Φωτογράφοι της επαρχίας

Την περίοδο του Μεσοπολέμου η απόσταση που χώριζε τις επαρχίες της Ελλάδας από την Αθήνα στον τομέα του πολιτισμού ήταν τεράστια. Η νοοτροπία ήταν περισσότερο συντηρητική και συγκροτημένη, γεγονός που οδηγεί στο συμπέρασμα ότι κάτι ανάλογο θα έπρεπε να αντανακλάται και στην καλλιτεχνική φωτογραφία που δημιουργούσαν. Η πραγματικότητα όμως είναι διαφορετική. Σε διάφορες πόλεις της Ελλάδας συναντάμε φωτογράφους με ανοιχτό μυαλό και σύγχρονη αντίληψη. Σε αυτό συνηγορεί η συμμετοχή και οι διακρίσεις τους σε παγκόσμιες φωτογραφικές εκθέσεις. Πέρα από τα γνωστά θέματα, ορισμένοι φωτογράφοι πειραματίζονται και στο χώρο του γυμνού, με ιδιαίτερη επιτυχία. Πρόκειται για ένα θέμα «ταμπού» το οποίο δυστυχώς συνεχίζει να υπάρχει στην Ελλάδα μέχρι τις μέρες μας.

Βασίλειος Κουτσαβέλης (1903-1973)

Φωτογράφος στην Ήπειρο. Γεννήθηκε στην Πωγωνιανή (τότε Βοστίνα) της Ηπείρου το 1903. Σε ηλικία 12 χρονών πήγε στην Αθήνα με σκοπό να γίνει φωτογράφος. Εργάστηκε αρχικά σαν παραγιός και σαν βοηθός μέχρι το 1928, όποτε και αποφάσισε να επιστρέφει στα Γιάννενα και να ανοίξει δικό του φωτογραφείο. Αυτό βρισκόταν αρχικά στην οδό Αβέρωφ και αργότερα στο κέντρο της πόλης, κάτω από το γνωστό ξενοδοχείο «Ακροπόλ». Η δουλειά του και η τεχνική του τον ανέδειξαν σε έναν από τους πολύ καλούς φωτογράφους της εποχής. Τα χρόνια του Μεσοπολέμου ήταν τα πιο παραγωγικά για τον φωτογράφο.
Οι φωτογραφίες του χαρακτηρίζονται από τεχνική ποιότητα όσο και από αισθητική. Είναι σημαντικό ότι δεν περιορίστηκε στο χώρο του στούντιο, αλλά αποτύπωσε μεθοδικά σκηνές από την καθημερινή ζωή και τα δρώμενα στην πόλη και την περιοχή των Ιωαννίνων. Κοντά του έμαθαν φωτογραφία και άλλοι νεότεροι που έγιναν αργότερα και αυτοί φωτογράφοι. Δυστυχώς, το φωτογραφικό αρχείο του αλλά και αυτό που είχε συγκεντρώσει από τους παλιότερους φωτογράφους χάθηκε. Ένα μέρος από 700 περίπου γυάλινα αρνητικά του βρίσκονται στη συλλογή του παλαιού φωτογράφου Χρήστου Σουμαλεύρη. Ο Β. Κουτσαβέλης είχε εκδώσει και καρτ-ποστάλ με τοπία των Ιωαννίνων. Φωτογραφίες με τοπία του δημοσιεύτηκαν σε τεύχη του περιοδικού Καινούργια Τέχνη.

Θεόδωρος Μιχ. Λιόντας (1895-1965)

