών», ένας διαπλασιακός σύλλογος -τέτοιοι σύλλογοι υπήρχαν στη Θεσσαλονίκη αρκετοί-, η «Χαρούμενη Συντροφιά», εκδίδει το περιοδικό «Μακεδονόπουλο» (Ιούνιος 1932-Ιούνιος 1936, συνολικά 44 τεύχη). Στην πρώτη του διετία διευθύνεται από τον Μ.Δ. Γεωργίτσα (που φαίνεται πως κι αυτός προέρχεται από τον κύκλο της «Τέχνης»), Το «Μακεδονόπουλο» αποτελεί μικρογραφία της «Διαπλάσεως των παίδων», αρχίζοντας από το εικονογραφημένο περιπετειώδες μυθιστόρημα και φτάνοντας στις μικρές αγγελίες και τα πειράγματα των συνεργατών με τα παιγνιώδη ψευδώνυμα. Εκτός από τις απαραίτητες αναδημοσιεύσεις, το περιοδικό παρουσιάζει (με ψευδώνυμα και με αρχικά) πρωτόλεια της συντροφιάς (Νίκου Π. Πάνου, Λεωνίδα Ρήγα, Κωνστ. X. Γρόλλιου, Βασ. Καλεύρα, Θέτιδος Φραντζή κ.ά.). Στη δεύτερη διετία, η «Χαρούμενη Συντροφιά» φαίνεται ότι διασπάται και το περιοδικό περνάει στα χέρια του Νίκου Π. Πάνου. Χωρίς να εγκαταλειφθούν τα τυπικά διαπλασιακά χαρακτηριστικά, δημοσιεύονται τώρα και συνεργασίες γνωστών Αθηναίων λογοτεχνών έτσι το περιοδικό έγινε πιο ζωντανό και ενδιαφέρον, αφήνοντας πίσω του τις συμπαθείς μαθητικές προσπάθειες. Τέλος, ο σταθερός του προσανατολισμός προς τη λογοτεχνία είχε σαν αποτέλεσμα να εγκαταλειφθεί ο τίτλος του «Μακεδονόπουλου» και να βγει ένα νέο περιοδικό με τον τίτλο «Νέα Πνοή».
Αλλά και ο Γεωργίτσας, μετά τη διάσπαση της «Χαρούμενης Συντροφιάς», δεν έμεινε άπρακτος: ίδρυσε νέο διαπλασιακό σύλλογο, τη «Σαλονικιώτικη Παρέα», και έβγαλε άλλο περιοδικό, τη «Μακεδονική Νεολαία» (Ιούλιος 1934-1937, 33 τεύχη). Το νέο αυτό περιοδικό, στα δύο πρώτα χρόνια του συνέχισε την παλιά γραμμή του «Μακεδονόπουλου», με τα παιδικά ψευδώνυμα και την ενδοσυνεργασιακή αλληλογραφία (συνεργάτες, οι πιο πολλοί του «Μακεδονόπουλου»: Κωνστ. X. Γρόλλιος, Μύρρα Αλόη, Μόνα Λίζα, Μαρίκα Γεωργίτσα). Αργότερα, όμως, μη μπορώντας να μείνει ανεπηρέαστο από τη ζωντανή και ανανεωτική προσπάθεια του Πάνου, άρχισε κι αυτό να ρίχνει το βάρος στην τρέχουσα λογοτεχνία, με αναδημοσιεύσεις και δημοσιεύσεις λογοτεχνικών έργων, κυρίως αθηναϊκής προέλευσης.
