Ανακαλύπτοντας ξανά την Ελλάδα - Ξένοι φωτογράφοι στο Μεσοπόλεμο

Glady’s Pratt. Σοκάκι της Αθήνας, δεκαετία του '30. Τονισμένη σε σέπια φωτογραφία.

Προς τα μέσα της περιόδου του Μεσοπολέμου επισκέφθηκαν την Ελλάδα ορισμένοι γνωστοί ξένοι φωτογράφοι με σκοπό να φωτογραφίσουν τη σύγχρονη αλλά, κυρίως, την αρχαία Ελλάδα. Ήταν μια νέα ματιά, που ξεκινούσε από το στιγμιότυπο και έφτανε μέχρι το σουρεαλισμό και τη μεταφυσική φωτογραφία. Οι πιο πολλοί από αυτούς είχαν ιδιαίτερη αγάπη για την Ελλάδα και τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό, πράγμα που γίνεται φανερό στις φωτογραφίες τους. Όμως, ούτε ο αριθμός των φωτογράφων ούτε οι φωτογραφίες τους μπορούν στο σύνολό τους να ενταχθούν σε ένα μόνο ρεύμα ή κίνημα. Επίσης, δεν υπάρχουν στοιχεία που να συνηγορούν ότι το έργο τους επηρέασε τη δουλειά των Ελλήνων φωτογράφων εκείνης της εποχής. Για τους Έλληνες φωτογράφους, το «πνεύμα» του Boissonnas ήταν ακόμα το πιο καθοριστικό, σχεδόν μέχρι το τέλος της περιόδου αυτής. Είναι προφανές ότι τα χρόνια αυτά ήρθαν και άλλοι, ήσσονος σημασίας φωτογράφοι, που ο χώρος του παρόντος βιβλίου δεν επιτρέπει την παρουσίασή τους.

Antoine Bon (1901-1972)
Γάλλος αρχαιολόγος, μέλος της Γαλλικής Σχολής Αθηνών (1924), ο Antoine Bon (Αντουάν Μπον) εργάστηκε κατά την περίοδο 1924-1931 στην Πελοπόννησο, τη Θάσο και άλλες περιοχές, και ασχολήθηκε με την αναστήλωση κάστρων και μνημείων. Υπήρξε μανιώδης ερασιτέχνης φωτογράφος και φωτογράφιζε όλα τα μέρη που επισκεπτόταν. Στο βιβλίο Melanges Antoine Bon γίνονται συχνές αναφορές για το φωτογραφικό του έργο.
Antoine Bon. To γεφύρι της Άρτας.
Antoine Bon. Πυργί Χίου.
Antoine Bon. Έδεσσα.
Εξέδωσε δύο φωτογραφικά λευκώματα για την Ελλάδα, τα οποία κυκλοφόρησε σε αρκετές επανεκδόσεις: To Εη Grece, με εισαγωγικό κείμενο του Fernand Chapouthier (εκδ. Ρ. Hartmann, Παρίσι 1932), που περιέχει 118 φωτογραφίες του, και το Retour en Crece με κείμενο του F. Chapouthier (Παρίσι 1934), που περιέχει 133 φωτογραφίες του.

Arnold Genthe (1869-1942)
Γερμανός φωτογράφος μόνιμα εγκαταστημένος στις ΗΠΑ, ο Arnold Genthe (Άρ-νολντ Γκέντε) έγινε γνωστός ως φωτογράφος των Αμερικανών ηθοποιών της πρώτης εικοσαετίας του 20ού αιώνα. Συνδέονταν με στενή φιλία με την Αμερικανίδα χορεύτρια Isadora Dunkan, την οποία είχε πολλές φορές φωτογραφίσει κατ' αποκλειστικότητα. Εκείνη ήταν που του ενέπνευσε την αγάπη για την Ελλάδα. Ήρθε στην Ελλάδα για πρώτη φορά το καλοκαίρι του 1929, δύο χρόνια μετά τον τραγικό θάνατό της. Το φθινόπωρο του 1930 επισκέφθηκε και πάλι την Ελλάδα, όπου και παρέμεινε συνολικά για επτά μήνες. Ταξίδεψε και φωτογράφισε σε όλη σχεδόν την ηπειρωτική Ελλάδα.
Arnold Genthe. Οι χορευτές Τανάγρα και Κανέλλος Βάσσος στο Σούνιο το 1929.