Γιος του γνωστού φωτογράφου Μιχαήλ Λιόντα, από τον οποίο διδάχτηκε τη φωτογραφία. Το 1922 φωτογράφισε τον βασιλιά Κωνσταντίνο στην αίθουσα του θρόνου, στο παλάτι, και απέκτησε έτσι τον τίτλο του «Φωτογράφου της Βασιλικής Αυλής», τον οποίο όμως δεν χρησιμοποίησε για να προωθήσει τη σταδιοδρομία του. Από το 1924 ξεκίνησε η συνεργασία του Θεόδωρου Λιόντα με τον Ανδρέα Μαυρίδη. Δημιουργήθηκε τότε το γνωστό δίδυμο «Λιόντας & Μαυρίδης», που πρωτοστατούσε στην κάλυψη των γεγονότων και των καλλιτεχνικών εκδηλώσεων της εποχής του Μεσοπολέμου, στη Βόρεια Ελλάδα. Ο Μαυρίδης ασχολούνταν κυρίως με τις φωτογραφίσεις στο στούντιο, ενώ ο Λιόντας είχε το βάρος του εξωτερικού ρεπορτάζ. Φωτογράφιζε την κάθε κοινωνική εκδήλωση της πόλης, επισκέψεις θιάσων, Διεθνή Έκθεση (από το 1926), περιοδείες πολιτικών κ.ά. Στον καλλιτεχνικό χώρο, στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, οι διακρίσεις που έλαβαν στις διάφορες φωτογραφικές εκθέσεις ήταν εντυπωσιακές. Το 1931 (3-18 Οκτωβρίου) συμμετείχαν στη Διεθνή Έκθεση Φωτογράφων στο Παρίσι, με δύο τους έργα που βραβεύτηκαν και τα δύο. Το 1938 έλαβαν μέρος στη φωτογραφική έκθεση που διοργανώθηκε στο πλαίσιο της Διεθνούς Έκθεσης Θεσσαλονίκης. Παράλληλα με το φωτογραφείο, άνοιξαν στον ίδιο χώρο και ένα φωτοτσιγκογραφείο, συνεργαζόμενοι με εφημερίδες όπως η Νέα Αλήθεια, το Φως, η Δράσις, τα Αθλητικά Νέα κ.ά. Το φωτοτσιγκογραφείο τους μαζί με αυτό της εφημερίδας Μακεδονία ήταν μέχρι το 1958 τα μοναδικά στον βορειοελλαδίτικο χώρο. Η συνεργασία των δύο συνεταίρων συνεχίστηκε μέχρι το 1940, οπότε τη, διέκοψαν για οικονομικούς λόγους. Το αρχείο τους καταστράφηκε, και έτσι δεν το πήρε κανείς. Από το 1939 μέχρι και το 1948 ο Θ. Λιόντας συνέχισε να φωτογραφίζει και να λειτουργεί το φωτοτσιγκογραφείο, στον πρώτο όροφο του κτιρίου όπου βρισκόταν το πολυκατάστημα «Κατράντζος Σπορ». Στην περίοδο της Κατοχής το φωτογραφείο και το φωτοτσιγκογραφείο υπολειτούργησαν λόγω έλλειψης υλικών αλλά και του γεγονότος ότι οι Γερμανοί θεωρούσαν τον Θ. Λιόντα αγγλόφιλο και αντιναζιστή. Το 1948 μετέφερε ξανά και τα δύο ατελιέ του στην οδό Εγνατίας 115, διατηρώντας τα μέχρι το θάνατό του το 1965.30

Ανδρέας Μαυρίδης

Καταγόταν από την Αδριανούπολη και λέγεται ότι σπούδασε φωτογραφία στη Βιέννη. Αρχικά εργάστηκε στο φωτογραφείο του Δημήτριου Μιχαηλίδη, ο οποίος του δίδαξε τη φωτογραφική τέχνη. Μετά το 1924 εγκαταστάθηκε στη Θεσσαλονίκη και συνεταιρίστηκε με τον Θεόδωρο Λιόντα. Η φίρμα τους «Λιόντας & Μαυρίδης» έγινε σύντομα γνωστή σε όλη την Ελλάδα. Ο Μαυρίδης ήταν υπεύθυνος για την καλλιτεχνική φωτογραφία. Το 1933 έλαβαν μέρος στη Διεθνή Έκθεση Πράγας με τη φωτογραφία «Σπουδή», ενώ παρουσίασαν πολλές φωτογραφίες τους (γυμνά, πορτρέτα κ.ά.) στο περιοδικό Καινούργια Τέχνη. Τον Οκτώβριο του 1938 έλαβαν μέρος στη φωτογραφική έκθεση που διοργανώθηκε στο πλαίσιο της Διεθνούς Έκθεσης Θεσσαλονίκης. Μετά το 1940 οι δύο φωτογράφοι εργάστηκαν ανεξάρτητα. Ο Μαυρίδης άνοιξε τότε το φωτογραφείο «Foto Studio», στην οδό Μ. Αλεξάνδρου (Τσιμισκή) 62.

Αντώνιος Μπαχάς (1879-1950)

Ο Αντώνιος Μπαχάς εργάστηκε ως φωτογράφος στη Χίο. Σε νεαρή ηλικία έφυγε στην Αίγυπτο, ελπίζοντας σε μια καλύτερη ζωή. Εργάστηκε κοντά σε φωτογράφο του Καΐρου, από τον οποίο και διδάχτηκε τη φωτογραφική τέχνη. Επέστρεψε γύρω στα 1908, ενώ η Χίος βρισκόταν ακόμα στην κατοχή των Τούρκων. Άνοιξε τότε το φωτογραφείο η «Αστραπή», που βρισκόταν στην προκυμαία δεξιά κατεβαίνοντας από τη Μητρόπολη, δίπλα στο «άτμοκίνητον καλλιτεχνικόν βα-φεϊον τον κ. Θ. Πολίτη» και πίσω από τον παλιό κινηματογράφο «Αστέρας», πριν από την οδό Ροδοκανάκη.
Αντώνιος Μπαχάς. Στιγμιότυπο από την επίσκεψη του βασιλιά Κωνσταντίνου και των βασιλοπαίδων Νικολάου και Παύλου στη Χίο το 1922, λίγο πριν από τη Μικρασιατική Καταστροφή.

