Κόντογλου και Πεντζίκης

του Στρατή Πασχάλη
«Αρχάγγελος Μιχαήλ» (τέμπερα, μετά το 1980).
Ο Φώτης Κόντογλου και ο Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης είναι δύο προσωπικότητες εκ διαμέτρου διαφορετικές. Το παράξενο είναι ότι στη συνείδηση των περισσότερων μας υπάρχει κάτι που τους συνδέει, κάνοντας τους να μοιάζουν περιπτώσεις συγγενικές -κι αυτό, φυσικά, είναι η Ορθοδοξία και το Βυζάντιο. Τι σημαίνουν όμως για τον Κόντογλου και για τον Πεντζίκη οι δύο αυτές αξίες και πώς λειτουργούν σαν άξονες μέσα στο έργο τους και σε σχέση με την ιδιοσυγκρασία του καθενός;

Ελληνορθόδοξος πολιτισμός

Ο Κόντογλου αντικρίζει τον βυζαντινό και μεταβυζαντινό κόσμο με βλέμμα ρομαντικό, μέσα από έναν τραχύ αλλά και οικείο εξωτισμό. Προσπαθεί να ξαναζωντανέψει αυτόν τον κόσμο, να τον αναστήσει ακέραιο. Νιώθοντας αποστροφή για τη Δύση, ιδιαίτερα για τον τρόπο με τον οποίο στα μετεπαναστατικά χρόνια είχε αρχίσει να «εισάγεται» ραγδαία στην Ελλάδα, κάνει τα πάντα για να διασώσει μια μεγάλη παράδοση από τη βλαβερή, όπως πιστεύει, ξενόφερτη επιρροή, συντείνοντας έτσι με το έργο του, που θα μπορούσε να θεωρηθεί ακόμα και στρατευμένο, στη διατήρηση και την αναγέννηση του αυθεντικού καταγωγικού χαρακτήρα, ιδρύοντας, ουσιαστικά, ένα βυζαντινιστικό δόγμα, βαθιά συντηρητικό, αν το δει κανείς στενά ιδεολογικά, πολύπλευρα ενδιαφέρον, αν το δει έξω από τη γραφικότητα με την οποία ηθελημένα και κάπως προσποιητά θέλησε ο ίδιος να το περιβάλει.

Έχοντας επηρεαστεί από διάφορες ευρωπαϊκές πνευματικές προσωπικότητες και αισθητικά ρεύματα, είτε τα απωθεί είτε τα αλλοιώνει, όταν μιλάει γι' αυτά άμεσα ή έμμεσα, περνώντας τους την πατίνα της λαϊκότροπης εκφραστικής του.

Ο Κόντογλου, στη βάση του, είναι μια μορφή φανατική, που πιστεύει στη διαμόρφωση ενός σύγχρονου καθαρά ελληνορθόδοξου πολιτισμού, με θεοκεντρικό χαρακτήρα, και αυστηρά παραδοσιακά πρότυπα, είναι ένας ιδιότυπος αισθητής που πολέμησε τον κοσμικό αισθητισμό, ένας βαθύς νοσταλγός του ανατολίτικου θρύλου, ένας προικισμένος με ταλέντο αριστοτέχνης που έφτιαξε μια γλώσσα, εικαστική και λογοτεχνική, εξεζητημένα πρωτόγονη, ένας μάστορας που επαναφέρει, με κάποια απόκρυφη νεωτεριστική αφαιρετικότητα, τις πλαστικές μανιέρες της βυζαντινής εικονογραφίας, ένας εν τέλει γνήσιος πουριστής.

Ένα «νέο Βυζάντιο»

Αντίθετα, ο Πεντζίκης είναι βαθιά υπαρξιακός, μηδενιστής και «εικονοκλάστης». Δεν πιστεύει σε κανενός τύπου αναβίωση ή διατήρηση. Οι προθέσεις του είναι στη ρίζα τους ακραίες και ανατρεπτικές. Τον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζει τον ανατολικό Μεσαίωνα δεν τον διακρίνει ούτε ίχνος οριενταλιστικής νοσταλγίας. Αν ο Κόντογλου ξαναζωντανεύει, όμοια με μάγο από τη Μικρασία, την ιερατική αυστηρότητα της Ανατολής και το αδρό συναξάρι της Ρωμιοσύνης, προβοκάροντας την κούφια αθηναϊκή αυταρέσκεια, ο Πεντζίκης, καθώς συναισθάνεται την ισχυρή μεταμορφωτική ενέργεια που περικλείει η Ορθοδοξία, μαζί με την απεριόριστη αποδοχή της για τα πάντα που αγγίζει, πολλές φορές ακόμα και τον εξωφρενισμό, επιλέγει να σταθεί θαρραλέα στο κέντρο της εποχής του και να ζήσει, να νιώσει, να μιλήσει με την πεποίθηση ότι ο σύγχρονος κόσμος του προσφέρει όλα τα δεδομένα για να συλλάβει, να βιώσει και να φανερώσει, με τρόπο ασυνήθιστο, αλλά συνάμα και ζωντανό, ένα «νέο Βυζάντιο». Μέσα από διαδικασίες εντελώς ξένες προς τον παραδοσιοφανή ιδιομορφισμό του Κόντογλου, διαδικασίες που εκπηγάζουν από τον ευρωπαϊκό νιχιλισμό και μοντερνισμό, αποκαλύπτει ένα Βυζάντιο εκκεντρικό, εγκεφαλικό, μυστικιστικό, νομιναλιστικό, παράδοξο, παράλογο, σχιζοφρενικό, αλλά ταυτόχρονα πραγματιστικό και υλιστικό μέσα στον υπερβατισμό του.

