ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΙΑ' (1449-1453)

Τον Ιωάννη Η’ διαδέχτηκε στο θρόνο ο νεότερος αδελφός του (δεσπότης του Μυστρά από το 1443-1448) Κωνσταντίνος ΙΑ’, ο τελευταίος αυτοκράτορας του Βυζαντίου. Στις 6 Ιανουαρίου του 1449 στέφθηκε «αυτοκράτωρ των Ρωμαίων και βασιλεύς των Ελλήνων» στη Μητρόπολη του Μυστρά. Δυο μήνες αργότερα έφτανε στην Κωνσταντινούπολη. Ο Κωνσταντίνος γεννήθηκε το 1404 και ήταν το τέταρτο από τα επτά παιδιά του Μανουήλ Β’. Ο Χρήστος Ζαλοκώστας στο έργο του «Κωνσταντίνος Παλαιολόγος» σκιαγραφεί ως εξής το χαρακτήρα του Κωνσταντίνου: «Ο Κωνσταντίνος είχε κληρονομήσει την πολεμικότητα της γενιάς του. Δεν ήξερε τι θα πει φόβος. Ενώ τα αδέλφια του σκιάζονταν ν’ ανέβουν στα σκοτεινά στον πύργο του Ανεμά όπου λέγανε σερνόταν το φάντασμα κάποιου Ισαάκιου, αυτός πήγαινε και έμενε ώρες εκεί, περιμένοντας να παλέψει μ’ αυτό το φάντασμα». (Βλέπε Χρήστου Ζαλοκώστα, Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, έκδοση Εστίας, σελ. 23). Όταν έγινε αυτοκράτορας στα 1449 ήταν σαράντα πέντε χρόνων, ψηλός, αδύνατος, μελαχρινός. Τα μάτια του ήταν μεγάλα, πράσινα και εκφραστικά, είχε πρόσωπο στεγνό σαν τους αρχαίους αθλητές, πλούσια μαλλιά, πλατείς ώμους. Το παράστημά του ήταν αρχοντικό και αρρενωπό. Ο Κωνσταντίνος ΙΑ’ υπήρξε άντρας με εξαίρετα πνευματικά και ηθικά χαρίσματα: ήταν γενναίος, αποφασιστικός, φιλόπατρις, ευσεβής, σώφρων, μετριοπαθής, πολύ μορφωμένος. Ποτέ δεν συμπεριφέρθηκε ανέντιμα σε κανέναν, αλλά σε όλους φερόταν με γενναιοψυχία και υπομονή και ενέπνεε το θαυμασμό και την αγάπη σε όλους τους υπηκόους του. Ο Κωνσταντίνος ΙΑ’ (κατ’ άλλους IB’ αν συνυπολογιστεί και ο Κωνσταντίνος Λάσκαρις) στέφθηκε στο Μυστρά στις 6 Ιανουαρίου 1449 και στις 12 Μαρτίου έφτασε στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί βρήκε μια κατάσταση απελπιστική. Ο λαός είχε χωριστεί σε δύο στρατόπεδα: στους ενωτικούς και στους ανθενωτικούς, δηλαδή σ’ αυτούς που ήθελαν (οι περισσότεροι) για πολιτικούς λόγους την ένωση των Εκκλησιών και σ’ αυτούς που δεν ήθελαν καμιά συνεννόηση με την παπική Εκκλησία.
Παράλληλα ο Κωνσταντίνος είχε να αντιμετωπίσει φοβερό οικονομικό πρόβλημα. Τα αυτοκρατορικά ταμεία ήταν σχεδόν άδεια. Διατάζει τότε αιματηρές οικονομίες. Αναγκάζεται να λούσει σε νομίσματα τις ασημένιες πόρτες του παλατιού και άλλα χρυσά και αργυρά αντικείμενα. Προσπαθεί συγχρόνως να επιβάλει φόρους στους Βενετούς εμπόρους της Κωνσταντινούπολης αλλά δεν πετυχαίνει τίποτε.
