Μανουήλ Κομνηνός (1143-1180)

Ο Μανουήλ ήταν ο τέταρτος γιος του Ιωάννη Β' ο οποίος τον ανακήρυξε διάδοχό του λίγο πριν πεθάνει. Ο Μανουήλ ήταν ο συμπαθέστερος από όλους τους Κομνηνούς. Το παράστημά του ήταν αθλητικό ενώ η δύναμη του σώματός του και η γενναιότητα της ψυχής ήταν μοναδικές. Κανένας άλλος δεν μπορούσε να μεταχειριστεί το δόρυ του και την ασπίδα του. Ο Μανουήλ προκαλούσε το θαυμασμό των γενναίων και αγέρωχων πολεμιστών της Δύσεως. Ο Μανουήλ αναδείχθηκε λαμπρός ηγεμόνας. Θαρραλέος πολεμιστής, ικανότατος στρατηγός, επιδέξιος διπλωμάτης και πολιτικός με μεγάλα και τολμηρά οράματα, πολλές φορές ουτοπικά και απραγματοποίητα. Ηταν πάντοτε αισιόδοξος, δυναμικός και ριψοκίνδυνος. Δεν είχε ακόμα προλάβει να ανέλθει στο θρόνο και σπεύδει αμέσως στη Μικρά Ασία κατά των Τούρκων τους οποίους κατανικά και τους υποχρεώνει να αποδώσουν στο κράτος όσα φρούρια είχαν καταλάβει στις περιοχές της Παμφυλίας και της Κιλικίας. Στη δεύτερη από τις δύο εκστρατείες του (1η το 1144-45, 2η το 1146), ο Μανουήλ απελευθερώνει το Φιλομήλιο αλλά δεν προχωρεί προς το Ικόνιο, την πρωτεύουσα του σουλτανάτου του Ρουμ, γιατί άλλες φροντίδες τον ανάγκασαν να διακόψει προσωρινά το πρόγραμμα της απόκρουσης των Τούρκων (1147). Επακολούθησαν 25 χρόνια ειρηνικών σχέσεων τις οποίες επεδίωκε και ο σουλτάνος του Ικονίου II. Kılıç Arslan γιατί υπήρχαν ενδοτουρκικές φιλονικίες. Τα πράγματα όμως άλλαξαν όταν κατά το 1173 ο αυτοκράτορας της Γερμανίας Friedrich I δημιούργησε αντιβυζαντινό συνασπισμό ο οποίος αποτελείτο από τον ίδιο, από το σουλτάνο του Ικονίου II. Kılıç Arslan και από τους Αρμένιους της Κιλικίας. Ο Μανουήλ έσπευσε να παρασκευάσει στρατό και να κατασκευάσει μεγάλα οχυρωματικά έργα στο Δορύλαιο και στο Σούβλαιο κοντά στις κοιλάδες των ποταμών Σαγγαρίου και Μαιάνδρου. Αποφάσισε να επιτεθεί πρώτος για να προλάβει τυχόν μεγαλύτερες δυσκολίες. Πράγματι το καλοκαίρι του 1176 επικεφαλής πολυάριθμου στρατού ο οποίος αποτελείτο από Φράγκους, Σέρβους, Ούγγρους και Πατσινάκες, ο Μανουήλ αναχώρησε από την Κωνσταντινούπολη. Προχώρησε στις Χώνες της Φρυγίας και από εκεί στο Χώμα και στο Μυριοκέφαλο, το οποίο ήταν παλιό φρούριο. Στη συνέχεια προχώρησε στις μεγάλες κλεισούρες του Τζυβρίτζη τις οποίες όμως ο πονηρός σουλτάνος είχε κλείσει από παντού, με αποτέλεσμα ο πολυάριθμος στρατός του Μανουήλ να κυκλωθεί από τους εχθρούς και να υποστεί φοβερή καταστροφή (17 Σεπτεμβρίου 