Γιάννης Δάλλας (1924 Φιλιππιάδα)

Ο Γιάννης Δάλλας γεννήθηκε στη Φιλιππιάδα, με καταγωγή από τη μεριά του πατέρα του από το Σούλι και από τη μεριά της μητέρας του από τη Λευκάδα. Αποφοίτησε από το τμήμα Φιλολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών το 1952 και από το 1955 ως το 1973 εργάστηκε στο πρώτο ιδιωτικό εκπαιδευτήριο της Ηπείρου, το Πρότυπο Λύκειο Ιωαννίνων, του οποίου υπήρξε συνιδρυτικό μέλος και στη συνέχεια ιδιοκτήτης και διευθυντής. Από το 1964 και για τρία χρόνια δίδαξε στη Ζωσιμαία Παιδαγωγική Ακαδημία και από το 1975 ως το 1986 στη Σχολή Μωραΐτη, όπου είχε νωρίτερα (1974-1975) διατελέσει διευθυντής προγράμματος των εκδηλώσεων στην Εταιρεία Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας. Παράλληλα δίδαξε στο Διδασκαλείο Μέσης Εκπαίδευσης (1976-1985), ενώ από το 1986 ως το 1993 δίδαξε Νεοελληνική Φιλολογία στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων και από το 1988 ως σήμερα διδάσκει Νεοελληνική Παιδεία και Λογοτεχνία στο τμήμα Ιστορίας του Ιονίου Πανεπιστημίου. Διοργάνωσε συνέδρια και σεμινάρια στα Γιάννενα (Η πεζογραφία μεταξύ πολέμου και μεταπολέμου, Η κριτική στη νεώτερη Ελλάδα, Ο μεταπολεμικός υπερρεαλισμός) και την Κέρκυρα σε συνεργασία με το περιοδικό Πόρφυρας (Κωνσταντίνος Θεοτόκης, Ανδρέας Κάλβος, Ιάκωβος Πολυλάς, Διονύσιος Σολωμός), ενώ έχει πάρει μέρος σε συνέδρια και διαλέξεις της Φιλοσοφικής Σχολής Αθηνών, αλλά και Θεσσαλονίκης, Ρεθύμνου και ξένων πανεπιστημίων (Κύπρου, Ιταλίας, Γερμανίας). Συνεκδότης του περιοδικού Ενδοχώρα, που κυκλοφόρησε από το 1959 ως το 1967 και υπεύθυνος ύλης του περιοδικού Δοκιμασία από το 1973 ως το 1974, ο Γιάννης Δάλλας συνεργάστηκε επίσης με την εφημερίδα Το Βήμα και πολλά λογοτεχνικά περιοδικά, από τα οποία αναφέρουμε ενδεικτικά τα: Ελεύθερα Γράμματα, Νέα Εστία, Νέα Πορεία, Καινούρια Εποχή, Κριτική, Εποχές, Ελληνικά, Η λέξη, Το δέντρο, Πλανόδιον, Μανδραγόρας). Συνεργάστηκε επίσης στη σειρά των εκδόσεων Σοκόλη Η παλαιότερη πεζογραφία μας, ως μέλος της συντακτικής επιτροπής και υπεύθυνος των τόμων Ι΄-ΙΒ΄. Είναι παντρεμένος, η σύζυγός του είναι καθηγήτρια στο τμήμα Λαογραφίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων και έχει δύο γιους και μία κόρη. Σήμερα ζει στην Αθήνα.

Εργογραφία

Ι. Ποίηση

Federico Garcia Lorca (θρήνος). 1948. / Εφτά πληγές. 1950. / Απόπειρα μυθολογίας. 1952. / Κυκλοδίωκτα. 1952. / Πόρτες εξόδου. 1960. / Ανατομία. 1971. / Το τίμημα. 1981. / Ο ζωντανός χρόνος. 1985. / Δόκιμος σε συντεχνία. 1986. / Ο ποιητής και το ποίημα. 1988. / Αποθέτης. 1998. / Στοιχεία ταυτότητας. 1999.

ΙΙ. Πεζογραφία

Στο ρεύμα του ποταμού. 1986.

ΙΙΙ. Μεταφράσεις

Ο ξύλινος νους (Τα επιγράμματα του Καλλίμαχου). 1960. / Αρχαίοι έλληνες Λυρικοί Ι΄. Ιαμβογράφοι. 1976.

ΙV. Δοκίμια

Εποπτείες Α΄. 1954. / Υπερβατική συντεχνία. 1958. / Πλάγιος λόγος. 1989. / Ο ποιητής Μίλτος Σαχτούρης. 1998. / Ευρυγώνια. Δοκίμια για την ποίηση και την πεζογραφία. 1999.

