ΒΟΜΒΕΣ, ΔΗΛΩΣΕΙΣ ΚΑΙ ΚΑΤΑΔΙΚΕΣ ΣΤΗ ΧΟΥΝΤΟΚΡΑΤΟΥΜΕΝΗ ΕΛΛΑΔΑ

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ 1969 | Βόμβες, δηλώσεις και καταδίκες. Σ’ αυτές τις τρεις λέξεις μπορεί να συνοψισθεί το ελληνικό πολιτικό 1969. Οι πλέον δυναμικοί από τους αντιπάλους της δικτατορίας περνούν από την αντιπολιτευτική στάση στην αντιστασιακή δραστηριότητα και με εκρήξεις βομβών τινάζουν στον αέρα τους περί «ησυχίας και ομαλότητος» ισχυρισμούς της χούντας και των φερεφώνων της στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Οι δυνάμεις ασφαλείας προσάγουν στα δικαστήρια του καθεστώτος εκατοντάδες αντιστασιακούς, πολλοί από τους οποίους καταδικάζονται σε βαριές ποινές, αφού προηγουμένως έχουν περάσει από τα άντρα βασανιστηρίων του Στρατού, της Αστυνομίας Πόλεων και της Χωροφυλακής. Ο Αλέκος Παναγούλης αναστατώνει και πάλι το δικτατορικό καθεστώς, καθώς κατορθώνει να αποδράσει στις 6 Ιουνίου, συλλαμβάνεται όμως τρεις μέρες αργότερα. Τη χρονιά αυτή οι δηλώσεις του Γιώργου Σεφέρη και του Κωνσταντίνου Καραμανλή εναντίον της χούντας - μαζί με τις εξελίξεις στο Συμβούλιο της Ευρώπης - ταράζουν περιστασιακά το καθεστώς, αλλά δεν το κλονίζουν. Ταραχή προκαλούν ακόμη στο καθεστώς η συνάντηση του Ιταλού σοσιαλιστή ηγέτη και υπουργού Εξωτερικών της χώρας του, Πιέτρο Νένι, με τον Ανδρέα Παπανδρέου, και η άρνηση του Συμβουλίου της Επικράτειας να υποταχθεί στα κελεύσματα της χούντας, η οποία απολύει μη αρεστούς σε αυτήν δικαστικούς. Στις 7 Ιουνίου, όλες οι υπό καθεστώς λογοκρισίας εκδιδόμενες εφημερίδες κυκλοφορούν με μια πρωτοσέλιδη φωτογραφία του θανατοποινίτη Αλέκου Παναγούλη, κάτω από την οποία ακολουθεί η εξής ανακοίνωση των υπουργείων Δημόσιας Τάξης και Δικαιοσύνης: «Κατά την παρελθούσαν νύκτα εδραπέτευσεν εκ των φυλακών ένθα εκρατείτο ο κατάδικος Αλέξανδρος Παναγούλης. Απασαι αι αρμόδιαι αρχαί, ειδοποιηθείσαι αμέσως, εκινητοποιήθησαν διά την ανακάλυψιν και σύλληψίν του. Διεξάγονται ανακρίσεις. Ο δραπέτης επεκηρύχθη αντί ποσού 500.000 δραχμών, το οποίον θα καταβληθή εις εκείνον όστις θα συμβάλη αποτελεσματικώς εις την σύλληψίν του». Η εντύπωση που προκαλεί η αναγγελία της δραπέτευσης στην ελληνική και διεθνή κοινή γνώμη είναι μεγάλη. Ο Αλέκος Παναγούλης είναι πασίγνωστος για την παράτολμη απόπειρα δολοφονίας του δικτάτορα Παπαδόπουλου, που πραγματοποιήθηκε στη Βάρκιζα, στις 13 Αυγούστου του 1968. Καταδικασμένος δις εις θάνατον από το στρατοδικείο, στις 17 Νοεμβρίου του ίδιου χρόνου, μεταφέρεται στις φυλακές της Αίγινας όπου υφίσταται σκληρά βασανιστήρια. Σταθμίζοντας τις επαπειλούμενες διεθνείς αντιδράσεις, ο Παπαδόπουλος αποφασίζει να μην προχωρήσει στην εκτέλεσή του και τον μεταφέρει στις φυλακές του Μπογιατίου. Η απόδρασή του αποτελεί οδυνηρό ράπισμα για τη χούντα, αποδεικνύοντας ότι η αντιδικτατορική αντίσταση είναι ικανή να διαπεράσει και αυτά τα τείχη των φυλακών. Γίνεται, μάλιστα, γνωστό, ότι μαζί με τον Παναγούλη έχει δραπετεύσει και αυτός ο δεσμοφύλακάς του, ο δεκανέας Γιώργος Μωράκης, ενώ υπάρχουν ενδείξεις συμμετοχής και άλλων φρουρών στο εγχείρημα. Αμέσως μετά την απόδραση, που πραγματοποιείται τη νύχτα της 5ης προς 6η Ιουνίου, η χούντα εξαπολύει ένα άνευ προηγούμενου ανθρωποκυνηγητό