Ο Μπαχάς ήταν γνώστης της φωτογραφικής τεχνικής και πολύ καλός στους φωτισμούς των πορτρέτων, στοιχεία αρκετά για να τον καθιερώσουν στη Χίο. Φωτογράφισε τις σημαντικές μορφές της και δεκάδες άλλες φυσιογνωμίες της ιστορίας του νησιού κατά τα πρώτα πενήντα χρόνια του 20ού αιώνα. Άρχισε να φωτογραφίζει ενώ ακόμα η Χίος βρισκόταν κάτω από τουρκική κατοχή και συνέχισε μετά την απελευθέρωσή της, στις 11 Νοεμβρίου 1912. Ήταν φανατικός αντιβενιζελικός και το εξέφραζε με κάθε τρόπο. Αυτό είχε ως συνέπεια να εξοριστεί για κάποιο διάστημα, όταν πρωθυπουργός ήταν ο Ε. Βενιζέλος. Στις 19 Ιουνίου 1936 έγινε ολική έκλειψη του ηλίου. Σύμφωνα με τους αστρονόμους η Χίος αποτελούσε ένα από τα ιδανικότερα σημεία για την παρατήρησή της. Εντυπωσιακές φωτογραφίες του φαινομένου τράβηξε και ο Α. Μπαχάς, ορισμένες από τις οποίες κυκλοφόρησε σε φωτοκάρτες. Κοντά του εργάστηκαν και εκπαιδεύτηκαν ο αδελφός του Βασίλειος και οι αδελφοί Ιάκωβος και Νικόλαος Χαβιάρας, που ήταν ανιψιοί του φωτογράφου. Μετά το 1950 ο Ν. Χαβιάρας άνοιξε δικό του φωτογραφείο, τα οποίο έγινε και αυτό γνωστό. Πρώτος ξάδελφος του Α. Μπαχά ήταν ο Χιώτης φωτογράφος Σ. Χαρτουλάρης. Το φωτογραφείο του συνέχισε να λειτουργεί, με το όνομά του, και μετά το θάνατό του, κατά τη δεκαετία του 1950, αλλά χωρίς να έχει πια την αίγλη του παρελθόντος.

Θεόδωρος Νικολέρης (1896-1996). Δράμα-Θεσσαλονίκη

Ο Θ. Νικολέρης γεννήθηκε στο χωριό Σμόκοβο (Σιδηροχώρι) της Ανατολικής Ρωμυλίας το 1896. Το 1906 έφυγε για την Κωνσταντινούπολη με σκοπό να γίνει φωτογράφος. Εργάστηκε αρχικά στο φωτογραφείο του Θεόδωρου Σερβάνη, του οποίου ήταν ανιψιός, μέχρι το 1912. Κατόπιν δούλεψε ως βοηθός κοντά στον Κώστα Βαφειάδη και, τέλος, για δύο χρόνια, στο φωτογραφείο του Νικόλαου Ανδρειωμένου. Κοντά στον Ανδρειωμένο, όπως έλεγε ο ίδιος, έμαθε σωστά τη φωτογραφική τέχνη. Το 1916 στρατολογήθηκε στον οθωμανικό στρατό, όπου υπηρέτησε μέχρι το τέλος του Α' Παγκοσμίου Πολέμου. Το 1918 λιποτάκτησε και πέρασε τα ελληνικά σύνορα, αλλά το 1920 υποχρεώθηκε να καταταγεί ξανά, στον ελληνικό στρατό αυτή τη φορά, ως φωτογράφος του στρατού κατά τη διάρκεια της Μικρασιατικής Εκστρατείας. Το 1922, μετά τη λήξη του πολέμου, επέστρεψε και εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του στη Δράμα, όπου άνοιξε φωτογραφείο.
Εκεί έμαθε γερμανικά από κάποιον ξένο καθηγητή του Ωδείου, που τον βοήθησαν πολύ στη σταδιοδρομία του, αφού μπορούσε να παρακολουθεί όλες τις εξελίξεις της φωτογραφίας μέσα από γερμανικά βιβλία και περιοδικά. Ο Νικολέρης δεν αρκέστηκε στις κλασικές φωτογραφίες γάμων και πορτρέτων. Πειραματιζόταν με τις τεχνικές και τους φωτισμούς και προσπαθούσε να εφαρμόζει αυτά που διάβαζε. Όποτε του δινόταν η ευκαιρία φωτογράφιζε για λογαριασμό του ηθοποιούς -κατά προτίμηση γυναίκες- των διαφόρων ελληνικών και ξένων θιάσων που επισκέπτονταν τη Δράμα. Ο Νικολέρης ασχολήθηκε επίσης και με τον κινηματογράφο. Γύριζε ταινίες μικρού μήκους, συνήθως κωμωδίες, με ερασιτέχνες ηθοποιούς και δικά του σενάρια. Το 1927 υπήρξε σκηνοθέτης, με τον Νίκο Μαρκίδη και τον Μάρκο Σχοινά, τριών ταινιών: Έρως αγρότου, Ο Μαρκ γκαρσόν και ο Μαρκ πολυτεχνίτης. Το 1941, την περίοδο της Κατοχής, εγκαταστάθηκε στη Θεσσαλονίκη, αρχικά στην οδό Τσιμισκή 40 ή 42. Την εποχή εκείνη ονόμαζε το φωτογραφείο του «Kunst Atelier Photo-Nikoleri». Λίγο αργότερα εργάστηκε εκεί ως μαθητευόμενος βοηθός του ο Κ. Παπαδόπουλος από τη Χίο. Την περίοδο του Εμφυλίου (1949-1951) εξορίστηκε και το φωτογραφείο του ανέλαβε ο γιος του Θωμάς. Το 1953 άνοιξε φωτογραφείο και στην Αθήνα, στην οδό Σταδίου 69 και Ομήρου, το οποίο διατήρησε μέχρι τη συνταξιοδότησή του το 1990.

