ΑΘΗΝΑ: ΤΟ ΡΗΜΑΓΜΕΝΟ ΧΩΡΙΟ ΠΟΥ ΕΓΙΝΕ ΠΡΩΤΕΥΟΥΣΑ

Το 1834, τη χρονιά που οι Βαυαροί κι ο μέλλων βασιλιάς Όθωνας αποφάσισαν να γίνει η Αθήνα «η βασιλική καθέδρα και πρωτεύουσα», τέθηκαν οι βάσεις για την κατοπινή ανάπτυξη της πόλης. Βέβαια κανείς δε φανταζόταν ότι το μικρό ερειπωμένο χωριό που αριθμούσε 4.000 κατοίκους και όχι περισσότερο από 350 σπίτια θα εξελισσόταν στη σημερινή μεγαλούπολη. Στα τέλη του 1833, η Αθήνα ήταν μια κωμόπολη ρημαγμένη και Τουρκοκρατούμενη. Στην Ακρόπολη αλλά και στις πύλες της πόλης παρέμενε Τούρκικη φρουρά. Οι περισσότεροι κάτοικοι της Αθήνας —όταν ο Κιουταχής την κατέλαβε το 1826— κατέφυγαν πρόσφυγες στην Αίγινα, στον Πόρο, στη Ζάκυνθο. Από το 1830 αρχίζουν να επιστρέφουν σιγά-σιγά για να βρουν όμως ερείπια τα σπίτια και τις περιουσίες τους.
ΑΠΟΨΗ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ ΣΤΑ 1832
Όταν ο Όθωνας έφτασε στο Ναύπλιο, οι Αθηναίοι παρακολούθησαν τη δοξολογία, άκουσαν το διάγγελμα στον Άγιο Γεώργιο, στο Θησείο, και γιόρτασαν με μουσικές και χορούς την «εθνική αποκατάσταση». Την ίδια εποχή όμως «ακόμη ο Μουεζίνης παρέρχεται εις το ικρίωμα της ενταύθα αγοράς ίνα εξεγείρη τους Μουσουλμάνους εις προσευχήν. Ακόμη ολίγοι Τούρκοι υπνώττουσιν ελαφρώς εν ταις θολωταίς διόδοις της Ακροπόλεως ή αναπαύονται εισπνέοντες εκ των καπνοσυρίγγων και στηρίζοντες τας ράχεις των επί των εσκωριασμένων πυροβόλων... Ακόμη οι Αθηναίοι χωρικοί μετακομίζουσι δεμάτια θυμαριών και θάμνων ως φόρον εις τον Μουσουλμάνον εισπράκτορα» (Wordsworth Christopher: «Η Αθήνα και η Αττική»).
ΤΟ ΝΑΥΠΛΙΟ ΛΙΓΟ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑ
To 1833 είναι η χρονιά που οι τελευταίοι Τούρκοι εγκαταλείπουν την Αθήνα. Ένα τάγμα Βαυαρών φτάνει στην πόλη εκτελώντας το διάταγμα της Αντιβασιλείας, που πρόσταξε «την κατάληψη πασών των εντός των ορίων του Βασιλείου θέσεων». Οι Αθηναίοι τους περίμεναν πάνω σε δυο λοφίσκους, ζητωκραυγάζοντας υπέρ του Όθωνα και των Βαυαρών. Οι Τούρκοι παραδίνουν την Ακρόπολη. Από την άλλη μέρα στον Ιερό Βράχο υψώνεται η Ελληνική σημαία που έφερε ένας Χιώτης, ναυτικός.

Μια Αθήνα ερημωμένη

Στην ελεύθερη πια Αθήνα οι άνθρωποι —χτεσινοί πρόσφυγες οι περισσότεροι— προσπαθούν να ξαναφτιάξουν τη ζωή τους. Όσοι είχαν κτήματα, με δυσκολία τα καλλιεργούσαν, αφού έλειπαν τα ζώα και το αλέτρι για να τα οργώσουν. Άλλοι απασχολούνταν σαν χτίστες ή μαραγκοί ζώντας μέσα σε παράγκες και σε μεγάλη ένδεια. Αλλά και όσοι ήταν μαγαζάτορες ή υπάλληλοι αντιμετώπιζαν τα ίδια προβλήματα. Όσοι είχαν χρήματα, αγόραζαν κτήματα και σπίτια που ξεπουλάγαν οι Τούρκοι φεύγοντας. Πολλοί είχαν σίγουρο ότι έκαναν επενδύσεις αγοράζοντας ακίνητα, που θα απέδιδαν όταν η Αθήνα θα γινόταν πρωτεύουσα. Μια εικόνα της πόλης αυτή την εποχή μας δίνει ο Ludwig Ross: «... τι τρομερή εικόνα ερήμωσης! ένας πανάθλιος σωρός από ερείπια, μερικά χαμηλά σπιτόπουλα ξαναχτισμένα όπως-όπως, μερικές κατεστραμμένες εκκλησίες και τζαμιά... μια δωδεκάδα μεμονωμένες φοινικιές ή κυπαρίσσια. Με κόπο προχωρούσαν κατηφορίζοντας τα φορτωμένα μας ζώα, μέσα στα στενοδρόμια, ανάμεσα σε τείχη αρχαίων και νεώτερων καιρών...». Αλλά παρ' όλη την εικόνα ερήμωσης που παρουσιάζει η Αθήνα εξακολουθεί να προσελκύει ξένους περιηγητές από την Ευρώπη. Ζωγράφους, συγγραφείς, αρχιτέκτονες. Ο απόηχος του μεγαλείου της Αθήνας του χρυσού αιώνα φτάνει ως αυτή την εποχή. Ανάμεσα στους ξένους επισκέπτες ήταν ο ιστορικός George Finlay, οι Αμερικανοί ιεραπόστολοι Jonas King και John Hill (ο Hill μαζί με τη σύζυγο του ίδρυσαν το 1831 «σχολείο της αλληλοδιδακτικής δια τους άρρενας», «σχολείο παιδαγωγικόν δια τα κοράσια») οι αρχαιολόγοι Ludwig Ross, Λασάλ, ο ζωγράφος Γκριν, οι αρχιτέκτονες Eduard Schaubert, Λίντερς και Κουρί, ο ναύαρχος του Αγγλικού στόλου Μάλκομ, ο μυθιστοριογράφος Benjamin Disraeli. Οι περισσότεροι ξένοι έβρισκαν κατάλυμα στο μοναδικό ξενοδοχείο της Αθήνας την «Ευρώπη» του Ιταλού Κασάλι. Δεν ήταν όμως η Αθήνα, η πόλη που είχε τη μεγαλύτερη κίνηση της εποχή αυτή. Η Σύρος και το Ναύπλιο είχαν συχνή επικοινωνία όχι μόνο με άλλα λιμάνια της Ελλάδας αλλά και του εξωτερικού, ενώ η Αθήνα ήταν απομονωμένη. Εξάλλου ο Πειραιάς δεν ήταν τότε το πιο σπουδαίο λιμάνι της Αττικής, Ο βασιλιάς Όθωνας σε νεαρή ηλικία (αριστερά) και ο πρωθυπουργός Josef Ludwig von Armansperg (δεξιά) και ο δρόμος που τον συνέδεε με την Αθήνα το χειμώνα ήταν ένας αδιάβατος βάλτος. Ένα μικρό σπίτι που χρησίμευε για τελωνείο και δυο ξύλινες παράγκες —οι αποθήκες— ήταν όλα-όλα τα κτίσματα του Πειραιά. Το 1834 ο Όθωνας με την ακολουθία του περιοδεύουν για να γνωρίσουν την Ελλάδα. Επισκέπτεται την Αθήνα, όπου φιλοξενείται για έξη μέρες στο σπίτι του πρόξενου της Ρωσίας Παπαρρηγόπουλου, στην οδό Κυδαθηναίων. Στην Πύλη του Αδριανού οι Αθηναίοι κρέμασαν το εξής καλωσόρισμα:

«Μικρό Παρίσι» και «Όθωνος πόλη»

«Αίδ' εστίν Αθήναι, η τε Θησέως και Αδριανού, Όθωνος νυν πόλις». Με την επιστροφή του Όθωνα στο Ναύπλιο αρχίζουν οι συζητήσεις για τη μελλοντική πρωτεύουσα. Εκτός από την Αθήνα, το Ναύπλιο —η προσωρινή πρωτεύουσα— το Άργος, η Τρίπολη, η Σύρος, τα Μέγαρα, η Κόρινθος αναφέρονταν σαν μελλοντικές πρωτεύουσες. Το Ναύπλιο, είχε ονομαστεί από τους Βαυαρούς «Μικρό Παρίσι» αν και ο αντιβασιλιάς Μάουερ περιγράφει την πόλη με μελανά χρώματα: «Εν Ναυπλία δεν υπήρχεν ακόμη λιθόστρωμα.
ΧΑΛΚΟΓΡΑΦΙΑ ΕΠΟΧΗΣ, ΜΕ ΘΕΜΑ ΤΗΝ ΕΙΣΟΔΟ ΤΟΥ ΟΘΩΝΑ ΣΤΟ ΝΑΥΠΛΙΟ. ΤΟ ΤΟΠΙΟ ΕΙΝΑΙ ΦΑΝΤΑΣΤΙΚΟ
Εντός αυτής της πόλεως πλήθος ταύτης ερειπίων. Δρόμοι ως επί το πλείστον στενοί, από τους οποίους δεν ήτο δυνατόν να περάση άμαξα. Η πλατεία των πλατάνων γεμάτη από όγκους χωμάτων και πετρών, προερχομένους από τας οικίας αι οποίοι είχαν καταρρεύσει. Δια να ανέλθη τις έως το Ιτς-Καλέ έπρεπε να σκαρφαλώσει διότι δρόμοι προς τα εκεί υπήρχαν κατ' όνομα μόνο. Προ της πόλεως και πέριξ του Παλαμηδίου δεν υπήρχεν ουδέ ίχνος δρόμου. Το τόσον απαραίτητον υδραγωγείον από Αργους μέχρι Ναυπλίου είχε πλήθος από ανοίγματα και οπάς εκ των οποίων διέφευγε, το μεγαλύτερο μέρος του περίφημου ύδατος και εδημιούργει μικρά τέλματα. Η τάφρος του περιστειχίσματος ήτο ένα έλος το οποίο εβρωμούσε και εν τούτοις κατωκείτο από πολλάς Ελληνικός οικογενείας και από χοίρους. Τα οχυρωματικά έργα και ο ναύσταθμος ήσαν κατερειπωμένα. Αι δε κατοικίαι μας!...» Η Κόρινθος σύμφωνα με τους υποστηρικτές της συγκέντρωνε πολλά πλεονεκτήματα. Η θέση της κοντά στον Ισθμό εξασφάλιζε τη συχνή επικοινωνία με τις άλλες πόλεις και «επί πλέον κείται απέναντι του Παρνασσού, του Κιθαιρώνος, των Γερανιών και του Ελικώνος, εις μίαν από τας μεγαλοπρεπεστέρας τοποθεσίας του κόσμου!» Για την Κόρινθο συνηγορούσαν και οι εφημερίδες «Αθηνά» και «Χρόνος». Η «Αθηνά» ονόμαζε «παλιγκάπηλους» όσους ήθελαν για πρωτεύουσα την Αθήνα, λέγοντας πως η Κόρινθος ήταν το αληθινό κέντρο του Ελληνικού βασιλείου. «Οσοι περιφρονούν τας προσδοκίας του Έθνους, ολιγωρούντες τας ευχάς του, ζητούν να μας δώσουν αντί καθέδρας πλούσιας, λαμπράς και εμπορικής την ευτελή κι άγονον Αττικήν, την οποία όλος ο Ελληνικός κόσμος, διδαγμένος από πολυχρόνιον επανάσταση και όχι από αρχαιολογικά φαντάσματα, αποκρούει ομοθυμαδόν». Και το δημοσίευμα του «Χρόνου»: «Η κοινή γνώμη θέλει ενταυτώ να φροντίση η Κυβέρνησις να καταστήση την καθέδραν εις τον Ισθμόν, όπου όλοι ευρίσκουν, πολύ πλέον τα κατά μέρος συμφέροντα των, και όπου ευρίσκονται τα μεγάλα, τα γενικά συμφέροντα του Θρόνου και της Πατρίδος. Οι άποικοι των Αθηνών, ολίγοι ξένοι, επιθυμούν ν' αναχώρηση ο υπεραγαπητός ημών Βασιλεύς εις Αθήνας, δια να τον απομακρύνουν από τους πιστούς υπηκόους του».

