Ο "Κοχλίας" του Πεντζίκη

του Μ. Θεοδοσόπουλου
Ν. Γ. ΠΕΝΤΖΙΚΗΣ - Γ. ΚΙΤΣΟΠΟΥΛΟΣ - Ζ. ΚΑΡΕΛΛΗ - Τ. ΙΑΤΡΟΥ - Γ. ΘΕΜΕΛΗΣ - Γ. ΔΕΛΙΟΣ - ΣΤ. ΞΕΦΛΟΥΔΑΣ (ΓΑ ΣΚΙΤΣΑ ΤΩΝ ΒΑΣΙΚΩΝ ΣΥΝΕΡΓΑΤΩΝ, ΟΜΟΙΟΜΟΡΦΑ, ΣΤΟ ΣΧΗΜΑ ΚΑΙ ΤΙΣ ΔΙΑΣΤΑΣΕΙΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑΣ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑΣ ΔΙΕΥΘΕΤΟΥΝΤΟ ΣΕ ΠΑΡΑΘΥΡΟ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΚΑΙ ΣΤΑΘΕΡΑ ΣΥΝΟΔΕΥΑΝ ΤΙΣ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΕΣ.)
Πολλές και εγκωμιαστικές οι κρίσεις για το περιοδικό «Κοχλίας» και αναμφίβολα μελλοντικά θα γραφτούν ακόμη περισσότερες, μια και αυτή η βραχύβια έκδοση αποτελεί ένα πρότυπο περιοδικό, ακόμη και σήμερα, μισό αιώνα αργότερα. Σε μια μετέωρη εποχή, αμέσως μετά τη λήξη του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, όταν οι όφεις του Εμφυλίου εξακολουθούσαν να σέρνονται στη χώρα και να τη δηλητηριάζουν, στη Θεσσαλονίκη εκδίδεται ένα περιοδικό που ευθύς εξ αρχής εμφανίζεται πρωτοποριακό. Οι πρώτες αντιδράσεις υπήρξαν αντιφατικές. Δεκαετίες αργότερα θα το αποκαλέσουν μοντέρνο, ιδιόμορφο και εκλεκτικό. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η οπτική του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη, όπως καταγράφηκε στις σελίδες του «Κοχλία». Γιατί, αν και δεν υπήρξε ούτε εκδότης ούτε διευθυντής του περιοδικού, σχεδόν ταυτίστηκε μαζί του. Τον Ιανουάριο του 1947, όταν ο πρώτος χρόνος του περιοδικού έχει ήδη κυλήσει, ο Πεντζίκης επενδύει με παραστατικές εικόνες τα αισθήματα που του εμπνέει ο «Κοχλίας». Σαν θηλυκό σπίτι, έβλεπε το περιοδικό. Δηλαδή, σπίτι άνετο, σε αντίθεση με εκείνα τα πρωτόγονα, αρσενικά σπίτια, όπου το άτομο νοιώθει στερημένο και τρομοκρατημένο. Ακόμη παραστατικότερα, μια θηλυκή πολυκατοικία, διαρρυθμισμένη έτσι που να εξυπηρετεί όσο το δυνατόν καλύτερα όλες τις ανάγκες του ατόμου. Σε αυτήν του παραχώρησαν μια κάμαρη και η συγκατοίκηση αποδείχθηκε ιδεώδης.
ΤΟ ΛΟΓΟΤΥΠΟ ΤΟΥ «ΚΟΧΛΙΑ». ΜΙΑ ΑΝΟΙΧΤΗ ΕΛΙΚΟΕΙΔΗΣ ΣΠΕΙΡΑ, ΟΠΩΣ ΤΟ ΣΧΕΔΙΑΣΕ Ο ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΒΟΡΩΝΟΣ.
Έτσι δέχθηκε να εγκαταλείψει την αρχαία καλύβα όπου καθόταν άλλοτε. Πλάγιος υπαινιγμός για το φαρμακείο στον αριθμό 112 της Εγνατίας οδού, το εντευκτήριο όπου έρχονταν οι άνθρωποι σαν σαστισμένα πουλιά κι έπεφταν στην πόρτα του. Κάπως έτσι είχε έρθει και ο Στρατής Δούκας, το χειμώνα του 1931.

