Μανώλης Καλομοίρης ( 1883, Σμύρνη - 1962, Αθήνα )

Ο Μανώλης Καλομοίρης είναι ο επιφανέστερος και πολυγραφότερος από τους συνθέτες της Νεοελληνικής Εθνικής Μουσικής Σχολής και ουσιαστικά ο αρχηγός της. Γεννημένος στη Σμύρνη το 1883, γνώρισε από την παιδική του ηλικία τη δημοτική μουσική και με το πέρασμα του χρόνου συνειδητοποίησε την ανάγκη αξιοποίησης της μουσικής κληρονομιάς του λαού μας. Με το αλάνθαστο μουσικό του αισθητήριο είχε την επίγνωση πως η μουσική στη βαθύτερη ουσία της είναι κάτι περισσότερο από έκφραση περιστασιακών συναισθηματικών δονήσεων. Αντίθετα προς τις ξεπερασμένες ρεαλιστικές και νατουραλιστικές αντιλήψεις, η μουσική δεν είναι απλώς εκφραστικό μέσο μιας συγκεκριμένης τυχαίας συναισθηματικής εμπειρίας: θλίψης, χαράς, νοσταλγίας, ενθουσιασμού κ.λπ. Κλείνει μέσα της «μια αφηρημένη ψυχική διάθεση, μια συγκίνηση καθολικότερη, μια συναισθηματική γενικότητα, που περιέχει κάποιο πραγματοποιήσιμο μέσα στην αισθητικά λειτουργούσα συνείδηση νόημα» γράφει ο Ε. Παπανούτσος. Αυτή την καθολικότερη συγκίνηση, αυτό το βαθύτερο νόημα εκφράζουν και τα τραγούδια των ανώνυμων και άγνωστων συνθετών που μεταδίδονται από γενιά σε γενιά για να κατασταλάξουν σ' ό,τι ονομάζουμε δημοτικό τραγούδι. Έτσι και το ελληνικό δημοτικό τραγούδι με τους ιδιότυπους ρυθμούς του και τις χαρακτηριστικές μελωδίες του εξωτερικεύει, πέρα από τις περιστασιακές ατομικές εμπειρίες, τη γενικότερη και καθολικότερη λαϊκή συνείδηση, όπως αυτή μορφοποιήθηκε στο πέρασμα των αιώνων. Αυτή τη λαϊκή συνείδηση, τη «λαϊκή ψυχή», όπως τη χαρακτηρίζει ο Καλομοίρης, θέλησε «να θρονιάσει στο παλάτι που έχτισε» στο συνθετικό του δηλαδή έργο, το βασισμένο στο δημοτικό τραγούδι. Βέβαια τα λαϊκά μοτίβα χρειάζονται επιδέξια τεχνική επεξεργασία, εμπνευσμένη συμπλήρωση και σωστή επέκταση για να αποκαλύψουν τη βαθύτερη μουσική φυσιογνωμία τους. Αυτό ακριβώς είναι και το έργο του συνθέτη, που αξιοποιεί τα σύγχρονα τεχνικά μέσα για να φτάσει στο επιθυμητό αποτέλεσμα. Αυτό πιστεύει και ο Καλομοίρης: «Ο συνθέτης», γράφει για τον εαυτό του στο πρόγραμμα της πρώτης συναυλίας του, «ονειρέφτηκε να φτιάξει μιαν αληθινή εθνική μουσική βασισμένη απ' τη μια μεριά στη μουσική των αγνών μας δημοτικών τραγουδιών μα και στολισμένη από την άλλη μ' όλα τα τεχνικά μέσα που μας χάρισεν η αδιάκοπη εργασία των προοδεμένων στη μουσική λαών και πρώτα πρώτα των Γερμανών, Γάλλων, Ρώσων και Νορβηγών. Κι αυτό πρέπει να είναι ο σκοπός κάθε αληθινά εθνικής μουσικής: να χτίσει το παλάτι που θα θρονιάσει η εθνική ψυχή! Τώρα, αν για το χτίσιμο του παλατιού του μεταχειρίστηκε ο τεχνίτης και ξένο υλικό κοντά στο ντόπιο, δεν βλάφτει, φτάνει το παλάτι του να είναι θεμελιωμένο σε Ρωμέϊκη γης, καμωμένο για να το πρωτοχαρούνε Ρωμέϊκα μάτια και να λογαριάζεται καθαροαίματο Ρωμέϊκο παλάτι» (Karl Nef «Ιστορία της Μουσικής», μετάφραση-προσθήκης Φοίβου Ανωγειανάκη).