για τη σύλληψη του δραπέτη και την αποκατάσταση του βαριά τραυματισμένου βασιλείου του τρόμου που έχει δημιουργήσει. Οι χουντικοί ελπίζουν ότι μέσα στα 2,5 εκατομμύρια των Αθηναίων, όλο και κάποιος θα βρεθεί με συνείδηση αρκετά ελαστική ώστε να καμφθεί από το γενναίο χρηματικό δέλεαρ της επικήρυξης. Από την πλευρά του, ο εξόριστος Ανδρέας Παπανδρέου απειλεί τους ενδεχόμενους καταδότες με «σκληρά αντίποινα», εννοώντας σαφέστατα τη φυσική τους εξόντωση. Η καταδίωξη αποκτά χαρακτήρα αστυνομικο-πολιτικού «θρίλερ», που κρατά σε αγωνία την κοινή γνώμη. Σε μια σπασμωδική απόπειρα να εμφανιστεί κύριος της κατάστασης, ο δικτάτορας Παπαδόπουλος καλεί εσπευσμένα σε συνέντευξη Τύπου τους πολιτικούς συντάκτες και τους ξένους ανταποκριτές την ίδια μέρα που ανακοινώνεται η απόδραση (7 Ιουνίου). Αλλά το αποτέλεσμα είναι αντίθετο με τις προσδοκίες του. Στη διάρκεια της συνέντευξης, ο Παπαδόπουλος αναγνωρίζει τη σύλληψη 15 απότακτων αξιωματικών με την κατηγορία της συνωμοσίας για την ανατροπή της χούντας και αποκαλεί «ψυχοπαθείς, με πιστοποιητικά φρενοκομείου» τους συντάκτες τού μεγάλης κυκλοφορίας αμερικανικού περιοδικού «LOOK», που έκαναν λόγο για όργιο βασανιστηρίων στην Ελλάδα, υποσχόμενος ότι, εάν του προσκομισθούν αποδείξεις βασανιστηρίων, θα εκτελέσει προσωπικά στην πλατεία Συντάγματος τους πρωταίτιους! Οσο για την υπόθεση Παναγούλη, ο δικτάτορας επικαλείται, ως απόδειξη ανθρωπιστικού πνεύματος, το γεγονός ότι επικήρυξε το δραπέτη ζώντα «και ουχί την κεφαλήν του, όπως συνέβαινε παλαιότερον με τους ληστάς»!!! Δύο ημέρες αργότερα, στις 9 Ιουνίου, ο υπουργός Δημόσιας Τάξης Παναγιώτης Τζεβελέκος καλεί επειγόντως
τους δημοσιογράφους στο υπουργείο Τύπου, όπου τους γνωστοποιεί περιχαρής τη σύλληψη του Παναγούλη. Ο υπουργός της χούντας περιβάλλεται από τους αξιωματικούς της Χωροφυλακής Καραμπέτσο και Μαυροειδή, οι οποίοι, όπως ανακοινώνεται, συνέλαβαν τον Παναγούλη, «με τη συνδρομή πολιτών» σε διαμέρισμα πολυκατοικίας της οδού Πάτμου 51, στην πλατεία Κολιάτσου. Στη συνέχεια, οι δημοσιογράφοι και οι φωτογράφοι μεταφέρονται με πούλμαν στην υποδιεύθυνση της Ασφάλειας, στη Νέα Ιωνία, για να δουν και να φωτογραφήσουν τον Παναγούλη προτού αυτός παραδοθεί για τα περαιτέρω στους άνδρες της ΕΣΑ. Φυσικά, τα όργανα της χούντας δεν επιτρέπουν καμιά ερώτηση στους δημοσιογράφους. Την επομένη, ανακοινώνεται η σύλληψη και του δεκανέα Μωράκη, ενώ η Ασφάλεια επιτρέπει στους δημοσιογράφους να επισκεφθούν το κρησφύγετο του Παναγούλη: Ενα σχεδόν άδειο δυαράκι, με δύο σουμιέδες, μία καρέκλα, μια πλαστική ντουλάπα, δύο βαλίτσες, λίγα φλυτζάνια του καφέ, ένα ραδιόφωνο και ένα ημερολόγιο τοίχου, ανοιγμένο στο μήνα «Οκτώβριος», με μια μεγάλη φωτογραφία της... Ερυθράς Πλατείας της Μόσχας(!) - σε μια προφανέστατη «αισθητική παρέμβαση» των φωστήρων του υπεύθυνου προπαγάνδας του καθεστώτος Γεωργαλά, προφανώς για να εμπεδωθεί στην κοινή γνώμη ο όχι και τόσο λεπτός συμβολισμός της «κόκκινης συνωμοσίας»... Στις 30 Σεπτεμβρίου ο Κ. Καραμανλής επιχειρεί βαρυσήμαντη παρέμβαση στα ελληνικά πολιτικά πράγματα από το Παρίσι, μέσω εκτενέστατου κειμένου δηλώσεών του στην ελβετική εφημερίδα «Ζουρνάλ ντε Ζενέβ». Για πρώτη φορά είναι τόσο