Ανάμεσα στις περιοχές που επισκέφθηκε ήταν η Αρκαδία, η Ολυμπία, η Σπάρτη, ο Οσιος Λουκάς, οι Δελφοί, τα Μετέωρα, το Άγιο Ορος, η Θήρα, η Μύκονος, η Δήλος, η Κως, η Ρόδος, η Κρήτη και η Κέρκυρα. Επιστρέφοντας στην Αμερική παρουσίασε 46 φωτογραφίες του από την Ελλάδα στην αίθουσα Four Fountains στη Νέα Υόρκη (8-14 Αυγούστου 1931). Φωτογραφίες από τη Ρόδο παρουσίασε και στην Παγκόσμια Αποικιακή Έκθεση της Ρώμης, όπου και βραβεύτηκε με δίπλωμα. FI σειρά των φωτογραφιών αυτών αγοράστηκε από τον John Flemming Fry (Τζων Χέμινγκ Φράι) και δωρήθηκε στη Βιβλιοθήκη του Αρχαιολογικού Ινστιτούτου της Ρόδου, την περίοδο της ιταλικής κατοχής. Το 1936 εξέδωσε την αυτοβιογραφία του με τίτλο As I Remember, όπου σε δύο εκτενή κεφάλαια αποτύπωσε τις εντυπώσεις του από την Ελλάδα. «Σήμερα», γράφει ο Genthe, «το νησί της Ρόδου, φημισμένο από την κλασική λογοτεχνία για τα όμορφα τοπία του και το ήπιο κλίμα του, φαίνεται ότι είναι γνωστό σε ορισμένους κυρίως από τον Κολοσσό της Ρόδου. Πρόσφατα μια νέα κυρία, που γνώριζε ότι είχα επισκεφθεί τη Ρόδο, μου είπε ότι ελπίζει να της επιτρέψω να δει τις φωτογραφίες που είχα τραβήξει από τον Κολοσσό, γιατί μέχρι τότε δεν είχε δει ποτέ μια καλή φωτογραφία του [...]. Μια εκδήλωση του τουρκικού βανδαλισμού επέφερε την ολοκληρωτική καταστροφή. Επειδή η κατασκευή ειδώλων αντέβαινε στη μουσουλμανική πίστη, οι φανατικοί εισβολείς ακρωτήριασαν με βίαια κτυπήματα τσεκουριών κάθε γλυπτό, ελληνικό, ρωμαϊκό ή γοτθικό [.. ,]».

Walther Hege (1895-1955)
Ο Walther Flege (Βάλτερ Χέγκε) θεωρείται ένας από τους πιο σημαντικούς φωτογράφους αρχιτεκτονικών μνημείων του Μεσοπολέμου. Έλαβε μέρος στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο και μετά τη λήξη του σπούδασε χαρακτική και παράλληλα φωτογραφία κοντά στον Flugo Erfurth (Χούγκο Έρφουρτ) στη Δρέσδη. Το 1921 διέθετε δικό του ατελιέ και άρχισε να φωτογραφίζει κτίρια και ναούς, που τον έκαναν διάσημο στην αρχιτεκτονική φωτογραφία. Τον Σεπτέμβριο του 1927 ταξίδεψε για πρώτη φορά στην Ελλάδα για να φωτογραφίσει για λογαριασμό του Αμερικανού συλλέκτη Phelps Stokes (Φελπς Στόουκς), που είχε σκοπό να εκδώσει ένα λεύκωμα με θέμα την αρχαία ελληνική γλυπτική. Στο πρώτο σύντομο αυτό ταξίδι του αντιμετώπισε μια σειρά προβλημάτων που τον υποχρέωσαν να γυρίσει άπρακτος στη Γερμανία. Κατά τη δεύτερη και πιο μακρόχρονη παραμονή του στην Ελλάδα, από το Μάρτιο του 1928 ως τον Αύγουστο του 1929, φωτογράφισε τα γλυπτά του Αρχαιολογικού Μουσείου και του Μουσείου της Ακροπόλεως, που είχε παραγγείλει ο Stokes. Συνολικά τράβηξε πάνω από 1.000 φωτογραφίες από τις αρχαιότητες. Από το υλικό αυτό και με τη συνεργασία του αρχαιολόγου Gerhart Rodenwaldt (Γκέρχαρτ Ρόντενβαλτ), που έγραψε το εισαγωγικό κείμενο, εκδόθηκε το 1930 από τον οίκο Deutcher Kunstverlag το βιβλίο Η Ακρόπολη (Die Acropolis),67 που περιλάμβανε 104 από αυτές τις φωτογραφίες του. Το βιβλίο αυτό αποτέλεσε τον πιο καθοριστικό παράγοντα για την επικοινωνία του γερμανικού κοινού με τις ελληνικές αρχαιότητες. Υπήρξε το πρότυπο για πολλούς νεότερους που προσπάθησαν να μιμηθούν τον τρόπο με τον οποίο φωτογράφιζε τα αρχαία γλυπτά και μνημεία.
