Οίτη-Το κλεφτοβούνι με τις Καταβόθρες


Οίτη – Το κλεφτοβούνι με τις Καταβόθρες
(Του Ρουμελιώτη Λαογράφου Ζάχου Ξηροτύρη)
Όλα τα βουνά έχουν τους μύθους και τους θρύλους τους, μα της Οίτης οι μύθοι ξεκινάν από την εποχή του Δευκαλίωνα με τον κατα­κλυσμό, το θάνατο του μυθικού ήρωα Ηρακλή. Και ύστερα την λάμπρυ­νε η ιστορία με τους Κλεφταρματολούς, που έγιναν σύμβολο και παιά­νας της ελευθερίας και ο θρύλος του τσολιά, που διακρίθηκε για την ελληνική   του  ευψυχία  και  την πολεμική  αιρετή.
Για την ομορφιά της μερολήπτησε ο Πλάστης όταν ζωγράφιζε. Πανοραμική η ομορφιά της συνδυασμένη με το ανατριχιαστικό μεγαλείο που παρουσιάζουν οι χαράδρες, οι καταβόθρες και οι αράδα-αράδα βουνοκορφές της -και τα αραδιασμένα γύρω της βουνά που προβάλ­λουν από τα άπειρα βάθη του χρόνου της αιωνιότητας, θα μπορούσε να πει κανείς για την ομορφιά της ότι είναι θεϊκή, «ο τόπος ούτος ουκ ανθρωπινής χειρός έργα, αλλά φύσεως αυτόματα ότε ελάμβανε γένεσιν ο χώρος». Έχει μια ξέχωρη δική της γοητεία με στοιχεία αντιθετικά, την ειρηνική και γαλήνια φυσιογνωμία της και την αγριότητα των απόκρημνων βράχων συνδυασμένα από την ίδια τη φύση. Όποιος επι­σκεφθεί το πανόραμα αυτό της φύσης αισθάνεται μια αόρατη έλξη σαν να του λέει: «μείνε, μείνε, μείνε αιώνια εδώ». Από όπου κι αν αγναν­τέψεις θα θαυμάσεις τομεγαλείο της και θα δεις ν' αναδύονται βουνο­κορφές. Αγνάντια σου η Όρθρη και πιο πέρα ολάκερη η Θεσσαλία με τον Όλυμπο ν' αγκαλιάζει τον Κίσσαβο. Στα πόδια σου ο γραφικός Καλλίδρομος με συνέχεια τις κορφές του Παρνασσού και της Γκιώνας. Αριστερά σου το περίλαμπρο Βελούχι, η ζωγραφισμένη Οξυά και τα ψηλά Βαρδουσία. Αυτή τη θαυμάσια διάταξη των βουνών τραγού­δησε ο λαός κι εθαύμασε. «Ποιος είδε τέτοιο θαύμασμα παράξενο με­γάλο, να κουβεντιάζουν τα βουνά με τις κοντές ραχούλες. Η Λιάκουρα της Λειβαδιάς κι η Γκιώνα του Σαλώνου και σεις Βαρδούσια μου ψη­λά καημένες Καταβόθρες».
Ατριγύριστα τα βουνά της Οίτης, μας το λέει το τραγούδι της Καστανιάς που είναι στην αγκαλιά της: «Τα Καστανιώτικα βουνά (και είναι αυτά της Οίτης) τριγυρισμούς δεν έχουν, και γω μαύρος τα γύρισα πεζός κι αρματωμένος, κι έχασα το μαντήλι μου τ' αρρεβωνιαστικό μου». Την τραγούδησε η λαϊκή μούσα, την ύμνησαν οι ποιητές κι αυτή η Αγανίκη Αινιάν ύφανε στίχους για τη γόησσα Οίτη: «Χαί­ρετε δάση και βουνά, κρύα νερά της Οίτης, ελάτοι βαθυπράσινοι αει­θαλείς μου πίτεις, όπου με νανουρίζατε με τους γλυκείς σας ήχους... εις σας αφήνω φεύγουσα τους ασθενείς μου στίχους».  Πολλοί οι ύμνοι και οι έπαινοι ως τα τώρα, όσοι όμως κι  αν ψάλλουν, δεν εξαντλούν την ομορφιά και  το μεγαλείο της.