Επηρεασμένος βαθιά από τους χριστιανούς υπαρξιστές, τους Ρώσους μεταφυσικούς στοχαστές και τους Γάλλους maudits, ο Πεντζίκης διαμορφώνει ένα καταπληκτικό ενορατικό σύστημα πρόσληψης, ερμηνείας και χρήσης του κόσμου, μια παράξενη νοητική όσο και αισθητηριακή λειτουργία διάλυσης και ανασύνθεσης του θεμελιωμένη πάνω σε μια εντελώς επαναστατική ανάγνωση των Πατέρων, του Συναξαριστή και των βυζαντινών χρονογράφων, όλα αυτά σε συνδυασμό με τον μηχανισμό της παραισθητικής ανάμνησης, του «συνειδησιακού κύματος», του υπερρεαλιστικού ονειρισμού, καθώς και την αισθητική του απίθανου, του ανακόλουθου, του θρυμματισμένου, του γραμματικού και λεκτικού αποκρυφισμού, όπου στηρίζεται η νέα ποίηση και λογοτεχνία.

Ο Κίργκεγκαρντ, ο Μαλαρμέ, ο Ρεμπό, ο σουρεαλισμός, οι συγγραφείς τού «εσωτερικού μονολόγου», φανερώνονται μπροστά στα μάτια του να εκφράζουν αναζητήσεις που κινούνται μέσα στο πλαίσιο ενός αλλόκοτου «μεσαιωνισμού», σε εξωκοινωνικό και θλιμμένο κλίμα ψυχισμών αποσυρμένων από την αστική νοοτροπία της Τέχνης και του Ωραίου, που οδηγούνται σε υπερλογικές πνευματικές και αισθητικές μορφές, αντιδράσεις εξτρεμιστικών ή και νευρασθενικών συνειδήσεων που δοκιμάζονται από το ατομικό αδιέξοδο του Μηδενός, το οποίο μοιάζει να γίνεται γι' αυτούς η θύρα εισόδου σε μια -τι περίεργο- αόρατη διάσταση ζωής, πέρα από την ορθολογική ιεράρχηση των πραγμάτων που επί τόσους αιώνες προπαγανδίστηκε από τον ουμανισμό ως ωφέλιμη για τον άνθρωπο.

Υπαρξιακή ερημία

Ο Πεντζίκης είναι σα να βλέπει στο σύγχρονο συναίσθημα του κενού και της απόλυτης υπαρξιακής ερημιάς, στον εκφυλισμό του ανθρωπιστικού κόσμου, το ιδανικό έδαφος όπου θα μπορούσε να βλαστήσει, λυτρωτικά και αναστάσιμα, η ένθεη χριστιανική παράκρουση, που με το Βυζάντιο δεν γνωρίσαμε παρά μόνο μία της εκδοχή. Σε αντίθεση με τον Κόντογλου, το σύστημα του δεν υπόσχεται καμία απολύτως ασφάλεια, δεν φτιάχνει ιδεολογία και προπαντός δεν επιδέχεται την ανάπτυξη του σε στυλ, αφού η οποιαδήποτε μίμηση του θα φάνταζε εντελώς γελοία, κι εφόσον η στάση του τόσον ως την τέχνη όσο και ως προς οποιαδήποτε μορφή εγκόσμιας κοινωνίας, έστω και χριστιανικής, είναι ακυρωτική και διαλυτική.

Εν κατακλείδι, και με δύο λόγια, θα μπορούσαμε να πούμε, κάπως τολμηρά, ότι αν η όραση του Κόντογλου είναι απλά και μόνο θρησκευτική, τότε του Πεντζίκη είναι, με την ευρύτατη έννοια, μυστική.


ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΓΑΒΡΙΗΛ ΠΕΤΖΙΚΗΣ
7 ΗΜΕΡΕΣ
Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ
ΑΘΗΝΑ 1997




from ανεμουριον https://ift.tt/2Q9Cphl
via IFTTT
Από το Blogger.