Walter Hege. Ολυμπία, 1935.
Walter Hege. Ακρόπολη, 1929.
Ο Rodenwaldt αναφέρει σχετικά: «Κανένας ζωγράφος δεν κατόρθωσε να αποδώσει τη μοναδικότητα της Ακρόπολης, γιατί από τον καιρό που τα κτίσματα τούτα ξαναβρήκαν τη σημασία τους, καμιά περίοδος τέχνης δεν στάθηκε ικανή να λύσει το πρόβλημα του αρμονικού συνδυασμού της λαμπρότητας, του χρώματος και της λεπτότητας. Οι απλές απεικονίσεις μπορούν ν'αποδώσουν, μονάχα, την άψυχη φόρμα. Η φωτογραφική τέχνη ωστόσο, που λανθασμένα έχει θεωρηθεί σαν μια απλή αντικειμενική μορφή αναπαραγωγής, έχει τη δυνατότητα να αναδεικνύει τη φόρμα μέσα στο περιβάλλον της, θυσιάζοντας το χρώμα και υποτάσσοντάς το μέσα σε μια εναλλαγή φωτοσκιάσεων. Ακόμα και η φωτογραφία, όμως, αντιμετωπίζει ανυπέρβλητα σχεδόν εμπόδια που οφείλονται τόσο στη λαμπρότητα του φωτός όσο και στη βίαιη μείωση του μήκους των αντικειμένων για λόγους προοπτικής. Στις φωτογραφίες που περιέχονται σε αυτόν τον τόμο, ένας καλλιτέχνης προσπάθησε να αποτυπώσει το ουσιώδες. Οι λεπτομέρειες των γλυπτών διαγράφονται από το καθαρό φως και οι μαρμάρινες κολόνες ακτινοβολούν μπροστά σε ένα σκουρόχρωμο φόντο όπως ακριβώς στην πραγματικότητα λάμπουν μπροστά στο βαθύ γαλανό χρώμα του ουρανού. Μερικές απόψεις του Μουσείου της Ακρόπολης συμπληρώνουν τη σειρά των φωτογραφιών. Παρουσιάζονται εδώ, σε μια προσπάθεια πλατύτερης κατανόησης της ελληνικής τέχνης, μέσα από την πραγματικότητά της, δηλαδή μέσα από την ακτινοβολούσα ζωντάνια της.». Το πρόβλημα που αντιμετώπιζαν οι φωτογράφοι ήταν η ένταση του μεσογειακού φωτός, που προκαλούσε ένα γκριζάρισμα στα λευκά της εικόνας. Ο Hege περίμενε υπομονετικά την κατάλληλη στιγμή, όταν ένα μικρό σύννεφο θα την ελάττωνε, για να κάνει τη λήψη του. Χρησιμοποιούσε παγχρωματικό φιλμ και έκανε συχνά χρήση του κόκκινου και του πράσινου φίλτρου, για να αυξήσει την αντίθεση και να σκουρήνει τον ουρανό. Προτιμούσε επίσης την προοπτική που έδινε ο νορμάλ φακός της μηχανής. Ένα τρίτο μεγάλο ταξίδι του πραγματοποιήθηκε το 1935, όταν φωτογράφισε την Ολυμπία, με εντολή της ναζιστικής κυβέρνησης, για τους Ολυμπιακούς Αγώνες του Βερολίνου το 1936. Εκείνο το χρόνο κυκλοφόρησε το ομώνυμο λεύκωμά του Ολυμπία. Το τρίτο του βιβλίο με τίτλο Ελληνικοί ναοί κυκλοφόρησε το 1941, στη διάρκεια του πολέμου. Κατά το διάστημα των γυρισμάτων της ταινίας που σκηνοθέτησε η Leni Riefenstahl (Λένι Ρήφενσταλ) για τους Ολυμπιακούς Αγώνες, ο Hege εργάστηκε ως οπερατέρ κοντά της. Μετά τον πόλεμο κατηγορήθηκε από ορισμένους για τη συμμετοχή του στις δραστηριότητες του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος του Α. Χίτλερ, αλλά αθωώθηκε.

