Για τον Χρήστο Μπράβο

Κι είδα τα σκέλια του βουνού ανοιχτά και ταράζονταν. Έβγαινε με κεφάλι ματωμένο η μέρα. «Όλα γράφονται πάλι, όλα γράφονται πάλι» εψιθύρισα.
[ΜΕ ΤΩΝ ΑΛΟΓΩΝ ΤΑ ΦΑΝΤΑΣΜΑΤΑ, 1985]

Πολλές φορές σκέφτηκα να περάσω από τη Δεσκάτη Γρεβενών, καθώς βρίσκεται κοντά στον τόπο της καταγωγής μου, τα Κρανίδια Σερβίων, αλλά κάπως απόμερα, έξω από τον οδικό άξονα Κοζάνης-Λάρισας. Τελικά τα κατάφερα τον Ιούλιο του 2003. Όμορφη κωμόπολη, ανάμεσα στ' άγρια βουνά των Καμβουνίων, με περιποιημένη πλατεία, πολιορκημένη από καταστήματα και μια μεγάλη εκκλησία, όπου καταλήγει ένα ευρύ δίκτυο πεζόδρομων. Σύντομη περιδιάβαση στη μικρή πόλη κι επίσκεψη στην άλλη πλατεία, μπροστά από το Δημαρχείο, όπου και το μνημείο των ηρώων.
Μνημείο στο οποίο αναγράφονται όλοι οι πεσόντες, χωρίς καμιά διάκριση φρονήματος. Εύλογα βέβαια, αφού όλοι οι νεκροί ήταν παιδιά της Δεσκάτης. Στο ηρώο λοιπόν αυτό ξαναδιάβασα, αν και με άλλη διαρρύθμιση στίχων, το ποίημα του Χρήστου Μπράβου ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΝΕΚΡΟΤΑΦΕΙΟ (ΟΡΕΙΝΟ ΚΑΤΑΦΥΓΙΟ):

Μην περπατήσεις τούτα τα βουνά
η μάνα λέει
δεν κάνει να πατάμε πεθαμένους.