σκληρός απέναντι στη χούντα, την οποία κατηγορεί για «τυραννική πολιτική», υπογραμμίζοντας ότι «η αυθαιρεσία έγινε καθεστώς και η αγανάκτησις του λαού απεκορυφώθη», ενώ η δικτατορία επιπροσθέτως «με την τυραννική της πολιτική, τους κομπασμούς και τας ασυναρτησίας της εδημιούργησεν κλίμα εκρηκτικόν εν Ελλάδι και κατέστησε την χώρα διεθνώς ανυπόληπτον». Ο Κ. Καραμανλής προσθέτει: «Με την αντιφατική δε και ασυνάρτητον αυτήν πολιτικήν της, εδημιούργησε ένα τυραννικό και νόθο καθεστώς μέσα εις το οποίον σήπεται και αυτή και η χώρα. Διότι, το καθεστώς των Αθηνών, στερούμενον, εκτός των άλλων, και ιδεολογικού προσανατολισμού, εις ουδεμίαν μορφήν πολιτεύματος ανταποκρίνεται. Ουδέ καν της κλασσικής Δικτατορίας. Και δεν αναπληροί βέβαια την έλλειψιν αυτήν ούτε η μεσαιωνική περί πολιτείας θεοκρατική αντίληψις ούτε το σύνθημα “Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών”, όταν μάλιστα αμφότερα εκφράζονται με μεθόδους ελάχιστα χριστιανικός». Στη συνέχεια προσπαθεί να πείσει τους δικτάτορες να παραδώσουν την εξουσία: «Εμμένει δε εις την πλάνην της η Κυβέρνησις, διότι δεν αντιλαμβάνεται ότι εάν αι μέχρι τούδε εναντίον της αντιδράσεις, εσωτερικοί και διεθνείς, υπήρξαν μετριοπαθείς, τούτο οφείλεται εις τας προσδοκίας που εδημιούργησαν αι επανειλημμένοι διαβεβαιώσεις της περί αποκαταστάσεως της Δημοκρατίας. Ηδη, όμως, ο εμπαιγμός αποκαλύπτεται και η Κυβέρνησις, υπό την πίεσιν της θυέλλης που προμηνύεται, θα υποχρεωθή να κάμη την εκλογήν της. Θα ήτο ευχής έργο να την κάμη εγκαίρως και σύμφωνα με το συμφέρον το εθνικό, γιατί αν βραδύνη δεν θα έχη εκλογήν. Η ιστορία διδάσκει ότι τα νόθα καθεστώτα δεν ευδοκιμούν· εκφυλίζονται καθ’ οδόν και καταρρέουν, παρασύροντα εις την πτώσιν των και τη χώρα που τα υφίσταται». Και η δήλωση Καραμανλή καταλήγει με την προσφορά του να ηγηθεί του καθεστώτος ειρηνικής μετεξέλιξης της χούντας, απευθύνοντας ταυτόχρονα έκκληση ανατροπής της προς τους αξιωματικούς των Ενόπλων Δυνάμεων: «Υπό τας παρούσας ελληνικάς συνθήκας, η αποκατάστασις της Δημοκρατίας δύναται να γίνη κατά δύο τρόπους: είτε διά της αβιάστου αποχωρήσεως της παρούσης Κυβερνήσεως είτε διά της ανατροπής της. Η πρώτη λύσις θα είναι όχι μόνον ακίνδυνος αλλά και δημιουργική. Η δευτέρα, που ημπορεί να προκληθή και από δυνάμεις μη ελεγχομένας, θα υποβάλη, ίσως, το Εθνος εις νέας δοκιμασίας. Η ευθύνη διά την εκλογήν βαρύνει την Κυβέρνησιν, αλλά και εκείνους, οι οποίοι, αμέσως ή εμμέσως, τη στηρίζουν. Εάν, συνεπώς, οι κυβερνώντες γοητευθέντες από την εξουσίαν δεν αντιλαμβάνονται το καθήκον των, οφείλουν να τους το υποδείξουν οι εξ αγαθής προαιρέσεως συστρατευθέντες μετ’ αυτών αξιωματικοί. Και πέραν αυτών, οφείλουν να το πράξουν αι Ενοπλοι Δυνάμεις της χώρας, αι οποίαι, προερχόμενοι από τους κόλπους του λαού, έχουν επωμισθή την βαρείαν ευθύνην, αλλά και την υψηλήν αποστολήν, να προστατεύουν την ελευθερίαν, την ασφάλειαν και την ανεξαρτησίαν του. Οφείλω δε, με την ευκαιρίαν αυτή, να βεβαιώσω τους ανησυχούντας διά το μέλλον ότι δεν θα έλυα την σιωπή μου, εάν δεν επίστευα ότι η χώρα δύναται ακινδύνως να επανέλθη εις την ομαλότητα και εάν δεν ήμουν διατεθειμένος να συμβάλω, εν ανάγκη, εις τούτο και προσωπικώς».