Βασιλική καθέδρα και πρωτεύουσα

Αλλά οι Βαυαροί είχαν ήδη κάνει την εκλογή τους. Η «Γενική Εφημερίς της Αυγούστης» έγραφε πως «πρωτεύουσα της Ελλάδος πρέπει να ώσιν αι Αθήναι». Η Αντιβασιλεία, αποφάσισε οριστικά τη μεταφορά της πρωτεύουσας στις 18 Σεπτεμβρίου 1834 και εκδίδει σχετικό διάταγμα. Κατά το άρθρο 1 του διατάγματος η πρωτεύουσα του κράτους θα μεταφερόταν την 1η Δεκεμβρίου 1834 από το Ναύπλιο στην Αθήνα, η οποία στο εξής θα ήταν «η βασιλική καθέδρα και πρωτεύουσα». Κατά το άρθρο 3 της 1ης Δεκεμβρίου θα μεταφέρονταν όλα τα υπουργεία του κράτους, η Ιερά Σύνοδος, το Ελεγκτικό Συνέδριο, το Γενικό Ταμείο. Το διάταγμα υπέγραψε η τριμελής Αντιβασιλεία, επειδή ο Όθωνας δεν είχε ενηλικιωθεί ακόμα. Αμέσως μετά συστήθηκε επιτροπή η οποία ανέλαβε το έργο της καταγραφής και της εκτίμησης των σπιτιών στα οποία έμελλε να εγκατασταθούν οι διάφορες υπηρεσίες. Τα σπίτια όμως της Αθήνας ούτε στο ελάχιστο δεν μπορούσαν να ανταποκριθούν στις νέες συνθήκες. 
Η ΑΘΗΝΑ ΛΙΓΑ ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΑΝΑΚΗΡΥΞΗ ΤΗΣ ΣΕ ΠΡΩΤΕΥΟΥΣΑ ΟΥΤΕ ΕΝΑΣ ΜΙΝΑΡΕΣ! ΑΠΟ ΓΕΡΜΑΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΤΟΥ 1841
Η κυβέρνηση στην αρχή ζήτησε 200 σπίτια που αργότερα αυξήθηκαν σε 250. Ας σημειωθεί ότι τα σπίτια της Αθήνας δεν ξεπερνούσαν τότε τα 350 ενώ πολλοί κάτοικοι δεν είχαν στέγη. Η επιτροπή επίταξε όσα περισσότερα σπίτια μπορούσε, αφού έδιωξε τους ενοίκους ή τους περιόρισε σε ορισμένα δωμάτια ή στα υπόγεια, πληρώνοντας το 15% της εκτίμησης στους ιδιοκτήτες. Οι αυθαίρετες όμως επιτάξεις και εκτιμήσεις προκάλεσαν τη δίκαιη αντίδραση των Αθηναίων. Για να εξομαλυνθεί η κατάσταση, η κυβέρνηση έστειλε στην Αθήνα τους υπουργούς Εσωτερικών και Στρατιωτικών οι οποίοι διόρισαν νέα επιτροπή. Πρόεδρος της «επί των οικοδομών επιτροπής» διορίστηκε ο Γερμανός αρχαιολόγος Ρος, ο οποίος ως εξής περιγράφει τις δυσκολίες του έργου: «Δεν ήτο έργον ευχερές εν πολίχνη, εν η προ δύο ετών ο καθρέπτης εθεωρείτο πολυτέλεια, να ευρεθώσι κατοικίαι δια τους αντιβασιλείς, τους υπουργούς, τους ξένους διπλωμάτας, τους Έλληνας και Γερμανούς υπαλλήλους και τους, αξιωματικούς του στρατού. Ό,τι οπωσούν οικήσιμον υπήρχε εν τη πάλει, επετάσσετο ευθύς- ημικατεστραμμέναι εκκλησίαι και παρεκκλήσια, τζαμιά και λουτρώνες, μετεποιούντο εις προσωρινούς στρατώνας, σταύλους εργοστάσια, δικαστήρια, σχολεία κλπ.».