Η «Νέα Πνοή» του Πάνου (Ιούλιος 1936-1938, συνολικά 16 τεύχη) αποτελεί μια από τις πιο αξιόλογες νεανικές προσπάθειες, τόσο για την ποιότητα όσο και για τη μαχητικότητά της· η γνωστή προπαρασκευή με το «Μακεδονόπουλο» απέδωσε τους καρπούς της. Δημοσιεύουν ταχτικά ο Λεωνίδας Ρήγας (και με το ψευδώνυμο Ψιλολόγος), ο Νίκος Πάνος, η Μύρρα Αλόη, ο Φραγκίσκος Κορονέλλος, ο Κίμων Παλαιολόγος, οι μεταφραστές Αβραάμ Ν. Παπάζογλου, Α. Μυστακίδης καθώς και πολλοί Αθηναίοι. Πάντως, μέσα από το στενό πυρήνα του περιοδικού δεν μπόρεσε να ξεχωρίσει κανένα αξιόλογο ταλέντο.
Περιοδικό νέων, με την ίδια περίπου ζωντάνια και ποιότητα της «Νέας Πνοής» αλλά με περισσότερο ενθουσιασμό και λιγότερη συγκρότηση υπήρξαν και οι βραχύβιες «Μακεδονικές Σελίδες» (Ιούνιος-Αύγουστος 1937, δύο τεύχη). Κι εδώ πολλά γνωστά ονόματα από Αθήνα και Θεσσαλονίκη αλλά ο στενός πυρήνας του περιοδικού (Θάνος Μεγγρέλης, Μίκης Π. Νούσιας, Φώτος Λυκαύγης) εξαντλείται σε υποσχέσεις.
Παράλληλα εκδίδεται και το πρώτο φοιτητικό περιοδικό, «Οι Νέοι» (Απρίλης 1936-Φλεβάρης 1937, 9 τεύχη), που το έβγαζε μια παρέα φοιτητών και το διηύθυνε ο Κώστας Δ. Μαρινάκης.
Ως φοιτητικό περιοδικό αλλά και ως προσπάθεια νέων δεν είναι ικανοποιητικό. Οι πιο πολλές σελίδες του καλύπτονται από άρθρα καθηγητών πανεπιστημίου -τα πιο πολλά, πρόχειρα και με τη γνωστή συγκαταβατικότητα- και μελέτες πάνω σε διάφορα επιστημονικά ή λαογραφικά θέματα. Η λογοτεχνική ύλη είναι λιγοστή κι όχι καλή. Πάντως, οι βασικοί συνεργάτες (Κώστας Μαρινάκης, Στυλ. Βασιλειάδης, Τάκης Στουγιαννάκης και Λούλης Ποζιόπουλος) θα βγάλουν αργότερα ένα άλλο περιοδικό, τα «Μακεδονικά Γράμματα», ενώ ο Κωνστ. X. Γρόλλιος και ο Φώτης Πέτσας θα γίνουν καθηγητές πανεπιστημίου κόβοντας τους δεσμούς τους με τη λογοτεχνία. Το κυριότερο, ωστόσο, χαρακτηριστικό της συντροφιάς των «Νέων» είναι ότι ρέπουν περισσότερο προς τη μελέτη και το δοκίμιο και λιγότερο προς τη δημιουργική λογοτεχνία.
Με τα εννιά αυτά περιοδικά κλείνει η χρυσή δεκαετία 1930-1940, που έβαλε τις βάσεις για μια λογοτεχνική παράδοση στη Θεσσαλονίκη.
ΓΕΡΜΑΝΙΚΗ ΚΑΤΟΧΗ
Η πληθώρα αυτή των λογοτεχνικών περιοδικών σταματάει απότομα με τον πόλεμο και την κατοχή. Μέσα στη μαύρη αυτή νύχτα, που ο καθένας αγωνίζεται πώς να γλιτώσει από την πείνα και τις στερήσεις, είναι θαύμα το ότι βγαίνουν τρία περιοδικά.
Τα «Μακεδονικά φύλλα» του Μανώλη Σμυρλή (Δεκέμβριος 1951 - Δεκέμβριος 1942) τυπώνονται στη Θεσσαλονίκη, κυκλοφορούν όμως σχεδόν αποκλειστικά στη Βέροια, ιδιαίτερη πατρίδα του εκδότη. Είναι περιοδικό λογοτεχνικό και πατριωτικό. Στο χριστουγεννιάτικο τεύχος του 1942 που είδα, δημοσιεύονται διάφορα ποιήματα γνωστών ελλήνων ποιητών, δημοτικά τραγούδια, σκέψεις του Ίωνα Δραγούμη, διήγημα του Κ. Τσιτσελίκη και συνεργασίες των Κ. Σνωκ, Βασ. Δεδούση, Γ. Μπακαλάκη, Απ. Βακαλόπουλου, Γ. Κατσαμπή και ανυπόγραφα σημειώματα του Μανώλη Σμυρλή.