Ένιωσα μεγάλη έκπληξη, γιατί τον Μπράβο τον ήξερα χρόνια και με συνέπαιρνε η γραφή του, αλλά δεν είχα συνειδητοποιήσει πως ήμασταν και συντοπίτες. Ήταν άλλωστε τόσο νέος, για να μπει σε ηρώο. Έκτοτε επανερχόταν στη μνήμη μου όλο και πιο επίμονα, διεκδικώντας, θαρρείς, κάτι που του ανήκε. Ποιος γνήσιος δημιουργός άλλωστε δε διεκδικεί μια γωνιά στο κεφάλι μας; Αν δεν το έκανε, θα είχε παραιτηθεί από την καλλιτεχνική του ευθύνη. Ο Χρήστος Μπράβος γεννήθηκε το 1948 στη Δεσκάτη, αλλά από τα δεκαοχτώ του χρόνια έζησε στην Αθήνα. Σπούδασε Μαθηματικά στο Πανεπιστήμιο Πατρών και εργάστηκε στο Υπουργείο Οικονομικών. Ανήκει στη γενιά του 1970, αλλά κυκλοφορεί όψιμα την πρώτη του ποιητική συλλογή ΟΡΕΙΝΟ ΚΑΤΑΦΥΓΙΟ, μόλις το 1983. Δυο χρόνια αργότερα εκδίδει μια δεύτερη, ΜΕ ΤΩΝ ΑΛΟΓΩΝ ΤΑ ΦΑΝΤΑΣΜΑΤΑ, κι ένα μονόφυλλο το 1986 με το ποίημα ΣΟΝΕΤΟ ΤΟΥ ΣΚΟΤΕΙΝΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ, το οποίο γράφεται με αφορμή τα πενήντα χρόνια από το θάνατο του Λόρκα. Δημοσίευσε άρθρα, χρονογραφήματα και κείμενα κριτικής. Ανάμεσα στα τελευταία, πέντε όλα κι όλα, ενήμερα από βιβλιογραφική άποψη και οξυδερκή από αναγνωστική, ξεχωρίζουν τρία, για το λόγο ότι αναφέρονται στο Μίλτο Σαχτούρη, έναν ποιητή στον οποίο ο Μπράβος μαθήτεψε ιδιαίτερα γόνιμα: Η ΚΡΙΤΙΚΗ ΚΑΙ Ο ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ, περ. Ο ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟΣ ΠΟΛΙΤΗΣ 43 (Ιούνιος 1981) 70-73· ΜΙΛΤΟΥ ΣΑΧΤΟΥΡΗ - ΕΚΤΟΠΛΑΣΜΑΤΑ, σελίδες 21», περ. ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ 33-34 (Σεπτέμβριος-Οκτώβριος 1987) 21-23· Η ΑΠΟΚΡΙΑ ΤΟΥ ΜΙΛΤΟΥ ΣΑΧΤΟΥΡΗ: ΞΟΡΚΙ Ή ΟΧΗΜΑ ΤΗΣ ΦΡΙΚΗΣ, περ. Γράμματα και Τέχνες 16 (Απρίλιος 1983) 2425. Ο ποιητής ασθένησε σοβαρά και πέθανε στα 39 του χρόνια, στις 20 Απριλίου 1987, δεύτερη μέρα του Πάσχα. Ύστερα από το θάνατο του, το 1996, εκδίδεται η συλλογή ΜΕΤΑ ΤΑ ΜΥΘΙΚΑ, με εικόνες του Χρόνη Μπότσογλου, πρόλογο του Μιχάλη Γκανά και επιμέλεια-επίμετρο του Μισέλ Φάις. Η συλλογή, στην οποία εμπεριέχεται και το μονόφυλλο του 1986, μοιράζεται σε δύο ενότητες, ΞΥΛΙΝΑ ΤΕΙΧΗ και ΜΕΤΑ ΤΑ ΜΥΘΙΚΑ, με πέντε και εφτά ποιήματα αντίστοιχα. Τα πρώτα, χρονολογημένα, γράφονται ανάμεσα στις 28-3-1982 και 23-6-1983 (ένα στις 9-4-1985), ενώ τα δεύτερα είναι αχρονολόγητα αλλά πάντως γραμμένα μετά τις δύο δημοσιευμένες συλλογές του. Το ποίημα του Χρήστου Μπράβου, ελευθερόστιχο κατά βάση και σύντομο, της μιας το πολύ σελίδας, σπάνια παίρνει τη φόρμα του πεζού, ενώ αξιοποιεί συνηθέστερα την έμμετρη της παράδοσης. Η πεζή μορφή εμφανίζεται μοναδική φορά στο ποίημα ΑΝΑΤΟΛΗ της δεύτερης συλλογής και οφείλεται πιθανότατα στον αφηγηματικό χαρακτήρα του κειμένου, στο μύθο του μάγου. Συχνότερα απαντά το έμμετρο ποίημα. Έτσι δομούνται τέσσερα κείμενα της πρώτης συλλογής (ΟΡΕΙΝΟ ΚΑΤΑΦΥΓΙΟ), δύο της δεύτερης (ΜΕ ΤΩΝ ΑΛΟΓΩΝ ΤΑ ΦΑΝΤΑΣΜΑΤΑ), το σονέτο του μονόφυλλου και τέσσερα της μεταθανάτιας έκδοσης (ΜΕΤΑ ΤΑ ΜΥΘΙΚΑ), εν όλω έντεκα. Ο έμμετρος στίχος του Μπράβου είναι ρωμαλέος, δίχως παρατονισμούς και κακόηχες συνιζήσεις, με πρωτότυπες ομοιοκαταληξίες και μια ηχητική που συναρπάζει, στίχος της έντασης και του θανάτου. Ιδιότυπη είναι εν προκειμένω η χρήση του δημοτικού δεκαπεντασύλλαβου. Συγκεκριμένα, στο ποίημα ΑΝΕΠΙΔΟΤΟ (ΟΡΕΙΝΟ ΚΑΤΑΦΥΓΙΟ), το μόνο που ακολουθεί στο σύνολο του τους δημοτικούς τρόπους, ο πρώτος στίχος σε καθεμιά από τις τρεις τετράστιχες στροφές αντλείται ατόφιος από το δημοτικό τραγούδι, ενώ οι άλλοι τρεις ντύνονται απλώς το σχήμα του δεκαπεντασύλλαβου. Ωστόσο δεν πρόκειται για μίμηση τύπου Κρυστάλλη, γιατί ο Μπράβος εκφράζει μέσα από την παλιά φόρμα τη σύγχρονη ευαισθησία με καινοφανείς τρόπους. Συχνότερα ο ποιητής ενσπείρει το δεκαπεντασύλλαβο σχήμα εντός του ποιήματος είτε ολόκληρο σ' ένα στίχο είτε μοιράζοντας το σε δυο (8+7):
Κι είδα τα ρούχα μου στεγνά
τα χρόνια μου να στάζουν.
[Η ΣΟΦΙΑ, ΟΡΕΙΝΟ ΚΑΤΑΦΥΓΙΟ]