Αλέξανδρος Παναγιώτου (1888-1956)

Ο Αλέξανδρος (Αλέκος) Παναγιώτου γεννήθηκε στο Δεδέαγατς (σημερινή Αλεξανδρούπολη) το 1888. Οι γονείς του ήταν Θράκες από τη γύρω περιοχή. Την εποχή εκείνη η Αλεξανδρούπολη εξελισσόταν σε διεθνή κόμβο, καθώς από το λιμάνι της γινόταν όλη η διακίνηση των εμπορευμάτων της ανατολικής και βόρειας Θράκης. Ο Αλέξανδρος μεγάλωσε σε αυτό το ξεχωριστό για την εποχή περιβάλλον. Από πολύ νωρίς έδειξε το ταλέντο του στο σχέδιο και τη ζωγραφική. Τα οικονομικά του πατέρα του -τενεκετζή στο επάγγελμα- δεν του επέτρεπαν ανώτερες καλλιτεχνικές σπουδές. Το ρόλο του χορηγού γι' αυτές ανέλαβε ο Αυστριακός πρόξενος στην πόλη Βλάσσιος Σούχωρ, ο οποίος εκτίμησε τις ικανότητες του νεαρού καλλιτέχνη. Έτσι, στα 1904 ο Αλέξανδρος πήγε στην Αθήνα έγινε δεκτός στη Σχολή Καλών Τεχνών, κατόπιν εξετάσεων. Το ταλέντο του επισήμανε και ο καθηγητής του, ο ζωγράφος Γ. Ιακωβίδης. Το 1908 πήρε το δίπλωμα της ζωγραφικής με άριστα και επέστρεψε στην Αλεξανδρούπολη. Στην αρχή εργαζόταν ως ζωγράφος φτιάχνοντας διάφορα πορτρέτα, κυρίως Ευρωπαίων της πόλης.
Αλέξανδρος Παναγιώτου. Πορτρέτο του διευθυντή των σιδηροδρόμων στην Αλεξανδρούπολη. Η λήψη έγινε πάνω σε πλάκα διαστάσεων 18x24 εκ.

