του Μάριου Ευρυβιάδη
![]() |
| Ο Γ. Γρίβας-Διγενής ανάμεσα σε μαχητές της ΕΟΚΑ, στην περιοχή Κύκκου. |
Ο ένοπλος αγώνας της «Εθνικής Οργανώσεως Κυπρίων Αγωνιστών» (ΕΟΚΑ) κατά των Βρετανών αποικιοκρατών στην Κύπρο άρχισε την 1η Απριλίου 1955 και τερματίσθηκε τον Φεβρουάριο του 1959. Πολιτικός ηγέτης του αγώνα υπήρξε ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος Γ', ενώ τη στρατιωτική ηγεσία της είχε ο κυπριακής καταγωγής απόστρατος συνταγματάρχης Γεώργιος Γρίβας. Ο αγώνας της ΕΟΚΑ, που είχε την ηθική και υλική υποστήριξη του Ελληνισμού και της ελληνικής κυβέρνησης, δεν επεδίωκε την εκδίωξη των Άγγλων με στρατιωτικό καταναγκασμό. Υπήρξε ένας κλασικός ανταρτοπόλεμος τριακοσίων περίπου μαχητών και αποσκοπούσε στο να δημιουργήσει απαγορευτικό πολιτικο-στρατιωτικό κόστος για τη βρετανική κυρίαρχη παρουσία στην Κύπρο. Αποσκοπούσε, ταυτόχρονα, σε ηθική νίκη πάνω στον αντίπαλο, κερδίζοντας, μέσω ενός απελευθερωτικού αγώνα στη μεταπολεμική εποχή της αποαποικιοποίησης, τη διεθνή κοινή γνώμη. Υπήρξε διάχυτη η εκτίμηση ότι, δημιουργώντας απαγορευτικό κόστος στους Βρετανούς και κερδίζοντας τη διεθνή κοινή γνώμη, κυρίως μέσω θετικών ψηφισμάτων στη γενική συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών, το Λονδίνο θα εξαναγκαζόταν να αποδεχθεί ότι και η αποικία της Κύπρου είχε το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης και ότι δεν μπορούσε να παραμένει εσαεί κάτω από τον αποικιακό απολυταρχισμό της Μεγάλης Βρετανίας.
Η πολιτική απόφαση για τη χρήση βίας κατά των Άγγλων στην Κύπρο δεν λήφθηκε με ενθουσιασμό ή αβίαστα από κανέναν στην Ελλάδα ή την Κύπρο. Σκόρπιες σκέψεις για ένοπλο αγώνα υπήρχαν από το 1948. Οι σκέψεις αυτές συγκεκριμενοποιήθηκαν και άρχισαν να υλοποιούνται μετά την άρνηση των Βρετανών να λάβουν έστω υπόψη την καθολική βούληση του Ελληνοκυπριακού πληθυσμού για ένωση με την Ελλάδα, που εκφράσθηκε με το ενωτικό δημοψήφισμα της 15ης Ιανουαρίου 1950. Τον επόμενο χρόνο, ο Γρίβας (ψευδώνυμο Διγενής) άρχισε αναγνωριστικές επισκέψεις στην Κύπρο και δημιούργησε τους πρώτους πυρήνες μιας αντιαποικιακής οργάνωσης, που αρχικά ονομαζόταν ΕΜΑΚ (Εθνικό Μέτωπο Απελευθέρωσης Κύπρου). Το 1952, στην Αθήνα, και το 1953, στη Λευκωσία, ο Μακάριος και ο Γρίβας, μαζί με μερικούς έμπιστους συνεργάτες πήραν «Ιερό Ορκο» για την πραγματοποίηση της ένωσης με ειρηνικά μέσα ή μη. Η λαϊκή στήριξη ήταν δεδομένη και για τον πρόσθετο λόγο ότι ο Μακάριος είχε καθιερωθεί ως ο αδιαμφισβήτητος πολιτικό-θρησκευτικός ηγέτης των Ελληνοκυπρίων.