Αυτή η απελπιστική κατάσταση επικρατούσε στην Κωνσταντινούπολη όταν έφτασε η είδηση ότι πέθανε ο σουλτάνος Μουράτ ο Β’ (1451) και τον διαδέχτηκε στο θρόνο ο γιος του Μωάμεθ Β’ (1451-1481) που ήταν τότε 19 ετών. Κατά τον πρώτο χρόνο της βασιλείας του ο νεαρός σουλτάνος πολιτεύθηκε φιλειρηνικά, γιατί ήθελε να κερδίσει χρόνο για να οργανώσει καλύτερα το στρατό του και τα οικονομικά. Δεν αργεί όμως να δείξει τον πραγματικό του σκοπό και τις πραγματικές του διαθέσεις, που δεν ήταν τίποτε άλλο παρά η επιθυμία να καταλάβει την Κωνσταντινούπολη. Αυτό το μεγαλεπήβολο σχέδιο τον απασχολεί μέρα και νύχτα. Του γίνεται έμμονη ιδέα. Άυπνος περνούσε τις νύχτες του κάνοντας σχέδια της πόλεως και των οχυρωμάτων της και επαναλαμβάνοντας τους λόγους του προφήτη: «Ο μεγαλύτερος στρατηλάτης θα είναι εκείνος ο οποίος θα κατακτήσει την Κωνσταντινούπολη». Πολλές φορές κατά τη νύχτα μεταμφιεζόταν σε απλό στρατιώτη έφιππο ή πεζό και περιφερόταν στους δρόμους της Αδριανούπολης (που ήταν τότε πρωτεύουσα των Οθωμανών) για να ακούσει τι έλεγαν γι’ αυτόν.
Ο πατέρας του του είχε αφήσει εντολή να κυριεύσει την Κωνσταντινούπολη. Και αυτός ορκίστηκε να μεταβάλει σε πραγματικότητα το όνειρο όλων των προηγούμενων σουλτάνων.
Αναζητούσε, λοιπόν, την αφορμή για να αρχίσει τον πόλεμο κατά του Κωνσταντίνου. Πράγματι την τόση επιθυμητή αφορμή για την έναρξη των εχθροπραξιών την έδωσε ο ίδιος ο Κωνσταντίνος ο οποίος θέλησε να επωφεληθεί από την επιδρομή του ηγεμόνα της Καραμανίας, Ιμπραήμ μπέη, στο οθωμανικό έδαφος στα ανατολικά σύνορα. Έκανε λοιπόν το σφάλμα ο Κωνσταντίνος, να ζητήσει το διπλασιασμό των λύτρων για τον πρίγκιπα Ορχάν που είχε καταφύγει στην Κωνσταντινούπολη. Ο πρίγκιπας αυτός ήταν συγγενής του Μωάμεθ και διεκδικητής του θρόνου των σουλτάνων.
Ο Κωνσταντίνος προβάλλει στον Μωάμεθ αυτή την απαίτηση για το διπλασιασμό των λύτρων και δηλώνει ότι σε ενάντια περίπτωση θα αφήσει ελεύθερο τον Ορχάν να δράσει εναντίον του σουλτάνου.
Δυστυχώς ο Κωνσταντίνος διαψεύστηκε στις προσδοκίες του γιατί ο αντίπαλός του έκλεισε ειρήνη με τον ηγεμόνα της Καραμανίας και έπειτα άρχισε να ετοιμάζεται εναντίον των Ελλήνων. Την άνοιξη του 1452 κτίζει στην ευρωπαϊκή ακτή του Βοσπόρου, βόρεια από την Κωνσταντινούπολη, το φρούριο της Ρουμελίας (Ρούμελης) το περίφημο Ρούμελι-Χισάρ, αυτό το τεράστιο οχυρωματικό έργο μαζί με το Αναντολού Χισάρ (=φρούριο της Ανατολής ή της Ανατολίας), που είχε κτίσει ο Μουράτ ο Β’ ο πατέρας του Μωάμεθ Β’ ελέγχουν το πέρασμα του Βόσπορου.
Από εκείνη την ώρα και πέρα κανένα πλοίο δεν μπορούσε να περάσει τα στενά του Βοσπόρου χωρίς την άδεια των Τούρκων.