Σωρός ρυπαρών ερειπίων

Χαρακτηριστικό της κατάστασης είναι ότι το Κακουργιοδικείο στεγάστηκε στην Αγία Ελεούσα, η Μονή της Οσίας Φιλοθέης και το μετόχι της Μονής Πεντέλης έγιναν στρατώνες, ο Προφήτης Ηλίας μεταμορφώθηκε σε νοσοκομείο και οι Άγιοι Ασώματοι σε φαρμακείο. Για τους ξένους η εικόνα αυτή φάνταζε τραγική. Ο πρεσβευτής της Πρωσσίας Λούτζης σε έκθεση στην κυβέρνηση του το 1834 γράφει για την Αθήνα: «Ουδέποτε πόλις μοι παρέστησε λυπηρότερον και νεκρικώτερον θέαμα ερημώσεως». Και ο πρεσβευτής της Αυστρίας Όστεν γράφει στο Μέτερνιχ την ίδια χρονιά: «Αι Αθήναι σήμερον είναι απλούς μόνον σωρός ρυπαρών ερειπίων, τεταγμένων κύκλω μεγαλόπρεποι τίνων λειψάνων και διακοπτόμενων δι' εκατόν πεντήκοντα περίπου εν πάση σπουδή ανεγερθέντων κτιρίων. Είναι δε ταύτα κεχωρισμένα και διεσπαρμένα επί μεγάλης σχετικούς εκτάσεως και κατελήφθησαν ως επί το πλείστον δια της βίας υπό της κυβερνήσεως δι' εαυτήν και την αναγκαίαν αυτής ακολουθίαν.
ΤΑ ΒΑΣΙΛΙΚΑ ΑΝΑΚΤΟΡΑ ΣΗΜΕΡΑ ΒΟΥΛΗ ΑΡΧΙΣΑΝ ΝΑ ΚΤΙΖΟΝΤΑΙ ΤΟ 1834 ΚΑΙ ΤΕΛΕΙΩΣΑΝ ΤΟ 1838
Τα ενοίκια και τα τρόφιμα είναι τόσον ακριβά όσον ουδαμού ίσως του γνωστού κόσμου(...). Η μετάβασις άνευ επαρκούς εκ των προτέρων προπαρασκευής προύξένησεν ενταύθα μεν τούτο το δεινόν, εν Ναυπλίω δε τουναντίον την καταστροφήν πολλών οικογενειών». Η μεγάλη συρροή υπαλλήλων και των παλαιών Αθηναίων δεν έφερε δυσκολίες μόνο στην εξεύρεση κατοικιών αλλά και στην προμήθεια τροφίμων. Ο διευθυντής του Νομού προσκάλεσε με ειδική προκήρυξη τους εμπόρους απ' όλη την Ελλάδα στην Αθήνα, για να αναπτυχτεί το εμπόριο τροφίμων των οποίων οι τιμές, ας σημειωθεί, είχαν φτάσει στα ύψη. Επίσης η Κυβέρνηση δανειοδότησε τους εμπόρους τροφίμων με 50.000 δρχ. με τόκο 6% το χρόνο για τη διευκόλυνση τους στη μεταφορά τροφίμων. Ένα άλλο τεράστιο πρόβλημα που είχαν να αντιμετωπίσουν οι αρχές ήταν η έλλειψη στοιχειώδους καθαριότητας στην πόλη. Βρόμικα νερά λίμναζαν στους δρόμους και σε κεντρικά σημεία. Τα σφαγεία, βυρσοδεψεία και ελαιοτριβεία χειροτέρευαν την κατάσταση. Ο πρώτος Δήμαρχος της Αθήνας Ανάργυρος Πετράκης εργάστηκε με ζήλο για τη βελτίωση της οικτρής αυτής εικόνας. Καταρχή λιθοστρώθηκε η αγορά. Ανοίχτηκαν τάφροι γύρω από τον ελαιώνα για να μη λιμνάζουν-τα νερά αλλά να κατευθύνονται προς τη θάλασσα. Παρ' όλη όμως την εκστρατεία καθαριότητας, το καλοκαίρι του 1835 μεγάλη επιδημία πυρετού έπληξε την Αθήνα και πρόσβαλε 3.000 θύματα. Παρόμοια επιδημία είχε εμφανιστεί και το 1834. Τα ενοίκια και τα τρόφιμα είναι τόσον ακριβά όσον ουδαμού ίσως του γνωστού κόσμου(...). Η μετάβασις άνευ επαρκούς εκ των προτέρων προπαρασκευής προύξένησεν ενταύθα μεν τούτο το δεινόν, εν Ναυπλίω δε τουναντίον την καταστροφήν πολλών οικογενειών». Η μεγάλη συρροή υπαλλήλων και των παλαιών Αθηναίων δεν έφερε δυσκολίες μόνο στην εξεύρεση κατοικιών αλλά και στην προμήθεια τροφίμων. Ο διευθυντής του Νομού προσκάλεσε με ειδική προκήρυξη τους εμπόρους απ' όλη την Ελλάδα στην Αθήνα, για να αναπτυχτεί το εμπόριο τροφίμων των οποίων οι τιμές, ας σημειωθεί, είχαν φτάσει στα ύψη. Επίσης η Κυβέρνηση δανειοδότησε τους εμπόρους τροφίμων με 50.000 δρχ. με τόκο 6% το χρόνο για τη διευκόλυνση τους στη μεταφορά τροφίμων. Ένα άλλο τεράστιο πρόβλημα που είχαν να αντιμετωπίσουν οι αρχές ήταν η έλλειψη στοιχειώδους καθαριότητας στην πόλη. Βρόμικα νερά λίμναζαν στους δρόμους και σε κεντρικά σημεία. Τα σφαγεία, βυρσοδεψεία και ελαιοτριβεία χειροτέρευαν την κατάσταση. Ο πρώτος Δήμαρχος της Αθήνας Ανάργυρος Πετράκης εργάστηκε με ζήλο για τη βελτίωση της οικτρής αυτής εικόνας. Καταρχή λιθοστρώθηκε η αγορά. Ανοίχτηκαν τάφροι γύρω από τον ελαιώνα για να μη λιμνάζουν-τα νερά αλλά να κατευθύνονται προς τη θάλασσα. Παρ' όλη όμως την εκστρατεία καθαριότητας, το καλοκαίρι του 1835 μεγάλη επιδημία πυρετού έπληξε την Αθήνα και πρόσβαλε 3.000 θύματα. Παρόμοια επιδημία είχε εμφανιστεί και το 1834.