![]() |
| Ο Μιχάλης Καραολής οδηγείται στο δικαστήριο. Θα καταδικαστεί σε θάνατο και θα εκτελεστεί από τους Άγγλους δι' απαγχονισμού, στις 10 Μαΐου 1956, με τον Ανδρέα Δημητρίου. Κύμα μαχητικών αντιβρετανικών διαδηλώσεων θα σαρώσει όλη την Ελλάδα. |
Πρέπει να υπογραμμισθεί ότι η ελληνική πλευρά δεν επεδίωξε την πολεμική αντιπαράθεση με τη Βρετανία στην Κύπρο. Και, αντίθετα από ό,τι αβασάνιστα γράφεται και κυρίως διαδίδεται, η Αθήνα δεν «εσύρθη» κατά της Βρετανίας, λόγω του εξτρεμισμού, του αλυτρωτικού εθνικισμού των Κυπρίων και φοβούμενη το πολιτικό κόστος μιας «αντεθνικής πολιτικής».
Διακαής πόθος, αλλά και πολιτική των ελλαδικών κυβερνήσεων, έως και της έναρξης του ένοπλου αγώνα, αλλά και στη διάρκεια του, υπήρξε ένας «φιλικός διακανονισμός» του θέματος με το Λονδίνο. Στο πλαίσιο του διακανονισμού αυτού η ελληνική επιδίωξη ήταν η αποδοχή, εκ μέρους της Βρετανίας, της αρχής της αυτοδιάθεσης στην Κύπρο σε ένα λογικό χρονικό διάστημα και, κατόπιν, συμφωνίας με την Ελλάδα. Μια τέτοια βρετανική θέση θα κατέληγε, φυσιολογικά, στην ένωση. Η Ελλάδα έθεσε επίσημα το αίτημα της, γνωστοποιώντας παράλληλα ότι η Βρετανία μπορούσε να διατηρήσει στρατιωτικές βάσεις στην Κύπρο για όσο διάστημα ήθελε και, εφόσον το επιθυμούσε, να της παραχωρηθούν και επιπλέον βάσεις στην ελληνική επικράτεια.
Με την πολιτική αυτή η Αθήνα πίστευε ότι: α) εκπλήρωνε τους πόθους, αλλά και τις υποχρεώσεις της ως εθνικό κέντρο έναντι στην Κύπρο του μισού και πλέον εκατομμυρίου Ελλήνων, β) εξασφάλιζε τα στρατηγικά συμφέροντα της Βρετανίας με ένα συγκεκριμένο, θετικό τρόπο και γ) ίσως πιο σημαντικό, απέτρεπε τον ένοπλο αγώνα, που θα την έφερνε αντιμέτωπη με τη σύμμαχο της, Βρετανία, η οποία είχε ζωτικά συμφέροντα στην Αν. Μεσόγειο και την ευρύτερη Μέση Ανατολή. Η πολιτική αυτή της Ελλάδας τροποποιήθηκε, ώστε να ικανοποιήσει και τουρκικά συμφέροντα ασφαλείας, με την εκφρασθείσα διάθεση της Αθήνας να διαπραγματευθεί και τη δημιουργία τουρκικής στρατιωτικής βάσης στην Κύπρο.
Σε τελική ανάλυση, η πολεμική αντιπαράθεση στην Κύπρο δεν ήταν επιλογή της ελληνικής πλευράς. Της επιβλήθηκε από τους Άγγλους, στο πλαίσιο μιας εκλεπτυσμένης, αλλά κυρίως προληπτικής εκ μέρους τους στρατηγικής. Με έξυπνες τακτικές κινήσεις, η στρατηγική αυτή αποσκοπούσε στο να δημιουργήσει και να παρουσιάσει στην αγγλική κοινή γνώμη ένα ελλαδικό και κυπριακό εξτρεμισμό σε πολιτικό και στρατιωτικό επίπεδο («τρομοκρατία»), ώστε να δικαιολογείται μια πολυμέτωπη επίθεση εκ μέρους των Άγγλων, σε αγαστή συνεργασία με τους Τούρκους, τόσο στο διπλωματικό όσο και στο στρατιωτικό πεδίο.
