Ο ΜΙΚΗΣ ΘΥΜΑΤΑΙ...

ΤΑ ΠΑΙΔΙΚΑ ΧΡΟΝΙΑ ΣΤΗΝ ΕΠΑΡΧΙΑ 1925-1943

Από κείνο που λέμε "μουσική υποδομή", η Ελλάδα, ιδιαίτερα εδώ και μισόν αιώνα, δεν είχε ίχνος... Συμφωνικές ορχήστρες. Χορωδίες. Συναυλίες. Ωδεία. Μουσικές εκδόσεις. Όλ' αυτά, πράγματα άγνωστα στην ελληνική επαρχία. Ούτε φυσικά υπήρχε και ραδιόφωνο, για να έχεις, όπως σήμερα, διάφορα μουσικά ακούσματα.
Κι εγώ υπήρξα γέννημα θρέμμα αυτής της άγνωστης γης, της μυθικής χώρας, που λέγεται ελληνική επαρχία. Δείτε πίνακα πόλεων και ημερομηνιών, για να καταλάβετε καλύτερα: Γεννήθηκα στη Χίο. Έτος 1925. Μετά: Μυτιλήνη, 1925 - 1928. Σύρος και Αθήνα, 1929, Γιάννενα 1930 - 1932. Αργοστόλι, 1933 - 1936. Πάτρα, 1937 -1938. Πύργος, 1938- 1939. Τρίπολη, 1939- 1943. Αθήνα, 1943. (...) Στη δική μου περίπτωση, δηλαδή του παιδιού που ανήκει σε οικογένεια δημοσίου υπαλλήλου, το πολιτιστικό, πνευματικό, καλλιτεχνικό και ειδικά το μουσικό χάος ήταν απόλυτο. Γιατί σε αντίθεση με το παιδί που μένει μόνιμα στο χωριό ή στην πόλη και που έχει ένα σταθερό σημείο αναφοράς - έστω χαμηλό και ανεπαρκές - το παιδί που ξεριζώνεται διαρκώς δεν προφταίνει να αφομοιώσει τίποτα. Γι' αυτό μίλησα για χάος (...) Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι το παιδί του χωριού - ιδιαίτερα - αφομοίωνε πλήρως όλο το παραδοσιακό οπλοστάσιο: τραγούδια, χορούς, παραμύθια, ζωγραφιές. Αυτό, για μένα τουλάχιστον, παρέμεινε άγνωστο... Ασφαλώς, κάπου κάτι θ' άκουσα. Όμως δεν έμεινε χαραγμένο μέσα μου τίποτα ή σχεδόν τίποτα. Τι έφτανε Το αθηναϊκό αστικό τραγούδι της εποχής. Τραγούδια κανταδορίστικα, ευρωπαϊκά που κατά προτίμηση τραγουδούσαν στο σπίτι μας οι πρόσφυγες της Σμύρνης και του Τσεσμέ. Σπάνια αυτά που λέμε σήμερα σμυρναίικα τραγούδια. Ίσως γιατί αυτά τα τραγουδούσαν "οι φτωχοί" στις συνοικίες της Σμύρνης, είτε "οι περιθωριακοί", και επομένως είχαν το στίγμα της αμαρτίας.
Οι βυζαντινές και βυζαντινίζουσες μελωδίες μέσα στο σπίτι και αργότερα στην εκκλησία. Οι καντάδες στο Αργοστόλι. Και, όπως είπα, η μουσική των δίσκων που διέθετα και από την οποία, την πιο βαθιά εντύπωση μου προξένησαν, ως φαίνεται, τα Βαλς του Στράους και τα αθηναϊκά ή ευρωπαϊκά τραγούδια, σε στυλ καντάδας, όπως λ.χ., το "Είναι μεσάνυχτα και η φύση ησυχάζει κι ένας νέος που σπαράζει". (...) Ο θείος Αντώνης μας έφερε από την Αίγυπτο ένα ΓΡΑΜΜΟΦΩΝΟ! Ένα καταπληκτικό γραμμόφωνο που κούρδιζε φυσικά με το χέρι και είχε το μεγάφωνο ενσωματωμένο στο ίδιο το κουτί (...) Στη μέση η κόκκινη ετικέτα με το σκυλάκι, που ακούει μουσική από το χωνί. His master's voice... Γρήγορα έγινα ο αποκλειστικός χειριστής του διαβολικού οργάνου. Βούρτσιζα επιμελώς τους δίσκους - κούρδιζα - έβαζα προσεχτικά τη βελόνα, να μη γρατσουνίσει, και ωπ! φύγαμε... Τα ζευγάρια μπροστά μου υπακούανε πρόθυμα στους ρυθμούς (...) Το ένα άλμπουμ είχε μόνο μουσική χορού. Όλα τα σουξέ, τζαζ εκείνης της εποχής. Το άλλο είχε βιεννέζικη μουσική (...), καθώς και τα ελληνικά τραγούδια. Και το τρίτο, άριες από ιταλικές όπερες. Τη Νόρμα του Μπελίνι.