ΤΟ ΚΡΗΣΦΥΓΕΤΟ ΤΗΣ ΟΔΟΥ ΠΑΤΜΟΥ, ΟΠΟΥ ΣΥΝΕΛΗΦΘΗ Ο ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΝΑΓΟΥΛΗΣ ΤΡΕΙΣ ΗΜΕΡΕΣ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΑΠΟΔΡΑΣΗ ΤΟΥ ΤΗΣ 6 ΙΟΥΝΙΟΥ
Η δήλωση Καραμανλή βρίσκει απήχηση στον πολιτικό κόσμο της χώρας σαφώς πέρα από τα όρια της ΕΡΕ, της οποίας ο αρχηγός Παν. Κανελλόπουλος δηλώνει, μεταξύ άλλων: «Είμαι πεπεισμένος ότι αι δηλώσεις εις τας οποίας προέβη ο πρώην πρωθυπουργός κ. Κωνσταντίνος Καραμανλής - συμπίπτουν χρονικώς με την απροκάλυπτον διακήρυξιν της στρατιωτικής Κυβερνήσεως να παγιοποιήση το καθεστώς της βίας και καθ’ όν χρόνον ολοκληρούται η διεθνής απομόνωσις της Ελλάδος και επίκειται η αποβολή μας από διεθνείς Οργανισμούς τεταγμένους εις την προάσπισιν της δημοκρατίας - θα συμβάλουν αποφασιστικώς εις την δημιουργίαν των αναγκαίων συνθηκών διά να εξέλθη η Ελλάς εκ του αδιεξόδου, εις το οποίον την οδήγησε το παρόν καθεστώς». «Αι δηλώσεις του κ. Καραμανλή τας οποίας επιδοκιμάζω πλήρως, διότι αποβλέπουν εις την ομαλήν μετάβασιν εις το δημοκρατικόν πολίτευμα, αποδεικνύουν ότι η ένωσις του πολιτικού κόσμου έχει πλέον ολοκληρωθή και ότι αύτη ήτο απαραίτητος διά την αποκατάστασιν της Δημοκρατίας και της πολιτικής ομαλότητος και την αντιμετώπισιν των τεράστιων προβλημάτων τα οποία ορθούνται ενώπιον μας», δηλώνει και ο πρωθυπουργός των «αποστατών» Στέφανος Στεφανόπουλος. Υπέρ των δηλώσεων του Κ. Καραμανλή τάσσεται και ο ομοϊδεάτης του, Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, ο οποίος δηλώνει μεταξύ άλλων: «Η δήλωσις του κ. Καραμανλή αποτελεί αποφασιστικής σημασίας πολιτικόν γεγονός, έναντι των φίλων μας του εξωτερικού, προσφέρει δε πειστικήν και ρεαλιστικήν λύσιν, ακίνδυνου ανατροπής του σημερινού τυραννικού καθεστώτος και ομαλής επαναφοράς της αληθινής δημοκρατίας, ενώ, συγχρόνως, ανοίγει την θετικήν και ελπιδοφόρον προοπτικήν καλυτέρας οργανώσεως της ελληνικής πολιτείας και του ελληνικού δημοσίου βίου και αποτελεί αποστομωτικήν απάντησιν εις τας καλόπιστους και κακόπιστους ανησυχίας διά την ομαλήν διαδοχήν και διά το χάος, το οποίον δήθεν θα επηκολούθει μετά την απομάκρυνσιν της Χούντας... Είμαι βέβαιος ότι το προσκλητήριον του κ. Καραμανλή θα εύρη πλήρη ανταπόκρισην διότι εκφράζει τας ελπίδας και τας προσδοκίας όλων των Ελλήνων, από του βασιλέως μέχρι του τελευταίου πολίτου. Το μοιραίον τέλος διά την Χούντα πλησιάζει». Αλλά και ο Γεώργιος Μαύρος, εκ των στελεχών της Ενωσης Κέντρου που δεν εγκατάλειψαν τον Γεώργιο Παπανδρέου το 1965, δηλώνει αναφερόμενος στην πρωτοβουλία Καραμανλή: «Η θέσις της Ενώσεως Κέντρου επ’ αυτής είναι σαφής. Υποστηρίζει κάθε πολιτική εκδήλωσιν, η οποία προβλέπει επιστροφήν της Δημοκρατίας εις την Ελλάδα. Εις αυτό το πλαίσιον η δήλωσις του κ. Καραμανλή είναι σημαντική συμβολή εις τον αγώνα διά την Δημοκρατίαν και την ομαλότητα εις την Ελλάδα». Η πιο εντυπωσιακή όμως εκδήλωση υποστήριξης προς τον Κ. Καραμανλή έρχεται λίγο αργότερα, τα Χριστούγεννα, από τον... Μίκη Θεοδωράκη! Ο αριστερός μουσικοσυνθέτης, σύμβολο στο εξωτερικό των Ελλήνων πολιτικών κρατουμένων, έγκλειστος την εποχή αυτή στο στρατόπεδο συγκέντρωσης του Ωρωπού, απευθύνει επιστολή στον κ. Καραμανλή, γράφovτάς του μεταξύ άλλων: «Εκτιμώ βαθύτατα με πόση συναίσθηση ιστορικής ευθύνης και με πόσο βαριά καρδιά αχθήκατε στην απόφαση να καλέσετε τους υγιείς και αγνούς αξιωματικούς για την ανατροπή της δικτατορίας... Το ιδιαίτερο βάρος σας ως πρώην πρωθυπουργού και ως μιας πολιτικής προσωπικότητας, που επηρεάζει ένα σημαντικό τμήμα του έθνους, θα είναι μια πολύτιμη συνεισφορά στον αγώνα αυτόν. Τιθέμενος επί κεφαλής αυτού του αγώνα εξασφαλίζετε επάξια την ιστορική καταξίωση... Σας δηλώνω ότι τίθεμαι στη διάθεσή σας με μοναδική φιλοδοξία