Όμως τον Στρατή τον έχασε, καθώς έχασε κι άλλους ανθρώπους. Ήδη, το 1937, «Το 3ο μάτι», ένα άλλο πρωτοποριακών τάσεων περιοδικό του Μεσοπολέμου, στην Αθήνα, (Οκτ. 1935-1937), στο οποίο ο Πεντζίκης υπήρξε εκλεκτός φιλοξενούμενος, έκλεισε. Τότε εμφανίστηκε ο Γιώργης ο Κιτσόπουλος. Για δέκα χρόνια ερχόταν και ξαναερχόταν στην καλύβα, από το 1936 που γνωρίστηκαν. Εκεί ποτιζόταν με την παραμυθία ενός ιδεατού περιοδικού, καταπώς την έκλωθαν για καιρό στην αλληλογραφία τους ο Πεντζίκης και ο πρεσβύτερος του Δούκας. 

Πρώτο τεύχος

Τελικά, το φθινόπωρο του 1945, τρεις φίλοι και συμμαθητές, τότε γύρω στα 25, σχεδιάζουν και πρακτικά το περιοδικό: Ο Δραμινός ζωγράφος, ήδη μάστορας γραφίστας, Γιάννης Σβορώνος, ο Λευτέρης Κονιόρδος, με φιλοσοφικές τάσεις και συνάμα αρκετά εύπορος ώστε να αντέχει τη δαπάνη της έκδοσης και ο Γιώργης Κιτσόπουλος, μόλις εκκολαπτόμενος διηγηματογράφος.

Το πρώτο τεύχος κυκλοφορεί Δεκέμβριο 1945, με ένα τίτλο που σε πολλούς φάνηκε παράξενος και αντιφατικός. «Κοχλίας», λέξη δίσημη και άκρως περιεκτική. Μια ελικοειδή σπείρα σχεδίασε για σήμα του περιοδικού ο Σβορώνος. Και πράγματι, όπως η ανοιχτή καμπύλη του κοχλία είναι η συνισταμένη δύο κινήσεων, έτσι και το περιοδικό στάθηκε ο αρμονικός συνδυασμός της ατομικής αναζήτησης με τις ανησυχίες της συντροφιάς. Ξεκινώντας από τον εσωτερικό χώρο του υποκειμένου, ανοίγεται στη φιλοσοφία, τις εικαστικές τέχνες και τη λογοτεχνία. Όμως υπάρχει και η άλλη σημασία της λέξης: κοχύλι, έκβρασμα της θάλασσας. Όπως στο κοχύλι αντιβουίζει η θάλασσα, στον «Κοχλία» ακούγεται καθαρά η υπαρξιακή αγωνία.

Παρασκιές

Ευθέως ο Πεντζίκης δεν ομολογεί, πόσο κεντρική για το περιοδικό ήταν η θέση της κάμαρης του. Ωστόσο, τον πρώτο χρόνο, όταν ο «Κοχλίας» εμφανίζει την πλέον συντεταγμένη μορφή του, οι τελευταίες σελίδες, ανυπόγραφες, φέρνουν τον χαρακτηριστικό τίτλο «Παρασκιές». Μεταξύ φωτεινού και σκιερού χώρου, ανάμεσα στο έργο και τη σκιά που αφήνει στην ψυχή, τοποθετείται ο σχολιασμός για κείμενα και συγγραφείς και εμμέσως φανερώνεται το σκεπτικό επιλογής τους. Αναδρομικά, μόλις στο 16ο τεύχος, ο Πεντζίκης παραδέχεται πως ουσιαστικά αυτός συγγράφει τις «Παρασκιές». Εδώ μάλλον βρίσκεται η κάμαρη του και πράγματι, μοιάζει να είναι το διευθυντήριο ή πιο σωστά, το μαγειρείο του περιοδικού.