Η ανοικοδόμηση

Στο μεταξύ για να καλυφτούν οι τεράστιες ανάγκες για κατοικίες άρχισε με γοργούς ρυθμούς η ανοικοδόμηση. Οι δρόμοι όμως δε βοηθούσαν καθόλου το έργο. Αποφασίστηκε καταρχήν —από την επιτροπή που διόρισε η κυβέρνηση— να πλατυνθούν και να διαρρυθμιστούν οι δρόμοι Αθηνάς, Ερμού και Αιόλου. Τα ακίνητα που εμπόδιζαν τη διαρρύθμιση αποφασίστηκε να κατεδαφιστούν, αφού καταβληθεί αποζημίωση στους ιδιοκτήτες. Οι τελευταίοι όμως αν και πήραν τα χρήματα αρνήθηκαν στη συνέχεια να κατεδαφίσουν τα σπίτια, πράγμα που έκανε η κυβέρνηση με τη βία. Επίσης άρχισαν να χτίζονται νομισματοκοπείο, τυπογραφείο και στρατώνες για λογαριασμό της κυβέρνησης. Την 1η Δεκεμβρίου 1834 φτάνει με πλοίο ο Οθωνας για οριστική εγκατάσταση στην Αθήνα. Τον ακολουθούσαν οι Αντιβασιλείς, οι αυλικοί, οι υπουργοί με τις οικογένειες τους. Οι Αθηναίοι τους υποδέχτηκαν στο Θησείο, όπου έγινε και η δοξολογία. Ο Δημογέροντας Σταύρος Βλάχος προσφώνησε το βασιλιά «εκφράζων την ελπίδα ότι νέος Πλούταρχος θ' ανατείλη ίνα γράψη τον βίον του Όθωνος». Από το Θησείο ο Οθωνας κατευθύνθηκε στο σπίτι του Αλέξανδρου Κοντόσταυλου (στον κήπο της παλιάς Βουλής) που είχε αγοραστεί από το κράτος και προοριζόταν για να στεγάσει το βασιλιά. Για το σπίτι αυτό κυκλοφορούσε το εξής δίστιχο:

Ο οίκος σου Κοντόσταυλε
μακρόθεν ομοιάζει
τρίκροτον της Αμερικής,
εξ ου αυτό πηγάζει.

Το δίστιχο σατίριζε το σπίτι που χτίστηκε από χρήματα που «έβγαλε» ο Κοντόσταυλος όταν το 1825 πήγε στην Αμερική για να παραλάβει τη φρεγάτα «Ελλάδα».
Ο ΑΓΙΟΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΣ ΕΝΑΣ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΠΑΛΙΟΤΕΡΟΥΣ ΝΑΟΥΣ ΤΗΣ ΠΡΩΤΕΥΟΥΣΑΣ ΣΗΜΕΡΑ «ΧΑΝΕΤΑΙ» ΔΙΠΛΑ ΣΤΟΝ ΟΓΚΟ ΤΗΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΗΣ
Το σχέδιο σύμφωνα με το οποίο άρχισε να οικοδομείται η Αθήνα, άρχισαν να εκπονούν καταρχήν οι αρχιτέκτονες Κλεάνθης και ο συνεργάτης του Γερμανός Σάουμπερτ. Το σχέδιο τροποποιήθηκε στη συνέχεια από το Βαυαρό Κλέντσε. Παρατηρώντας σήμερα την Αθήνα —τους στενούς δρόμους, τους ελάχιστους χώρους με πράσινο, την έλλειψη ανοιχτών χώρων— μπορούμε να καταλάβουμε τα λάθη και τις παραλείψεις του πολεοδομικού σχεδίου.