Κι είν' από μισοφέγγαρο τα πέταλα του αλόγου.
[ΣΤΑ ΟΡΕΙΝΑ ΤΟΥ '50, ΜΕ ΤΩΝ ΑΛΟΓΩΝ ΤΑ ΦΑΝΤΑΣΜΑΤΑ]

Η προτίμηση του Μπράβου στον έμμετρο λόγο φαίνεται να συναρτάται με την ισχυρή δημοτική παράδοση του τόπου του αλλά και με την αγάπη του για το Λόρκα, ένα δημιουργό που πολύ λατρεύτηκε στην Ελλάδα τόσο για την άδικη εκτέλεση του από τους φασίστες του Φράνκο όσο και για την ιθαγένεια του έργου του, ποιητικού και θεατρικού. Πέρα όμως από την όποια επίδραση στην έμμετρη ποιητική του, ενδιαφέρον παρουσιάζει η βαθύτερη συνάφεια, θεματική και ιδεολογική, που συνδέει τον ποιητή με το δημοτικό τραγούδι και το Λόρκα κι ακόμα, με συγκαιρινούς του ποιητές, όπως ο Μίλτος Σαχτούρης, ο Μάρκος Μέσκος κι ο Μιχάλης Γκανάς. Είναι προφανές πως από τα είδη του δημοτικού τραγουδιού ο Μπράβος προτιμά την παραλογή. Στην παραλογή, ως γνωστόν, θεματοποιείται κατεξοχήν ο θάνατος και οι παράλογες συμφύρσεις επάνω και κάτω κόσμου. ΠΑΡΑΛΟΓΗ επιγράφεται ένα ποίημα του Μπράβου (ΜΕ ΤΩΝ ΑΛΟΓΩΝ ΤΑ ΦΑΝΤΑΣΜΑΤΑ), ΠΑΡΑΛΟΓΗ η τέταρτη συλλογή του Γκανά (1993) και ΠΑΡΑΛΟΓΑΙΣ η δεύτερη συλλογή του Σαχτούρη (1948). Την επαφή όμως με τη δημοτική παράδοση πιστοποιούν και συγκεκριμένα μοτίβα, όπως το νανούρισμα και η στοιχειωμένη του γεφυριού (ΝΑΝΟΥΡΙΣΜΑ, ΣΦΡΑΓΙΔΑ, ΜΕ ΤΩΝ ΑΛΟΓΩΝ ΤΑ ΦΑΝΤΑΣΜΑΤΑ), το μοιρολόι (Η ΜΗΛΙΑ) αλλά και οι μαυροφορεμένες γυναίκες, που γεννήθηκαν, θαρρείς, για να θρηνούν τους πεθαμένους (ΕΜΦΥΛΙΟΣ ΛΩΡΟΣ, ΟΡΕΙΝΟ ΚΑΤΑΦΥΓΙΟ). Η συνάφεια με το Λόρκα, του ΜΑΤΩΜΕΝΟΥ ΓΑΜΟΥ κυρίως, έγκειται σ' ένα μεγάλο βαθμό στα μοτίβα της νύφης και του γαμπρού. Δύο ποιήματα της μεταθανάτιας συλλογής Μετά τα μυθικά τιτλοφορούνται Η ΝΥΦΗ και Ο ΓΑΜΟΣ. Η νύφη άλλοτε παρασταίνεται νεκρή κι άλλοτε απειλείται από έναν αδιόρατο κίνδυνο. Στο γάμο πάλι ο γαμβρός, ντυμένος στα μαύρα, συνοδεύεται από δάκρυα ή πυροβολισμούς, ενώ την τελετή πλαισιώνουν άλογα και βιολιά:

Το μαύρο είναι χρώμα φιλικό.
Όπως το φως, έχει εφτά πέπλα.

IV. οι ήχοι

Ανάκουστος κελαηδισμός- σαν κλάμα.

Η νύφη μοναχή
σαλεύει ο φράχτης φέγγουν κοντακιές
πιο κάτω πλένουν σκούτινα
δε βάφουν της Λαμπρής τ’ αυγά.

Στάχυ της νύφης η φωνή
κι αλεύρι ο θάνατος
εκεί που οπλίζει ο γαμπρός
ο τόπος λαμπαδιάζει.
Η Χειμερία νάρκη έπεται.
[ΟΡΕΙΝΟ ΚΑΤΑΦΥΓΙΟ]

Η σχέση με το μεγάλο Ισπανό κορυφώνεται στο ΣΟΝΕΤΟ ΤΟΥ ΣΚΟΤΕΙΝΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ, ένα έξοχο δεκατετράστιχο, στο οποίο ως πρωτογενές υλικό αξιοποιείται η ποιητική και η ανθρώπινη εμπειρία του Λόρκα. Ο διάλογος με το Σαχτούρη είναι πιο εκτεταμένος και διαφαίνεται σαφέστερα στην πρώτη και την τελευταία συλλογή. Ορισμένες κινήσεις των ηρώων του Μπράβου δεν μπορούν παρά να ιδωθούν μέσα από το πρίσμα της εξπρεσιονιστικής ματιάς του Σαχτούρη. Πρόκειται για ενέργειες που δείχνουν μια αποστασιοποίηση του ανθρώπου από το σώμα του, όπως του πατέρα, που καρφώνει το πτώμα του μέσα σε σανίδες και παραγγέλλει να τον φωνάξουν από το καφενείο, όταν βγει το φάρμακο («Το μαύρο είναι χρώμα φιλικό [...] V. τα όνειρα», Ορεινό καταφύγιο). Ακόμα, βεβαιώνονται απίθανες συναρτήσεις προσώπων και πραγμάτων {κεφάλια-ρολόι, γυναίκες-τοπίο, «Εμφύλιος λώρος», Ορεινό καταφύγιο), περίεργες πτήσεις ανθρώπων («Συντέλεια», «Τα λόγια», Μετά τα μυθικά) και γενικότερα κλίμα παραλόγου («Εμφύλιος λώρος», Ορεινό καταφύγιο, « Ολη τη νύχτα εφύτρωναν τριαντάφυλλα», Μετά τα μυθικά). Ένα ολόκληρο ποίημα, «Τα καρφιά» (Ορεινό καταφύγιο), αφορμάται από το σαχτουρικό «Τα δώρα» (Παραλογαίς). Αλλά κι ως προς τη φόρμα φαίνεται να παίζει το ρόλο της η ποιητική του Σαχτούρη. Σ' αυτήν οφείλονται μάλλον οι ολιγοσύλλαβοι στίχοι της πρώτης κυρίως συλλογής, με τις μικρές, ασύνδετα εκφερόμενες, προτάσεις. Κοντά στο Σαχτούρη, ρόλο σημαντικό διαδραματίζει κι ο Μέσκος, πράγμα που επισημαίνει στον πρόλογο της μεταθανάτιας έκδοσης ο Μιχάλης Γκανάς, ομότεχνος και φίλος του ποιητή. «Ο ιδιότυπος υπερρεαλισμός του Σαχτούρη, τον οποίο ο Χρήστος θαύμαζε και αγαπούσε», γράφει ο Γκανάς, «συνδυάζει απόηχους του δημοτικού τραγουδιού, με ρυθμούς και μοτίβα μιας χερσαίας και ορεσίβιας, θα 'λεγα, ποιητικής, που γενάρχης της θα μπορούσε να αποκληθεί ο σημαντικότατος Εδεσσαίος ποιητής Μάρκος Μέσκος. Ο Χρήστος ήξερε το έργο του, όπως κι εγώ. Εκεί βρήκαμε και οι δύο τη χαμένη υπερηφάνεια της μητρικής μας γλώσσας. Ωστε μπορούν να γραφτούν και τέτοια ποιήματα, λέγαμε μεταξύ μας. Οι λέξεις που πρωτακούσαμε από το στόμα της μάνας μας ή του παππού μας μπορούν ν' ακουστούν έτσι ατόφιες χωρίς κανενός είδους καλλωπισμό!». Μάλιστα η σχέση του Μπράβου με τον Γκανά είναι ενδιαφέρουσα και για το λόγο ότι, πέρα από τις αμοιβαίες αφιερώσεις ποιημάτων, ο δεύτερος, όπως κι ο Γιάννης Δάλλας εν μέρει στην «Καισαριανή» του (Αποθέτης, 1993), κάνει θέμα του το θάνατο