Βρετανική αλαζονεία
Ο στρατηγικός στόχος των Άγγλων ήταν η διατήρηση τής εσαεί παρουσίας τους στην Κύπρο δια του πολιτικού-στρατιωτικού ευνουχισμού του ενωτικού κινήματος. Και εάν και εφόσον αποφάσιζαν μια οποιαδήποτε αλλαγή στο αποικιακό καθεστώς, πέραν της διασφάλισης των ζωτικών τους συμφερόντων, η αλλαγή θα έπρεπε να λάβει χώρα σε χρόνο της δικής τους επιλογής και με δικούς τους όρους. Κάτι τέτοιο συνέβη σε όλες τις άλλες περιπτώσεις αποαποικιοποίησης, με εξαίρεση την τραυματική και ταπεινωτική εμπειρία της αποχώρησης/εκδίωξης των Άγγλων από τη βάση του Σουέζ στην Αίγυπτο (1954), που τους επεβλήθη από τον πρόεδρο Νάσερ. Μια ανάλογη ταπεινωτική εμπειρία δεν μπορούσε να επαναληφθεί για τους Άγγλους Συντηρητικούς και στην Κύπρο, και κυρίως από την Ελλάδα, η οποία, στα μάτια των Άγγλων Συντηρητικών, όπως δηλώθηκε και δημόσια στη Βουλή των Κοινοτήτων, στις 28 Ιουλίου 1954, από τον υπουργό Αποικιών Ολιβερ Λίτελτον, ήταν μεν «φιλική» χώρα αλλά «αναξιόπιστος» σύμμαχος. Η προσβλητική αυτή αναφορά από Άγγλο αξιωματούχο στο Κοινοβούλιο εξέφραζε επακριβώς την πραγματική πολιτική στάση και αντίληψη του Λονδίνου απέναντι σε μια χώρα, που είχε πρόσφατα αντισταθεί νικηφόρα στον κομμουνισμό, που πολέμησε το ναζισμό και που υπήρξε παραδοσιακός σύμμαχος των Βρετανών. Η δήλωση του Λίτελτον ακολούθησε κατά πόδας την περιβόητη δήλωση του υφισταμένου του υφυπουργού Χένρι Χόπκινσον, ότι η Κύπρος περιλαμβανόταν στις περιοχές της Κοινοπολιτείας, οι οποίες «ουδέποτε» θα είχαν το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης.
Οι Βρετανοί εφάρμοζαν μεθοδικά την τακτική της εξώθησης της Ελλάδας στα άκρα, δείγμα της οποίας υπήρξαν η συγκαταβατική στάση και η συμπεριφορά του Άγγλου υπουργού Εξωτερικών Αντονι Ιντεν, τον προηγούμενο χρόνο στην Αθήνα, όταν, σε συνάντηση του με τον πρωθυπουργό της Ελλάδας στρατάρχη Παπάγο, αρνήθηκε με αλαζονικό και προσβλητικό τρόπο να συζητήσει το θέμα της Κύπρου. Η θέση αυτή των Άγγλων, της διαρκούς άρνησης στο πλαίσιο της προληπτικής στρατηγικής τους κατά της Ελλάδας - Κύπρου που προαναφέρθηκε -και η οποία ανατρέπει τη συμβατική σοφία περί χαμένων ευκαιριών με υπαιτιότητα της κυπριακής πλευράς τη δεκαετία του '50- τεκμηριώνεται από την πρωτογενή έρευνα του Robert Holland. Το θεμελιώδες έργο του, «Britain and the Revolt in Cyprus 1954-1959», τεκμηριώνει, πέραν των προαναφερθέντων, ότι τα γνωστά σχέδια των Άγγλων (Σύνταγμα Ουΐνστερ 1948, Σχέδιο Χάρτινγκ 1956, Σύνταγμα Ράντκλιφ 1956) δεν υπήρξαν παρά μόνο «κοσμητικά» παιχνίδια, που στόχευαν στην ικανοποίηση της δικής τους κοινής γνώμης και, κυρίως, στην ικανοποίηση της αμερικανικής κυβέρνησης, αλλά και, παράλληλα, στην παγίδευση της δικής μας πλευράς.