Παράλληλα ο σουλτάνος στέλνει το χειμώνα του 1452-1453 το στρατηγό Τουραχάν (διοικητή της Θεσσαλίας) στην Πελοπόννησο για να εμποδίσει τα αδέλφια του Κωνσταντίνου, Δημήτριο και Θωμά (που ήταν δεσπότες του Μυστρά), να του στείλουν βοήθεια. Εν τω μεταξύ ο Κωνσταντίνος δεν αδρανεί. Στέλνει πρέσβεις για να ζητήσει βοήθεια από την Ευρώπη: από τον πάπα, τη Βενετία, τη Γένουα, την Ουγγαρία, τη Γαλλία και άλλους.
Στέλνει επίσης επιστολές στις οποίες τονίζει τον κίνδυνο που διέτρεχε από τους Τούρκους όχι μόνο το Βυζάντιο αλλά ολόκληρη η Χριστιανοσύνη.
Ιδιαίτερα εκλιπαρεί ο Κωνσταντίνος τις ναυτικές πόλεις Βενετία, Γένουα και Πίζα να του στείλουν πολεμικά πλοία γιατί η Πόλη κινδύνευε από τη θάλασσα μάλλον παρά από την ξηρά. Τα ευρωπαϊκά κράτη για άλλη μια φορά συγκινήθηκαν, αλλά πρακτικά αρκέστηκαν σε μεγαλεπήβολα σχέδια, σε υποσχέσεις και σε λόγια παρηγοριάς.
Παράλληλα επιδιώκει την προσέγγιση με τον Πάπα Νικόλαο τον Ε’ στον οποίο στέλνει επανειλημμένα πρεσβευτές κατά τα έτη 1451-52.
Ο Πάπας στις δύσκολες εκείνες στιγμές ζητάει για αντάλλαγμα οποιασδήποτε βοήθειας την άρση του Σχίσματος και την εφαρμογή του φλωρεντινού δόγματος, δηλαδή ούτε λίγο ούτε πολύ την υποταγή της Ορθόδοξης Ανατολικής Εκκλησίας στην Παπική.
Έστειλε μάλιστα για το σκοπό αυτό στην Κωνσταντινούπολη τον Έλληνα καρδινάλιο Ισίδωρο, άλλοτε Αρχιεπίσκοπο Κίεβου.
Ο Ισίδωρος έφτασε στην Κωνσταντινούπολη το Νοέμβριο του 1452 και, σύμφωνα με την εντολή του Πάπα, κατόρθωσε να πείσει τον αυτοκράτορα να επικυρώσει τον ενωτικό όρο και να δεχθεί να τελεσθεί ενωτική Θεία Λειτουργία στην Αγιά Σοφία.
Οι ανθενωτικοί αντέδρασαν δυναμικά, όταν πληροφορήθηκαν την απόφαση του Κωνσταντίνου. Επικεφαλής των ανθενωτικών ήταν ο καλόγηρος Γ. Σχολάριος Κούρτεσης ο μετέπειτα Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, Γεννάδιος.
Ο συνετός Κωνσταντίνος δεν πίστευε βέβαια στην ένωση των Εκκλησιών. Υποχώρησε όμως στις αξιώσεις του Πάπα, γιατί πίστευε ότι έτσι θα εξασφάλιζε βοήθεια από τη Δύση.
Στις 12 Δεκεμβρίου του 1452 μέσα σε ατμόσφαιρα θρησκευτικού και πολιτικού διχασμού των αρχόντων, του Κλήρου και του λαού τελείται πανηγυρική ενωτική λειτουργία στην Αγιά Σοφία στην οποία παραβρέθηκε και ο ίδιος ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος επικεφαλής των αρχόντων και πλήθους δικών του κληρικών.
Ας δούμε τώρα ποιες άλλες προετοιμασίες έκανε ο Κωνσταντίνος και ποια βοήθεια έφτασε από τη Δύση.
«Από μήνες τώρα είχε φροντίσει για το θερισμό των χωραφιών, το αλώνισμα και τον ανεφοδιασμό των φρουρίων και είχε δεχθεί στον περίβολο των τειχών τους χωρικούς των προαστίων. Επίσης είχε προβεί στις αναγκαίες ενέργειες για την αγορά σιταριού, οσπρίων, λαδιού και άλλων τροφίμων» (Βακαλόπουλος).
Εν τω μεταξύ δεν έφτανε και η πολυπόθητη βοήθεια.