Ο «Κοχλίας» παραχωρεί τις περισσότερες σελίδες του σε μεταφράσματα. Άγνωστοι, έως τότε στην Ελλάδα, ξένοι συγγραφείς παντρεύονται με τον Πλωτίνο και το βυζαντινό πνεύμα. Ωστόσο, ο Πεντζίκης και ο κύκλος μεμυημένων δεν ενδιαφέρονταν να γνωρίσουν στην Ελλάδα την νεωτερική ευρωπαϊκή γραφή. Τουλάχιστον δεν ήταν αυτή η βασική έγνοια τους. Εκείνη την εποχή βρίσκονταν σε μια διπλή αναζήτηση, υπαρξιακή και συγγραφική. Γι' αυτό και εντρυφούν, από τη μία, σε ειδωλολάτρες και χριστιανούς, σε ακόλαστους και ασκητές. Και από την άλλη, σε στυλίστες του 16ου αι. αλλά και χιουμορίστες του 19ου, μέχρι τον Τζόυς, το κατ' εξοχήν σχολείο καθαρότητας ύφους.
ΟΛΟΣΕΛΙΔΟ ΣΚΙΤΣΟ ΤΟΥ Ν. Γ. ΠΕΝΤΖΙΚΗ ΣΤΟ 4Ο ΤΕΥΧΟΣ, ΜΑΡΤΙΟΣ 1946. ΕΝΑ ΑΙΝΙΓΜΑΤΙΚΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΣΥΝΟΔΕΥΕΙ ΤΟ ΠΕΖΟΓΡΑΦΗΜΑ ΤΟΥ, «ΝΕΑΡΑ ΚΟΡΗ», ΠΟΥ ΣΗΜΕΡΑ ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ, ΣΕ ΛΙΓΟ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΗ ΕΚΔΟΧΗ, ΜΑΖΙ ΜΕ ΑΛΛΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΟΥ ΣΤΟ ΒΙΒΛΙΟ «ΣΥΝΟΔΕΙΑ».
Η ίδια η πράξη της μετάφρασης προβάλλει σαν γύμνασμα γραφής. Κατά κανόνα, δύο ή και περισσότεροι συνεργάτες μαστορεύουν την ελληνική απόδοση. Με πλήρη επίγνωση της δυσκολίας που συνεπάγεται η κοινωνία του ύφους, η απόδοση αποσπασμάτων του «Οδυσσέα» -η μοναδική στην οποία μετέχουν όλοι οι στενοί συνεργάτες- χαρακτηρίζεται «μεταφραστική προσπάθεια». Κορύφωση αυτής της αναζήτησης για τον ίδιο τον Πεντζίκη, αποτελεί η μετάφραση του διηγήματος «Ο Ιγκιτουρ» του Στέφαν Μαλλαρμέ μαζί με το συνοδευτικό κείμενο.

Συγκάτοικοι

Τις υπόλοιπες σελίδες καλύπτουν οι συγκάτοικοι του θηλυκού σπιτιού, με κείμενα λυρικά, αμιγώς υπαρξιακά και σε πείσμα των καιρών καθόλου κοινωνικά. Την ιεράρχηση των συνεργατών μας την δίνει ο Πεντζίκης στο παραμύθι του, «Το Βασιλόπουλο που δεν βλέπει ούτε ακούει». Κατ' αρχήν, περιγράφει τα δικά του γραπτά, όπως θα το κάνει και αργότερα στο βιογραφικό σημείωμα, αυτό που συνοδεύει τα βιβλία του. Αμέσως μετά έρχεται ο Γιώργης Κιτσόπουλος, που στρέφεται στη φαντασία και το όνειρο, απελπισμένος, γιατί δεν βρίσκει τρόπο να επικοινωνήσει. Τον Γιάννη Άδραστο ο Πεντζίκης δεν τον μνημονεύει, μια και πρόκειται για το alter ego του Κιτσόπουλου.

Μια από τις γοητευτικότερες ιστορίες ψευδωνυμίας της λογοτεχνίας μας που έχει ελάχιστα προσεχθεί. Ο συγγραφέας Κιτσόπουλος συνομιλεί και διαπληκτίζεται με το λογοτεχνικό του προσωπείο, τον Άδραστο.
Ο ΖΩΓΡΑΦΟΣ ΚΑΙ ΓΡΑΦΙΣΤΑΣ ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΒΟΡΩΝΟΣ, ΕΝΑΣ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΤΡΕΙΣ
Ο Γιάννης Σβορώνος, αμιγής και αυστηρός στην τεχνική, με γραμμή που παραμορφώνει και ανάγει το αίσθημα. Ο Λευτεράκης Κονιόρδος ανάμεσα στους πρώτους, παρόλο που δεν μετέχει. Ο Κάρολος Τσίζεκ ξένος μέσα σε περιβάλλον ξερό για τα αισθήματα. Σύμφωνα με τον Πεντζίκη, ο τόπος μας δεν του έδωσε το κατάλληλο έδαφος να ριζώσει τη φαντασία του. Κι όμως, ήδη από τότε, εμφανίζεται δισχιδής, όπως ειρωνεύεται τη μοναξιά του με πεζά και σχέδια. Ο Γιώργος Θέμελης με αγωνία περισσότερο συναισθηματική παρά εγκεφαλική. Ο Τάκης Βαρβιτσιώτης, άτομο λεπταίσθητο, σε μεταφυσική αναζήτηση. Και ακόμη, ο Τάκης Ιατρού, νέος με αντρίκιο αίσθημα, γράφει και ζωγραφίζει με τη συγκινημένη αμεσότητα του καθημερινού.