ΠΑΡΙΣΙ 1954- 1960

Από τους πρώτους μήνες της παραμονής μου στο Παρίσι το 1954 ένιωθα σαν το φίδι που χάνει το δέρμα του.
Μονάχα που εγώ κουβαλούσα μαζί μου περισσότερα δέρματα. Λιποθυμίες, πονοκέφαλοι και άγχη, κληρονομιές των ταλαιπωριών, άρχισαν να με εγκαταλείπουν μαζί με τους φόβους, τις αμφιβολίες και την έλλειψη τόλμης στη δουλειά μου. Το όνειρό μου να γράψω μια μουσική εντελώς προσωπική, αδέσμευτη, τολμηρή -για μια φανταστική, θα 'λεγα, ορχήστρα, με φανταστικούς εκτελεστές και φυσικά με φανταστικούς ήχους - γινόταν μέρα με τη μέρα πραγματικότητα (...).
Η Γαλλία είναι ένα πλούσιο βιομηχανικό έθνος. Έχει μεγάλη πνευματική παράδοση. Γερό εκπαιδευτικό σύστημα. Και οπωσδήποτε ανεβασμένη κουλτούρα. Και όμως σε τρομάζει η εκπληκτική αδιαφορία του αληθινού κοινού για τα προβλήματα της τέχνης και ιδιαίτερα της μουσικής. Τότε για ποιον δημιουργούν όλοι αυτοί οι νέοι "επαναστάτες"; Για μια χούφτα σνομπ μυημένους ή για την αθανασία; Υπήρχαν μπροστά μου δυο προβλήματα, που το ένα ήταν σφιχτά δεμένο με το άλλο. Έτσι έφτασα σιγά σιγά σε μια βαθιά και ριζική αναθεώρηση όλων των αντιλήψεών μου για την Τέχνη. Ξετίναξα από πάνω μου όλες τις αράχνες από μια ωδειακή παιδεία που μας έδειχνε το μεγάλο δημιουργό κάτω από ένα ψεύτικο πρίσμα: Ο απόκοσμος μεγαλοφυής που ξεκομμένος από το κάθε τι, δημιουργεί για την αθανασία! Αντίθετα, η σωστή μελέτη της ζωής όλων των μεγάλων καλλιτεχνιών και γενικότερα των πνευματικών ανθρώπων μας δείχνει ότι τόσο το έργο τους είναι πιο μεγάλο, όσο πιο μεγάλος υπήρξε ο δεσμός τους με το ιστορικό τους περιβάλλον και τα προβλήματα (...). Έπλασα σιγά σιγά μέσα μου το μεγάλο ιδανικό της ζωής μου: να δημιουργήσω μεγάλες ηχητικές τοιχογραφίες, όμως με υλικά απόλυτα ζωντανά. Με αναγκαιότητα και αλήθεια. Πλουτίζοντας τη μουσική μου γλώσσα με κάθε καινούρια τεχνική προσφορά. Ακόμα, προσπαθώντας, αν το μπορώ, να προωθήσω αυτή την τεχνική. Όμως, το πιο σπουδαίο, ήθελα τη μεγάλη αυτή μουσική τοιχογραφία να τη νιώθει όλος ο λαός, να την αγαπά όλος ο λαός, να τη λογαριάζει για κάτι το εντελώς δικό του, που βγαίνει απ' αυτόν. Που απευθύνεται σ' αυτόν. Ζω στο εξωτερικό. Αυτό δεν σημαίνει καθόλου ότι έχω γίνει οργανικό στοιχείο της γαλλικής ή της ευρωπαϊκής ζωής (...). Προσπαθώ να γίνομαι κάθε μέρα και πιο πολύ Έλληνας.
Μια τέτοια προσπάθεια βρίσκεται ακόμα στη γένεσή της, παρ' όλο που διαρκεί τώρα πάνω από εφτά χρόνια και δεν μπορεί παρά να αφορά και να ενδιαφέρει μονάχα την πατρίδα μου. Μόνο από το σημείο που θα αποκρυσταλλωθεί, αν θ' αποκρυσταλλωθεί, σαν βιώσιμο απόλυτα προσωπικό και απόλυτα ελληνικό έργο, μόνο τότε θα μπορεί να ενδιαφέρει και τον υπόλοιπο κόσμο, όπως τον ενδιαφέρει το έργο του Στραβίνσκι, του Μπάρτοκ και του Προκόφιεφ (...). Ίσως τη στιγμή αυτή να είμαι ένας από τους τελευταίους συνθέτες της γενιάς μου που πιστεύουν ακόμα στη δύναμη της προσωπικής μελωδίας. Νομίζω πως η απλή μελωδική γραμμή εξαντλεί όλη της την κλίμακα του συναισθήματος - ακριβώς όπως συμβαίνει με τη λαϊκή μουσική, καθώς και με συνθέσεις όλων των μεγάλων συνθετών, από τον Μπαχ ως τον Μπάρτοκ και τον Βέμπερν, που ο μελωδικός τρόπος έκφρασής τους είναι τόσο προσωπικός, όσο σ' εμάς τα δακτυλικά αποτυπώματα.