Σύντομα όμως συνειδητοποίησε πως δεν θα ήταν εύκολο να ζήσει με το επάγγελμα του ζωγράφου στην Αλεξανδρούπολη. Αποφάσισε τότε να στραφεί προς τη φωτογραφία, που ήταν πιο αποδοτική. Αγόρασε, σε ένα ταξίδι του στην Αθήνα, τα απαραίτητα εφόδια και άνοιξε φωτογραφείο. Η ύπαρξη φωτογραφίας του όπου αναφέρεται μαζί με τον αδερφό του Κ. Παναγιώτου να διαθέτουν φωτογραφείο στην Καβάλα ίσως σημαίνει ότι έκανε εκεί την πρώτη του φωτογραφική προσπάθεια. Σύντομα όμως πρέπει να εγκαταστάθηκε στην Αλεξανδρούπολη. Από την αρχή δούλεψε εντατικά και έγινε γνωστός στους κύκλους της τέχνης στη Βόρεια Ελλάδα. Οι Βαλκανικοί Πόλεμοι ανάγκασαν την οικογένειά του να πάρει το δρόμο της προσφυγιάς. Φεύγοντας βιαστικά πήρε τα σύνεργά του και το μικρό του αρχείο που είχε μέχρι τότε σχηματίσει. Αρχικά πήγαν στην Καβάλα, μετά στη Θάσο και κατέληξαν στη Θεσσαλονίκη. Βρήκε τότε ένα κατάστημα κοντά στον Λευκό Πύργο και άνοιξε φωτογραφείο. Οι δουλειές του πήγαιναν πολύ καλά, γιατί ο Α' Παγκόσμιος Πόλεμος γέμισε την πόλη με τα συμμαχικά στρατεύματα. Δούλευε κυρίως το πορτρέτο στο στούντιο και ευκαιριακά γύριζε με τη μηχανή του στην πόλη και φωτογράφιζε διάφορες σκηνές της καθημερινότητας που τον εντυπωσίαζαν. Στα απλά θέματα του δρόμου έβρισκε σκηνές που θύμιζαν ζωγραφικούς πίνακες. Πολλές από τις φωτογραφίες αυτές δεν είχαν εμπορική αξία αλλά μόνο συναισθηματική. Δημιούργησε έτσι ένα τεράστιο προσωπικό αρχείο με αρνητικά που είχαν καταγράψει φευγαλέες στιγμές της καθημερινής ζωής. Στα 1917, στη μεγάλη πυρκαγιά της Θεσσαλονίκης, ήταν στην πρώτη γραμμή και κατέγραφε το δράμα. Φωτογράφισε την αλλοφροσύνη και την τραγικότητα της φωτιάς. Τύπωσε φωτογραφίες που έκαναν εντύπωση. Τα συμμαχικά στρατεύματα έκαναν ανάρπαστες τις φωτογραφίες του αυτές. Ακολούθησε ένα ταξίδι του στο Παρίσι για την αγορά νέων υλικών.
Οι μάχες όμως του Α' Παγκοσμίου Πολέμου τον παγίδευσαν εκεί για μεγάλο χρονικό διάστημα. Μετά την ανακωχή και την κατάληψη της Θράκης από τους Συμμάχους, ο Παναγιώτου ήταν από τους πρώτους πρόσφυγες που επέστρεψαν πίσω μαζί με την οικογένειά του. Στην πόλη ήταν ακόμα ανοιχτές οι πληγές της κατοχής. Ο φωτογράφος βρήκε ένα μαγαζί που το διαμόρφωσε σε φωτογραφικό ατελιέ και άρχισε πάλι να φωτογραφίζει το πορτρέτο και το στιγμιότυπο. Στις 14 Μαΐου 1920 ο ελληνικός στρατός κατέλαβε την πόλη, που τότε πια ανέπνευσε ελεύθερα. Στις 8 Ιουνίου, με την άφιξη του βασιλιά Αλεξάνδρου, οι προύχοντες άλλαξαν το όνομα της πόλης από Δεδέαγατς σε Αλεξανδρούπολη. Ο φωτογράφος συμμετείχε στους πανηγυρισμούς, αλλά συνάμα είχε τη μηχανή του στο χέρι για να αποθανατίσει ανεπανάληπτες στιγμές. Μετά το 1923 και την υπογραφή της Συνθήκης της Λωζάνης αγόρασε ένα οικόπεδο και έχτισε το δικό του φωτογραφείο. Όλη η οροφή του ατελιέ κατασκευάστηκε με γυαλί και από μέσα, πάνω σε ράγες, υπήρχαν κουρτίνες που του επέτρεπαν να ελέγχει το φως που περνούσε. Κοντά του μαθήτευσε για ένα διάστημα και ο Σπύρος Μελετζής. Έγινε πασίγνωστος σε όλο σχεδόν τον ελλαδικό χώρο για τις δημιουργίες του και δεχόταν παραγγελίες και από άλλες πόλεις. Γνωστοί καλλιτέχνες πήγαιναν να φωτογραφηθούν στο ατελιέ του. Η κήρυξη του Β' Παγκοσμίου Πολέμου τον έκανε και πάλι πρόσφυγα. Αυτή τη φορά κατέφυγε με την οικογένειά του στη Λήμνο. Το 1943, στη διάρκεια της Κατοχής, οι Γερμανοί τον συνέλαβαν και τον κράτησαν για σαράντα μέρες στη φυλακή. Ήταν κάτι που χειροτέρεψε την ήδη επιβαρημένη υγεία του. Για την απελευθέρωσή του συνέβαλε καθοριστικά ο αντιπρόσωπος της Agfa στην Ελλάδα, ο Willy Wetzlaff, ο οποίος είχε τότε επιστρατευτεί ως αξιωματικός στον γερμανικό στρατό. Μετά την απελευθέρωση γύρισε στην Αλεξανδρούπολη. Έστησε και πάλι το ατελιέ του, αλλά η υγεία του είχε ήδη κλονιστεί ανεπανόρθωτα. Πέθανε στην Αθήνα το 1956. Ο Παναγιώτου, εκτός από επαγγελματίας πορτρετίστας φωτογράφος, ήταν ο «φωτο-ιστορικός» της πόλης του. Από το 1908 μέχρι και το 1940 φωτογράφισε συστηματικά όλα τα σημαντικά γεγονότα, τα κτίρια, τις κοινωνικές εκδηλώσεις και τους ανθρώπους της πόλης όπου ζούσε. Ήταν ένας φωτορεπόρτερ που δούλευε για τον εαυτό του, αφού δεν δημοσίευε τις φωτογραφίες του αυτές, που τις έβλεπε συνθετικά με το μάτι του ζωγράφου. Από το πλούσιο αρχείο του, που ιστορεί την πόλη και τους ανθρώπους της, ένα πολύ μικρό μέρος του διασώθηκε.