Τα «Μακεδονικά Γράμματα» (Ιανουάριος-Οκτώβριος 1944, 9 τεύχη) τα βγάζει η ίδια περίπου συντροφιά που έβγαζε προπολεμικά τους «Νέους» (με διευθυντή και πάλι τον Κώστα Δ. Μαρινάκη), σε μια προσπάθεια να δώσει το παρόν στους δύσκολους καιρούς και να συσπειρώσει τις πνευματικές δυνάμεις της πόλης. Πράγματι, εκτός από τους στενούς συνεργάτες (Κώστα και Παν. Μαρινάκη, Νικ. Γεωργιάδη, Στυλ. Βασιλειάδη, Δούλη Ποζιόπουλο, Γ. Τσιτσιμπίκο, Τ. Στουγιαννάκη, Π. Στασινόπουλο, Άνθο Πωγωνίτη), συνεργάζονται και αρκετοί από τις «Μακεδονικές Ημέρες» (Δέλιος, Θέμελης, Βαφόπουλος) και τις «Μορφές» (Δεδούσης, Νίντας), ενώ παράλληλα εμφανίζονται και νέοι: ο Φώτης Πράσινης, ο Παρασκευάς Μηλιόπουλος, η μεταφράστρια Καίτη Μοσχονά-Ποζιοπούλου κ.ά. Μέσα στή νέκρά της κατοχής, το περιοδικό αυτό υπήρξε μια πνευματική όαση, παρόλο που τα περιεχόμενά του δεν είναι πάντοτε καλά και τους λείπει η ζωντάνια.
Τέλος, το «Ξεκίνημα» (Φλεβάρης-Νοέμβρης 1944, τεύχη 11) είναι άγουρο αλλά ζωντανό και μαχητικό. Όργανο του Εκπολιτιστικού Ομίλου Πανεπιστημίου, βγαίνει από μια ομάδα επονιτών φοιτητών, που αργότερα όλοι τους θα αφιερωθούν στην ποίηση: Θανάσης Φωτιάδης, Μανόλης Αναγνωστάκης, Κλείτος Κύρου, Πάνος Θασίτης, Γιώργος Καφταντζής. (Οι πιο πολλοί αργότερ'α, το 1959, θα συνεργαστούν στο περιοδικό του Αναγνωστάκη «Κριτική»), Μέσα από τις σελίδες του «Ξεκινήματος» παρακολουθούμε την αγωνιστική φοιτητική ζωή και τα προβλήματα της εποχής. Πάντως, αν και οι λογοτεχνικές συνεργασίες είναι κάπως αδύνατες, η σημασία του περιοδικού ως φυτώριου μιας ομάδας που επρόκειτο να προσφέρει πολλά στην ποίησή μας είναι φανερή.
1945-1954
Και ερχόμαστε στην πρώτη μεταπολεμική δεκαετία, που είναι τόσο γόνιμη και δημιουργική όσο και η τελευταία προπολεμική δεκαετία. Τα κυριότερα περιοδικά που κυκλοφορούν τώρα είναι ο «Κοχλίας», οι «Μορφές» και τα «Μακεδονικά Γράμματα».