Και πρώτα-πρώτα τ’ αδέλφια του Κωνσταντίνου που ήταν δεσπότες του Μόριά «μήνυσαν στον αδελφό τους πως δεν μπορούσαν να του δώσουν την παραμικρή βοήθεια καθώς δεν ήξεραν αν οι Τούρκοι θα ξαναγύριζαν ή όχι στο Μοριά» (Δ. Φωτιάδης).
Ο τελευταίος αυτοκράτορας εγκαταλείφθηκε ακόμη και από τ’ αδέλφια του. Πώς ήταν λοιπόν δυνατό να σωθεί η Πόλη τη στιγμή που έλειπε η σύμπνοια και η ομόνοια ανάμεσα στους Έλληνες;
Ο Ούγγρος πολέμαρχος Ουννάδης, ενώ υποσχέθηκε δεν έστειλε καμία βοήθεια. Το ίδιο και ο βασιλιάς της Καταλωνίας. Όσο για το δεσπότη της Σερβίας, Γεώργιο Βράγκοβιτς, αυτός όχι μόνο αρνήθηκε να στείλει βοήθεια στον Κωνσταντίνο, αλλά και από το φόβο του έστειλε μέρος του στρατού του να βοηθήσει τον Μωάμεθ.
Ο αρχηγός της Καθολικής Εκκλησίας αντί για δέκα γαλέρες που είχε υποσχεθεί έστειλε μόνο δύο και 200 πολεμιστές εκ των οποίων οι 150 ήταν απόλεμοι Καθολικοί Χιώτες. Επικεφαλής αυτής της δύναμης ήταν ο Έλληνας καρδινάλιος Ισίδωρος και ο καθολικός Αρχιεπίσκοπος Χίου Λεονάρδος.
Η πιο σημαντική βοήθεια πήγε από μόνη της χωρίς να προσκληθεί. Ήταν ο γενναίος Γενουάτης ευπατρίδης Ιωάννης Ιουστινιάνης, ο οποίος χωρίς καν να παρακινηθεί από κανέναν έσπευσε να βοηθήσει την απειλούμενη Κωνσταντινούπολη. Δύο μεγάλα καράβια και επτακόσιοι πολεμιστές ήταν η δύναμη του Ιουστινιάνη. Στο γενναίο Ιουστινιάνη ανάθεσε ο αυτοκράτορας την υπεράσπιση της πύλης του Αγίου Ρωμανού.
Επίσης οι Βενετοί έδωσαν για βοήθεια πέντε καράβια «με τέτοια μάλιστα απλοχεριά» ώστε ανάγκασαν τον Κωνσταντίνο να πληρώνει τα πληρώματά τους.
Έτσι είχαν τα πράγματα μέσα στην Πόλη, ενώ έξω απ’ αυτήν ο σουλτάνος συγκαλεί στην Αδριανούπολη όλους τους αγάδες και τους πασάδες του και τους ανακοινώνει την απόφασή του να επιτεθεί κατά της Κωνσταντινούπολης. Πράγματι στις αρχές Απριλίου του 1453 μια τεράστια οθωμανική στρατιά φτάνει κάτω από τα τείχη της Πόλης. Ο Λαόνικος Χαλκοκονδύλης μιλάει για 400.000 χιλιάδες στρατό, ο Δούκας για 265.000, ο Φραντζής για 258.000. Εν τω μεταξύ ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος οργανώνει την άμυνα της Πόλεως. Κλείνει τις πύλες της Πόλεως αφού φρόντισε για τον ανεφοδιασμό της, τη συγκέντρωση στρατευμάτων και την επισκευή των τειχών.
Οι στρατιωτικές δυνάμεις των Ελλήνων ήταν ελάχιστες. Σύμφωνα με τις πληροφορίες του Φραντζή οι υπερασπιστές της Πόλεως ήταν πέντε χιλιάδες Έλληνες και δύο χιλιάδες ξένοι, κυρίως Ιταλοί (Βενετοί και Γενουάτες). Οι δυνάμεις αυτές είχαν παρασκευασθεί ανεπαρκώς και δεν ήταν καλά εξοπλισμένες. Μικρός αριθμός πλοίων υπήρχε στον Κεράτιο Κόλπο μπροστά από τη βαριά αλυσίδα που τον έφραζε.