Horst Ρ. Horst (1906-1999)
Vogue 1939. Mme. Hellis Zalocosta wearing a peasant court costume from her island home, Leukas. (Photo by Horst P. Horst/Condé Nast via Getty Images)
Ο Γερμανός φωτογράφος Horst Ρ. Horst (Χορστ Π. Χορστ) σπούδασε στη Σχολή Καλών Τεχνών του Αμβούργου. Το 1930 πήγε να εργαστεί ως βοηθός στο γραφείο του Le Corbusier, στο Παρίσι. Συνδέθηκε με Γάλλους καλλιτέχνες, ζωγράφους και φωτογράφους, ανάμεσα τους και τον φωτογράφο του Vogue George Hoyningen-Huene, για τον οποίο μάλιστα έκανε για ένα διάστημα το μοντέλο. Ήταν ο τελευταίος εκείνος που τον προώθησε στο Vogue, στο Παρίσι. Το 1935, όταν ο Huene εργάστηκε για το Vogue στη Νέα Υόρκη, τη θέση του ανέλαβε ο Horst. Αργότερα εγκαταστάθηκε και αυτός στις ΗΠΑ. Στην Ελλάδα ήρθε την άνοιξη του 1939, συνοδεύοντας τον Hoyningen-Huene. Δεν έχει γίνει όμως γνωστό αν φωτογράφισε εδώ, κάτι που είναι πολύ πιθανό.

Florence Henri (1893-1982)
Η Florence Henri (Φλοράνς Ανρί) γεννήθηκε στη Νέα Υόρκη από Γάλλο πατέρα και Γερμανίδα μητέρα. Άτομο ανήσυχο και δημιουργικό, σπούδασε πιάνο, κατόπιν ζωγραφική στο Βερολίνο και το Μόναχο (1915-1919) και αργότερα στο Παρίσι κοντά στους Andre Lhote (Αντρέ Λοτ) και Fernand Leger (Φερνάν Λεζέ). Το 1927 πήγε στο Μπάουχαους, όπου σπούδασε ζωγραφική και φωτογραφία. Εντέλει την κέρδισε η φωτογραφία. Το 1928 άρχισε να εργάζεται στο Παρίσι, στο στούντιο ενός φίλου της, ενώ αργότερα άνοιξε δικό της. Παράλληλα ασχολήθηκε με τη διδασκαλία της φωτογραφίας. Θεωρείται σημαντική πορτρετίστα φωτογράφος του Μεσοπολέμου. Είχε σημαίνουσα θέση στην αβανγκάρντ φωτογραφική έκθεση «Film and Photo», που διοργανώθηκε με πρωτοβουλία του Laszlo Moholy-Nagy στη Στοκχόλμη το 1929. Το 1933 ταξίδεψε και φωτογράφισε στην Ελλάδα και την Ισπανία. Όμως πολύ λίγες φωτογραφίες της είναι γνωστές από την Ελλάδα. Δύο χρόνια αργότερα άρχισε να ζωγραφίζει και πάλι, αφήνοντας σταδιακά τη φωτογραφία, την οποία εγκατέλειψε οριστικά το 1963.
Florence Henri. The Glory That Was Greece (about 1933)
Hanns Holdt (1987-1944)
Γερμανός φωτογράφος, o Hanns Holdt (Χανς Χολτ) σπούδασε αρχικά ιστορία της τέχνης και γύρω στα 1913 ασχολήθηκε με τη φωτογραφία πορτρέτου και χορού. Κατά τη διάρκεια του Α' Παγκοσμίου Πολέμου ήταν παρατηρητής σε γερμανικά αναγνωριστικά αεροπλάνα και τραβούσε αεροφωτογραφίες. Στις αρχές της δεκαετίας του '20 ταξίδεψε για αρκετό καιρό στην Ελλάδα και φωτογράφισε μαζί με τον ιστορικό τέχνης Richard Hamann (Ρίχαρντ Χάμαν). Μια επιλογή από 176 φωτογραφίες του δημοσιεύτηκαν ολοσέλιδες το 1923 από τον εκδοτικό οίκο Wasmuth, στο Βερολίνο, στο βιβλίο Griechenland (Αρχιτεκτονική, Τοπίο, Ζωή του λαού). Το λεύκωμα ήταν μεγάλου σχήματος, ιδιαίτερα επιμελημένο, και η εκτύπωση των φωτογραφιών έγινε με τη μέθοδο της βαθυτυπίας. Τα κείμενα ήταν του Hugo von Hofmannsthal (Χούγκο φον Χόφμανσταλ). Το 1928 μια επανεκτύπωση της έκδοσης έγινε κατόπιν παραγγελίας των ξενοδοχείων Λάμψα («Μεγάλη Βρετανία» και «Πετίτ Παλαί»), για να προσφέρεται σε διάσημους πελάτες τους. Από το 1933, στο Μόναχο, στράφηκε στη θεατρική φωτογραφία.