Αλέξανδρος Πέννας (1887-1937). Σέρρες

Ο Αλέξανδρος Πέννας γεννήθηκε στην Τζουμαγιά το 1887. Μετά τις γυμνασιακές του σπουδές διορίστηκε δάσκαλος στην πατρίδα του και πρόσφερε σημαντικές υπηρεσίες κατά τον Μακεδονικό Αγώνα. Την περίοδο εκείνη είχε αρχίσει να ασχολείται ερασιτεχνικά με τη φωτογραφία και να τραβάει διάφορα τοπία κατά τις σχολικές εκδρομές. Κατά τη διάρκεια των πολέμων (Βαλκανικοί και Α' Παγκόσμιος) ο Πέννας ακολούθησε τους συμπατριώτες του στο Ποζάρεβιτς, ως όμηρος των Βουλγάρων. Εκεί ένας Γερμανός αξιωματικός του επιτελείου ανακάλυψε το χόμπι του Πέννα και τον επιστράτευσε να κάνει διάφορες φωτογραφίσεις για λογαριασμό του. Φαίνεται ότι το 1918 εργαζόταν ως φωτογράφος στο Ποζάρεβιτς, και μάλιστα σε συνεργασία με τον Πέτρο Δαϊρετζόπουλο (Petro & Aleko Pena Phtographers - Pozarevatz). To 1919 οι δύο φωτογράφοι διατηρούσαν κατάστημα στις Σέρρες. Ο Πέννας έγινε σύντομα γνωστός στα φωτογραφικά σαλόνια και στις διάφορες ευρωπαϊκές εκθέσεις, αποσπώντας εγκωμιαστικές κριτικές και βραβεία για τις φωτογραφίες του. Το 1925 έστειλε τα πρώτα του έργα στην έκθεση της Λειψίας όπου βραβεύτηκαν ως τα καλύτερα. Ακολούθησε η συμμετοχή και βράβευση έργων του στη Λυόν, το Αμβούργο, το Παρίσι, την Αμβέρσα, το Τορίνο, τη Βιέννη και αλλού. Το 1931 ο διάσημος φωτογράφος και καθηγητής των Καλών Τεχνών του Πανεπιστημίου της Βιέννης Δρ. Τζίλμπλερ τον παρουσίασε στις προσωπικότητες της αυστριακής πρωτεύουσας και του πρότεινε συνεργασία. Ο Πέννας την αρνήθηκε προτιμώντας να συνεχίσει να εργάζεται στην πόλη του, τις Σέρρες. Ο Πέννας θεωρείται από τους πρωτοπόρους της φωτογραφίας γυμνού στην Ελλάδα. Υπήρξε ο πρώτος ο οποίος χρησιμοποίησε το γυναικείο γυμνό για να διαφημίσει μια τοπική ποτοποιία. Ήταν επίσης ένας από τους βασικούς συνεργάτες του περιοδικού Καινούργια Τέχνη. Ορισμένες από τις βραβευμένες φωτογραφίες του έγιναν εξώφυλλο στο εν λόγω περιοδικό, το οποίο δημοσίευε εγκωμιαστικές κριτικές γι' αυτές. Σε όλη σχεδόν τη φωτογραφική του σταδιοδρομία εργάστηκε συνεταιρικά με τον Πέτρο Δαϊρετζόπουλο, με τον οποίο συνδεόταν με αδελφική φιλία. Ο Πέννας πέθανε σχετικά νέος, σε ηλικία 50 χρόνων, σε μια εποχή όπου είχε φτάσει στην κορύφωση της δημιουργικής σταδιοδρομίας του. Το φωτογραφείο που παρέμεινε σε λειτουργία, με το όνομά του, για ακόμη δύο δεκαετίες περίπου.