![]() |
| Βρετανικό μπλόκο σε δρόμο της Λευκωσίας (φωτ.: Αφοί Μεγαλοκονόμου - Εκδοτική Αθηνών). |
Η οποιαδήποτε εκδήλωση μετριοπάθειας πριν το 1955 (περίπτωση Παπάγου) όσο και μετά (περίπτωση Μακάριου στις συνομιλίες Χάρτινγκ ) θεωρείτο από το Λονδίνο, όπως τεκμηριώνει ο Holland, άκρως επικίνδυνη εξέλιξη, η οποία έπρεπε να τερματισθεί διότι απειλούσε με εκτροχιασμό τη βρετανική στρατηγική. Η τριμερής διάσκεψη του 1955 στο Λονδίνο, στην οποία η Ελλάδα παραβρέθηκε για να δείξει καλή πίστη, οργανώθηκε από τους Άγγλους για να αναδείξει τον τουρκικό παράγοντα, αλλά και για να καταλήξει σε πολιτικό αδιέξοδο και στις τουρκικές βιαιοπραγίες κατά του Ελληνισμού στην Τουρκία. Τέτοιας μορφής αντιδράσεις, όπως τεκμηριώνει ο Holland, επιδιώκοντο από τους Βρετανούς, ώστε να δημιουργηθεί ένας φαύλος κύκλος βίας στην Κύπρο και αντίστοιχη ένταση στις ελληνοτουρκικές σχέσεις.
Η βρετανική στρατηγική της τεχνητής έντασης λάμβανε χώρα σε συνεργασία με τους Τούρκους. Αυτό διήρκεσε ως το 1958, οπότε η Τουρκία αυτονομήθηκε τελείως από τους Άγγλους και άρχισε να επιβάλει στο Λονδίνο τη δική της πολιτική με ένα καθαρό δικό της τρόπο, σε σημείο που οι Βρετανοί άρχισαν να προβληματίζονται και να θεωρούν την Άγκυρα ως μεγαλύτερη απειλή για τα συμφέροντα τους, παρά την Ελλάδα και την ΕΟΚΑ
Σημαντικές όμως εξελίξεις στο χώρο της Μέσης Ανατολής, που αφορούσαν στον ψυχρό πόλεμο και την παγκόσμια ισορροπία δυνάμεων, λάμβαναν χώρα την περίοδο αυτή. Η κατάρρευση, κυρίως, του φιλοδυτικού Συμφώνου της Βαγδάτης (1958) δραστηριοποίησε τον αμερικανικό παράγοντα, ο οποίος επέβαλε στους συμμάχους -Βρετανούς, Τούρκους, και Έλληνες- την απαιτούμενη από τις περιστάσεις πειθαρχία. Το αποτέλεσμα της πειθαρχίας αυτής ήταν η δια συμβιβασμού συμφωνημένη λύση του Κυπριακού, που ήταν η λύση της εγγυημένης, δηλαδή περιορισμένης, ανεξαρτησίας των συμφωνιών Ζυρίχης- Λονδίνου του 1959-1960. Η εγγυημένη ανεξαρτησία περιόρισε τη βρετανική κυριαρχία σε δύο μεγάλες στρατιωτικές βάσεις. Με τον τρόπο αυτό διαφυλάχθηκαν τα στρατηγικά συμφέροντα των Βρετανών, όπως αυτά διαμορφώθηκαν μετά την αποτυχημένη αγγλογαλλική επίθεση κατά της Αιγύπτου (Σουέζ 1956). Ελλάδα και Τουρκία συμβιβάστηκαν σε στρατιωτικό επίπεδο μέσω συνθηκών και με στρατιωτική παρουσία στην Κύπρο και, παράλληλα, με τον εσωτερικό συνταγματικό διακανονισμό ανάμεσα στους Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους, που προέβλεπε το Σύνταγμα της Ζυρίχης, έργο Ελλήνων και Τούρκων συνταγματολόγων.
Είναι γεγονός ότι η στρατιωτική ηγεσία της ΕΟΚΑ αποδέχθηκε το καθεστώς της εγγυημένης ανεξαρτησίας. Ο ηγέτης της, Γρίβας-Διγενής, τιμήθηκε τα μέγιστα από την Ελλάδα. Όμως ο αγώνας της ΕΟΚΑ τερματίσθηκε χωρίς την ολοκλήρωση του στόχου της αυτοδιάθεσης-ένωσης, και χωρίς να ανταποκρίνεται στις θυσίες και στα ιδεώδη αυτών που χάθηκαν.
