Η ΕΠΙΚΡΑΤΗΣΗ ΤΗΣ ΟΠΕΡΕΤΑΣ

ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΛΑΥΡΑΓΚΑΣ
Στο χώρο της έντεχνης μουσικής δημιουργίας, η προσωπικότητα που δεσπόζει στη δεύτερη δεκαετία του 20ού αιώνα είναι αυτή τον Μανώλη Καλομοίρη. Η μορφή του Σπύρου Σαμάρα, παρά το γεγονός ότι εξακολουθεί να έχει παρουσία στα μουσικά πράγματα της Ελλάδας, είναι προς προφανές ότι σηματοδοτεί το τέλος ενός κύκλου της ελληνικής μουσικής: της επτανησιακής μουσικής σχολής που άκμασε στο δεύτερο μισό του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα. Η όπερα και η οπερέτα είναι αυτή την εποχή ιδιαίτερα δημοφιλή μουσικά είδη στις ελληνικές θεατρικές σκηνές, στις οποίες φιλοξενούνται, συνυπάρχουν οι οπερέτες του Σαμάρα και ol πρώτες όπερες του Καλομοίρη (Ο ΠΡΩΤΟΜΑΣΤΟΡΑΣ και ΤΟ ΔΑΧΤΥΛΙΔΙ ΤΗΣ ΜΑΝΑΣ). Η πληθωρική προσωπικότητα του Μανώλη Καλομοίρη παρουσιάζεται στο επίκεντρο του κινήματος της εθνικής μουσικής σχολής, θα ήταν, όμως, σοβαρότατη παράλειψη να μη σημειώσουμε ότι την ίδια εποχή ζούσαν στην Ελλάδα και δημιουργούσαν άλλοι αξιόλογοι συνθέτες, όπως ο Μάριος Βάρβογλης και ο Αιμίλιος Ριάδης, οι οποίοι μαζί με τον Καλομοίρη αποτελούν, κατά τον Αιμίλιο Χαμουδόπουλο (1), την τριάδα της εθνικής έντεχνης μουσικής. Το Ελληνικό Μελόδραμα με επικεφαλής τον Διονύσιο Λαυράγκα αναπτύσσει αρκετά έντονη δραστηριότητα, παρουσιάζοντας μελοδραματικά έργα, συχνά και Ελλήνων συνθετών. Παρά το γεγονός ότι βασίστηκε στα προσωπικό οράματα μεμονωμένων μουσικών, θα μπορούσαμε με ασφάλεια να πούμε ότι αποτελεί τον πρόδρομο του θεσμού της Εθνικής Λυρικής Σκηνής. Ο Διονύσιος Λαυράγκας σφράγισε τα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ού αιώνα. Η ίδρυση του ελληνικού ωδείου το 1919 από τον Καλομοίρη και άλλους καθηγητές, οι οποίοι δυσαρεστημένοι αποχώρησαν από το Ωδείο Αθηνών, είναι η αρχή της μεγάλης ανάπτυξης της μουσικής παιδείας στην Ελλάδα. Στο χώρο της «ελαφράς» μουσικής το νέο μουσικό είδος που έρχεται να παραμερίσει την αθηναϊκή επιθεώρηση είναι η ελληνική οπερέτα. Η θεματολογία της κινείται κυρίως, γύρω από τον έρωτα που αποδίδεται συνήθως με ανάλαφρο και χαρούμενο τρόπο χωρίς, παρ' όλα αυτά να λείπει και η σοβαρή (ορισμένες φορές δραματική) διάθεση. Επίσης, αν και στην οπερέτα δεν διακρίνει κανείς τους χαρακτηριστικούς κοινωνικούς τύπους της εποχής που βρίσκει στην αθηναϊκή επιθεώρηση, υπάρχουν αναφορές στην ελληνική πραγματικότητα. Η βασική της διαφορά από την επιθεώρηση είναι ότι η οπερέτα έχει ολοκληρωμένη πλοκή και υπόθεση, ενώ η επιθεώρηση συνήθως αποτελεί συρραφή δραματοποιημένων ιστοριών. Εκτός αυτού, στις οπερέτες δεν χρησιμοποιούνται πλέον γνωστές ευρωπαϊκές μελωδίες στη μουσική, γεγονός ιδιαίτερα συνηθισμένο στις επιθεωρήσεις.