Νικόλαος Χαβιάρας (1913-1985). Χίος

Γεννήθηκε στη Χίο το 1913. Τη φωτογραφία τη διδάχτηκε κοντά στον θείο του Αντώνιο Μπαχά, αδελφό της μητέρας του. Στο φωτογραφείο του θείου του συνέχισε να κάνει τις εκτυπώσεις και τις εμφανίσεις των φωτογραφιών του για ένα διάστημα μετά την αποχώρησή του από αυτό. Έβαζε από τότε τη δική του χαρακτηριστική σφραγίδα, έναν ρόμβο με το όνομά του στη μέση Το 1936 έλαβε μέρος στη φωτογραφική έκθεση που διοργανώθηκε στη Θεσσαλονίκη, στο πλαίσιο της 11ης Διεθνούς Έκθεσης, και βραβεύτηκε με χρυσό μετάλλιο. Τον επόμενο χρόνο, την ίδια επιτυχία είχε στην Πανελλήνια Γεωργική Έκθεση των Αθηνών. Όπως γράφει η εφημερίδα Νέα Χίος, «[...] Ή άπόφασις αυτή τής Ελλανοδίκου Επιτροπής τήν οποίαν άπήρτιζον καλλιτέχναι άναμφισβητήτου καλλιτεχνικής αξίας, έγνωστοποιήθη τόσον προς τον βραβενθέντα όσον καί προς τον κ. Νομάρχην Χίον, όστις καί επίσης συνέχαρη τον τιμηθέντα. Καί ή Νέα Χίος συγχαίρει θερμότατα τον νεαρόν τούτον καλλιτέχνην τού οποίου ευρύ καί λαμπρόν προοιωνίζεται το καλλιτεχνικόν μέλλον». Το χιακό περιοδικό Χιόνη αφιέρωσε ένα τεύχος του για τον σημαντικό αυτόν καλλιτέχνη φωτογράφο. Σε άρθρο του με τίτλο «Εκδρομές με ένα φακό», ο Νίκος Γιαλούρης γράφει: «[...] Ο Νίκος Χαβιάρας αποτύπωσε την παλιά Χίο με ένα τρόπο προσωπικό, που συχνά έκανε την ποιότητα της χαλκογραφίας του EAU FORTE, με βελούδινα μαύρα και γκρίζα, με σκιές απλές στα φωτεινά μέρη, με γκάμες του γκρίζου τραγουδιστές [...]. Αυτό που αποζητούσε ήταν η πιστότητα και η λεπτομέρεια αδιαφορώντας για τα τρικ πολλών που η φωτογραφία τους είναι κατασκεύασμα εγκεφαλικό, όπως ακόμα ορισμένοι σημερινοί τη θεωρούν. Με μέσα απλά, εργαλεία απλά, κατάφερνε να έχει αποτελέσματα ζηλευτά. Πάνω από όλα ήταν ένας χρονογράφος πίσω από το φακό [...]». Φωτογραφείο δικό του άνοιξε το 1943, μέσα στην Κατοχή. Τα χρόνια εκείνα πέρα από τα τοπία και τα πορτρέτα φωτογράφιζε και το ανθρώπινο δράμα, την πείνα και τη δυστυχία που αντίκριζε γύρω του. Αψηφώντας τον κίνδυνο φωτογράφισε τη βύθιση του σουηδικού πλοίου «Wiril», που ήταν ναυλωμένο από τον Ερυθρό Σταυρό, στο λιμάνι της Χίου από αγγλικά μαχητικά. Ήταν μια άστοχη ενέργεια που είχε ως συνέπεια το θάνατο 24 αμάχων και τον τραυματισμό άλλων. Ήταν ακόμα παρών με τη μηχανή του κατά την απελευθέρωση του νησιού από τους Άγγλους, καθώς και στα δύσκολα χρόνια του Εμφυλίου. Το 1960 μετέφερε το φωτογραφείο του σε ισόγειο κατάστημα, στον αριθμό 23 της οδού Βενιζέλου. Κοντά του εργάστηκε, μετά το 1950, ο αδελφός του Ιάκωβος και η κόρη του Ιάκωβου Τσίμα. Για τον πατέρα της η Ευαγγελία Χαβιάρα στο άρθρο της «Σκόρπιες Σκέψεις» (περ. Χιόνη) γράφει:«Αγαπούσε τη δουλειά του με πάθος και του άρεσε το ωραίο. Συνήθως τον έβλεπες με τη φωτογραφική μηχανή κρεμασμένη στον ώμο, έτοιμο να απαθανατίσει αυτό που νόμιζε ότι έπρεπε να διατηρηθεί στη μνήμη των ανθρώπων της Χίου. [...]» Ο Ν. Χαβιάρας πέθανε στην Αθήνα το 1985.