Hanns Holdt. Δελφοί. 
Hanns Holdt. Η Σπάρτη.
G. Hoyningen-Huene. Ακρόπολη, 1939.
G. Hoyningen-Huene. Ακρόπολη, 1939.
G. Hoyningen-Huene. Ακρόπολη, 1939.
George Ηoyningen-Huene (1900-1968)
Εσθονικής καταγωγής αριστοκράτης και γνωστός φωτογράφος μόδας. Μετά την ήττα του τσαρικού στρατού εγκαταστάθηκε στο Παρίσι, όπου σπούδασε ζωγραφική κοντά στον Andre Lhote και συνεργάστηκε με τον Man Ray για ένα πορτο-φόλιο μόδας. Το 1925 φιλοτέχνησε σχέδια μόδας για το Harper's Bazaar. To 1926 ανέλαβε προϊστάμενος του φωτογραφικού τμήματος του Vogue της Γαλλίας. Το έργο του εκείνης της εποχής δέχτηκε έντονη επιρροή από τον Edward Steichen. To 1935 εργάστηκε στη Νέα Υόρκη μαζί με τον C. Snow (Κ. Σνόου) και τον Α. Brodovitch (Α. Μπρόντοβιτς). Εμπνεύστηκε έντονα από την αρχαία ελληνική τέχνη που την πρόβαλε μέσα από τις φωτογραφίες μόδας. Πίστευε ότι η τελειότητα που απαιτούσε μια καλή φωτογραφία μόδας μπορούσε να γίνει εφικτή μέσα από τα ιδεαλιστικά πρότυπα των αρχαίων ελληνικών γλυπτών, σχετικά με τη γυναικεία φιγούρα. Επισκέφθηκε την Ελλάδα το 1938 συνοδεύοντας τον φίλο του Γερμανό φωτογράφο Herbert List. Σε αντίθεση όμως με τον List, ο Hoyningen-Huene «θαμπώθηκε» από το καθάριο ελληνικό φως και τις αρχαιότητες πάνω στις οποίες αντανακλούσε και δεν μπόρεσε να φωτογραφίσει. Έκανε όμως το μοντέλο σε ορισμένες φωτογραφίες του List, ανάμεσά τους και η γνωστή φωτογραφία με τον καθρέφτη στον Λυκαβηττό. Το 1939 ήρθε ξανά στην Ελλάδα, συνοδευόμενος από έναν ακόμα διάσημο φωτογράφο μόδας, τον Horst Ρ. Horst. Αυτή τη φορά κατόρθωσε να φωτογραφίσει τις εικόνες που ήθελε. Ο Hoyningen-Huene εξέδωσε τέσσερα φωτογραφικά λευκώματα, ένα από τα οποία κυκλοφόρησε στις ΗΠΑ το 1943 κατά τη διάρκεια του πολέμου, με τίτλο: Hellas: A Tribute to Classical Greece. To 1946 το βιβλίο αναπαράχθηκε για λογαριασμό της Greek War Relief Comittee. «Ο ρυθμός του βιβλίου είναι άξιος θαυμασμού: οι φωτογραφίες γεμίζουν, σχεδόν πάντα, τις μεγάλου σχήματος σελίδες. Μια κοντινή λήψη του δείχνει μια φθαρμένη κολόνα της Ακρόπολης. Όμως ο χρόνος δεν μπόρεσε να σκιάσει την αρχοντιά της. Στις δύο πλευρές της διακρίνεται η σύγχρονη Αθήνα, μακριά και κάτω. Πώς θα μπορούσε να συγκριθείμε αυτό τον αρχαίο άθλο; [...] "Μόνον ευγενικά χέρια, τα αριστοκρατικά χέρια των ελεύθερων ανθρώπων, είχαν απασχοληθεί σε αυτό το μέρος... Οι κάλλι-στοι των ανθρώπων άφησαν εδώ το κάλλιστο που είχαν μέσα τους". Αυτό το εδάφιο του Charles Maurras είναι η κατάληξη ενός εγκωμιαστικού ύμνου για την αρχαία Ελλάδα, ένα ελεγείο για μια ηρωική κουλτούρα.». To Hellas ήταν κάτι περισσότερο από μια ενότητα φωτογραφιών. Περιλάμβανε και μικρά εδάφια του Αισχύλου, του Αριστοφάνη, του Σοφοκλή, του Μίλτον, του Έμερσον κ.