Στις 6 Απριλίου του 1453 οι Τούρκοι άρχισαν να αναπτύσσονται γύρω από τα τείχη, ενώ οι πολιορκούμενοι έπαιρναν τις θέσεις τους. Στις 11 του ίδιου μήνα έγιναν προετοιμασίες για το βομβαρδισμό της Πόλης που κράτησε έξι μέρες από τις 12 μέχρι τις 18 Απριλίου. Πολύ σοβαρές ζημιές έγιναν στα τείχη. Ο Μωάμεθ είχε οργανωμένο πυροβολικό. Τα ορειχάλκινα κανόνια των Τούρκων χτυπούσαν με τα τεράστια πέτρινα βλήματά τους τα τείχη και τους προξενούσαν μεγάλες καταστροφές. Κατά την πολιορκία της Κωνσταντινουπόλεως οι Τούρκοι χρησιμοποίησαν τεράστια πυροβόλα που ήταν δημιουργήματα της νέας πολεμικής τέχνης. Ιδιαίτερη εντύπωση προκάλεσε στους πολιορκούμενους ένα πυροβόλο που είχε κατασκευάσει ένας Ούγγρος μηχανικός, Ορβανός, ήταν τ’ όνομά του. Αυτό λεγόταν «βασιλικόν» πυροβόλον. Ο Δούκας το χαρακτηρίζει «τέρας τι φοβερόν και εξαίσιον». Αυτό είχε διάμετρο 80 εκατοστών του μέτρου και μπορούσε να εκτοξεύει βλήματα περιφέρειας 2 μέτρων και 45 εκατοστών. Στις 19 του Απριλίου ο τουρκικός στόλος που αποτελείτο από 400 πλοία, προσπάθησε να διασπάσει την αλυσίδα του Κεράτιου Κόλπου αλλά δεν τα κατάφερε.
Τη νύχτα 22 προς 23 Απριλίου 70 πλοία μεταφέρθηκαν από το Βόσπορο, απάνω από το λόφο του Πέραν, στον Κεράτιο Κόλπο. Κατασκεύασαν οι Τούρκοι ένα είδος ξύλινης εξέδρας, πάνω απ’ αυτή σύρθηκαν τα πλοία, που είχαν τοποθετηθεί πάνω σε τροχούς. Η κατάσταση της Πόλεως έγινε πιο κρίσιμη. Ο βομβαρδισμός εξακολουθούσε ασταμάτητα.
«Τα πυροβόλα, λέει ένας ιστορικός, δεν σταματούσαν να βομβαρδίζουν μέρα και νύχτα». Από το μεγάλο κρότο του πυροβόλου πολλές γυναίκες πέθαναν. Τις επόμενες μέρες ο Μωάμεθ εξακολουθούσε το βομβαρδισμό και τις επιθέσεις. Το παλιό αγέρωχο τείχος δεν μπορούσε πια να αντισταθεί στα νέα όπλα. Προτού επιχειρήσει ο Μωάμεθ την τελική επίθεση στέλνει στις 23 Μαΐου πρεσβεία ζητώντας την παράδοση της Πόλεως. Η απάντηση του αυτοκράτορα ήταν σύμφωνη με το ηθικό νόημα που από την αρχή πήρε η αντίσταση του βυζαντινού κόσμου.
«Το δε την πόλιν σοι δούναι ούτ’ εμόν εστί ούτ’ άλλου των κατοικούντων εν ταύτη κοινή γαρ γνώμη πάντες αυτοπροαιρέτως αποθανούμεν και ου φεισόμεθα της ζωής ημών» (Δούκας).
Με αυτό τον τρόπο οι τελευταίες στιγμές του Βυζαντίου μετουσιώθηκαν σε ηθική πράξη παγκόσμιας σημασίας. Οι προετοιμασίες για την τελική γενική επίθεση διεξήχθησαν την Κυριακή και Δευτέρα 27 και 28 Μαΐου.
Όλη την ημέρα της Δευτέρας 27 Μαΐου χτυπούσαν τις καμπάνες και καλούσαν τους πολεμιστές να πάρουν τις θέσεις τους. Γυναίκες και παιδιά μετέφεραν πέτρες στα τείχη. Όλοι βάδιζαν μέσα στην πόλη και έκλαιγαν.