V. Μελέτες – Επιμέλεια Εκδόσεων

Καβάφης και Ιστορία. 1974. / Ο Καβάφης και η Δεύτερη Σοφιστική. 1984. / Ο ελληνισμός και η θεολογία στον Καβάφη. 1988. / Σπουδές στον Καβάφη. 1987. / Οι ψαλμοί του Δαυίδ υπό Ανδρέα Κάλβου. 1981. / Ανδρέα Κάλβου Ιωαννίδου, Η Ιωνιάς. 1992. / Η ποιητική του Ανδρέα Κάλβου. 1993. / Ανδρέα Κάλβου, Ωδαί. 1998. / Ο κλασικισμός του Ανδρέα Κάλβου. 1999. / Κωνσταντίνου Θεοτόκη, Διηγήματα. 1978. / Κωνσταντίνου Θεοτόκη, Οι σκλάβοι στα δεσμά τους. 1981. / Κωνσταντίνου Θεοτόκη, Ο παπα Ιορδάνης ο πασίχαρος και η ενορία του. 1994. / Η δημιουργική δεκαετία στην ποίηση του Βάρναλη. 1988. / Κ.Βάρναλη, Σκλάβοι πολιορκημένοι. 1990. / Ν. Γ. Πεντζίκη, Εγκτάλοιπα Ιωάννη Κνίτελλη. 1994. / Κ. Βάρναλη, Το φως που καίει (υπό έκδοση).

V. Συγκεντρωτικές εκδόσεις

Εξαγορά (συγκεντρωτική εκλογή). 1965. / Ποιήματα (1948-1988). 1990. Πηγή: ΕΚΕΒΙ

Σχεδίασμα ποιητικής

Στην Ισμήνη
Σαν τα παράθυρα που τα χτυπώ κατάμουτρα στην αθανασία / είναι τα λόγια μου έτσι ιδανικά στη λύπη και στη μόνωσή τους / είναι τα λόγια μέσα μου σαν μια πομπή τυφλών ανθρακωρύχων // Η κρύπτη του ύπνου ελευθερώνει λίγα φωτεινά κι αδέσποτα / μετέωρα μες στα στερεώματα. Τα μεταλλεία εφέτος / είναι σκληρά σαν πέτρες για τα θηλυκά μας δάχτυλα / τα δάχτυλά μας μακρινά προγονικά συμβόλαια // Πώς να τα ξεριζώσω απ' τα πλευρά μου απ' τις θανάσιμες / πληγές σας απ' τις λίμνες με τους άσπρους κύκνους / τα δάχτυλά μου μακρινά προγονικά συμβόλαια; // Κλείσατε τ' άστρα σε σοφά συρματοπλέγματα / κλείσατε τις ψυχές σας σ' άθλια σανατόρια / και συναλλάζεστε τις έννοιες σαν εμπόρευμα // Μα εγώ βουτώ μες στη φωτιά και υψώνω αντίκρυ σας / τα δάχτυλά μου κηροπήγια του θανάτου σας / γι' αυτό με βλέπετε με βήματα αλλοπρόσαλλα / να δρασκελίζω τις πλατείες με τα μεγάφωνα / τους σαλτιμπάγκους της στοάς και μες στο βλέμμα τους / ένα ηλιοτρόπι που γελά. Γι' αυτό με βλέπετε / πάνω απ' τους ύπνους σας να κλείνω τα παράθυρα / κατάμουτρα στην ηθική των ήλιων. Ποιος θα βάλει / πριν πέσει η νύχτα σε μια τάξη αυτές τις ετοιμόρροπες / φωνές των μάταιων ημερών μας; / Κατεβαίνω τώρα / σε μεταλλεία κρυφά και τ' ανεβάζω σαν τετράγωνα / γέλια στις πλάτες μου ώριμα. Θα τα λυτρώσω, ω άνθρωποι / ή θα με θάψει ο σκοτεινός όγκος του ωραίου; Ολόγυρα / με τους αγκώνες των βουνών σ' αρχαίες κοιλάδες / -λίκνα μεγάλα της βροχής και της φτωχολογιάς- / τώρα ανεβαίνω κυκλωμένος μ' αλαφρές φτερούγες / φτερούγες μέσα μου πλωτές / Θα σας λυτρώσω, ω άνθρωποι / ή θα με θάψει ο σκοτεινός όγκος του Ωραίου; Καμπάνες / σαν γλώσσες τρομερές ακούγονται από πέρα- να 'ναι / τάχα αναστάσιμες ή πένθιμες δεν ξέρω. Ξέρω / πως η άθλησή μου ανοίγει σαν κλουβιά τα στήθη σας / κι όλο ανεβαίνω κυκλωμένος μ' αδερφές φτερούγες // Φτερούγες γράμματα ανοιχτά της γης που μ' έχασε / φτερούγες μακρινές θωπείες της γης που θα 'βρω
(Συλλογή Οι εφτά πληγές, 1950)