1176). Οι απώλειες του βυζαντινού στρατού ήταν πολύ βαριές. Ανάμεσα στους νεκρούς ήταν και σπουδαίοι στρατηγοί, όπως ο Ανδρόνικος Βατάτζης και ο Ιωάννης Καντακουζηνός. Μετά από την καταστρεπτική μάχη συνομολογήθηκε ειρήνη σύμφωνα με τους όρους της οποίας οι Βυζαντινοί υποχρεούντο να κατεδαφίσουν τα οχυρά του Δορυλαίου και του Σουβλαίου. Κατά τον καθηγητή Διονύσιο Ζακυθηνό, «η ήττα του Μυριοκεφάλου θεωρείται ως μία των μεγαλυτέρων καταστροφών της Βυζαντινής ιστορίας». (Βυζάντιον από το 1071 μέχρι του 1453, εν Αθήναις 1972, σελ. 55). Ο Α.Α. Vasiliev επιχειρώντας μια σύγκριση της μάχης του Μυριοκεφάλου με τη μάχη του Μαντζικέρτ, γράφει: «Η μάχη του Μαντζικέρτ, τω 1071, κατήνεγκε θανάσιμον πλήγμα εις την Βυζαντινήν κυριαρχίαν εν Μικρά Ασία... Η μάχη του Μυριοκέφαλου, τω 1176 ηφάνισε οριστικώς την τελευταίαν ελπίδα του Βυζαντίου να εξώσει εκ της Μικράς Ασίας τους Τούρκους». (History of the Buzantine Empire, 1952, σελ. 429). Από το 1177 ώς το θάνατο του Μανουήλ οι τουρκικές επιδρομές και λεηλασίες φτάνουν ως τις ακτές του Αιγαίου. Κατά το έτος 1146 οι Σελτζούκοι Τούρκοι της Συρίας επωφελούμενοι από τις αντιθέσεις των λατινικών κρατών της Συρίας και της Παλαιστίνης κατέλαβαν την Εδεσσα της Μεσοποταμίας και κατέλυσαν την ομώνυμη ηγεμονία. Προ του τουρκικού κινδύνου οι χριστιανοί ηγέτες της Δυτικής Ευρώπης απεφάσισαν να αντιδράσουν οργανώνοντας νέα σταυροφορία κατά των μουσουλμάνων. Επικεφαλής της Β' Σταυροφορίας τέθηκαν αυτή τη φορά βασιλείς και όχι απλοί ιππότες. Ηταν ο βασιλιάς της Γαλλίας Louis VII le Jeune και ο αυτοκράτορας της Γερμανίας Konrad III. Ακολουθώντας πορεία από την ξηρά έφτασαν το 1147 στην Κωνσταντινούπολη πρώτα οι Γερμανοί και έπειτα οι Γάλλοι. Η διάβαση των σταυροφόρων από τις ευρωπαϊκές επαρχίες του κράτους ήταν αληθινή συμφορά. Αρπαγές, λεηλασίες, σφαγές, ήταν ο απολογισμός της συμφοράς. Ο Μανουήλ έσπευσε να διαπεραιώσει τους σταυροφόρους στη Μικρά Ασία αφού προηγουμένως έδωσαν όρκο πίστεως και υποτέλειας και την υπόσχεση ότι δεν θα πειράξουν πόλεις που ανήκαν στο Βυζάντιο. Η πορεία των σταυροφόρων διά μέσου των αξένων οροπεδίων της κεντρικής Μικράς Ασίας υπήρξε δραματική. Μετά από πολλές περιπέτειες (συμπλοκές με τους εντοπίους αλλά και μεταξύ τους) έφθασαν στη Συρία «άλλοτε νικώμενοι και άλλοτε νικώντες» (Κ. Αμαντος, Ιστορία του Βυζαντινού Κράτους, τόμος Β’, σελ. 302). Κοντά στη Δαμασκό συνήφθη η κρίσιμη μάχη στην οποία