Προ βλέποντας την αναπόφευκτη καταστροφή και ξέροντας οι Έλληνες ότι πλησίαζε η μεγάλη επίθεση, πέρασαν την παραμονή της μεγάλης μέρας με προσευχές και δάκρυα.
Ύστερα από διαταγή του αυτοκράτορα θρησκευτικές πομπές που τις ακολουθούσε τεράστιο πλήθος ανθρώπων που έψαλε το «Κύριε ελέησον» πέρασαν κατά μήκος των τειχών της Πόλεως. Οι άνδρες έδιναν θάρρος ο ένας στον άλλον για να αντισταθούν. Έγινε μια μεγάλη λιτανεία. Όλοι οι κάτοικοι ακολούθησαν τους δεσποτάδες με τα εικονίσματα. Καθολικοί και ορθόδοξοι μαζί - μαζί με κεριά στο χέρι, άντρες και γυναίκες και παιδιά, ιερείς και πίσω αμέτρητος λαός τριγύρισαν όλη την πολιτεία ψάλλοντας και παρακαλώντας. Ο αυτοκράτορας τότε έδωσε τις τελευταίες του οδηγίες.
Μέσα στην τρομαχτική ησυχία ο Κωνσταντίνος είπε:
«Καλώς γνωρίζετε ότι έφθασεν η ώρα του σφοδρού πολέμου και εκ θαλάσσης και εκ χέρσου. Παρακαλώ υμάς ίνα στήτε ανδρείως.
Καλώς ούν οίδατε αδελφοί διά τέσσερα τινά οφειλέται κοινώς έσμεν άπαντες ίνα προτιμήσωμεν αποθανείν μάλλον ή ζην, πρώτον μεν υπέρ πίστεως ημών και ευσεβείας, δεύτερον υπέρ πατρίδος, τρίτον υπέρ βασιλέως, ως Χριστού Κυρίου και τέταρτον υπέρ συγγενών και φίλων, άλλως πατρίδα περίφημον τοιαύτη υστερούμεθα και ελευθερίαν ημών».
Και συνεχίζει ο ήρωας βασιλιάς: «ημείς πάσαν την ελπίδα εις την άμαχον δόξαν του Θεού αναθέμεθα». Ύστερα γύρισε στους Ενετούς που έστεκαν δεξιά του και τους είπε: «εσείς άνδρες ευγενείς και αγαπημένοι εν Χριστώ τω Θεώ, άνδρες ισχυροί και στρατιώται δυνατοί τη σήμερον, παρακαλώ υμάς ίνα την πόλιν ταύτην την ευρισκομένην επί τοσαύτη συμφορά του πολέμου ολοψύχως γένητε υπερασπισταί».
Κατόπιν γύρισε στους Γενουάτες και είπε:
«Εντιμότατοι αδελφοί, άνδρες πολεμισταί μεγαλόκαρδοι και φημισμένοι, καλώς οίδατε και γιγνώσκετε ότι η δυστυχής αύτη πόλις πάντοτε ουκ εμοί μόνον υπήρχεν, αύτη καταφύγιον χριστιανών, ελπίδα και καύχημα πάντων των Ελλήνων».
Τότε όλοι με αναφιλητά και δάκρυα φώναξαν: «Αποθάνομεν υπέρ του Χριστού Πίστεως και της πατρίδος ημών».
Το βράδυ της ίδιας ημέρας έγινε στην Αγιά Σοφία η τελευταία χριστιανική λειτουργία. Όλοι αυτοί οι μελλοθάνατοι, αυτοκράτορας, γερουσιαστές, ευγενείς και πλήθος λαού συγκεντρώνονται στην Αγιά Σοφία, τη μεγαλειώδη μητρόπολη της οικουμένης. Όλο το Βυζάντιο υψώνει την ψυχή του στο Θεό. Ο Πατριάρχης επικαλείται το Θεό με φωνή δυνατή.
Ύστερα πλησιάζουν όλοι στο ιερό για να πάρουν την παρηγοριά της θρησκείας, ενώ η προσευχή ανεβαίνει αδιάκοπα ως τους θόλους του γιγάντιου ναού.