ά, που έδεναν αρμονικά με τις εικόνες του. Οι φωτογραφίες των ελληνικών αρχαιοτήτων του Hoyningen-Huene δείχνουν σε κάποιον βαθμό να έχουν επηρεαστεί από το αντίστοιχο έργο του Γερμανού φωτογράφου Walter Hege, τον οποίο πιθανώς γνώριζε. Τρεις φωτογραφίες από την Ακρόπολη δημοσιεύτηκαν στο δεκαπενθήμερο προπαγανδιστικό περιοδικό Αέρας, τον Ιούλιο του 1945, στις μεσαίες σελίδες του. Άτομο προικισμένο με πολλές δυνατότητες, ασχολήθηκε και με την παραγωγή κινηματογραφικών ντοκιμαντέρ. Το 1951 ήρθε ξανά στην Ελλάδα για να γυρίσει την ταινία Δάφνη: η παρθένος της Χρυσοδάφνης (Daphne: The Virgin of the Golden Laurels), στο βυζαντινό μοναστήρι στο Δαφνί. Αυτή είναι και η μόνη ταινία του που διασώθηκε.

Herbert List (1903-1975)
Ο Herbert List (Χέρμπερτ Λιστ) σπούδασε Καλές Τέχνες και λογοτεχνία στο Πανεπιστήμιο της Χαϊδελβέργης. Στη συνέχεια όμως εγκατέλειψε τον τομέα αυτό και ασχολήθηκε με την οικογενειακή του επιχείρηση. Η ενασχόλησή του με το εμπόριο και τις εισαγωγές καφέ, τα χρόνια 1925-1928, τον υποχρέωναν να περιοδεύει σε χώρες της Κεντρικής και της Βόρειας Αμερικής. Το 1929, και μετά την επιστροφή του στη Γερμανία, γνώρισε τον φωτογράφο Andreas Feininger (Αντρέας Φάι-νινγκερ), απόφοιτο της Σχολής Μπάουχαους. Η γνωριμία του List με τον Feininger στάθηκε καθοριστική για τη φωτογραφική του σταδιοδρομία, αφού ήταν εκείνος που τον παρακίνησε να ασχοληθεί με την τέχνη αυτή. Συγκεκριμένα, του έμαθε τη χρήση της φωτογραφικής μηχανής Rolleiflex. Με το πέρασμα του χρόνου το ενδιαφέρον του List για τη φωτογραφία μεγάλωσε τόσο ώστε να εγκαταλείψει το εμπόριο και να ασχοληθεί αποκλειστικά με αυτήν. Το 1935 εγκατέλειψε για πολιτικούς λόγους τη Γερμανία και έζησε στο Παρίσι, το Λονδίνο και την Ελλάδα. Αρχικά εργάστηκε στα περιοδικά Verve και Vogue, ενώ παράλληλα έκανε ατομικές φωτογραφικές εκθέσεις. Στην Ελλάδα ήρθε για πρώτη φορά το 1936 μαζί με τον φωτογράφο George Hoyningen-Huene. Έμεινε κατά διαστήματα εδώ, έως το 1941. Η Ελλάδα υπήρξε η χώρα η οποία τον ενέπνευσε και από την οποία ξεκίνησε τη φωτογραφική του σταδιοδρομία. Ήταν τόσο μεγάλος ο ενθουσιασμός του ώστε μέσα στο 1937 εξέθεσε 150 φωτογραφίες του από την Ελλάδα με τίτλο «Licht liber Griechenland» («Φως πάνω από την Ελλάδα»). Μετά την εισβολή των Γερμανών υποχρεώθηκε να επιστρέφει στη χώρα του. Ο Β' Παγκόσμιος Πόλεμος δεν επέτρεψε την έκδοση της συλλογής αυτής, η οποία τελικά πραγματοποιήθηκε το 1953 από εκδοτικό οίκο του Μονάχου. Φωτογραφίες του από ελληνικά τοπία δημοσιεύτηκαν το 1939 σε τεύχη του περιοδικού En Grece, που εξέδιδε ο Ελληνικός Τουρισμός. Οι «ελληνικές» φωτογραφίες του Herbert List, είτε πρόκειται για τοπία είτε για αρχαιότητες, είναι έντονα επηρεασμένες από το σουρεαλισμό και τη μεταφυσική τέχνη, κύριος εκπρόσωπος της οποίας ήταν στη ζωγραφική ο Giorgio de Chirico (Τζόρτζιο ντε Κίρικο). Μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο εγκαταστάθηκε στο Μόναχο. Τα χρόνια που ακολούθησαν έκανε πολυάριθμα ταξίδια στο Παρίσι, την Ιταλία, την Ελλάδα, το Μεξικό και την Καραϊβική.