Τελευταίους αναφέρει ο Πεντζίκης γι' αυτόν τους σημαντικότερους. Τον Στρατή Δούκα κι ας εμφανίζεται στον «Κοχλία» με ένα και μοναδικό σχέδιο και την αδελφή του Ζωή Καρέλλη, κυρίαρχη παρουσία και στα 22 τεύχη. Συμμετέχει με κείμενα διαλογισμού και ποιήματα. Ο Πεντζίκης τα δέχεται σαν καθαρή ομιλία ανθρώπινη, όπου αναγνωρίζει τη συγγένεια της φωνής. Υπάρχουν και άλλοι συνεργάτες που όμως δεν τους νοιώθει συγκάτοικους. Παλαιοί γνώριμοι από τις «Μακεδονικές Ημέρες», ο Ξεφλούδας, ο Δέλιος, ο Αλκ. Γιαννόπουλος. Ακόμη ο ζωγράφος Νικ. Σαχίνης και ο νεώτερος ποιητής Γ. Στογιαννίδης. Δεν λείπουν και οι φιλοξενούμενοι από την Αθήνα, ο Τ.Κ. Παπατζώνης, ο Ζήσης Οικονόμου και αργότερα, ο Ρένος Αποστολίδης, ο Αρης Δικταίος, ο Τάκης Σινόπουλος και ο Γ. Γ. Σφακιανάκης. Στα 10 τεύχη του δεύτερου χρόνου δεν υπάρχουν πια «Παρασκιές». Ο Πεντζίκης απλώνει τις κρίσεις του σε αυτοτελή κείμενα. Μάλιστα, σχολιάζει εκτενέστερα τη ζωγραφική και παρουσιάζει τον Γκίκα, τον Παπαλουκά, την Αγλαΐα Παπά, τον Αγ. Αστεριαδη, τον Τσαρούχη και τον Μπουζιάνη.

Χωρίς προειδοποίηση

Ο «Κοχλίας» σταματά την έκδοση του χωρίς προειδοποίηση. Για το τέλος του περιοδικού δεν υπήρξε κάποια δικαιολογία πέραν των αντίξοων καιρών. Όμως υπάρχει ένα γεγονός. Στις 15 Ιανουαρίου 1948, ο Πεντζίκης αποφασίζει μια ακόμη μετοικεσία. Νυμφεύεται. Από μια άποψη μπορεί να αποτελεί και άλμα ανεξαρτοποίησης.
ΣΧΕΔΙΟ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΣΒΟΡΩΝΟΥ ΣΤΟ 1Ο ΤΕΥΧΟΣ ΤΟΥ «ΚΟΧΛΙΑ». Ο Ν. Γ. ΠΕΝΤΖΙΚΗΣ ΣΥΝΟΨΙΖΕΙ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΩΣΗ ΠΟΥ ΠΡΟΚΑΛΟΥΝ ΤΑ ΣΧΕΔΙΑ ΤΟΥ: Η ΓΡΑΜΜΗ ΤΟΥ ΠΑΡΑΜΟΡΦΩΝΕΙ ΚΑΙ ΑΝΑΓΕΙ ΤΟ ΑΙΣΘΗΜΑ... ΖΗΤΕΙ ΕΠΑΦΗ ΜΕ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΤΩΝ ΑΡΧΑΙΩΝ ΜΥΘΩΝ.
Το 1983, ο «Κοχλίας» ανατυπώθηκε σε σώμα, ώστε να διασωθεί από τη λήθη και να φτάσει στα χέρια των νεώτερων. Σήμερα, αποτελεί πλέον ένα μύθο όπως λίγο πολύ και ο ίδιος ο Πεντζίκης. Παραμένει όμως αμφίβολο, πόσοι είναι εκείνοι που εντρυφούν στις σελίδες του.


ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΓΑΒΡΙΗΛ ΠΕΤΖΙΚΗΣ
7 ΗΜΕΡΕΣ
Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ
ΑΘΗΝΑ 1997




from ανεμουριον https://ift.tt/3cYTHre
via IFTTT
Από το Blogger.