Κλεάνθης και Σάουμπερτ

Στοιχεία για τη ζωή και τις δραστηριότητες του Κλεάνθη μας δίνει ο αρχιτέκτονας Παύλος Βακάς. Ο Σταμάτης Κλεάνθης καταγόταν από το Βελβεντό της Μακεδονίας. Σπούδασε αρχιτεκτονική στο Βερολίνο. Με το συμφοιτητή του και κατοπινό συνεργάτη του Σάουμπερτ ήρθαν στην Ελλάδα το 1829. Στην αρχή προσέφεραν χωρίς αμοιβή τις υπηρεσίες τους στο κράτος. Το 1830 διορίζονται από τον Καποδίστρια «αρχιτέκτονες της Κυβέρνησης» και καθηγητές στο ορφανοτροφείο της Αίγινας για να διδάσκουν όσους έχουν κλίση και ευφυΐα «εις την τέχνην» με 160 φοίνικες μισθό το μήνα. Ο Κλεάνθης ανέπτυξε στην Αθήνα πλούσια επιχειρηματική δραστηριότητα. Εκτός από διάφορες εκτάσεις που είχε αγοράσει στην πόλη, αγόρασε τα λατομεία λευκού μαρμάρου της Πάρου, του λεγόμενου Λυχνίτου, καθώς και τα πράσινα μάρμαρα της Τήνου. Είχε νοικιάσει τα λατομεία της Πεντέλης και προμήθευσε από αυτά τη μεγάλη κλίμακα των Παλαιών Ανακτόρων. Οικοδομές που σχεδίασε ο Κλεάνθης αναφέρονται πολλές. Ανάμεσα τους είναι: Το μέγαρο της Δούκισσας της Πλακεντίας στον Ιλισσό / Το μέγαρο της Δούκισσας της Πλακεντίας στην Πεντέλη / Το σπίτι όπου έμενε ο ίδιος στους πρόποδες της Ακρόπολης / Η σημερινή Αγγλική Πρεσβεία / Η Αγγλική Εκκλησία. Το 1830 ο Κλεάνθης μαζί με το Σάουμπερτ επισκέπτονται την τουρκοκρατούμενη Αθήνα και περιδιαβάζοντας «ανά τα λείψανα και τα μνημεία της αρχαίας πόλεως, ονειροπόλησαν την αναβίωση του κάλλους και της δόξης των Αθηνών ως πρωτευούσης της Ελλάδος» (Κ. Μπίρης: «Τα πρώτα σχέδια των Αθηνών»). Επιστρέφοντας στην Αίγινα ανέπτυξαν με θέρμη στον Καποδίστρια την ιδέα να γίνει η Αθήνα πρωτεύουσα του βασιλείου. Υποσχέθηκαν μάλιστα να συντάξουν χωρίς αμοιβή τον πολεοδομικό χάρτη. Ο Καποδίστριας όμως δεν έδειξε τον ίδιο ενθουσιασμό. Έπειτα από τη δολοφονία του, οι δύο αρχιτέκτονες εγκαταστάθηκαν στην Αθήνα. Αρχισαν την τοπογράφηση της πόλης και το 1832 πήραν εντολή από την προσωρινή κυβέρνηση, να συντάξουν το πολεοδομικό σχέδιο. Στο υπόμνημα του σχεδίου αναφερόταν ότι δούλεψαν «από αγάπη προς τας Αθήνας, το λίκνον των τεχνών και των επιστημών» και ότι «προ των αμφιβολιών τούτων (αν η Αθήνα θα γινόταν ή όχι πρωτεύουσα) ενομίσαμεν ότι θα εβαδίζαμεν καλύτερα κι ασφαλέστερα εάν, ακολουθούντες την κοινήν γνώμην και τον γενικόν πόθον των Ελλήνων, εθεωρούμεν τας Αθήνας εν τη εκπονήσει του έργου μας ως μελλοντικήν πρωτεύουσα της Ελλάδος και ως έδραν του βασιλείου». Η αβεβαιότητα όμως αυτή καταδίκασε σ' ένα βαθμό το σχέδιο αλλά και την εξέλιξη της Αθήνας. Γιατί το σχέδιο πρόβλεπε μια πόλη με 35.000-40.000 κατοίκους και φυσικά δεν επαρκούσε για τις ανάγκες της μεγαλούπολης που άρχισε αργότερα να δημιουργείται.
ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΤΗΣ ΑΤΤΙΚΗΣ ΣΤΑ ΠΡΩΤΑ ΜΕΤΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΑ
Πολλοί πιστεύουν ότι το σχέδιο ατύχησε στην εκλογή της τοποθεσίας στην οποία αποφασίστηκε να οικοδομηθεί η νέα πόλη. Τόσο η φραγκοκρατούμενη όσο και η τουρκοκρατούμενη Αθήνα ήταν χτισμένες πάνω στα ερείπια της αρχαίας. Σωστή λύση θα ήταν, αφού η Αθήνα στην επανάσταση είχε σχεδόν καταστραφεί τελείως, να προτιμηθεί για τη νέα πόλη, ο χώρος από τη θάλασσα προς το λεκανοπέδιο της Αττικής, και ο χώρος της παλιάς Αθήνας να κηρυχτεί αρχαιολογικός. Την ιδέα αυτή είχε υποδείξει ο αρχιτέκτονας Γκούτενσον που επισκέφτηκε την Αθήνα το 1833. Υποστήριζε δηλαδή πως η νέα πόλη θάπρεπε ν' αρχίζει από τον Πειραιά και να συνεχίζεται προς το κέντρο της Αττικής. Πρότεινε δε την Πειραϊκή χερσόνησο ως την κατάλληλη τοποθεσία για να χτιστούν τα Ανάκτορα. Οι Βαυαροί απέρριψαν την πρόταση γιατί αν εφαρμοζόταν η πρόταση του Γκούτενσον, το παλάτι θα ήταν εκτεθειμένο στα κανόνια των εχθρών. Το σχέδιο στις βασικές του γραμμές είχε ως εξής: Οι δρόμοι Πειραιώς και Σταδίου χαράσσονταν στην ίδια θέση και με το ίδιο πλάτος που έχουν και τώρα, με τη διαφορά πως η οδός Σταδίου δεν κατέληγε στο Σύνταγμα όπως σήμερα, αλλά στο Στάδιο.

Ένα φιλόδοξο σχέδιο

Στη συνάντηση των δύο αυτών δρόμων —στην Ομόνοια δηλαδή— «ετοποθετούντο τα ανάκτορα και εκατέρωθεν αυτών τα υπουργεία». Αυτό δηλαδή ήταν το διοικητικό κέντρο της πόλης.
ΚΑΦΕΝΕΙΟ ΤΗΣ ΠΡΩΤΗΣ ΟΘΩΝΙΚΗΣ ΠΕΡΙΟΔΟΥ ΦΟΥΣΤΑΝΕΛΕΣ ΦΡΑΚΑ ΚΑΙ ΒΑΥΑΡΙΚΕΣ ΣΤΟΛΕΣ
Τα ανάκτορα «έβλεπαν» στην Ακρόπολη ενώ απέναντι είχε σχεδιαστεί η οδός Αθηνάς με πλάτος 50-40 και 28 μέτρα, ανάλογα με τη χρήση του δρόμου. Στο πιο πλατύ τμήμα της Αθηνάς θα χτιζόταν η αγορά, και γύρω της μεγάλος δημόσιος κήπος. Πίσω από τα ανάκτορα θα άρχιζε ο βασιλικός κήπος, και στη συνέχεια μεγάλο λαϊκό πάρκο. Ανάμεσα τους το σχέδιο πρόβλεπε πλατιά δεντροφυτεμένη λεωφόρο. Στην οδό Σταδίου, στη θέση της σημερινής πλατείας Κλαυθμώνος και στην οδό Πειραιώς, στη θέση του ωδείου Αθηνών, το σχέδιο πρόβλεπε δύο μεγάλες πλατείες, που θα συνδέονταν με διπλή λεωφόρο 28 μέτρων πλάτους. Στο κέντρο της μιας πλατείας θα ήταν το Χρηματιστήριο —το οικονομικό κέντρο της πόλης— και στο κέντρο της άλλης το Δημαρχείο ή το Δημοτικό Θέατρο. Από τις δύο αυτές πλατείες, άρχιζαν άλλες δύο λεωφόροι που κατέληγαν σε δύο πλατείες —των Μουσών η μία— εκεί όπου βρίσκεται η πλατεία Συντάγματος σήμερα, και του Κέκροπος η άλλη. Γύρω στην πρώτη θα βρισκόταν το κέντρο γραμμάτων και τεχνών —πανεπιστήμιο, βιβλιοθήκη, Ακαδημία, επισκοπή— και γύρω στη δεύτερη θα ήταν η Βουλή, το ταχυδρομείο, η αστυνομία και το τελωνείο. Στη μεσημβρινή πλευρά της πολιτείας, χαραζόταν μία άλλη λεωφόρος που ξεκινώντας από το Θησείο και περνώντας από τα μέρη όπου τώρα βρίσκονται η οδός Ηφαίστου, Πανδρόσου, Αδριανού και Λυσικράτους, κατέληγε στην πύλη του Αδριανού. Ο χώρος πέρα από τη λεωφόρο αυτή ως την Ακρόπολη «αφήνετο εκτός σχεδίου ως αρχαιολογικός». Η οδός Ερμού —στην ίδια θέση που είναι και σήμερα— θα είχε πλάτος 13 μέτρα με στοές 5 μέτρων στην κάθε πλευρά. Τέσσερις δεντροφυτεμένες λεωφόροι θα «επλαισίωναν το κέντρο του ρυμοτομικού συστήματος, αποκλείουσαι τον συνωστισμόν προς αυτό και παρέχουσαι διέξοδον δια μελλοντικήν επέκτασιν της πόλεως προς βορράν, προς την κατεύθυνσιν δηλαδή, προς την οποίαν μοιραίως ήθελεν επεκταθή αύτη». (Κ. Μπίρης: «Τα πρώτα σχέδια των Αθηνών»). Το αρχικό σχέδιο δηλαδή της νέας πόλης των Αθηνών που εκπόνησαν οι Κλεάνθης και Σάουμπερτ είχε φροντίσει για χώρους με πράσινο, ανοιχτούς χώρους —πλατείς δρόμους και λεωφόρους— στοιχεία απαραίτητα για μια πόλη και κυρίως για πρωτεύουσα και είχε χωρίσει κατάλληλα το κέντρο σε οικονομική ζώνη, διοικητική ζώνη και στη ζώνη γραμμάτων και τεχνών.