Eli Lotar (1905-1969)
Γάλλος φωτογράφος ρουμανικής καταγωγής, ο Eli Lotar (Ελί Λοτάρ) εκπαιδεύτηκε και αργότερα συνεργάστηκε με τη Germaine Krull (Ζερμαίν Κρυλ) στο Παρίσι. Παράλληλα με τη φωτογραφία ασχολήθηκε και με τον κινηματογράφο. Εργάστηκε για λογαριασμό των πιο γνωστών περιοδικών της εποχής του, όπως τα Vu, Bifur, Varieties κ.ά. Είχε στενές επαφές με τους γαλλικούς λογοτεχνικούς και καλλιτεχνικούς κύκλους της αβανγκάρντ.
Eli Lotar. Ελληνικό γραφικό τοπίο, 1937.
Επισκέφθηκε την Ελλάδα κατά την περίοδο 1933-1939 και δημοσίευσε φωτογραφίες στο περιοδικό των σουρεαλιστών Le Minotaure, που εκδιδόταν στο Παρίσι από τον Albert Skira (Αλμπέρ Σκιρά), με αρχικό αρχισυντάκτη τον Ε. Teriade.

Laszlo Moholy-Nagy (1895-1946)
Πρόκειται για έναν σημαντικό Ούγγρο «πολυ-καλλιτέχνη» δημιουργό. Την περίοδο 1919-1921 ο Laszlo Moholy-Nagy (Λασλό Μοχόλυ-Νάγκυ) ζούσε στη Βιέννη και συνδέθηκε με το κίνημα των Νταντά και των κονστρουκτιβιστών. Το 1922 εντυπωσιάστηκε από το φωτόγραμμα και πειραματίστηκε με αυτό.
Laszlo Moholy-Nagy. Τα Προπύλαια και ο ναός της Απτέρου Νίκης, 1933.
Εκείνη τη χρονιά έκανε και την πρώτη του έκθεση. Τα χρόνια 1923-1928 δίδαξε στην περίφημη σχολή του Μπάουχαους, περιέργως όμως όχι ως φωτογράφος αλλά ως διευθυντής του τμήματος μεταλλουργίας. Άνθρωπος πολύπλευρος και ανήσυχος, ασχολήθηκε και με τον κινηματογράφο και σκηνοθέτησε ορισμένα φιλμ. Το 1925 πειραματίστηκε με το φωτομοντάζ (photo-collage) και εξέδωσε το πρώτο του βιβλίο Malerie Fotografie Film (Ζωγραφική, Φωτογραφία, Φιλμ). Ήταν από τους πρώτους που κατανόησαν τις δυνατότητες που κρύβονται στο συνδυασμό στοιχείων φωτογραφίας και σχεδίου και προσπάθησε να το εκφράσει μέσα από τα φωτομοντάζ του. Το 1929, παράλληλα με άλλες δραστηριότητές του (θέατρο, κινηματογράφος, ντιζάιν, ζωγραφική) στράφηκε προς τη ρεαλιστική φωτογραφούμε το δικό του μοναδικό ύφος, έχοντας βέβαια δεχτεί τις επιρροές των ΝτΛίά/του σουρεαλισμού, του κονστρουκτιβισμού και της Νέας Αντικειμενικότητας, τις οποίες αφομοίωνε μαζί με προσωπικές του θέσεις. Γι' αυτόν το λόγο δεν είναι δυνατό να ενταχθεί σε ένα συγκεκριμένο κίνημα της εποχής του. Θα μπορούσε όμως να θεωρηθεί πρωτοπόρος αυτού που θα ονομαστεί αργότερα, ανεπίσημα, «υποκειμενική φωτογραφία». Ο Νίκος Γ. Ξυδάκης στο άρθρο του «Λασλό Μοχόλι-Νάγκι: ο Οδυσσέας του 1920» γράφει σχετικά: «Ο Λασλό Μοχόλι-Νάγκι ενσαρκώνει το πρότυπο του Μοντέρνου Ανθρώπου στο πρώτο μισό του αιώνα μας, είναι ένας Οδυσσέας της νεοτερικότη-τας. Κοσμοπολίτης, ερευνητής, πρωτοπόρος, δάσκαλος, εισηγητής μέσων και υλικών, πολυπράγμων, χωρίς