του πρώτου σε δύο ποιήματα («Των κεκοιμημένων», Γυάλινα Γιάννενα, [«Πένα που ξύνει το χαρτί»], Παραλογή)• στο δεύτερο μάλιστα και την ποίηση του [βλ. Χρήστος Δανιήλ, περ. Πορφύρας (Ιούλιος-Σεπτέμβριος 1995)268-269]. Η «ορεσίβια» ποιητική των Μέσκου, Γκανά και Μπράβου συναρτάται ασφαλώς με το γεγονός ότι και οι τρεις εισάγουν τις εμφύλιες μνήμες στο ποίημα, καθώς και το γενέθλιο επαρχιακό τοπίο. Ωστόσο εκείνος που δίνεται κυριολεκτικά στον απόντα κόσμο της ιστορικής μνήμης είναι ο Μπράβος. Φαντάζει περίεργο το γεγονός ότι αυτός που δεν έζησε καθόλου τον Εμφύλιο αφοσιώνεται τόσο απόλυτα στον κόσμο των "λυπημένων" («Δημήτριος απών», Με των αλόγων τα φαντάσματα). Η βαθιά εμπλοκή του τόπου του στο εμφύλιο δράμα και η μεγάλη αδικία που διαπράχτηκε από τους νικητές σε βάρος των αγωνιστών αλλά και οι αφηγήσεις των μεγαλυτέρων, οικείων προφανώς, επέδρασαν, φαίνεται, αποφασιστικά στη διαμόρφωση του ψυχισμού και της συνείδησης του ποιητή. Η σχέση του αυτή με την ιστορική μνήμη προδιαγράφει, όπως είναι εύλογο, και το χαρακτήρα της θεματολογίας του. Η τρέχουσα πραγματικότητα καταρχήν μοιάζει να είναι απούσα από το ποιητικό σύμπαν του Χρήστου Μπράβου. Οι αναφορές σ' αυτήν είναι περιορισμένες και βρίσκονται κατά βάση στο Ορεινό καταφύγιο: το περιβάλλον («Τροχήλατος ίππος», «Άστρα. Οικολογική αποκάλυψη του μικρού Ιωάννη»), η, κατά Καρυωτάκη, μίσθια δουλειά («Θάνατος μισθωτού»), η παθολογία της πατρίδας («Ερωτική μνήμη»). Κυρίως το παρόν αντιμετωπίζεται ως χώρος απουσίας των λυπημένων, όπου όσοι απομένουν δεν έχουν άλλο καθήκον παρά να γνοιάζονται εκείνους που έφυγαν για πάντα. Αν όμως η επικαιρική πραγματικότητα εμπνέει ελάχιστα τον Μπράβο, τον συναρπάζει ιδιαίτερα το παρελθόν, ένα παρελθόν που ανακαλείται μέσα από τις φωτογραφίες και τη μνήμη. Στις φωτογραφίες βέβαια δε διακρίνεται πάντα με σαφήνεια αν ο ποιητής βλέπει απλώς την εικόνα και τη μεταποιεί σε στίχους ή σκηνοθετεί ο ίδιος την εικόνα και την απαθανατίζει σαν φωτογραφία. Πως η επιφύλαξη είναι εύλογη βεβαιώνεται κι από τους στίχους: «Φωτογραφίζεις από μνήμης / τους απόντες» («Αναστάσιμο», Ορεινό καταφύγιο). Οπως κι αν είναι, τα ποιήματα-φωτογραφίες διασώζουν στο χρόνο θλιβερές συνήθως στιγμές: μια νεκρή ντυμένη στ' άσπρα («Το μαύρο είναι χρώμα φιλικό [...] II. τα πρόσωπα»), την πεθαμένη θεία ως νύφη («Γαμήλια φωτογραφία», Ορεινό καταφύγιο), το ληστή, που, σε μια αντιστροφή των ρόλων, επισκέπτεται εκείνος το φωτογράφο των Τρικάλων «άγγελος με τα δόντια στο μαχαίρι» (« Οπου στα 1923 ο επικηρυγμένος Θωμάς Γκαντάρας, ο ληστής, αποφασίζει να φωτογραφηθεί», Με των αλόγων τα φαντάσματα). Κυρίως όμως το παρελθόν ανακαλείται μέσω της μνήμης. Θα μπορούσαμε να πούμε εξαρχής πως όλα είναι θάνατος στην ποίηση του Χρήστου Μπράβου, θάνατος ωστόσο που ορίζεται από τις ιστορικές συντεταγμένες του τόπου και του χρόνου:

Ενέδρα των βουνών. Βρίσκεσαι κυκλωμένος από παντού.
Μη δοκιμάσεις να ξεφύγεις.
Οι σκοτωμένοι κλείσαν όλα τα περάσματα.
Πατρίδα των απόντων.
Οι φράχτες / κι οι φωλιές των βράχων
κρατούν ακόμα βογγητά.
Ο χρόνος μετριέται
με Ψυχοσάββατα.
[ΟΡΕΙΝΟ ΚΑΤΑΦΥΓΙΟ]

«Δε θα ήταν περιοριστικό να ισχυριστεί κάποιος», συνοψίζει εύστοχα ο Μισέλ Φάις στο επίμετρο της μεταθανάτιας έκδοσης, «ότι το δεσπόζον "θέμα" στην ποίηση του Χρήστου Μπράβου είναι ο θάνατος. Σε όλο σχεδόν το έργο του συναντάμε μια μεγάλη κλίμακα απευκταίων συμβάντων. Κι αυτό είναι απόλυτα δικαιολογημένο. Καθώς ο "περιγεγραμμένος χρόνος" και ο "γενέθλιος τόπος" του ποιητή είναι ο Εμφύλιος. Ακριβέστερα: ο απόηχος του. Καθώς η ζοφερή ιστορική περίοδος βιώνεται μέσα από αφηγήσεις». Πράγματι τόπος και χρόνος ανακαλούν στη μνήμη την πρόσφατη Ιστορία της Δεσκάτης. Το σκηνικό ορεινό, το χρώμα της νύχτας, χιόνια και λύκοι, αίμα και φόβος, και να πέφτουν οι σφαίρες «στην πίσω πλαγιά / του χρόνου» («Εμφύλιος λώρος», Ορεινό καταφύγιο). Η Δεσκάτη λειτουργεί ουσιαστικά σαν μια μικρογραφία της Ελλάδας των εμφύλιων χρόνων και των μετεμφυλιακών διώξεων. Αν και δεν απουσιάζει ο ιδιωτικός θάνατος, το ποίημα ωστόσο στοιχειώνουν εκείνοι που έπαιξαν κορόνα γράμματα τη ζωή τους στη δεκαετία του '40. Αυτοί είναι που επανέρχονται κάθε τόσο επάνω στα μαύρα τους άλογα, φορώντας το δίκοχο, έτσι που να μη μένει καμιά αμφιβολία για την ιστορική τους διάσταση και την ιδεολογική τους άποψη. Σ' αυτούς ανήκουν και τα κομμένα κεφάλια στο σακί και στους φράχτες, στους παράνομους και στους λυπημένους, που δόθηκαν στον αγώνα για μια καλύτερη μέρα και είδαν τους ξένους και τους συνεργάτες τους να διαφεντεύουν το δικό τους αίμα. Απόντες πια στο θάνατο εκείνοι, κυνηγημένοι και αδικημένοι από τη ζωή, δίχως δικαίωση, και πίσω τους οι μαυροφόρες, μάνες και γυναίκες, να τους ξαναζωντανεύουν στα θλιβερά μνημόσυνα:

[ΤΟΥ ΛΥΠΗΜΕΝΟΥ]

Σε φράχτη θα το δείτε το κεφάλι μου.
Σε καθαρή πετσέτα να το βάλετε και να το πάτε.
Στάχτη και πριονίδι μη σκορπίσετε–
πίνουν το αίμα όχι τη φωνή του.
Δέστε το μαύρο άλογο που τρέχει
δέστε τ’ άσπρα φτερά του που χτυπούν·
κι ανοίξτε στη γριά με τ’ άγρια
δάχτυλα να μπήξει στο σανίδι
το καρφί της.
[Από την ποιητική του συλλογή “Με των αλόγων τα φαντάσματα, Τυπογραφείο ΚΕΙΜΕΝΑ, Αθήνα 1985]

Η έκφραση του Μπράβου παρακολουθεί τη βαναυσότητα των ιστορικών στιγμών. Οι εικόνες του είναι άγριες, οι λέξεις από πέτρα, ο λυρισμός τραχύς. Χαρακτηριστικό από την άποψη αυτήν είναι το «Σονέτο του σκοτεινού θανάτου», το σονέτο του Λόρκα:

Της νύχτας και του ανέμου Federico
Garcia Lorca, πέφτει πέντε η ώρα.
Τ' άλογο πάει μιαν άδεια νεκροφόρα· 
στ' αλώνι πολεμά ταύρος με λύκο.
Σε παίρνει η δημοσιά, για να σε βγάλει
κει που η αστραπή κλωσσάει την αστραπή της.
Του φεγγαριού το πέταλο,
μαγνήτης,
σέρνει το ματωμένο σου κεφάλι
κουρέλια φασκιωμένο της παντιέρας.
Φυσάει σκοτεινού θανάτου αέρας-
Και πού να είν' εκείνο τ' άσπρο σάλι
που σου 'ρίξε, όταν σ' έπαιρναν, η νύφη;
Σκυλί τρελό τα κόκαλα του γλείφει
και σ' άλλον κόσμο αρχίζει καρναβάλι.
[ΜΕΤΑ ΤΑ ΜΥΘΙΚΑ]