Η έκδοση του «Κοχλία» (Δεκέμβριος 1945-Ιανουάριος 1948) αιφνιδίασε. Τα ονόματα των τριών συνδιευθυντών (Γιώργης Κιτσόπουλος, Λευτέρης Κονιόρδος, Γιάννης Σβορώνος) ήταν άγνωστα στους πνευματικούς κύκλους. Ωστόσο ψυχή του περιοδικού υπήρξε ο Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, ο οποίος φαίνεται ότι, τουλάχιστον δέκα χρόνια πριν, σχεδίαζε την έκδοση ενός περιοδικού με πολλές αξιώσεις και έντονη ιδιομορφία' αυτό το βλέπουμε από τη δημοσιευμένη αλληλογραφία του με τον Στρατή Δούκα, όταν σχέδιαζαν να βγάλουν το «Τρίτο Μάτι». Άλλωστε, τα πρώτα τεύχη του περιοδικού αυτού προαναγγέλλουν τον «Κοχλία». Εκτός από τον Πεντζίκη και τους συνδιευθυντές, την κλειστή ομάδα του «Κοχλία» την αποτελούσαν η Ζωή Καρέλλη, ο Γ. Θέμελης, ο Τάκης Βαρβιτσιώτης, ο Τάκης Ιατρού και ο Κάρολος Τσίζεκ. Η Καρέλλη είναι η σημαντικότερη μορφή μετά τον Πεντζίκη. Ο Κιτσόπουλος δημοσιεύει και με το ψευδώνυμο Γιάννης Άδραστος. Ο Θέμελης, που προπολεμικά ήταν όλο αβέβαιες αναζητήσεις, με τον «Κοχλία» βρήκε τον εαυτό του στη μοντέρνα ποίηση. Οι εταίροι αποτελούσαν δύο ευδιάκριτες ομάδες: τους υπαρξιακούς (Πεντζίκης-Καρέλλη) και τους λυρικούς (Θέμελης-Βαρβιτσιώτης). Συγκεντρώνονταν τακτικά και αλληλοκριτικάρονταν -κάτι που δεν είχε ξαναγίνει ώς τότε. Ό «Κοχλίας» ήταν μηνιαίο λογοτεχνικό και καλλιτεχνικό περιοδικό, με ιδιαίτερα επιμελημένη και μοντέρνα εμφάνιση (που οφείλονταν στο ζωγράφο καί γραφίστα Γιάννη Σβορώνο). Στα 22 τεύχη του είναι φανερή η προσπάθεια για μια ισορροπία ανάμεσα στο μοντέρνο και την παράδοση, και παράλληλα ένα ισοζύγιασμα στα πρωτότυπα κείμενα και τις μεταφράσεις. Παράδοση για τον «Κοχλία» είναι η αρχαία ελληνική, βυζαντινή και νεότερη λογοτεχνία. Έτσι, κείμενα του Τερτυλλιανού και του Συμεών του Νέου Θεολόγου μπορούν να μπαίνουν πλάι πλάι σε κομμάτια του Τζον ντος Πάσσος και του Ζαν Πωλ Σάρτρ. Οι μεταφράσεις, σχεδόν πάντα, είναι συλλογικές -μια, επίσης, από τις πρωτοτυπίες του περιοδικού. Ο εκλεκτικός και πρωτοποριακός χαρακτήρας του «Κοχλία» δημιούργησε πολλές αντιδράσεις· (χαρακτηρίστηκε περιοδικό σουρεαλιστικό, όργανο ανισόρροπων, έντυπο αριστοκρατικό κτλ). Αντίθετα οι νέοι, μέσα στην ασφυξία του επαρχιακού κομφορμισμού, τον δέχτηκαν με χαρά και ανταποκρίθηκαν στο μήνυμά του: η «Διαγώνιος» λ.χ. εφάρμοσε πολλά από τα διδάγματά του. Γενικά ο «Κοχλίας» υπήρξε το πιο αξιόλογο μεταπολεμικό περιοδικό στα γράμματά μας και γι’ αυτό αξίζει να μελετηθεί συστηματικά.