«Η νεκρώσιμη ακολουθία της ανατολικής αυτοκρατορίας τελείωσε». (Στήβεν Ράνσιμαν)
Η γενική επίθεση άρχισε τις πρώτες πρωινές ώρες στις 29 Μαΐου. Η όλη επιχείρηση έγινε σε τρία στάδια. Στην αρχή επιτέθηκαν τα άτακτα τμήματα του στρατού του Μωάμεθ εναντίον του τμήματος του τείχους που εκτεινόταν μεταξύ του ανακτόρου του Πορφυρογέννητου και της Πύλης του Αγίου Ρωμανού. Η μάχη ήταν πεισματική. Τελικά οι Τούρκοι υποχώρησαν.
Η δεύτερη επίθεση έγινε μπροστά στην Πύλη του Αγ. Ρωμανού. Και η δεύτερη επίθεση των Τούρκων απέτυχε. Σύμφωνα με το σχέδιο, ο σουλτάνος εξαπέλυσε την τρίτη επίθεση με τα επίλεκτα τμήματα του στρατού του που τα αποτελούσαν 12 χιλιάδες άριστα εξοπλισμένοι γενίτσαροι. Η μάχη ήταν και πάλι σκληρή. Οι γενίτσαροι ορμούν με μια ομόφωνη κραυγή ενάντια στον αποκαμωμένο αντίπαλο. Είχε ήδη ανατείλει ο ήλιος όταν ο αυτοκράτορας φωνάζει γεμάτος χαρά: «Συστρατιώται και αδελφοί ιδική μας είναι η νίκη». Και ενώ τα πάντα έδειχναν ότι οι Έλληνες θα απέκρουαν και την τρίτη επίθεση, στην πιο κρίσιμη στιγμή της μάχης ο Ιωάννης Ιουστινιάνης ο γενναίος συμπολεμιστής του αυτοκράτορα τραυματίστηκε στο στήθος.
Το γεγονός αυτό προκάλεσε σύγχυση μεταξύ των πολιορκουμένων και η άμυνα χαλαρώθηκε. Μα ο αυτοκράτορας φτάνει κιόλας αυτοπροσώπως και κατορθώνει για μια ακόμη φορά να ρίξουν τις ανεμόσκαλες. Η ανδρεία των πολιορκουμένων είναι ισάξια με τη μανία των πολιορκητών και για λίγο η πόλη φαίνεται ότι σώθηκε.
Αλλά ένα τραγικό απρόοπτο, ένα από τα πιο μυστηριώδη περιστατικά που η Ιστορία κάνει να ξεπηδούν με τις ανεξιχνίαστες βουλές της, κρίνει άξαφνα τη μοίρα του Βυζαντίου. Συνέβη κάτι το απίστευτο.
Μερικοί Τούρκοι μπήκαν από ένα ρήγμα του πρώτου τείχους πολύ κοντά σ’ ένα από τα σημεία της επίθεσης. Δεν τολμούσαν όμως να σκαρφαλώσουν στο δεύτερο. Μα καθώς τριγυρίζουν περίεργοι στο μεσοδιάστημα που χώριζε τις δύο ζώνες ανακαλύπτουν πως μία από τις πύλες του κάστρου είναι ανοιχτή. Είναι η Κερκόπορτα. Ήταν μια χαμηλή πόρτα που τη χρησιμοποιούσαν σε καιρό ειρήνης οι πεζοί όταν οι μεγάλες πύλες ήταν κλειστές. Φαίνεται πως ακριβώς επειδή είχε ελάχιστη στρατηγική σημασία έκανε όλους να ξεχάσουν την ύπαρξή της αυτή την τελευταία νύχτα μέσα στη γενική συγκίνηση.
Στην αρχή παραξενεύονται μπροστά σ’ αυτό το πέρασμα και φαντάζονται πως πρόκειται για παγίδα. Τους φαίνεται παράλογο να βρίσκουν εκεί μια πόρτα ανοιχτή χωρίς κανένα εμπόδιο. Αμέσως ζητούν ενισχύσεις, ένας λόχος ορμά στην πύλη και επιτίθεται στα νώτα των Ελλήνων.
Μερικοί στρατιώτες βλέπουν τους Τούρκους και φωνάζουν: «Εάλω η πόλις - εάλω η πόλις», δηλαδή πάρθηκε η Πόλη.