Οι συνθέτες που διαμόρφωσαν ουσιαστικά το είδος της οπερέτας στην Ελλάδα είναι οι Θεόφραστος Σακελλαρίδης και Νικόλαος Χατζηαποστόλου. Παρά το γεγονός ότι πολλοί γνωστοί συνθέτες ασχολήθηκαν περιστασιακά με την οπερέτα, οι Σακελλαρίδης και Χατζηαποστόλου ήταν οι πολυγραφότεροι που παρουσίασαν τις μεγαλύτερες επιτυχίες. Σύμφωνα με τον Κώστα Μυλωνά, η περίοδος ακμής της ελληνικής οπερέτας εντοπίζεται στο διάστημα 1916-1928, θεωρώντας το 1916 ιδιαίτερα σημαντική χρονιά. Αυτή τη χρονιά παρουσιάζεται και η «Μοντέρνα Καμαριέρα» του Χατζηαποστόλου που σημείωσε πολύ μεγάλη επιτυχία. Ο μεγάλος αριθμός θιάσων που παρουσιάζουν οπερέτες, με πρώτον την «Ελληνική Οπερέτα», μαρτυρά τη μεγάλη απήχηση που είχε το νέο είδος στο ελληνικό κοινό. Ενδεικτικές για την επιτυχία της οπερέτας είναι, επίσης οι μουσικές εκδόσεις της εποχής. Πολλά τραγούδια από οπερέτες εκδίδονταν και επανεκδίδονταν σε χιλιάδες αντίτυπα από ελληνικούς μουσικούς οίκους. Επίσης, κυκλοφορούν αρκετά μουσικά περιοδικά (αλλά και περιοδικά ποικίλης ύλης) που δημοσιεύουν ως ένθετα παρτιτούρες με τραγούδια της εποχής. Σημαντική θέση στο χώρο, της ελληνικής μουσικής εξακολουθεί να έχει το αθηναϊκό τραγούδι, που δημιουργήθηκε κατά τη διάρκεια της προηγούμενης δεκαετίας. Τέλος, οφείλουμε να κάνουμε μία παρατήρηση που έγινε και σχετικά με την ελληνική μουσική της πρώτης δεκαετίας αυτού του αιώνα: τα όρια ανάμεσα στην έντεχνη ελληνική μουσική και αυτή που αποκαλείται ελαφρά είναι αρκετά διακριτά κατά τη διάρκεια αυτών των δύο δεκαετιών.
Η ΑΦΙΣΑ ΤΟΥ ΠΑΝΟΥ ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΟΠΕΡΑ ΤΟΥ Μ. ΚΑΛΟΜΟΙΡΗ «Ο ΠΡΩΤΟΜΑΣΤΟΡΑΣ», ΤΟ 1915 - Ο Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ ΣΚΗΝΟΓΡΑΦΗΣΕ ΤΗΝ ΙΔΙΑ ΕΠΟΧΗ ΕΚΤΟΣ ΤΩΝ ΕΡΓΩΝ ΤΟΥ ΚΑΛΟΜΟΙΡΗ ΚΑΙ ΕΡΓΑ ΤΟΥ ΣΠ. ΣΑΜΑΡΑ.
Είναι αρκετά συνηθισμένο φαινόμενο συνθέτες με ολοκληρωμένη μουσική παιδεία να υπηρετούν και τα δυο είδη μουσικής. Άλλωστε, πολλά τραγούδια που είχαν απήχηση στο ευρύ κοινό είναι ιδιαίτερα αξιόλογα από την άποψη της αισθητικής και της μουσικής τεχνικής τους. Ο χώρος της ελληνικής μουσικής παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον όχι μόνο στις αμιγώς μουσικές του πτυχές αλλά και τις κοινωνικές προεκτάσεις του. Είναι ευτύχημα το γεγονός ότι τα τελευταία χρόνια αρκετοί αξιόλογοι μουσικολόγοι έχουν στρέψει το ενδιαφέρον τους προς αυτή.