Από το άλλο στρατόπεδο οι «Μορφές» που ξαναβγήκαν το 1946 σε δεύτερη περίοδο (με διευθυντή και πάλι τον Βασίλη Δεδούση και αρχισυντάκτη τον Χρήστο Ντάλια) και συνέχισαν μέχρι το 1954 (75 τεύγυ), διατηρούν τον επαρχιακό, συντηρητικό και ελληνοχριστιανικό χαρακτήρα που είχαν προπολεμικά. Συνεργάτες: Μπάμπης Νίντας, Ηλίας Κατσόγιαννης, Αχ. Γεωργιάδης, Χρυσάνθη Ζιτσαία, Θανάσης Κυριαζής, Τάκης Γκοστόπουλος κ.ά. Οι «Μορφές» ανέπτυξαν έντονη δραστηριότητα (εκδόσεις, διαλέξεις, συνεστιάσεις, σύμπτυξη σωματείου υποστηρικτών του περιοδικού, διάδοση ενός δόγματος με τον τίτλο «Το μήνυμα της Θεσσαλονίκης» κτλ.). Πέρα από αυτά -τα όχι και πολύ σοβαρά- οι «Μορφές» εξακολούθησαν τον αγώνα τους εναντίον του μοντερνισμού αντιδικώντας προπάντων με τον «Κοχλία». Κι όμως αυτό δεν εμπόδισε τον Δεδούση, σε μια απόπειρα συμφιλίωσης μεταξύ όλων των λογοτεχνών της Θεσσαλονίκης που έγινε την άνοιξη του 1949, να προσφέρει στέγη στους ήδη άστεγους εταίρους του «Κοχλία», πράγμα που το αποδέχτηκε ο Πεντζίκης. Έτσι, από τον Ιούνιο του ίδιου έτους, οι «κοχλιακοί» (εκτός από τον Θέμελη και τον Βαρβιτσιώτη) συνεργάστηκαν μόνιμα με τις «Μορφές» καλύπτοντας σε κάθε τεύχος ένα τυπογραφικό φύλλο, στα περιεχόμενα του οποίου δεν είχε καμιά ανάμιξη ο Δεδούσης. Αυτό κράτησε ώς το τέλος. Τα τεύχη των «Μορφών», μέσα στα οποία επιβιώνει ο «Κοχλίας» -έστω και αγνώριστος ως προς την τυπογραφική εμφάνιση-παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον.
Τα «Μακεδονικά Γράμματα» του Μαρινάκη ξαναβγήκαν ένα χρόνο μετά την κατοχή και, με μερικά κενά, συνέχισαν την έκδοσή τους μέχρι το 1952 (17 τεύχη). Κοντά στους παλιούς συνεργάτες προστίθενται τώρα και οι Μιχ. Τσιτσικλής και Γ.Ξ. Στογιαννίδης. Συνεργάζονται επίσης και αρκετοί από τις «Μακεδονικές Ημέρες» (κυρίως ο Πέτρος Σπανδωνίδης), από τον «Κοχλία», καθώς και από τις «Μορφές» (πριν από τη ρήξη των δύο περιοδικών το 1948). Κυριαρχούν τα κείμενα κριτικής και δοκιμίου, από τα οποία ξεχωρίζουν οι μελέτες του Σπανδωνίδη και του Κ. Μαρινάκη. Παρ’ όλα αυτά, τα «Μακεδονικά Γράμματα» δεν μπόρεσαν να παρουσιάσουν δικά τους ταλέντα ούτε είχαν δικό τους πρόσωπο.
Μεταξύ των υπολοίπων περιοδικών της δεκαετίας αναφέρουμε τη «Σύγχρονη Σκέψη» του Γ. Στουγιαννάκη (1945), τον «Πυρσό» των Αποφοίτων του Πειραματικού (1953-1955) και τα «Φοιτητικά Γράμματα» του Κίμωνα Οικονόμου (1955-1957).
1955-1970
Κατά την περίοδο αυτή κυκλοφορούν τρία σημαντικά περιοδικά που δίνουν νέο πρόσωπο σε παλιές ομάδες: η «Νέα Πορεία» που συνεχίζει τις «Μορφές», η «Διαγώνιος» που συγγενεύει με τον «Κοχλία» και η «Κριτική» που προέρχεται από τον κύκλο του «Ξεκινήματος».