Οιταία όρη ονομάζει ο μύθος και η ιστορία το βουνό της Οίτης, που ο μυθικός ήρωας των Δωριέων Ηρακλής εκεί κοντά, στα ερείπια της Πυράς μαρτύρησε και αποθεώθηκε. Κι αυτό το μαρτύριο του θέ­λημα Θεού ήταν και το προμήνυσε το Δελφικό Μαντείο με το χρησμό του που τον μετέφερε στον ημίθεο ο Λικύμνιος και ο Ιόλας. Ήρωας και ημίθεος όπως ήταν ο Ηρακλής, δε λιποψυχάει στο άκουσμα του φοβερού χρησμού, μόνος του ξεριζώνει τα έλατα απ' τις πλαγιές της Οίτης και τα σωριάζει στη φωτιά που τον βοήθησε ο Ποίαντας ν' ανάψει και θα πέσει μέσα να καεί, θα γίνει ολοκαύτωμα.
Αυτή είναι η Οίτη, που τόσο μεροληπτικά τη στόλισε με ομορφιές η φύση. Αυτή διάλεξε ο Ηρακλής να πάει να πεθάνει και αυτή διάλε­ξαν οι Διάκοι, οι Πανουργιάδες, οι Ανδρουτσαίοι, οι Βλαχοθανάσηδες, οι Σκαλτσοδημαίοι, οι Κοντογιανναίοι και τόσοιάλλοι να στήσουν το λημέρι της λευτεριάς. Ποιος κλέφτης δεν έγινε αρματολός και ποιοςαρματολός δεν έγινε κλέφτης και δεν πέρασε απ' αυτό το βουνό. Ποιος γνώρισε της Οίτης τον παράδεισο και δε μαγεύτηκε και δε γοητεύτηκε από την ομορφιά της και δε θαύμασε τη μεγαλοπρέπεια της ανατολής του ήλιουκαι την ευπρέπεια που ντύνεται στη δύση του και δεν της έγινε θαυμαστής και νοσταλγός! Ένα θαύμα εκείνες οι ψηλότερες κορφές, ο Πύργος και το Γρεβενά και στην ποδιάτους το πανόραμα που λέγεται Λειβαδιές, που το ζήλεψε ο λαός και το ‘καμε τραγούδι: «Στον Πύργο και στο Γρεβενά στον έμορφον τον τόπο, εκεί λαλούν οι πέρδι­κες κι αντιλαλούν τα πλάια».
Άλλοτε αρματολοί και κλέφτες στέριωσαν τα λημέρια τους εκεί και έζησαν μαζί και συμπόνεσαν. Συμπονούν και τα βουνά, λυπούνται για τα κακοπαθήματα της κλεφτουργιάς, τέτοια συμπόνια δείχνουν της Πάτρας (Υπάτης) τα βουνά, η Οίτη. «Μήνα χαλάζι τα χτυπά, μήνα βαρύς χειμώνας. Ούτε χαλάζι τα βαρεί, ούτε βαρύς χειμώνας, ο Κοντογιάννης πολεμάει χειμώνα καλοκαίρι», θρήνησε η Οίτη τους Κοντογιανναίους και τους απαθανάτισε μέσ' το τραγούδι: «Κοιμάται η Κοντογιάνναινα η νύφ' του Κοντογιάννη, μέσ' τα χρυσά παπλώματα μέσ' τους χρυσούς σελτέδες». Και σαν εκείνη ξύπνησε, προαισθανόμενη το κακό ρωτάει: «Τίνα  μαντάτα μου ‘φερες από τους Καπεταναίους; Πικρά μαντάτα σου ‘φερα, από τους Καπετάνιους. Το Νικολάκη πιάσα­νε., το Νικολή σκοτώσαν, που ήταν μπαϊράκι στα βουνά και φλάμπου­ρα, στους κάμπους».
Μέσα στους μύθους και τους θρύλους έζησε η Οίτη. Δόξες μεγάλες είδε, μα η μεγαλύτερη της δόξα είναι που κράτησε τη σημαία της λευτεριάς ψηλά και κρατεί στα σπλάχνα της θαμμένους και άταφους τό­σους και τόσους γνωστούς και άγνωστους αγωνιστές της λευτεριάς. Πό­σα δεν έλιωσαν μέσα σ' αυτή την Οίτη κορμιά, ντουφέκια, σπαθιά, και γιαταγάνια, κόκκαλα κι αρματωσιές γι' αυτή τη λευτεριά.