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ΕΠΤΑ ΗΜΕΡΕΣ 24/10/1999 Η ΕΛΛΑΔΑ ΤΟΝ 20ο ΑΙΩΝΑ 1910-1920 ΧΡΙΣΤΙΝΑΣ Γ. ΒΕΡΓΑΔΟΥ

Ο ΚΑΛΟΜΟΙΡΗΣ ΣΤΟ ΠΡΟΣΚΗΝΙΟ

ΝΙΚΟΣ Α. ΔΟΝΤΑΣ | Ο συνθέτης που πρωτοπαρουσιάζει σήμερα μικρό μέρος της αρχής τον έργου του, ονειρεύτηκε να φτιάξη μιαν αληθινή εθνική μουσική, βασισμένη από τη μία μεριά στη μουσική των αγνών μας δημοτικών τραγουδιών, μα και στολισμένη
από την άλλη με όλα τα τεχνικά μέσα που μας χάρισεν η αδιάκοπη εργασία των προοδευμένων στη μουσική λαών, και πρώτα πρώτα των Γερμανών, Γάλλων, Ρώσσων και Νορβηγών». Έτσι αυτοσυστήθηκε ο Σμυρνιός Μανόλης Καλομοίρης (1883—1962) στο αθηναϊκό κοινό κατά την πρώτη συναυλία με έργα του το καλοκαίρι του 1908, δύο μήνες μετά την επιτυχημένη παρουσίαση της όπερας «Ρέα» του Σπυρίδωνα Φιλίσκου Σαμαρά (1861-1917) στη Φλωρεντία. Ο συνθέτης δεν παραλείπει από λάθος τους Ιταλούς στην απαρίθμηση των «προοδεμένων στη μουσική λαών» ούτε αγνοεί ότι υπάρχουν σημαντικοί Έλληνες συνθέτες που μεγαλουργούσαν τόσο στην Ελλάδα, όσο και στο εξωτερικό. Η ιδιοτελής παράβλεψη των Επτανήσιων -και ιδιαίτερα του Σαμάρα- συνέβαλλε αποφασιστικά σε ένα ακόμα ρήγμα της φυσιολογικής εξέλιξης της μουσικής στην Ελλάδα. Υιοθετώντας ευρωπαϊκές αξίες του 19ου αιώνα ο Καλομοίρης είχε αποφασίσει να προσφέρει στην Ελλάδα τη δική του εκδοχή μίας «εθνικής» μουσικής, παραβλέποντας την από ετών ευρύτατη χρήση δημοτικών τραγουδιών από τους Επτανήσιους, επιλογή συνειδητή και διατυπωμένη ήδη από το 1901 στη μελέτη του Γεωργίου Λαμπελέτ (1875-1945) «Η Εθνική Μουσική», που υπερασπιζόταν την αξία της δημοτικής μουσικής και ποίησης. Το 1914 το επίσημο κράτος υπέβαλε σχέδιο νόμου για τη δημιουργία «Εθνικής Μουσικής Συλλογής», όπου αναφερόταν η ανάγκη διάσωσης της εθνικής κληρονομιάς με την επιστράτευση των τότε σύγχρονων μέσων, όπως ο φωνογράφος. Ο Καλομοίρης εντάχθηκε χωρίς αναστολές στην κίνηση των δημοτικιστών και πλαισιώθηκε από τα πλέον προοδευτικά στοιχεία της χώρας. Το 1915 παρουσίασε την πρώτη του όπερα, «Ο Πρωτομάστορας», βασισμένη στην ομώνυμη τραγωδία του Καζαντζάκη και αφιερωμένη στον «Πρωτομάστορα της Μεγάλης Ελλάδας» Ελευθέριο Βενιζέλο.
Το 1915 ιδρύεται Κρατικό Ωδείο στη Θεσσαλονίκη, που μόλις έχει απελευθερωθεί από τους βαλκανικούς πολέμους. Εκεί επιστρέφει την ίδια χρονιά από το Παρίσι ο Αιμίλιος Ριάδης (1880-1935), μαθητής των Ραβέλ και Φλοράν Σμιτ. Συνθέτης τελείως διαφορετικού διαμετρήματος έχει γνωρίσει στην «Πόλη του Φωτός» τους εξωτικούς ήχους της Άπω Ανατολής και έχει μελετήσει σε βάθος τον πολιτισμό της Ιαπωνίας. Επιστρέφοντας, εισήγαγε με ιδιαίτερη επιτυχία το δημοτικό τραγούδι σε δυτικές κλασικές φόρμες διατηρώντας την ιδιάζουσα αρμονική και ρυθμική δομή του. Ο Ριάδης υπήρξε επίσης ανάμεσα στους πρώτους Έλληνες συνθέτες που ασχολήθηκαν με τη μουσική δωματίου. Το 1917, χρονιά εισόδου της Ελλάδας στον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, πεθαίνει ο Σπυρίδων Σαμάρας σε ηλικία 56 ετών ενώ ο Καλομοίρης παρουσιάζει τη δεύτερη του όπερα «Το Δαχτυλίδι της Μάνας». Δύο χρόνια αργότερα ο συνθέτης έρχεται σε ρήξη με τον Γεώργιο Νάξο (1862-1934), πανίσχυρο διευθυντή του Ωδείου Αθηνών και ιδρύει το «Ελληνικό Ωδείο» σε συνέχεια εκείνου που είχε θεμελιώσει η Λότνερ το 1899. Το 1919 στο Παρίσι ο Μοντιλιάνι φιλοτεχνεί το περίφημο πορτρέτο του Μάριου Βάρβογλη (1885-1967), φίλου και συνοδοιπόρου του Καλομοίρη μέχρι το τέλος. Τον Σεπτέμβρη τον 1920 ακούγεται για πρώτη φορά η «Συμφωνία της Λεβεντιάς» του Καλομοίρη στο Ηρώδειο, στις «Γιορτές της Νίκης», παρόντος του Βενιζέλου. Λίγους μήνες νωρίτερα είχε κληθεί να συμπράξει με τη Συμφωνική Ορχήστρα Αθηνών ο Καμίγ Σαιν-Σανς. Κατά την επίσκεψη του ο Γάλλος συνθέτης είχε επίσης την ευκαιρία να παρακολουθήσει την πρώτη παρουσίαση της όπερας «Αδελφή Βεατρίκη» του Δημήτρη Μητρόπουλου (1896-1960) με την Κατίνα Παξινού στον επώνυμο ρόλο.

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ΕΠΤΑ ΗΜΕΡΕΣ 24/10/1999 Η ΕΛΛΑΔΑ ΤΟΝ 20ο ΑΙΩΝΑ 1910-1920 ΧΡΙΣΤΙΝΑΣ Γ. ΒΕΡΓΑΔΟΥ


from ανεμουριον https://ift.tt/32zZdu2
via IFTTT

Δεν υπάρχουν σχόλια

Από το Blogger.