Η «Νέα Πορεία» (1955 ώς σήμερα) είναι το μακροβιότερο λογοτεχνικό έντυπο της Θεσσαλονίκης μετά το «Μακεδονικόν Ημερολόγιον». Ιδρύθηκε τον Μάρτιο του 1955 από τον αρχισυντάκτη των «Μορφών» Χρίστο Ντάλια και φαίνεται πως φιλοδοξούσε να τις συνεχίσει με τον ίδιο κύκλο συνεργατών. Ωστόσο η συμμετοχή του Τηλέμαχου Αλαβέρα, στην αρχή ως αρχισυντάκτη και αργότερα ως ουσιαστικού διευθυντή, είχε σαν αποτέλεσμα να υπάρξουν βασικές διαφοροποιήσεις στη γραμμή του περιοδικού: η παλιά φρουρά σιγά σιγά παραμερίστηκε, εμφανίστηκαν νέοι και σοβαρότεροι συνεργάτες (Θεσσαλονικείς και Αθηναίοι), δόθηκε περισσότερη σημασία στην κριτική του βιβλίου και στις κριτικές καμπάνιες, και συσπειρώθηκαν στο περιοδικό οι περισσότεροι από τους παλιούς συνεργάτες των «Μακεδονικών Ημερών», των «Μορφών», του «Κοχλία» ακόμη και του «Ξεκινήματος». Κυριότεροι συνεργάτες υπήρξαν ο Τηλέμαχος Αλαβέρας, ο Παύλος Παπασιώπης, ο Γιώργος Μουρέλλος, ο Σαράντος Παυλέας, ο Κώστας Στεργιόπουλος, ο Μ. Μερακλής, ο Γ. Σφακιανάκης, ο Μάρκος Μέσκος, ο X. Μπακιρτζής, η Ρούλα Αλαβέρα, ο Γ. Μέλφος, ο Βάγιος Μπαγλάνης κ.ά., ενώ μερικοί από τους τακτικούς συνεργάτες γράφουν συχνά με τα ψευδώνυμα Π. Κορφής, Παύλος Αγγέλου Κομνηνός, Ε. Μαυρουδής, Κ. Μιχαήλ, Β. Νησιώτης κ.ά. Έτσι η «Νέα Ποιρεία», χάρη στη μετριοπάθεια του διευθυντή της, επέτυχε να καλύψει ένα ευρύτατο φάσμα προσώπων και κατευθύνσεων -κάτι ανάλογο δηλαδή με τη «Νέα Εστία». «Ωστόσο», όπως γράφει ο Μανόλης Αναγνωστάκης, «δε διαμόρφωσε ποτέ μια φυσιογνωμία ούτε πρωτοποριακού ούτε συντηρητικού λογοτεχνικού εντύπου».
Από το άλλο στρατόπεδο, η «Διαγώνιος», του Ντίνου Χριστιανόπουλου φιλοδόξησε να συνεχίσει το αυστηρό και εκλεκτικό παράδειγμα του «Κοχλία». Η «Διαγώνιος», λογοτεχνικό και καλλιτεχνικό περιοδικό, που έβγαινε με την καλλιτεχνική επιμέλεια του Κάρολου Τσίζεκ, διήνυσε τέσσερις γόνιμες πενταετίες (1958-1962, 1965-1969, 1972-1976 και 1979-1983), που χωρίζονταν μεταξύ τους από διετείς περιόδους «αγρανάπαυσης», για να γίνεται πιο συστηματικά η αυτοκριτική και η ανανέωση (αυτό υπήρξε ένα νέο στοιχείο στην ιστορία των λογοτεχνικών περιοδικών). Με στόχο την αυστηρή ποιότητα, την ανένδοτη εντιμότητα και την αισθητική εμφάνιση, και χωρίς ιδιαίτερες αισθητικές ή ιδεολογικές κατευθύνσεις, η «Διαγώνιος» ξεκίνησε ως όργανο μιας ομάδας νέων (Ντίνος Χριστιανόπουλος, Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου, Γιώργος Ιωάννου, Κάρολος Τσίζεκ, Ηλίας Πετρόπουλος), στους οποίους σιγά σιγά προστέθηκαν και πολλοί άλλοι: Νίκος Καχτίτσης, Παν. Μουλλάς, Θεοδώρα Ντάκου, Τάσος Κόρφης, Κώστας Ριτσώνης, Σάκης Παπαδημητρίου, Τόλης Καζαντζής, Βασίλης Καραβίτης, Περικλής Σφυρίδης, χωρίς να λείψει η φιλοξενία καθιερωμένων λογοτεχνών, ντόπιων (κυρίως «κοχλιακών») και μη (Στρατή Δούκα, Γιάννη Σκαρίμπα, Οδυσσέα Ελύτη κ.