την προσφορά όποιας θυσίας για μια Ελλάδα Δημοκρατική και Ελεύθερη, όπου θ’ ανθίσει και πάλι το γέλιο και θα ξαναντηχήσει το τραγούδι! Δεχτείτε, κ. Πρόεδρε, την έκφραση της βαθυτάτης εκτιμήσεώς μου και τον αγωνιστικό χαιρετισμό, εμού και των συγκρατουμένων μου, από το Στρατόπεδο Ωρωπού». Η πικρή αλήθεια, όμως, είναι ότι αυτή η παρέμβαση Καραμανλή είχε πολύ λιγότερα αποτελέσματα από όσα περίμενε και ο ίδιος. Γι’ αυτό και μεταξύ άλλων αναφέρει - εμφανώς απογοητευμένος - σε σημείωμά του που έχει υπαγορεύσει μεταγενέστερα: «Δύο ημέρας πριν δώσω την ανωτέρω δήλωσιν εις τον Τύπον την έστειλα στον βασιλέα και στην Αθήνα για να παρασκευασθούν για την αξιοποίησίν της. Στην Αθήνα συγκεκριμένως υπέδειξα τέσσερα απλά και ακίνδυνα πράγματα. Πρώτον, να γίνη κοινή δήλωσις των κομμάτων υιοθετούσα τας προτάσεις μου και καλούσα τον λαόν να τας υποστήριξή. Δεύτερον, να διανεμηθή η δήλωσις μου εις τας εφημερίδας και εάν η Κυβέρνησις απαγορεύση την δημοσίευσίν της, να μην εκδοθούν την επομένην. Τρίτον, να γίνη δήλωσις 8-10 πρώην αρχηγών των επιτελείων εις την οποίαν να εκφράζουν απλώς τας ανησυχίας των για το μέλλον της χώρας και, τέταρτον, να γίνη παρόμοια περίπου δήλωσις από τέσσερις έως πέντε πρώην πρωθυπουργούς... Ατυχώς, δεν εγένετο τίποτα πέραν ωρισμένων ασυντονίστων και ασυνάρτητων προσωπικών δηλώσεων για να αποδειχθή, για άλλη μια φορά, ότι εν Ελλάδι δεν υπήρχον πλέον δυνάμεις για τον αγώνα της ελευθερίας. Το συμπέρασμα είναι ότι οι τρεις προσπάθειες που έκανα εκ καθήκοντος για να βοηθήσω τον τόπον δεν έδωσαν το αναμενόμενον αποτέλεσμα. Και δεν έδωσαν, διότι η μεν Χούντα εννοούσε να διατηρήση οπωσδήποτε την εξουσίαν, ο δε πολιτικός κόσμος επεδίωκε αφελώς να αποκαταστήση το παρελθόν... Υπό τας συνθήκας αυτάς απεφάσισα να βυθιστώ και πάλι στη σιωπή μου...». Στο μεταξύ, τα έκτακτα στρατοδικεία δουλεύουν ασταμάτητα ολόκληρη τη χρονιά. Στις 22 Ιανουάριου προσάγονται να δικασθούν ενώπιον του Εκτακτου Στρατοδικείου Αθηνών μέλη της οργάνωσης Πατριωτικό Αντιδικτατορικό Μέτωπο (ΠΑΜ), η οποία έχει συγκροτηθεί από εκτός ΚΚΕ στελέχη της Αριστεράς. Ορισμένοι από τους κατηγορούμενους έχουν βασανισθεί κατά τη διάρκεια της κράτησής τους. Η κατηγορία είναι «σύσταση συμμορίας» και «τοποθέτηση βόμβας». Επειτα από τριήμερη διαδικασία το στρατοδικείο επιβάλλει την ακόλουθη ποινή: 16 χρόνια στους Γ. Πετρόπουλο, Χρ. Ρεκλείτη, Σ. Αναστασιάδη, Δ. Δαρειώτη, 15 χρόνια στη Μαρία Καλλέργη, 7 χρόνια στον Κ. Μανταίο, 5 χρόνια στον Ν. Αρμάο και 1 χρόνο με τριετή αναστολή στην Ευαγγελία Θεοφυλακτοπούλου. Οι βαριές καταδίκες δεν φέρνουν τα αποτελέσματα που επιθυμεί το καθεστώς. Οι βομβιστικές επιθέσεις φουντώνουν. Αναφέρεται ότι μεταξύ Μαΐου και Οκτωβρίου 1969 προκαλούνται περίπου 300 εκρήξεις βομβών και συλλαμβάνονται 450 πολίτες. Οι εκρήξεις, συνήθως, δεν προκαλούν θύματα, με σοβαρότερη εξαίρεση το φόνο περαστικής γυναίκας έξω από το υπουργείο Δικαιοσύνης στη γωνία Σωκράτους και Ζήνωνος. Στις 26 Μαΐου, το Εκτακτο Στρατοδικείο Αθηνών καταδικάζει τα μέλη της κεντρώας οργάνωσης «Δημοκρατική Αμυνα» Β. Φίλια 19 έτη, Αρ. Αγγελίδη 12 έτη, Σπ. Πλασκοβίτη 5 έτη και Λένα Δουκίδου σε 5 έτη με αναστολή. Οι συλλήψεις και οι καταδίκες πλήττουν οργανώσεις διαφόρων πολιτικών αποχρώσεων. Ο ίδιος ο ηγέτης του καθεστώτος, Γ. Παπαδόπουλος, ανακοινώνει στις 8 Ιουνίου τη σύλληψη 15 αποστράτων αξιωματικών γιατί σχεδιάζουν «διατάραξη της τάξεως». Αίσθηση προκαλείται στην κοινή γνώμη στις 17 Ιουλίου, όταν μία βόμβα σκάει στα χέρια του καθηγητή της Παντείου Σχολής Σάκη Καράγιωργα και τον τραυματίζει σοβαρά. Η έκρηξη σημειώνεται μέσα στο σπίτι του σε προάστιο των Αθηνών. Μαζί του και ο υφηγητής Γεώργιος-Αλέξανδρος Μαγκάκης. Ο Καράγιωργας συλλαμβάνεται.
Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής στο διαμέρισμα του στο Παρίσι, οπού έκανε τις δηλώσεις του εναντίον της χούντας.
Συλλήψεις φιλοβασιλικών και άλλων, μεταξύ των οποίων και 35 αποστράτων αξιωματικών, ανακοινώνει στις 30 Αυγούστου το καθεστώς. Δεν λείπουν και οι καταδίκες για «πεπραγμένα παρελθουσών εποχών». Στις 28 Σεπτεμβρίου το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών καταδικάζει τον Γρήγορή Φαράκο, ηγετικό στέλεχος του ΚΚΕ, για τη δράση του στην περίοδο... 1947-1951! Τον Οκτώβριο καταδικάζονται σε ποινές κάθειρξης 16 ετών ο 39χρονος λοχαγός εν αποστρατεία Αλ. Αρχάκης και 10 ετών και 6 μηνών ο έμπορος Δημήτρης Λέκκας, κατηγορούμενος για εκρήξεις βομβών. Λίγες μέρες αργότερα καταδικάζονται σε ακόμη βαρύτερες ποινές τέσσερις αντιστασιακοί που κατηγορούνται για την τοποθέτηση βομβών: I. Μυλωνάς (33 χρόνια), Γ. Ανωμερίτης (25 χρόνια), Δημ. Παπαϊωάννου (25 χρόνια) και Δημοσθένης Δώλας (25 χρόνια). Στις 5 Νοεμβρίου οι Δ. Μπενάς και Λ. Κολοβός καταδικάζονται σε ισόβια δεσμό για παράβαση του αντικομμουνιστικού νόμου 509 και σε 10 χρόνια κάθειρξη ο Λέων. Γιαννακόπουλος. Σε 20 χρόνια κάθειρξη καταδικάζονται την επομένη ο Αντ. Αρκάς, σε 16 χρόνια ο Τρ. Καραγεωργίου και σε 5 χρόνια η Σ. Κυπριώτου. Δεν περνάει μέρα σχεδόν που να μην υπάρχουν καταδίκες αντιστασιακών από τα έκτακτα στρατοδικεία της χούντας... Στο μεταξύ, οι Γεώργιος Μαύρος και Παναγιώτης Κανελλόπουλος δεν κατορθώνουν, παρά τις κάποιες προσπάθειες, να γεφυρώσουν τις διαφορές της ΕΚ με την ΕΡΕ, ώστε να αρθρώσουν κοινό πολιτικό λόγο - πόσω μάλλον να προχωρήσουν σε κοινή δράση εναντίον της χούντας. Από την άλλη πλευρά, η κομμουνιστική Αριστερά ταλανίζεται από τις συνέπειες της διάσπασης του 1968, ενώ η ΕΔΑ χάνει τον πρόεδρό της, Γιάννη Πασαλίδη, ο οποίος αποβιώνει στις 15 Μαρτίου, ευρισκόμενος σε κατ’ οίκον περιορισμό. Γεννημένος το 1885, αυτός ο Ελληνας του Καυκάσου αναδεικνύεται σε ηγετικό στέλεχος των Ρώσων Μενσεβίκων, των αντιπάλων του Λένιν. Διετέλεσε μέλος της ρωσικής Δούμας (Βουλής) και υπουργός Εξωτερικών της Γεωργίας, από την οποία έφυγε το 1921, όταν είχε πια παγιωθεί η εξουσία των Μπολσεβίκων. Ηρθε στην Ελλάδα και εξελέγη αμέσως βουλευτής το 1923, ενώ μετά τον Εμφύλιο ανεδείχθη σε πρόεδρο της ΕΔΑ. Στο μεταξύ, ο Ανδρέας Παπανδρέου, «κόκκινο πανί» για το συντηρητικό πολιτικό κόσμο της Ελλάδας, συναντάται το Μάρτιο στη Ρώμη με τον υπουργό Εξωτερικών της Ιταλίας, Πιέτρο Νένι. Τα όσα λέγονται και από την πλευρά του Ιταλού υπουργού Εξωτερικών έχουν ευθέως αντιδικτατορικό χαρακτήρα. Η χούντα διά του υπουργού της Εξωτερικών Παναγιώτη Πιπινέλη ζητεί εξηγήσεις. Η ιταλική απάντηση στις 27 Μαρτίου είναι σαφής: Η συνάντηση Νένι-Παπανδρέου έγινε σε «ένδειξη συμπάθειας και ηθικής αλληλεγγύης προς τους Ελληνες εξόριστους, τους πολιτικούς κρατουμένους και τον ελληνικό λαό». Ανάμεσα στη συνάντηση και την ιταλική