Φωνές
Φωνές από την άλλη ζωή που υπήρξε / που ίσως υπάρχει στ' άδυτα της μνήμης / και τώρα την ακούουν τα αισθήματα / των ποιητών / Έχει ξυπνήσει η χώρα / κ' έρχονται ιδού από τ' αποδυτήρια του ύπνου / συναγερμοί λαών θίασοι αλόγων / καλπάζοντας με λάβαρα αφθαρσίας / και στις επάλξεις αιωρούνται κήρυκες / με τα μεταλλικά τους στόματα αναγγέλλοντας / τους τοκετούς άλλης αυγής. Φυλάξου / μην κλείσει η μυστική ρωγμή της μνήμης / κ' εσύ απομείνεις μόνος στις κερκίδες / με τη σπασμένη σάλπιγγά σου / Κάτι ξέρει / η μυλόπετρα του ήλιου μες στο χάος / κι οργίζεται πιο κόκκινη και ψάχνει / κάτω απ' τις ρίζες του καιρού μαζεύοντας / στη φυλλωσιά της μέρας μ' άγρια δάχτυλα / σπόρους και καταιγίδες κι άλλες / φωνές από τα κόκκαλα της ζωής μας
(Συλλογή Κυκλοδίωκτα, 1956)

Χονδρέμποροι ιδεών
Χονδρέμποροι ιδεών / αγοραίοι αρχάγγελοι / τ' αποθέματά σας / σαν ύπνος / με καταχωνιασμένες φωνές / είστε ένα μακρύ ποτάμι / που σας ρούφηξε ο ήλιος / ως τα ριζοδόντια του // Κ' ένας που σώθηκε / παρόχθια φωλιά / με τ' αυγά της ακλώσσητα
Σκοινοβάτης
Κόσμος μαζεύτηκε να δει τον σκοινοβάτη // Απάνω στο εξπρές οι μηχανοδηγοί / κάποιος ρωτά μην αναλήφθηκε / ο προγραμμένος σκύβει απ' τον φεγγίτη // Κι αυτός σε μιαν ιδεατή γραμμή της ύλης / Μια ανένδοτη χειρονομία της εποχής
Κάποτε απαντημένοι
Κάποτε απαντημένοι στη στροφή / ακόμα λάμποντας απ' τα όνειρά τους / πριν τρίξει η ρόδα του πρωινού / και τους γεμίσει επικαιρότητα / Κι α! // Πώς φωτίστηκε ο σταθμός / κ' η χειραψία τους μισό φανταστική / τόσο ορατοί τόσο ονειρώδεις / "δος μου το σώμα σου" / "πάρε τα σκάφανδρα" / Άξαφνα / πυκνός κι αυτάρκης / πήγαινε βουλιάζοντας / ώσπου άνοιξε ο μυχός της γης / ο τελευταίος του κύκλος // Κι ο άλλος με τα πρητικά σαντάλια / τώρα στα θεωρεία τ' ουρανού- / κάποτε απαντημένοι / Πού; // Τέλεια παράλογοι
(Συλλογή Πόρτες εξόδου, 1962)

Άλτες επί κοντώ
Πρώτη φορά ονειρεύτηκε όνειρα να γίνονται ήχοι // Ξύπνησε κι άκουσε την πόρτα του ν' ανοίγει αθόρυβα / οι τοίχοι του μια διαφάνεια κι αναγνώρισε τα πρόσωπα / γνώριμοι γείτονες με τους παλιούς τους ρόλους σε προπόνηση / ο σφάχτης ο εκκαθαριστής ο τραμαυτιοφορέας κι άλλοι / άλτες επί κοντώ και κάποιος έδινε το πρόσταγμα / μετακινούσε το σηματοδότη πέρα από τα σύννεφα / σαν να κυμάτιζε ως την οροφή δάσος ραβδούχων / κι ο μακελλάρης των μετόπισθεν τους μοίραζε παράσημα / τώρα η στρατόσφαιρα είναι μέσα μου είπε κ' ένιωσε / και τη δική του σιλουέτα σ' ένα πήδημα θανάτου // Άλτες - και να ξανάρχονται ήχοι από ψηλότερα
Προτελευταίος σταθμός
Εκβολές Αχέροντα
Κομμένη η μέρα σήμερα στα δύο / η μια ταξίδευε με το ποτάμι αγύριστη / αγνώριστη μες στους ασφοδελούς και τα τζιτζίκια // Κι ο ποταμός πρασινομάτης πρασινόμαλλος / μ' όλες τις ανατριχιασμένες του πηγές / βράδιαζε κ' έμοιαζε καμπουρωτός καυλός της γης / που στράγγιζε στα βούρλα και τα πολυτρίχια / στην ανοιχτή λεκάνη του Ιονίου // Το νεροπούλι γύρισε σε γκιώνη // Αγγελοκρούστηκεν η μέρα καθώς νύχτωνε / Κι ως τ' αντί Κύθηρα βαστούσεν ο σπασμός της
Ερωτικό, της Αχερουσίας
Έτσι όπως ανεπαίσθητα περνάς από τη μια εποχή στην άλλη κι / Όλα ΕΙΝ  ακαθόριστα καθώς το φως το χρώμα κ' οι φωνές της μιας / Γίνονται αίσθημα και χύνονται μέσα στην άλλη / Όμοια κ' εγώ / Ταξίδευα κάτω απ' τα δέντρα αυτού του γέρου ποταμού κ' είχα την Αχερουσία γυναίκα που άλλαζε μορφές στην αγκαλιά μου / Μαστοί της γης πλόκαμοι ιτιάς μάτια και δέρμα σκίρτημα βυθών και / Κάτω η γύμνια της ατέλειωτη μες στο κουπί μου / Και στη / στροφή που βράδιαζε γυρίζω και τη βλέπω που κιτρίνιζε σαν ν' / άρπαξε ο μισός Αχέροντας φωτιά κι αυτή στη μέση τρίζοντας να / καμπουριάζει / Κ' εγώ που 'χα το σώμα της αγάπης κ' έτρεμε / γεμίζοντας τις χούφτες πήγαινα βουλιάζοντας από τη μια στην άλλη μου ηλικία / Μ' ένα λαγήνι στάχτη πέρασα στον Άδη
(Συλλογή Το τίμημα, 1981)