ά.) Επίσης δόθηκε μεγάλη σημασία στην παρουσίαση καλλιτεχνών. Η παράλληλη προσπάθεια με τις «Εκδόσεις Διαγώνιου» (από το 1962), τη Μικρή Πινακοθήκη «Διαγώνιος» (από 1974) και το φυλλάδιο «Κόσκινο» (από το 1968 ώς το 1980) ολοκληρώνει την προσφορά του περιοδικού στον λογοτεχνικό και καλλιτεχνικό χώρο (60 τεύχη), προσφορά που συνεχίζεται και μετά το σταμάτημα της έκδοσής του.
Δυναμικό και συγκροτημένο περιοδικό υπήρξε και η «Κριτική» του Μανόλη Αναγνωστάκη (1959-1961, 13 τεύχη), που βαραίνει πολύ μεταξύ των λογοτεχνικών εντύπων της Θεσσαλονίκης. Εκτενή και υπεύθυνα άρθρα καλύπτουν λογοτεχνικά και καλλιτεχνικά θέματα ιδωμένα με έναν ανανεωτικό κοινωνικό και ιδεολογικό προβληματισμό, πρωτοποριακό για την εποχή. Συνεργάζονται τα μέλη της παλιάς φρουράς του «Ξεκινήματος» (Μανόλης Αναγνωστάκης, Κλείτος Κύρου, Πάνος Θασίτης), προστίθενται όμως και άλλοι (Νόρα Αναγνωστάκη, Μανόλης Λαμπρίδης, Παν. Μουλλάς).
Από την περίοδο αυτή αξίζει να αναφέρουμε δυο ακόμη περιοδικά κριτικής: την «Τέχνη στη Θεσσαλονίκη», όργανο της Μακεδονικής καλλιτεχνικής Εταιρείας «Τέχνη», που βγήκε από το 1956 ώς το 1963 και κάλυψε με ανυπόγραφα κριτικά σημειώματα (των Λίνου Πολίτη, Παύλου Ζάννα, Μανώλη Ανδρόνικου, Μωρίς Σαλτιέλ κ.ά.) ολόκληρο τον καλλιτεχνικά χώρο της Θεσσαλονίκης· και τον «Διάλογο» του Βασίλη Φράγκου (1962-1963), με περσοναλιστικές κατευθύνσεις και καλά κείμενα, χωρίς ωστόσο την ύπαρξη ιδιαίτερου πυρήνα συνεργατών.
1971-1985
Βασικό περιοδικό της δεκαπενταετίας αυτής υπήρξε το «Τραμ» του Δημήτρη Καλοκύρη, που βγήκε σε πρώτη περίοδο το 1971-1972 με εκδότρια τη Μαρώ Καρδάκου (τεύχη 5· το έκλεισε η δικτατορία) και σε δεύτερη περίοδο το 1976-1979 με εκδότη τον Γιώργο Κάτο (τεύχη 11). Το «Τραμ» υπήρξε λογοτεχνικό και καλλιτεχνικό όργανο της νεότερης γενιάς (Δημήτρης Καλοκύρης, Αλέξανδρος Ίσαρης, Πάνος Θεοδωρίδης, Γιώργος Χουλιάρας, Αλεξάνδρα Δεληγιώργη, Μανόλης Ξεζάκης), με κάποιες νεοϋπερρεαλιστικές τάσεις και με αρκετή φιλοκαλία στην έκδοση (που οφείλεται στον ίδιο τον Καλοκύρη). Η προσπάθεια αυτή του Καλοκύρη συνεχίστηκε αργότερα και στην Αθήνα με την έκδοση του περιοδικού «Χάρτης».