Μα κείνη η καταβόθρα της Οίτης, που σέρνουν τα νερά σε απροσμέτρητα βάθη και πίνει ο εγκέλαδος; Και δεν είναι μια, είναι πολλές,. όπως το λέει και τ' όνομα τους. Οι κλεφταρματολοί τη βρήκαν σαν το καλύτερο καταφύγιο και ορμητήριο. Πηγή αρματολών και σύναξη της κλεφτουργιάς η Καταβόθρα, διάβα και πέρασμα για όσους κινούνταν για στεριά και Θάλασσα. Τόσοι και τόσοι αρχηγοί και καπεταναίοι πέ­ρασαν και πολέμησαν από το βουνό της Οίτης με τη μεγάλη στρατη­γική σημασία. Αν ο Ελικώνας ήταν το βουνό των Μουσών, η Οίτη ήταν το βουνό της Κλεφτουργιάς. Επόμενο ήταν, η Οίτη με τις κατα­βόθρες της, ένα τέτοιο κάστρο της λευτεριάς, μια τέτοια έπαλξη της Ρωμιοσύνης, να είναι στόχος του κατακτητή και οι απώλειες σε αρ­χηγούς και παλληκάρια αναπόφευκτες και μεγάλες.
Αυτά μας τα δημοτικά τραγούδια δείχνουν τους αγώνες που έγι­ναν στην Οίτη κι ένας διάλογος των γύρω βουνών, που κατά κάποιοτρόπο παραπονιούνται ή επιτιμούν την Καταβόθρα μας, φανερώνει πως χάθηκαν πολλοί αρχηγοί και πολλά και ξακουστά παλληκάρια. «Ποιος τόπε και ποιος τ' άκουσε εδώ σ' αυτό τον τόπο, που να μαλώνουν τα βουνά, να κλαίνε τα καημένα! Η Λιάκουρα της Λειβαδιάς κι η Γκιώνα των Σαλώνων και τα Βαρδουσία τα ψηλά να λεν της Καταβάθρας: Μωρέ βουνό κακό βουνό πουτάνα Καταβόθρα, που έσωσες την Κλεφτουργιά τους μαύρους Ανδρουτσαίους, το Γιάννη από τους Ξυλικούς, το Γιώργο Μωραΐτη, το Δρόσοτον περήφανο με το Βλαχοθανάση». Άλλο πάλι δημοτικό τραγούδι αναφέρεται στις καταβόθρες και στέλ­νει χαιρετίσματα με πουλιά κι αηδόνια. «Εσείς πουλιά της Λιάκουρας κι αηδόνια του Σαλώνου, και συ πετρίτη γρήγορα που πας στις Κατα­βόθρες, χαιρέτα μου την Κλεφτουργιά το Γιάννη  Δυοβουνιώτη».
Σαν τέτοιο ορμητήριο και καταφύγιο, τέτοια στρατηγική έπαλξη που ήταν η Οίτη με τις καταβόθρες της, πολλοί πολέμησαν και πολ­λοί σκοτώθηκαν, κι όλοι παλληκάρια διαλεγμένα. Το δημοτικό τρα­γούδι, ανάμεσα σε πολλούς, αναφέρει και τα παλληκάρια Γυφτάκη και Καλέμη, που ξεχώριζαν για τη λεβεντιά και παλληκάρια τους. «Τ' έχουν της Πάτρα (Υπάτης) τα βουνά και στέκουν μαραμένα, δίχως χιο­νιά χιονίζονται δίχως βροχή βραχιώνται, απ' των κλεφτών τα κλάματα κι από τα μοιρολόγια, που βγήκ' ένας Δερβέναγας κι ένας κακός Αρά­πης, κι ολημερίς τους κυνηγά κι όλη μερούλα τρέχουν, και πήγαν κι αποκλείστηκαν ψηλά στην Καταβόθρα; Γυφτάκης εχουχούτιζε και λέει του Καλέμη: Που ‘σαι Καλέμ' αδερφέ και πολυαγαπημένε;». Τα πουλιά ρωτάει ο ίδιος αυτός ο Ζαχαράκης, ο κλέφτης της Καταβόθρας, να μάθει τις τουρικικές προετοιμασίες. «Ένα πουλάκι κάθονταν ψηλά στο Πατρατζίκι κι ο Ζαχαράκης το ‘πιασε και το συχνορωτούσε, πες μου πουλάκι μου κάνα καλό χαμπέρι. Τι να σας πω μωρέ παιδιά, καημένε Ζαχαράκη. Εψές ήμουν στα Γιάννενα στην πόρτα του Βεζύρη. Κι ά­κουσα το μουσαβερέ και την κρυφή κουβέντα». Αυτά τα πουλιά της Καταβόθρας ανήγγειλαν το χαμό των Κοντογιανναίων. «Ένα πουλάκι ξέβγαινε από το Πατρατζίκι, ψάχνει να βρει την Κλεφτουργιά, το Μή­τσο Κοντογιάννη. Να πει τα χαιρετίσματα πως χάθηκ' αδερφός του».