Εικόνες σκληρές, νατουραλιστικές, της αιμάσσουσας Ισπανίας του '36 και της θανής του Λόρκα. Η άγρια εκδοχή του θανάτου, όπως είναι φυσικό, οδηγεί σε μια αντίστοιχη εκφραστική, η οποία όμως, αξιοποιώντας εύστοχα την εικονοποιία, δικαιώνεται αισθητικά. «Η ιδιαιτερότητα της γραφής του Μπράβου», παρατηρεί ο Βαγγέλης Κάσσος, «συνίσταται στο ότι η μελαγχολία, που συνήθως χρησιμοποιεί σχήματα ανεικονικά, στα δικά του ποιήματα αναδεικνύεται μέσα από σχήματα κατεξοχήν εικονικά. Οι εικόνες από τη φύση τους καταργούν κάθε μελαγχολικό τόνο. Και όμως. Στην περίπτωση του Χρήστου Μπράβου κάτι τέτοιο δε συμβαίνει. Κι αυτό είναι ένα στοιχείο που πρέπει να προσεχθεί και να επαινεθεί ιδιαίτερα. Στο σονέτο, μάλιστα, που ο ποιητής αφιερώνει στο Λόρκα, η ιδιαιτερότητα αυτή γίνεται φανερή με τον πιο ανάγλυφο τρόπο» [περ. Νέες Τομές 8 (Ιανουάριος-Ιούνιος 1987) 74]. Κοντά στις εικόνες, κυριαρχική είναι ακόμα η επιβολή των υγρών συμφώνων λ και ρ, του δεύτερου μάλιστα σε συνδυασμούς με άλλα, ώστε να επιτείνεται ο ήχος (ρκ, κρ, βρ, ρν, στρ, σπρ), αλλά και η πρωτότυπη ομοιοκαταληξία, καθώς τα ομοιοκαταληκτούντα μέρη δεν είναι της ίδιας τάξης και συνεπώς δεν είναι αναμενόμενα (Federico-λύκο, βγάλει-κεφάλι, αστραπή της - μαγνήτης, παντιέρας-αέρας, νύφη-γλείφει). Υπάρχει όμως και η άλλη όψη του Μπράβου, η οποία αναδεικνύεται παραστατικότερα σ' ένα ποίημα που καταρχήν με τον τίτλο του, «Νανούρισμα», έρχεται σε ισχυρή αντίθεση με το προηγούμενο:

Μες στου νεκρού το μάτι κοιμούνται δέντρα και πουλιά.
Βγαίνουν με το φεγγάρι
τα παιδιά, λεν για τους ζωντανούς μετρούν τα χρόνια·
φύλλα μασούν της λησμονιάς
και τραγουδάνε.
Τ' ακούνε οι όμορφες, ξυπνούν
τ' ακούνε οι κολασμένες, βγαίνουν κρυφά στη μαύρη χλόη απάνω
τα κοιμούνται.
Μα οι μάνες που μαραίνονται για τις χαρές δεν ξέρουν
του άλλου κόσμου.
[ΜΕ ΤΩΝ ΑΛΟΓΩΝ ΤΑ ΦΑΝΤΑΣΜΑΤΑ]

Πέρα από τη χαρακτηριστική κι εδώ τεχνική -ρομαντικό σκηνικό (θάνατος, φεγγάρι, τραγούδι, έρωτας), εικονοποιία, προτάσεις μικρές, ρυθμός γοργός, τόνοι δημοτικοί, σχήματα λόγου (υπερβατό, ασύνδετο, αντίθεση, χιαστό, επαναφορά), συντακτικές ανατροπές (πρόταξη εμπρόθετων, αντικειμένου, ρήματος, επίταξη υποκειμένου)-, η τιτλοφόρηση παραπέμπει άμεσα στο γνωστό θεματικό κύκλο του δημοτικού τραγουδιού και γενικότερα σ' αυτήν την τόσο τρυφερή στιγμή του ανθρώπου. Κι ωστόσο, ακόμα κι αυτή η στιγμή διαδραματίζεται πέρα από τη ζωή, στην επικράτεια του θανάτου. Θα μπορούσε ίσως κανείς να προσλάβει το ποίημα σαν μια δέσμη φωτός στη νύχτα, στο βαθμό που αποκαλύπτει στις χαροκαμένες μάνες πόσο όμορφα ζουν τα παιδιά τους στον άλλο κόσμο. Κι έτσι να είναι όμως, δεν αναιρείται η κεντρική άποψη αυτής της ποίησης: από όποια μεριά κι αν σηκώνει τη ζωή ο Μπράβος βρίσκει από κάτω το θάνατο. Ο θάνατος είναι η μοίρα του. Τον βρήκε άλλωστε τόσο νωρίς.
Νέα Εστία Θανάσης Ε. Μαρκόπουλος Αθήνα 2005


from ανεμουριον https://ift.tt/2OQcvP9
via IFTTT
Από το Blogger.