οι σταυροφόροι ηττήθηκαν (1148). Μετά από την αποτυχία καταλήψεως της Δαμασκού ο Konrad III επέστρεψε στη Γερμανία το φθινόπωρο του 1148, αφού προηγουμένως συναντήθηκε με τον Μανουήλ στη Θεσσαλονίκη όπου συνήψαν συμφωνία κατά του βασιλιά των Νορμανδών της Ιταλίας Ρογήρου Β'. Την άνοιξη του 1149 ανεχώρησε για τη Γαλλία ο Louis VII le Jeune. Καθ’ οδόν (στη Νότιο Ιταλία) συναντήθηκε με το σύμμαχό του Ρογήρο Β'. Τοιουτοτρόπως απέτυχε η δεύτερη Σταυροφορία η οποία είχε αναληφθεί με βιασύνη και επιπολαιότητα. Οπως παλαιότερα ο Ιωάννης Κομνηνός, έτσι και τώρα ο Μανουήλ επιδιώκει να περιορίσει τα προνόμια που είχε παραχωρήσει ο Αλέξιος Α' στους Ενετούς με το Χρυσόβουλο του 1082. Ομως δεν κατόρθωσε να πραγματοποιήσει τις επιδιώξεις του γιατί χρειάστηκε τη βοήθεια των Ενετών στον πόλεμο κατά των Νορμανδών της Ιταλίας. Οι Ενετοί τον βοήθησαν στην ανακατάληψη της Κέρκυρας (1149). Η ανάγκη οδήγησε τον Μανουήλ να ανανεώσει και να ενισχύσει τα ενετικά προνόμια (το 1148). Λίγα χρόνια αργότερα ο Μανουήλ για να καταπολεμήσει έμμεσα τα ενετικά προνόμια, από τα οποία το Βυζάντιο υφίστατο οικονομική απομύζηση, παραχώρησε ανάλογα προνόμια στη Γένουα (1169) και στην Πίζα (1170). Οι ενέργειες αυτές του Μανουήλ προκάλεσαν όξυνση στις σχέσεις του με τη Βενετία και το 1171 ξέσπάσε άγρια διαμάχη. Αιφνιδιαστικά στις 12 Μαρτίου του 1171 ο Μανουήλ διέταξε να συλληφθούν όλοι οι Ενετοί που ζούσαν στην Αυτοκρατορία και αφού κατασχεθούν οι περιουσίες τους, τα πλοία τους και τα εμπορεύματά τους να ριχτούν στις φυλακές. Οι Ενετοί αντέδρασαν αμέσως. Εστειλαν πειρατικό στόλο στο Αιγαίο ο οποίος λεηλάτησε τα νησιά Εύβοια, Λέσβο, Χίο και Λήμνο. Ακολούθησαν διαπραγματεύσεις οι οποίες δεν οδήγησαν σε κανένα αποτέλεσμα. Το 1175 οι Ενετοί συνήψαν συνθήκη συμμαχίας με τους Νορμανδούς, τους άσπονδους εχθρούς του Βυζαντίου. Η συμμαχία και η φοβερή συμφορά του Μανουήλ στο Μυριοκέφαλο ανάγκασαν τον Μανουήλ να αποδώσει στους Ενετούς όλα τα κατασχεθέντα και να ανανεώσει τα εμπορικά προνόμια (1179). Η ιταλική πολιτική του Μανουήλ είχε αποτύχει παταγωδώς. Τα όνειρα της ανάκτησης της Ιταλίας είχαν εξαναγκάσει τον πολυπράγμονα αυτοκράτορα να προβεί σε νέες παραχωρήσεις. Ο καθηγητής Δ. Ζακυθηνός κρίνοντας την πολιτική των Κομνηνών έναντι των ιταλικών πόλεων, γράφει επιγραμματικά: «Διά των προς τας ιταλικάς πόλεις παραχωρήσεων, οι Κομνηνοί ενίσχυσαν την οικονομικήν διείσδυσιν του Ευρωπαϊκού