Ο αυτοκράτορας με μερικούς πιστούς ρίχνεται στους εισβολείς. Δεν υποχωρεί, ορμά εμπρός, εμψυχώνει, φωνάζει, κατακόφτει τους Τούρκους. Στο γιγάντιο αυτό αγώνα του τον παραστέκουν οι ολίγοι συμπολεμιστές του αξιωματικοί και στρατιώτες. Ενας ένας σκοτώνονται.
Ο ξάδελφός του ο Ισπανός Φραγκίσκος του Τολέδο πέφτει πολεμώντας σαν λιοντάρι. Ο φίλος του Ιωάννης ο Δαλμάτης ρίχνεται μέσα στη μάζα των γενίτσαρων τυφλά περιφρονώντας το θάνατο.
Ο σοφός μαθηματικός Θεόφιλος Παλαιολόγος ξεφωνίζει βλέποντας την καταστροφή: «Πιο καλά να πεθάνω παρά να ζω».
Ο Ιωάννης Καντακουζηνός χάνεται μέσα στη δίνη της μάχης. Γύρω στα κάστρα, στις επάλξεις και στα φρούρια κατεβαίνει ο δικέφαλος αϊτός των Παλαιολόγων και ανεβαίνει στη θέση του η σημαία του εχθρού.
Ο Κωνσταντίνος ΙΑ’ βλέποντας να κυριεύεται η Πόλη ανακράζει σπαρακτικά: «Η Πόλις κυριεύεται και εγώ ζω έτι;». Αλλά την ίδια στιγμή τον χτυπούν τα στίφη των βαρβάρων και πέφτοντας αναφωνεί: «Ουκ έστι τις των χριστιανών του λαβείν την κεφαλήν μου απ’ εμού;».
Ο τελευταίος αυτοκράτορας-ήρωας της ένδοξης μεσαιωνικής ελληνικής αυτοκρατορίας πέφτει ηρωικά μπροστά στην πύλη του Αγίου Ρωμανού και ανάμεσα στο πλήθος των συμπολεμιστών του που έδωσαν τη ζωή αυτοπροαιρέτως για να υπερασπίσουν την περικαλλή και ένδοξον πατρίδα και την πίστιν εις Εκείνον που υπόσχεται Νομήν της ψυχής αιωνίαν.
«Ην δε πάσα η ζωή του αοιδίμου εν βασιλεύσι και γαληνοτάτου και μάρτυρος τούτου, χρόνοι τεσσαράκοντα εννέα και μήνες τρεις και ημέραι είκοσι».
Έτσι έπεσε στα χέρια των Οθωμανών Τούρκων η βασιλίδα των πόλεων και μαζί με αυτήν η Βυζαντινή Αυτοκρατορία, η οποία επί 1.129 χρόνια υπήρξε το πιο πολιτισμένο κράτος του κόσμου. Την άλωση της Κωνσταντινούπολης ακολούθησε η κατάκτηση των υπολοίπων τμημάτων του Ελληνισμού. Το Δεσποτάτο του Μυστρά καταλήφθηκε το 1460. Τέσσερα χρόνια ενωρίτερα είχε καταληφθεί η Αθήνα (1456). Η αυτοκρατορία της Τραπεζούντας καταλήφθηκε το 1461. Η Λέσβος το 1462, η Σάμος το 1475. Το 1470 υποτάχθηκε η Εύβοια. Το 1499 η Ναύπακτος και το επόμενο έτος η Μεθώνη και η Κορώνη. Το 1540 οι Τούρκοι απέσπασαν από τους Ενετούς το Ναύπλιο και τη Μονεμβασιά. Το 1522 οι Τούρκοι κατέλαβαν τη Ρόδο και το 1571 την Κύπρο. Στους Ενετούς απέμειναν: η Κρήτη μέχρι το 1669 οπότε την κατέλαβαν οι Τούρκοι, τα Επτάνησα μέχρι το 1797 και μερικά νησιά των Κυκλάδων. Σε όλες τις ελληνικές χώρες απλώθηκε η μαύρη σκλαβιά τεσσάρων αιώνων τουρκικής κυριαρχίας.

ΗΛΙΑ ΛΑΣΚΑΡΗ ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΙ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΒΥΖΑΝΤΙΣ ΑΘΗΝΑ 1995


from ανεμουριον https://ift.tt/34KV5bR
via IFTTT

Δεν υπάρχουν σχόλια

Από το Blogger.