απάντηση η δικτατορία αναπτύσσει εκστρατεία μέσω των εφημερίδων κάνοντας αναδρομές στο «όχι» του ’40. Η εκστρατεία επιτυγχάνει να δώσει ακόμη μεγαλύτερη δημοσιότητα στη δραστηριότητα του Ανδρέα Παπανδρέου. Μάλιστα οι προπαγανδιστές του καθεστώτος γελοιοποιούνται όταν προσάπτουν στον Γιώργο Σεφέρη ότι «πτύει επί των ηθικών αξιών διά σιέλου του κ. Νένι»!.. Αφορμή γι’ αυτή τη γελοιότητα είναι οι δηλώσεις Σεφέρη στις 28 Μαρτίου. Την ημέρα εκείνη μεταδίδονται από ελληνόφωνες εκπομπές ξένων ραδιοσταθμών δηλώσεις του νομπελίστα ποιητή, ο οποίος είκοσι τρεις μήνες μετά την επιβολή της δικτατορίας λέει: «Εδώ και μερικούς μήνες έχω νιώσει μέσα μου και γύρω μου ολοένα πιο επιτακτικό το χρέος μου να μιλήσω για τη σημερινή κατάστασή μας. Κλείνουν σχεδόν δύο χρόνια που μας έχει επιβληθεί ένα καθεστώς όλως διόλου αντίθετο με τα ιδεώδη για τα οποία πολέμησε ο κόσμος και τόσο περίλαμπρα ο λαός μας. Είναι μια κατάσταση που όσες πνευματικές αξίες κατορθώσαμε να κρατήσουμε ζωντανές με πόνο και μόχθο πάνε κι αυτές να καταποντισθούν μέσα στο έλος, μέσα στα στεκάμενα νερά. Τώρα ξαναγυρίζω στη σιωπή μου. Και προσεύχομαι στο Θεό να μην βρεθώ ξανά στην ανάγκη να μιλήσω πάλι. Είμαι ένας άνθρωπος χωρίς κανέναν πολιτικό δεσμό και μπορώ να πω χωρίς φόβο και πάθος: Βλέπω μπροστά μου τον γκρεμό όπου μας οδηγεί η καταπίεση. Αυτή η ανωμαλία πρέπει να σταματήσει. Είναι εθνική επιταγή». Στη δήλωσή του ο Σεφέρης δεν παραλείπει να προφητεύσει κατά τρόπο τραγικό: «Ολοι έχουμε διδαχτεί και όλοι ξέρουμε ότι στα δικτατορικά καθεστώτα η αρχή μπορεί να μοιάζει εύκολη. Ομως, η τραγωδία περιμένει αναπότρεπτη
Ο αντιστασιακός καθηγητής Σάκης Καράγιωργας.
στο τέλος. Αυτό το τραγικό τέλος που μας βασανίζει συνειδητά ή ασυνείδητα, όπως στα χορικά του Αισχύλου»... Οι δηλώσεις του προκαλούν ισχυρή εντύπωση στην κοινή γνώμη. Ο Σεφέρης έχει υψηλότατο κύρος, όχι μόνο γιατί έχει βραβευθεί με το Νομπέλ Λογοτεχνίας 1963 αλλά και γιατί πράγματι εκτιμάται ως ο μείζων των συγχρόνων του ποιητής. Ακόμα είναι «υπεράνω πόσης υποψίας» αριστερής αποκλίσεως, καθώς είναι δεδομένη και γνωστή η θητεία του ως διπλωμάτη και παλαιότερα ως διευθυντή εξωτερικού Τύπου της βασιλικής δικτατορίας Μεταξά. Ετσι, οι πολλοί τον εκτιμούν ως νομπελίστα, οι διανοούμενοι ως ποιητή και οι συντηρητικοί για την άκρως συντηρητική πολιτικοδιπλωματική καριέρα του. Αυτό το εύρος αποδοχής θορυβεί τη χούντα, η οποία παράλληλα έχει πληροφορίες και εκτιμήσεις για τις εντεινόμενες προσπάθειες των κορυφαίων πολιτικών της αντιπάλων. Ετσι εξηγούνται και οι γελοίοι σχολιασμοί της προπαγάνδας της. Η «καταιγίδα» όμως περνάει γρήγορα. Την ίδια ημέρα που μεταδίδονται οι δηλώσεις Σεφέρη πεθαίνει ο πρώην πρόεδρος των ΗΠΑ στρατηγός Αϊζενχάουερ. Ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Στυλιανός Παττακός εκπροσωπεί την
Ο ποιητής Γιώργος Σεφέρης. Οι αντιχουντικές δηλώσεις του προκάλεσαν.