τυπικές καλλιτεχνικές σπουδές, συνοψίζει στο πολυδιάστατο έργο του τις αναζητήσεις της πιο ανήσυχης, της πιο γόνιμης δεκαετίας του αιώνα μας: του 20ού...». Ήταν σχεδόν άγνωστο το ταξίδι που έκανε ο Moholy-Nagy στην Ελλάδα το 1933, για να συμμετάσχει στο 4ο CIAM (Διεθνές Συνέδριο Μοντέρνας Αρχιτεκτονικής), που διοργανώθηκε στο ελληνικό κρουαζιερόπλοιο «Πατρίς», από τη Μασσαλία, στον Πειραιά και τα νησιά του Αιγαίου. Στο συνέδριο συμμετείχε και ο γνωστός αρχιτέκτονας Le Corbusier. Τις κρουαζιέρες αυτές, όπου συμμετείχαν γνωστά ονόματα των τεχνών και των επιστημών, διοργάνωνε η Πολιτιστική Εταιρεία Νέπτος (Societe Neptos) σε συνεργασία με τον Ελληνικό Τουρισμό. Ο καλλιτέχνης πήρε φωτογραφίες από την Ακρόπολη και τα ελληνικά νησιά, που έχουν όμως περισσότερο καταγραφικό και αναμνηστικό χαρακτήρα. Δύο από αυτές (Προπύλαια Παρθενώνα και άποψη της Σαντορίνης) δημοσιεύτηκαν στο πρώτο τεύχος του περιοδικού Le Voyage en Grece (Άνοιξη - Καλοκαίρι 1934), που κυκλοφορούσε και στα γαλλικά, από τον Ελληνικό Τουρισμό. Το 1937 μετανάστευσε στην Αμερική όπου ίδρυσε τη Σχολή New Bauhaus, στο Σικάγο (1937-1946), η οποία το 1938 μετονομάστηκε σε School of Design και το 1944 σε Institute of Design. Από το 1944 ασχολήθηκε αποκλειστικά με τη ζωγραφική.

Rene Zuber (1902-1979)

O Rene Zuber (Ρενέ Ζουμπέρ) γεννήθηκε στη Γαλλία. Ο πατέρας του τον προόριζε να αναλάβει την οικογενειακή τους επιχείρηση, εκείνος όμως, έχοντας μόλις αποφοιτήσει από τη Σχολή Καλών Τεχνών, θέλησε να ασχοληθεί με την τέχνη του βιβλίου. Το 1927 εγκαταστάθηκε στη Λειψία της Γερμανίας, όπου ήρθε για πρώτη φορά σε επαφή με τη φωτογραφία, και σχεδόν άμεσως αποφάσισε να γίνει επαγγελματίας φωτογράφος. Όταν επέστρεψε στο Παρίσι, άνοιξε ένα στούντιο επαγγελματικής φωτογραφίας σε συνεργασία με τον Pierre Boueher (Πιερ Μπουσέ).
Rene Zuber. Γλυπτό από την Ακρόπολη.
Rene Zuber. Τοπίο.
Στην Ελλάδα ήρθε γύρω στο 1933. Επισκέφθηκε και φωτογράφισε την Αθήνα, την Κρήτη, τη Δήλο και τη Μύκονο. Φωτογραφίες του από την Ελλάδα και κυρίως από την Ακρόπολη και το μουσείο της δημοσιεύτηκαν στο Voyage en Grece, το 1936.77 Την εποχή εκείνη ο Zuber ασχολήθηκε και με τον κινηματογράφο. Το 1934 γύρισε σε συνεργασία με το φίλο του Roger Leenhardt το πρώτο του ντοκιμαντέρ με τίτλο «La Crete sans les Dieux». Μετά τον B' Παγκόσμιο Πόλεμο εγκατέλειψε τη φωτογραφία για να ασχοληθεί αποκλειστικά με τις εκδόσεις και τον κινηματογράφο.

Άλκης Ξ. Ξανθάκης
Ιστορία της Ελληνικής Φωτογραφίας 1939-1970


from ανεμουριον https://ift.tt/2YbuB1v
via IFTTT
Από το Blogger.