Εκεί στης Οίτης τις Καταβόθρες σκοτώθηκε το παλληκάρι ο Γυ­φτάκης και του ‘κοψαν το κεφάλι και μαύρα πουλιά το τριγυρνούνε πε­ταμένο. Την ομορφιά του και τη λεβεντιά του λυπήθηκε κι ένα άλλο καλό πουλί και ρωτάει: «Μαύρα πουλιά τον τριγυρνούν κι άσπρα τον τραγουδάνε, κι ένα πουλί καλό πουλί στέκει πάν' στο κεφάλι. Κεφάλι μ' τι κακό καμες και σ' έχουνε κομμένο;» Και κείνο περήφανο δίνει την απάντηση: «Τα βιλαέτια χάλασα την Πάτρα και Ζητούνι, κι ήρθαν και με σκατώσανε  ψηλά στην Καταβόθρα».
Όπως και παραπάνω, έτσι και στο άλλο τραγούδι το γνωστό «ποιος είδε τέτοιο θάμασμα παράξενο μεγάλο...» από πολλή πίκρα, πουτάνες αποκαλεί τις Καταβόθρες ο ποιητής λαός. «Και σεις Βαρδούσια μου ψηλά πουτάνες Καταβόθρες, που σώσατε την Κλεφτουργιά τους δόλιους Δουδουσαίους», σαν να ‘φταιγαν αυτές για το χαμό τόσων παλληκαριών. Απ' αυτές τις Καταβόθρες ξεκινούσε και ο αετός να πάει στης Λιάκουρας το λημέρι να βρει τον άλλο σταυραετό της κλεφτουργιάς, το Λάμπροτον Τσεκούρα. «Και κει που εξαγνάντευε ψηλά στην Καταβό­θρα, βλέπει κορμί ανθρώπινο αιματοκυλισμένο» κι ήταν το κορμί  του πρωτοκλέφτη του Λάμπρου του Τσεκούρα και απορεί και διερωτάται: «Ποιος είσαι συ που πάτησες του Λάμπρου το λημέρι, αυτός και γω  ορίζουμε της Λιάκουρας τα χιόνια». Και ποιος άλλος ήτανε; Ήταν ο χάρος. Ολοκαύτωμα έγιναν στον αγώνα της λευτεριάς οι Καταβό­θρες κι όλη η Κλεφτουργιά τις έκαμε διάβα της και μετερίζια.
Το ‘χει η μοίρα της Οίτης, από την εποχή του Δευκαλίωνα να θά­βει νεκρούς και τι νεκρούς, ήρωες σαν το Διάκο και ημίθεους σαν τον Ηρακλή, που κι αυτός την Οίτη διάλεξε να πεθάνει. Αυτή διάλεξε ο τσολιάς για πατρίδα του κι η λαϊκή μούσα κι ο ποιητής να την υμνή­σει και ο λαός να την πολυτραγουδήσει.

Επιμέλεια-Ανάρτηση: Τάκης Ευθυμίου






from Φθιωτικός Τυμφρηστός https://ift.tt/31j48jY
via IFTTT
Από το Blogger.