Οι πρώτες αντιδράσεις

Το σχέδιο το δέχτηκαν οι Αθηναίοι και με αναφορά τους στην Κυβέρνηση (3 Ιουνίου 1833) υπόσχονταν «να αφιερώσουν όσας γαίας αναγκαιούν εκ των περιεχομένων εντός και εκτός της πόλεως κατά το σχέδιον του κυρίου Κλεάνθη και Σάουμπερτ δια παλάτιον και άλλας δια κοινήν υπηρεσίαν οικοδόμος». Άφηναν επίσης «εις την διάθεσιν της Κυβερνήσεως όλα τα περί την Ακρόπολιν οικόπεδα ερείπια όντα, τα οποία κατά το αυτόν σχέδιον αναγκαιούν εις αυτήν». Η Κυβέρνηση, με διάταγμα στις 6 Ιουλίου 1833 ενέκρινε το σχέδιο και διάταζε την εφαρμογή του. Αμέσως όμως παρουσιάστηκαν και τα πρώτα προβλήματα. Οι ιδιοκτήτες των οικοπέδων και τα αλληλοσυγκρουόμενα συμφέροντα τους έκαναν την εφαρμογή του σχεδίου αδύνατη. Οι αναγκαίες κατεδαφίσεις για την ανοικοδόμηση εμποδίζονταν από τους ιδιοκτήτες. Επίσης η κερδοσκοπία των οικοπεδούχων προκάλεσε μεγάλη αναταραχή. Από ορισμένες εφημερίδες κατηγορήθηκε και ό ίδιος ο Κλεάνθης ότι συμμετείχε στην κερδοσκοπία.
Ο ΣΤΡΑΤΩΝΑΣ ΤΟΥ ΠΕΖΙΚΟΥ ΣΤΟ ΜΟΝΑΣΤΗΡΑΚΙ ΓΥΡΩ ΣΤΑ 1834
Η «Αθηνά» της 14ης Νοεμβρίου 1834 γράφει: «... αλλά πως σε φαίνεται και η εκλογή του εκτελεστού του σχεδίου της πόλεως, όστις ελθών εις την Ελλάδα Υπέρου γυμνότερος, ορίζει τώρα εις τας Αθήνας τα περισσότερα και ωραιότερα οικόπεδα; Ούτος ο κερδοσκόπος έκαμε και το της πόλεως σχέδιον εις τρόπον ώστε οι καλίτεροι τόποι να πωλούνται απ' αυτόν και όχι από άλλον εν βαρύτητι χρυσίου. Αλλοίμονον εις τους κατοίκους των Αθηνών όσοι δεν τον εσυμβουλεύθησαν». Ο Κλεάνθης ζήτησε δικαστικά να αναιρεθούν τα όσα γράφτηκαν σε βάρος του. Να πως αναιρέθηκαν οι συκοφαντίες κατά του αρχιτέκτονα: «...Αλλ' αν ως εργολάβος ωφελήθη από τα αγοράς τας οποίας έκαμεν από τους Τούρκους εις γήπεδα και αν άλλας τοιαύτας ωφελείας έλαβε από αγοράς ή άλλα, δια τούτο δεν ημπορεί να προσαφθή εις αυτόν κανείς μώμος. Καθείς ζητεί το συμφέρον του, αρκεί να το ζητεί τιμίως και τότε είναι αξιέπαινος». «...Εμάθομεν προσέτι ότι μ' όλους τους οποίους κατέβαλε κόπους δια το σχέδιον και εις την υπηρεσίαν του ως αρχιτέκτων τρία σχεδόν έτη, ούτε καν οβολόν έλαβε δια μισθόν».