Για αποκάλυψη
Ξυπνώντας σήμερα φαντάστηκα ένα ποίημα να καταπίνει / και να ξαναχύνει τα πάντα σαν ένας υποβρύχιος ροφός / ένας ανακυκλωτής ένας σίφουνας μια μηχανική ή αστρική / χοάνη μια αντιύλη / σαν ένας υποπόταμος / ουρανομήκης / κ' εδώ κάτω / κεραυνωμένη γη / για αποκάλυψη / σχίσμα φωνής / και μέσα ο φθόγγος / σπηλαιώδης / αλληλούιος
(Συλλογή, Αποθέτης, 1993)

Υ.Γ. Μέγα μεγαλωστί
Έφτασε τέλος κι η στιγμή της εκσκαφής Το / πλήθος σκόρπισε δεν βρέθηκε κανένα οστούν Τα / σύλησε ο τυμβωρύχος είπε ο αρχαιολόγος Κι ο / ιερέας που ήρθε για τη μετακομιδή συμπλήρωσε / ουκ έστιν ώδε, κατά το ρηθέν υπό των προφητών / Αλλ' όταν έσβησε κι ο τελευταίος θόρυβος κι έμεινε / εκείνη ακουμπισμένη στο κιγκλίδωμα τότε το σώμα / του και πάλι σχηματίστηκε Μέγα μεγαλοστί το / σώμα του στο δάσος των σταυρών κι ο κραταιός / καυλός να υψώνεται χυμώδης προσκαλώντας την / Κι εκείνη -ας μη μιλάμε πια για σύμβολα- με τα ιμάτια ριγμένα γύρω της να ξαναγίνεται η γη κι αυτός ουράνιος σπορέας να την περιβρέχει
(Συλλογή Στοιχεία ταυτότητας, 1999)

Πάει καιρός που αφέθηκα και περιζώστηκα τη νύχτα / ζώστηκα τον ποδήρητης χιτώνα σαν τους πλοκάμους / μιας μέδουσας / ως την οσφύ το σώμα και τα εβένινα μαλλιά της / -μηροί και μύρα των λαγόνων της- / Ένιωσα τότε τι σημαίνει να κυκλώνεσαι απ' τη νύχτα / ν' αφήνεσαι και να γλιστράς σε βάθη ανεξερεύνητα / αποκομμένος εραστής των κοραλλιών νήσων της / πιασμένος μες στο δίχτυ μιας αράχνης με μυριάδες μάτια / Τώρα γυρίζω και το πάτημα του χρόνου δεν ακούγεται / στην τρικυμία της αγοράς η δωδέκατη έπεσε σαν άγκυρα / ξεβράζοντας χειρονομίες βλέμματα αιχμηρά φωνές / μετέωρες / το ψέμα ξαναφορεμένη αλήθεια την αλήθεια χειραψία δίστομη / Όλα σαν πέτρες ζοφερά και κοφτερά...σαν φεγγαρόπετρες // Κι ο ποιητής σαν από μηχανής Ερμής πεζεύοντας / στης μέρας το κατώφλι στάθηκε κι αντίκρισε / της νύχτας τα όνειρα κι αυτά κερματισμένα
(Συλλογή Γεννήτριες, 2004)


from ανεμουριον https://ift.tt/39y8Gpp
via IFTTT
Από το Blogger.