Γύρω στα 150 ενεργά μέλη της ΕΟΚΑ έχασαν τη ζωή τους, την περίοδο '55-'59, εκ των οποίων τα είκοσι έξι σε ανταρτικές επιχειρήσεις. Επίσης, οι Άγγλοι εκτέλεσαν δι' απαγχονισμού εννέα αγωνιστές. Ο πρώτος αντάρτης που σκοτώθηκε σε μάχη, στις 15 Δεκεμβρίου 1955, ήταν ο Χαράλαμπος Μούσκος, εξάδελφος του Μακαρίου, και ο τελευταίος ένα ηγετικό στέλεχος, ο Κυριάκος Μάτσης, στις 11 Νοεμβρίου 1958. Οι πρώτοι που απαγχονίστηκαν, στις 10 Μαΐου 1956, ήταν οι Μιχαλάκης Καραολής και Αντρέας Δημητρίου. Ο τελευταίος ήταν ο ποιητής Ευαγόρας Παλληκαρίδης, που ανέβηκε στην αγχόνη τραγουδώντας, στις 13 Μαρτίου 1957, πριν κλείσει τα δεκαοχτώ του χρόνια. Η μεγαλύτερη μορφή του αγώνα ήταν ο Γρηγόρης Αυξεντίου, που κάηκε από τους Άγγλους ζωντανός στο κρησφύγετο του, στις 3 Μαρτίου 1957, μετά από δεκάωρη μάχη. Στη μεγάλη τους πλειοψηφία οι μαχητές της ΕΟΚΑ ήταν νεαρής ηλικίας. Σε αυτούς που έχασαν τη ζωή τους το 1955-59 δεν συμπεριλαμβάνονται πενήντα πέντε που σκοτώθηκαν από τους Τούρκους.
Ο αγώνας της ΕΟΚΑ υπήρξε αγώνας εθνικοαπελευθερωτικός, παρά το γεγονός ότι στόχος ήταν η ενσωμάτωση με την Ελλάδα και όχι η ανεξαρτησία. Από άποψη μεθόδων και τακτικής, ήταν ένας επιτυχημένος κλασικός ανταρτοπόλεμος, στον οποίο οι ειδικοί αναγνώρισαν τη δική του ιδιομορφία. Θεωρείται πρότυπο επιτυχίας, διότι: α) ανάγκασε τον έμπειρο βρετανικό στρατό να αναπτύξει δυνάμεις της τάξης των 40.000 για την καταπολέμηση του και β) η ΕΟΚΑ διατήρησε ως το τέλος τη συνοχή της και τους σκληρούς πυρήνες της.
Ποια θα ήταν η έκβαση του αγώνα της ΕΟΚΑ εάν οι πολιτικές ηγεσίες στην Ελλάδα και στην Κύπρο αντιλαμβάνονταν έγκαιρα τα κίνητρα της βρετανικής πολιτικής και αντιμετώπιζαν τη Βρετανία διαφορετικά, παραμένει χωρίς απάντηση. Είναι όμως γεγονός ότι το κρίσιμο έτος 1958 οι πολιτικές ηγεσίες, πέραν των διαφορών που τις χώριζαν, διακατέχονταν από ένα έντονο αίσθημα φόβου ότι οι Άγγλοι, σε συμπαιγνία με τους Τούρκους, αλλά και με την ανοχή των Αμερικανών, θα επέβαλαν διχοτομική λύση στην Κύπρο, ακόμη και έναν πόλεμο της Τουρκίας κατά της Ελλάδας. Μέσα σε ένα τέτοιο κλίμα, τριακόσιοι αντάρτες στα βουνά της Κύπρου δεν ήταν δυνατό να επιφέρουν τη μεγάλη εσωτερική πολιτική ανατροπή.
Η ΕΛΛΑΔΑ ΤΟΝ 20ο ΑΙΩΝΑ 1950-1960
7 ΗΜΕΡΕΣ
Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ
ΑΘΗΝΑ 1999
from ανεμουριον https://ift.tt/332VfM6
via IFTTT