εμπορίου εις την Ανατολήν και υπέσκαψαν ούτω τα θεμέλια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας». Μια τρικυμιώδης ζωή μέσα σε μία τρικυμιώδη εποχή. Αδιάκοπη φροντίδα του Μανουήλ ήταν οι πόλεμοι και η διπλωματία. Για το λόγο αυτό δεν είχε ευκαιρίες να πραγματοποιήσει ριζικές καινοτομίες στην εσωτερική πολιτική. Επειδή ανήκε στη στρατιωτική αριστοκρατία ευνόησε ιδιαίτερα τους μεγάλους γαιοκτήμονες. Οι στρατιωτικοί ήταν η κυρίαρχη τάξη στο κράτος κατά την εποχή των Κομνηνών. Η στρατιωτική υπηρεσία ήταν τότε το μόνο προσοδοφόρο επάγγελμα. Επειδή ο στρατός απορροφούσε όλους τους πόρους της Αυτοκρατορίας, ο πληθυσμός εξαθλιώθηκε οικονομικά κάτω από τη βαριά φορολογία. Η φεουδαρχοποίηση της βυζαντινής κοινωνίας, η οποία σημειώθηκε κατά την εποχή των Κομνηνών και ιδιαίτερα επί Μανουήλ, υπέσκαψε το αμυντικό σθένος του κράτους. Το επιφανειακό μεγαλείο της εποχής του Μανουήλ διαδέχθηκε αμέσως έπειτα η εσωτερική κατάρρευση του Βυζαντινού Κράτους. Ο Μανουήλ ασχολήθηκε και με τα θρησκευτικά ζητήματα με ενδιαφέρον. Κατά τη διάρκεια της βασιλείας του έγιναν δύο σύνοδοι υπό την προεδρία του και την ενεργό συμμετοχή του. Τα θέματα αυτών των συνόδων ήταν δευτερεύοντα. Ο Μανουήλ προσπάθησε κυρίως για λόγους πολιτικούς να ενώσει την αρμενική Εκκλησία με την Ορθόδοξη. Για να αποσπάσει βοήθεια από τους Δυτικούς ήρθε σε επαφή με τον Πάπα Αλέξανδρο Γ' για την ένωση των Εκκλησιών. Ομως η αντίδραση των εκκλησιαστικών κύκλων με επικεφαλής τον Πατριάρχη Μιχαήλ (1169-1177) εμπόδισε την ένωση. Με διάφορους νόμους (Νεαρές) προνόησε ο Μανουήλ για την περιουσία της Εκκλησίας. Εκανε επίσης μεγάλες δωρεές σε εκκλησίες και μοναστήρια. Δεν ήθελε όμως την ίδρυση μοναστηριών στις πόλεις γιατί δεν ήταν αναγκαία. Ο I. Καραγιαννόπουλος κρίνοντας το έργο του Μανουήλ γράφει: «Η δυτική πολιτική του Μανουήλ και στο νορμανδικό και στο βενετικό τομέα είχε αποτύχει. Οι μόνες του επιτυχίες ήταν στη βαλκανική περιοχή, η υποταγή της Σερβίας και κυρίως η προσάρτηση της Δαλματίας και μέρους της Κροατίας. Οι επιτυχίες όμως αυτές ήταν ασήμαντες μπροστά στους εχθρικούς συνασπισμούς που προκαλούσε εναντίον του η ασύνετη πολιτική του». Κουρασμένος από τις συνεχείς αποτυχίες του και συντετριμμένος από τη συμφορά του Μυριοκεφάλου πέθανε, μετά από αρρώστια, το Σεπτέμβριο του 1180.

Ηλίας Λάσκαρης
Βυζαντινοί αυτοκράτορες


from ανεμουριον https://ift.tt/367tnHl
via IFTTT
Από το Blogger.