Εδώ πρέπει να αναφερθεί και το περιοδικό «Ausblicke», που έβγαζε η Hannelore Ochs (1970-1979, 28 τεύχη). Παρά τον ξενόγλωσσο τίτλο, το περιοδικό δεν είχε, ξενόγλωσσα κείμενα· παρουσίαζε μεταφράσεις έργων από τη σύγχρονη γερμανική λογοτεχνία (κάτι ανάλογο με το προπολεμικό «Olimpo», που παρουσίαζε μεταφράσεις από την ιταλική λογοτεχνία), ενώ παράλληλα φιλοξενούσε και νέους Έλληνες λογοτέχνες. Η Hannelore Ochs πλαισιώνονταν από μια μεταφραστική ομάδα που την αποτελούσαν η Νόρα Πυλόρωφ-Προκοπίου, ο Αλέξανδρος Ίσαρης, η Κατερίνα Ψάλτου κ.ά. Μετά το κλείσιμο του περιοδικού η Ochs εξακολούθησε τη συνεργασία της με τη «Διαγώνιο», όπου, με μεταφράστριες την Κατερίνα Ψάλτου, την Κλειώ Ζαφρανά κ.ά., παρουσίαζε σε κάθε τεύχος κι από έναν τομέα της σύγχρονης γερμανικής λογοτεχνίας (λ.χ. γραπτά εργατών, γυναικών, φυλακισμένων, αναρχικών κλπ.).
Τρία ακόμη περιοδικά παρουσιάζουν ενδιαφέρον:
Ο «Εξάντας» του Μάκη Τρικούκη (1972, δύο τεύχη). Στη βραχύβια ζωή του προσπάθησε να συνεχίσει την ανανεωτική και πρωτοποριακή γραμμή της «Κρητικής» δημοσιεύοντας αξιόλογες μελέτες της εκδοτικής ομάδας (Μάκη Τρικούκη, Β. Καλλιπολίτη, Τ. Σιμώτα) και άλλων συνεργατών (Θανάση Παπαδόπουλου, Νόρας Αναγνωστάκη, Τόλη Καζαντζή, Ξ.Α. Κοκόλη).
Ο «Κώδικας» του Χάρη Καμπουρίδη (1975-1979, 4 τεύχη). Στα δυο πρώτα τεύχη του -πριν γίνει επιστημονικό όργανο σημειωτικής- δημοσίευσε ενδιαφέροντα μελετήματα της εκδοτικής ομάδας (Χάρη Καμπουρίδη, Σάββα Λ. Τσοχατζίδη) καθώς και άλλων (Βάσως Τοκατλίδου-Παναγιωτίδου, Παναγιώτη Σ. Πίστα).
Η «Ροτόντα» του Γιάννη Αναγνωστάκη (1970-1971 και 1978, 4 τεύχη). Περιοδικό χωρίς ραχοκοκκαλιά αλλά με μερικά αξιόλογα κείμενα, κυρίως παλαιότερων συγγραφέων.
Και ο επίλογος: Σήμερα κυκλοφορεί ένα μόνο λογοτεχνικό περιοδικό, η «Νέα Πορεία» -που συμπλήρωσε τριάντα χρόνια ζωής- αλλά κι αυτό σε όχι πολύ τακτικά διαστήματα.
ΔΙΑΒΑΖΩ
ΔΕΚΑΠΕΝΘΗΜΕΡΗ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ
ΤΕΥΧΟΣ 128
8 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 1983


from ανεμουριον https://ift.tt/2J6TAwu
via IFTTT
Από το Blogger.