Η ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ

(...) Το σπίτι μου, η οικογένειά μου, ήταν το καταφύγιό μου, η σπηλιά μου, ο μοναδικός μου κόσμος (...) Είχα τις ιστορίες του πατέρα μου και της μητέρας μου. Αυτή μου μιλούσε όλο για τον Τσεσμέ και τη ζωή της στη Μικρασία. Ο άλλος, πάλι, μιλούσε για την Κρήτη, για το Γαλατά. Από τον κλάδο της μητέρας μου υπήρχε έντονη η παρουσία της καλλιτεχνίας (...) Γι' αυτό πάντα πίστευα ότι η μητέρα μου μου έδωσε την καλλιτεχνική έφεση και ο πατέρας μου την πατριωτική, την αγωνιστική και την πολιτική. Να όμως που η ύπαρξη στην κορυφή του κρητικού γενεαλογικού δέντρου, ενός ξακουστού στην εποχή του λυράρη και τραγουδοποιού, του Θεοδωρομανώλη, με έκανε να αναθεωρήσω αυτή την κάπως σχηματοποιημένη αλλά ευκολοεξήγητη εικόνα για τις κληρονομιές, τους δυο κόσμους που τελικά 8α διεκδικούσαν μέσα μου πεισματικά ο ένας τη θέση σε βάρος του άλλου. Δηλαδή, να γίνω πεδίο εσωτερικών μαχών, να διαιρεθώ, να διασπαστώ και να προσπαθήσω, τελικά, να βρω μια κάποια εναρμόνιση και ακόμα ως και συνεργασία μέσα μου, ανάμεσα στην Τέχνη και στην Πολιτική.
70 ΧΡΟΝΙΑ ΜΙΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ / ΓΙΑΝΝΗΣ ΦΛΕΣΣΑΣ - ΑΘΗΝΑ : ΕΘΝΟΣ, 1995


from ανεμουριον https://ift.tt/2IHPOJR
via IFTTT

Δεν υπάρχουν σχόλια

Από το Blogger.