Όλα αυτά βέβαια απαιτούν πριν από τη συνθετική δουλειά μια διεισδυτική αναλυτική προσέγγιση των δημοτικών μουσικών θεμάτων. Ο εμπνευσμένος συνθέτης ερευνά όχι μόνο τη μορφή τους αλλά και το εσώτερο συγκινησιακό τους περιεχόμενο και μετουσιώνει το υλικό της μελέτης του σε κάτι καινούργιο, που διατηρεί ταυτόχρονα τη διαχρονική του φυσιογνωμία. Αυτό ακριβώς έχει επιτύχει στο έργο του ο Μανώλης Καλομοίρης. «Le musicien est peut-etre l' analyste le plus profond du sentiment» όπως γράφει ο Η. Delacroix. Η οικογένεια του Μανώλη Καλομοίρη καταγόταν από τη Σάμο. Ο πατέρας του, Γιάννης Καλομοίρης, ήταν γιατρός. Το γυμνάσιο παρακολούθησε αρχικά στην Αθήνα και μετά στην Κωνσταντινούπολη (1894-1900). Μουσικές σπουδές έκανε στην Αθήνα με τον Τ. Ξανθόπουλο και στην Πόλη με τη Σοφία Σπανούδη. Πιάνο και σύνθεση διδάχθηκε στη Βιέννη με τους καθηγητές Α. Sturm και Η. Gradener (Ωδείο Βιέννης, 1901-1906). Ακολούθησε μετάβαση και εγκατάσταση του στο Χάρκοβο της Ρωσίας, όπου έμεινε και δίδαξε πιάνο ως το 1910. Έκτοτε εγκαταστάθηκε οριστικά στην Αθήνα, όπου περισσότερο από μισό αιώνα παρουσίασε μια εκπληκτικά ακαταπόνητη δημιουργικότητα. Ως συνθέτης καθηγητής μουσικής και μουσικοκριτικός δεσπόζει με την πληθωρική προσωπικότητα του σ' όλους τους τομείς της μουσικής ζωής του τόπου. Σε γενικές γραμμές: Από το 1911 έως το 1919 δίδαξε πιάνο και ανώτερα θεωρητικά στο Ωδείο Αθηνών. Το 1919 ιδρύει με άλλους συναδέλφους του και διευθύνει το Ελληνικό Ωδείο. Το 1926 ιδρύει το Εθνικό Ωδείο, στο οποίο και παραμένει μέχρι το θάνατο του αρχικά ως γενικός διευθυντής και μετά ως πρόεδρος του Διοικητικού του Συμβουλίου και επίτιμος πρόεδρος. Κατά τα έτη 1918-1920 και 1922-1927 διετέλεσε γενικός επιθεωρητής των Στρατιωτικών Μουσικών. Από το 1936 έως το 1945 και από το 1947 έως το 1957 ήταν πρόεδρος της Ενώσεως Ελλήνων Μουσουργών και από το 1943 έως το 1952 αντιπρόεδρος του Διοικητικού Ανωτάτου Συμβουλίου Μουσικής του υπουργείου Παιδείας.