Ελλάδα στην κηδεία την 1η Απριλίου στην Ουόσιγκτον. Εκεί βρίσκεται και ο τυπικός αρχηγός του κράτους, ο βασιλιάς Κωνσταντίνος. Ομως ο Νίξον δεν του κάνει την τιμή να τον δεχθεί. Αντιθέτως, δέχεται τον Παττακό... Το «μήνυμα» είναι σαφές: η χούντα έχει την υποστήριξη της αμερικανικής ηγεσίας, προεξάρχοντος του ελληνικής καταγωγής αντιπροέδρου Σπόρου Αγκνιου και του επίσης ελληνικής καταγωγής χρηματοδότη του Νίξον και επιχειρηματία Τομ Πάπας. Παρ’ όλα αυτά, από τη συντηρητική πλευρά έρχεται και το επόμενο ισχυρό πλήγμα στη χούντα. Το Συμβούλιο της Επικράτειας με απόφασή του στις 21 Ιουνίου κάνει δεκτή την προσφυγή 21 δικαστικών που έχουν απολυθεί από τη δικτατορική κυβέρνηση. Ο Παπαδόπουλος εξοργίζεται. Ζητεί την παραίτηση του προέδρου του Συμβουλίου της Επικράτειας Μιχαήλ Στασινόπουλου, ο οποίος αρνείται. Το καθεστώς τον θέτει σε κατ’ οίκον περιορισμόν και στις 27 του μηνός δημοσιεύεται ότι γίνεται δεκτή η - μηδέποτε υποβληθείσα - παραίτηση του Στασινόπουλου. Ακολουθούν, πραγματικές αυτή τη φορά, παραιτήσεις επτά μελών του Συμβουλίου, οι οποίοι διαμαρτύρονται έτσι για την αυθαιρεσία της δικτατορικής κυβέρνησης, η οποία δεν δίστασε, κάποια στιγμή, να θίξει και το δικαστήριο του οποίου είναι μέλη. Η αναγκαστική «αποχώρηση» της χούντας από το Συμβούλιο της Ευρώπης στις 12 Δεκεμβρίου δίνει την ευκαιρία στον Ανδρέα Παπανδρέου, με μήνυμά του προς τον ελληνικό λαό στις 27 Δεκεμβρίου, να εκθέσει τις συνολικές απόψεις του ΠΑΚ, του οποίου ηγείται, γύρω από το πολιτικό πρόβλημα της χώρας, αναφέροντας μεταξύ άλλων: «Θα πρέπει να έχει γίνει σε όλους σαφές πως το Πεντάγωνο που κατευθύνει σε όλα τα ουσιαστικά της σημεία την εξωτερική πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών όσο μεγάλο και αν ήταν γι’ αυτό το πλήγμα από την απόφαση του Συμβουλίου Ευρώπης δεν προτίθεται να μειώσει την ηθική, στρατιωτική και οικονομική βοήθειά του προς τη χούντα. Δεν πρέπει να μας εκπλήσσει αυτή η διαπίστωση. Η χούντα και το δίκτυο δύναμής της μέσα στο στρατό αποτελούν τη μόνη ασφαλή επέκταση, προέκταση των αμερικανικών στρατιωτικών υπηρεσιών στον ελληνικό χώρο που γεωπολιτικά θεωρείται τόσο κρίσιμος για την ψυχροπολεμική στρατηγική των Ηνωμένων Πολιτειών. Γιατί είναι γεγονός πως το παλατιανό κατεστημένο και τα κόμματα της Δεξιάς, που στο παρελθόν είχαν παίξει το ρόλο του τοποτηρητή των Ηνωμένων Πολιτειών, έπαυσαν, ύστερα από το πραξικόπημα των συνταγματαρχών, να αποτελούν συμπαγή φορέα ικανό να εγγυηθεί τα πολυποίκιλα συμφέροντα του ξένου παράγοντα με τρόπο μόνιμο και συνεπή. Το Πεντάγωνο θα συνεχίσει απροκάλυπτα τη συμπαράστασή του προς τη χούντα ώς την ώρα που οι ηλεκτρονικοί του εγκέφαλοι το ειδοποιήσουν ότι το κόστος του Παπαδόπουλου και των συνταγματαρχών είναι μεγαλύτερο για τις Ηνωμένες Πολιτείες από τα οφέλη που τους αποδίδουν... Κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες είναι τουλάχιστον αφελές να περιμένει κανείς πολιτική λύση του ελληνικού προβλήματος. Η πείρα μας είναι πρόσφατη. Η προσπάθεια του Καραμανλή καμιά δε βρήκε απήχηση στην Ουάσιγκτον. Κι’ αυτό γιατί η χούντα και μόνο η χούντα - κάτω από τις σημερινές αντικειμενικά δεδομένες συνθήκες - θεωρείται από το Πεντάγωνο σαν ο ασφαλής εγγυητής των συμφερόντων του σε μακροχρόνια προοπτική... Ο αγώνας σ’ αυτή τη νέα του φάση απαιτεί την ενότητα του λαού μας. Απαιτεί ενότητα αντιστασιακή, ενότητα που να στηρίζεται σε ξεκάθαρους, κρυστάλλινους στόχους. Ενότητα που ν’ αποβλέπει στην αδέσμευτη λαϊκή κυριαρχία και εθνική ανεξαρτησία. Σ’ αυτή την ενότητα δεν έχουν θέση όσοι υπονομεύουν τον αγώνα του λαού μας συνεργαζόμενοι είτε ανοικτά είτε παρασκηνιακά με τις δυνάμεις κατοχής. Γι’ αυτό, σ’ αυτή την αντιστασιακή ενότητα δεν έχει θέση ο Κωνσταντίνος... Η σαφής, κρυστάλλινη θέση μας για την αβασίλευτη δημοκρατία πρέπει να είναι το ορόσημο της νέας φάσης του απελευθερωτικού αγώνα και είναι μια προειδοποίηση προς όλους τους κρυπτοσυνεργάτες του στρατιωτικού καθεστώτος των Αθηνών. Και ήλθε η ώρα για όλους τους Ελληνες να πάρουν θέση. Να πουν το μεγάλο ναι ή το μεγάλο όχι».


from ανεμουριον https://ift.tt/33ftEGY
via IFTTT
Από το Blogger.