Σίμος Χουτζαίος (1873-1967). Μυτιλήνη

Σημαντικός φωτογράφος της Μυτιλήνης, τον οποίο ο ιστορικός Αλκής Ξ. Ξανθά-κης, σε άρθρο που του αφιέρωσε, τον αποκάλεσε «εθνικό φωτογράφο» της. Ο πατέρας του Σ. Χουτζαίου καταγόταν από τη Σπάρτη. Στη Μυτιλήνη εγκαταστάθηκε γύρω στα 1870. Ο Σίμος γεννήθηκε στην κωμόπολη Αγιάσος το 1873. Σε πολύ μικρή ηλικία, πήγε στην Αλεξάνδρεια και μαθήτευσε κοντά στον θείο του Καλπαξίδη, που ήταν ζωγράφος. Παράλληλα με τη ζωγραφική διδάχτηκε και τη φωτογραφία. Σύμφωνα με μαρτυρίες που δεν έχουν επιβεβαιωθεί, πήγε κατόπιν στο Βερολίνο, το Παρίσι και το Λονδίνο για να τελειοποιήσει τις φωτογραφικές του γνώσεις. Στη Μυτιλήνη επέστρεψε το 1899, σε ηλικία 26 ετών. Εργάστηκε μέχρι το 1905, περίπου, κοντά στον Τσέχο φωτογράφο Fritz Μ. Mraz (Φριτς Μ. Μραζ) στο φωτογραφείο του τελευταίου στην οδό Μητροπόλεως. Κατόπιν άνοιξε δικό του κατάστημα στην οδό Βερναρδάκη. Για ικανό διάστημα εργάστηκε μαζί του και ο αδελφός του Ευστράτιος, που επισκιαζόταν όμως από τον ταλαντούχο Σίμο.
Κατά τους πολέμους του 1912-1913 λέγεται ότι ο ναύαρχος Κουντουριώτης τού ανέθεσε να φωτογραφίσει τις επιχειρήσεις του ελληνικού στρατού στο νησί. Πολλές από τις φωτογραφίες του αυτές τις έκανε φωτογραφικές καρτ-ποστάλ (φωτο-κάρτες), και συγκαταλέγονται μεταξύ των πρώτων μιας μεγάλης σειράς παρόμοιων θεμάτων που διέθεσε στο εμπόριο. Σώζεται λεύκωμά του με τίτλο Η κατοχή του ελληνικού στρατού, που περιλαμβάνει 15 φωτογραφίες διαστάσεων 16,8x22 εκ. και 6 διαστάσεων 12x2 εκ. Την εποχή εκείνη ονόμαζε το φωτογραφείο του «Σαπφώ». Μετά τη λήξη των Βαλκανικών Πολέμων και κατά τη διάρκεια του Α' Παγκοσμίου Πολέμου ο Χουτζαίος έφυγε μετανάστης στην Αμερική. Εκεί έμεινε πέντε χρόνια και κατόρθωσε να ανοίξει φωτογραφείο στο Μπρούκλυν, στην καρδιά της Νέας Υόρκης. Στο διάστημα αυτό το φωτογραφείο του στη Μυτιλήνη το λειτουργούσε η γυναίκα του και ο αδελφός του. Το 1921, αφού είχε επιστρέφει στην Ελλάδα, εργάστηκε συνεταιρικά με τον αδελφό του. Εμφανίζονται στους Εμπορικούς Οδηγούς ως «Αδελφοί Χουτζαίοι», και το φωτογραφείο τους βρισκόταν στην οδό Ειρήνης. Συνέχισαν να εκδίδουν καρτ-ποστάλ, με την επωνυμία αυτή, με τοπία, φορεσιές και αγροτικές δραστηριότητες της Μυτιλήνης. Το 1930 οι δύο αδελφοί εργάζονταν πια ανεξάρτητα, ενώ γύρω στα 1935 ο Σ. Χουτζαίος συνεταιρίστηκε με τον Παν. Κεμερλή, στο φωτογραφείο «Photo-Electric». Δεν είναι εξακριβωμένο το πότε ακριβώς πήγε στην Αθήνα, όπου εργάστηκε για σύντομο διάστημα. Η καταγραφή της αγροτικής ζωής, των τύπων και των εθίμων του νησιού του αποτέλεσε κύριο μέλη μα για τον φωτογράφο. Τέτοιες φωτογραφίες του δεν συναντιούνται μόνο εδώ αλλά και σε έντυπα του εξωτερικού, ιδιαίτερα κατά τα χρόνια του Μεσοπολέμου, μεταξύ αυτών και το περιοδικό Voyage en Grece που εκδιδόταν στο Παρίσι. Από τα πιο σημαντικά γεγονότα της σύγχρονης ιστορίας του νησιού ήταν η απελευθέρωσή του τον Οκτώβριο του 1944.0 φωτογράφος βρέθηκε στην πρώτη γραμμή και φωτογράφισε τους αντάρτες του ΕΛΑΣ, την απόβαση των Άγγλων στρατιωτών καθώς και τα γεγονότα που διαδραματίστηκαν κατόπιν. Δεν σταμάτησε να φωτογραφίζει μέχρι το 1950. Υπήρξε προικισμένος φωτογράφος που κατέγραψε με ιδιαίτερη ευαισθησία, με το φακό της μηχανής του, τη ζωή του στη Μυτιλήνη από τα χρόνια της οθωμανικής κατοχής. Ο Χουτζαίος δεν έκανε διακρίσεις. Δεν είναι λίγες οι φωτογραφίες του που παρουσιάζουν Τούρκους. Πορτρέτα και σκηνές από τη ζωή τους αποτελούν μέρος της θεματογραφίας του τα χρόνια εκείνα. «Τό ίσνάφι γιορτάζει τον Άγιό του στην Άγιάσο, τό 1908», γράφει σε μια λεζάντα μιας τέτοιας φωτογραφίας του. Ως επαγγελματίας φωτογράφος εργάστηκε στην εκτέλεση κατά παραγγελίαν πορτρέτων και αναμνηστικών φωτογραφιών, καθώς και στην κάλυψη κοινωνικών εκδηλώσεων και γάμων. Πέρα όμως από την επαγγελματική και την καλλιτεχνική του δραστηριότητα, κατέγραψε για λογαριασμό του, από τότε μέχρι τις μέρες μας, την καθημερινή ζωή και τις ασχολίες των συμπατριωτών του. Ο Σ. Χουτζαίος έλαβε μέρος και σε πολλές φωτογραφικές εκθέσεις στην Ελλάδα και το εξωτερικό.

Άλκης Ξ. Ξανθάκης
Ιστορία της Ελληνικής Φωτογραφίας 1939-1970


from ανεμουριον https://ift.tt/2Ri8tko
via IFTTT
Από το Blogger.