Οι τροποποιήσεις του Κλέντσε

Για να αντιμετωπίσει η Κυβέρνηση τις δυσκολίες στην εφαρμογή του σχεδίου έστειλε στην Αθήνα τον αντιβασιλιά φον Μάουερ. Ο τελευταίος βρήκε το σχέδιο... εξωφρενικό. Είχε αντιρρήσεις για το «ότι το σπίτι του ενός θα κατεδαφίζετο του άλλου δε θα έμενε εις την θέσιν του!» και για τους δρόμους πλάτους 130-140 ποδών και για το δημαρχείο μήκους 300 ποδών. Και έβγαλε το συμπέρασμα ότι «το σχέδιον χωρίς να λάβη καθόλου υπ' όψει την υπάρχουσαν πόλιν, είχε καταρτισθή, εν σχέσει με τας πραγματικός ανάγκας της Ελλάδος, πολύ μεγαλοπρεπές και συνεπώς το μεγαλύτερον εμπόδιον ήτο αυτό τούτο το σχέδιον». Φαίνεται ότι από τις κερδοσκοπικές επιχειρήσεις σχετικά με τα οικόπεδα δεν έλειψαν και οι Βαυαροί. Με την άποψη του φον Μάουερ συμφώνησε η αντιβασιλεία η οποία προσκάλεσε τον Βαυαρό φον Κλέντσε για την αναθεώρηση του σχεδίου «εις τον οποίον εχορηγήθησαν από το ταμείον του Ελληνικού κράτους τα αναγκαιούντα έξοδα ταξειδίου». Ο φον Κλέντσε έμεινε στην Αθήνα δυόμισι μήνες περίπου. Λίγο χρόνο δηλαδή για την εκπόνηση ενός σχεδίου πόλης. Στην πραγματικότητα όμως ο Κλέντσε απλώς τροποποίησε ορισμένα σημεία του πρώτου σχεδίου και δε συνέταξε καινούργιο.
Και εάν σκεφτούμε ότι τελικά το σχέδιο του Κλέντσε εφαρμόστηκε μπορούμε να καταλάβουμε το είδος των μετατροπών του. Κατάργηση των βουλεβάρτων, κατάργηση πολλών κήπων, πλατειών, στένεμα των δρόμων, μείωση του αρχαιολογικού χώρου. Επίσης άλλαξε και την τοποθεσία που είχε επιλεγεί για το παλάτι, από την Ομόνοια στον Κεραμεικό. Ο Κλέντσε υπερήφανος για το «σχέδιο» του το συνόδεψε με την εξής αναφορά: «μετά την Ακρόπολιν, την πάλιν του Θησέως και την πάλιν του Αδριανού, θα έχωμεν να επιδείξωμεν την Οθωνούπολιν». Μιλούσε δε με περιφρόνηση για τους Κλεάνθη και Σάουμπερτ. Ο Κλέντσε εισέπραξε για τις υπηρεσίες του το μυθώδες ποσό για την εποχή εκείνη των 24.000 δρχ. «δια μίαν απλήν μετάθεση του βασιλικού παλατιού εις το σχέδιον, την οποίαν απορρίπτει ήδη ο βασιλεύς». (εφημερίδα Αθηνά). Αλλά ούτε και το τροποποιημένο σχέδιο εφαρμόστηκε σε όλα τα σημεία του. Πολλοί δρόμοι στένεψαν περισσότερο. Παράδειγμα η οδός Κοραή που ενώ στο σχέδιο συναντιόταν με τον εμπορικό δρόμο, την Ερμού, έγινε ο μικρός δρόμος που υπάρχει σήμερα.

Η δυστυχής Αθήνα και ο ευτυχής Πειραιάς

Ο αρχαιολογικός χώρος μειώθηκε ακόμα περισσότερο γιατί ο Λουδοβίκος της Βαυαρίας και ο αρχαιολόγος Κουμανούδης, σκέφτηκαν πως χτίζοντας οι Αθηναίοι πάνω στην αρχαία πόλη θ' αποκαλύπτονταν συγχρόνως και οι αρχαιότητες. Το σχέδιο της πόλης του Πειραιά είχε συνταχθεί από τους Κλεάνθη και Σάουμπερτ. Ο Κλέντσε —ευτυχώς— δεν έκανε καμιά αλλαγή. «Εις το κεφάλαιον αυτή η πόλις του Πειραιώς υπήρξε ευτυχέστερα των Αθηνών και εις τούτο οφείλεται ότι διατηρεί και σήμερον εις το κεντρικόν της τμήμα κάποιαν ευρύτητα κοινοχρήστων χώρων καίτοι δια μεταγενέστερων τροποποιήσεων εστερήθη μερικών από όσους αρχικούς είχεν». (Κ. Μπίρης). Η Αθήνα λοιπόν άρχισε να οικοδομείται σύμφωνα με το τροποποιημένο σχέδιο. Οι προβλέψεις για την ανάπτυξη της αποδείχτηκαν οικτρά κοντόφθαλμες. Η πόλη έφτασε αισίως τα 3.000.000 πληθυσμού, ενώ είχε σχεδιασθεί για μια ανάπτυξη 50.000 κατοίκων. Μπορεί «εάν απεφάσιζε σήμερον ο Ανώτατος βασιλικός αρχιτέκτων να επανέλθη προς στιγμήν εις την ζωήν δια να καμάρωση τα έργα της διανοίας του, και αντίκρυζε την σημερινήν ανάπτυξιν της πόλεως... δεν θα έμενε καθόλου ικανοποιημένος από την διάψευσιν των κοντόφθαλμων προβλέψεων του, και το κακόν το οποίον επροξένησε με αυτάς εις την άτυχον αυτήν πάλιν» (Κ. Μπίρης). Αλλά και οι κάτοικοι αυτής της πόλης δεν αισθάνονται καλύτερα, και για το λόγο ακόμα ότι αντίθετα από τον Ανώτατο βασιλικό αρχιτέκτονα, ζουν τις συνέπειες των ατυχών προβλέψεων του.

ΤΟΤΕ... | ΤΕΥΧΟΣ 3 | ΙΟΥΛΙΟΣ 1983


from ανεμουριον https://ift.tt/2PkOosL
via IFTTT
Από το Blogger.