Κατά τα έτη 1944 και 1945 ήταν γενικός διευθυντής της Εθνικής Λυρικής Σκηνής και μετά πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της. Τακτικό μέλος της Ακαδημίας Αθηνών εκλέχθηκε το 1945. Έχει τιμηθεί με το Εθνικό Αριστείο Γραμμάτων και Τεχνών και με πολλά παράσημα, ελληνικά και ξένα. Η μουσική δημιουργία του Μανώλη Καλομοίρη περιλαμβάνει όλα τα είδη μουσικής, φωνητικής και ενόργανης (εκτός από θρησκευτική). Έχει γράψει τραγούδια για πιάνο και Ορχήστρα, έργα για πιάνο, μουσική Δωματίου, όπερες, συμφωνικά έργα κ.λπ. Εκτός από μουσική έγραψε και μουσικοπαιδαγωγικά βιβλία, μουσικές μελέτες (Στοιχειώδη θεωρία, Αρμονία, Μορφολογία, Οργανογνωσία κ.λπ.) και πολλά μουσικοκριτικά σημειώματα στα περιοδικά «Παναθήναια», «Νουμάς» και στις εφημερίδες «Εστία», «Ελεύθερος Λόγος», «Ελεύθερος Τύπος», «Έθνος» κ.ά. Επίσης, στο περιοδικό «Νέα Εστία» απομνημονεύματα με τον τίτλο «Η ζωή μου και η Τέχνη μου». Εδώ πρέπει να αναφέρουμε ότι ο Καλομοίρης ήταν οπαδός του δημοτικισμού, λάτρης της ποιήσεως και σχετιζόταν με τους Παλαμά, Σικελιανό, τον κύκλο του «Νουμά» κ.ά. Στο επιβλητικό σε όγκο και εξαιρετικά αξιόλογο μουσικό έργο του Καλομοίρη διακρίνονται επιρροές ελληνικών δημοτικών μοτίβων, καθώς και δυτικών ρομαντικών τάσεων του 19ου αιώνα. Ιδιαίτερη επίδραση είχε στη μουσική του ο R. Wagner. Όμως όλα αυτά τα ξένα στοιχεία αφομοιώνονται και τελικά μετουσιώνονται σε δική του προσωπική έκφραση.
Ο Μανώλης Καλομοίρης με την πολύπλευρη μουσική του δραστηριότητα και την πολύχρονη δυναμική παρουσία του σ' όλους τους τομείς της μουσικής μας ζωής έχει πάρει άξια τον τίτλο του Εθνικού Συνθέτη. Από τα έργα του αναφέρουμε τα σπουδαιότερα: «Ο πρωτομάστορας» (1916), όπερα βασισμένη σε ομώνυμη τραγωδία του Καζαντζάκη. Επίσης άλλες όπερες: «Το Δαχτυλίδι της Μάνας» (1917), «Η Ανατολή» (1945), τα «Ξωτικά Νερά» (1950). Το «Δαχτυλίδι της Μάνας» ανεβάστηκε το 1940 στη Λαϊκή Όπερα του Βερολίνου. Έργα για Ορχήστρα: Η «Συμφωνία της Λεβεντιάς» (1920), η «Συμφωνία των ανίδεων και καλών ανθρώπων» (1931), «Νησιώτικες Ζωγραφιές» (1928), «Ο θάνατος της Ανδρειωμένης» (1944), «Συμφωνία αρ. 3 Παλαμική» (1955), «Κοντσέρτο για πιάνο και Ορχήστρα» (1935), «Μηνάς ο Ρέμπελος» (1940), «Τρεις ελληνικοί χοροί» (1934). Για τραγούδι και Ορχήστρα: «Ίαμβοι και Ανάπαιστοι», «Μαγιοβότανα» (στίχοι Παλαμά), «Ο Πραματευτής» (στίχοι Γρυπάρη), οι «Ελεύθεροι Πολιορκημένοι» (στίχοι Σολωμού), «Πολιτεία και Μοναξιά» (στίχοι Παλαμά). Επίσης, έργα μουσικής Δωματίου: Το «Κουιντέτο» με τραγούδι σε στίχους του Μαβίλη, το «Κουαρτέτο» για άρπα, φλάουτο, αγγλικό κόρνο και βιόλα, η «Σονάτα για βιολί και πιάνο» κ.ά. Τέλος, έργα για πιάνο: «Ανατολική ζωγραφιά», «Νυχτιάτικο», «Πρελούντιο και Φούγκα για δύο πιάνα», «Δύο Ραψωδίες», «Πρελούντια αρ. 1-5» κ.ά. Το τελευταίο έργο του ήταν το μελόδραμα «Κωνσταντίνος Παλαιολόγος» (ποίηση Καζαντζάκη) που ολοκλήρωσε ένα χρόνο πριν από το θάνατο του.


ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΚΑΝΑΚΑΚΗΣ «ΕΛΛΑΔΑ 20ός ΑΙΩΝΑΣ» ΕΚΔΟΣΗ ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΗΣ


from ανεμουριον https://ift.tt/2Ukumky
via IFTTT
Από το Blogger.