Το Θέατρο στη Σμύρνη

της Χρυσόθεμης Σταματοπούλου-Βασιλάκου
Από τα μέσα του 19ου αιώνα το ελληνικό θέατρο γνώρισε μεγάλη άνθιση στη Σμύρνη, η οποία στη συνέχεια μπόλιασε με τη σειρά της την ελληνική σκηνή με νέους ηθοποιούς που τίμησαν το όνομα του καλλιτέχνη πρώτα στην πατρίδα τους και αργότερα στην Ελλάδα. Ανάμεσά τους ο διαπρεπής πρωταγωνιστής και θιασάρχης Μήτσος Μυράτ (1878-1964) που εικονίζεται πάνω και κάτω ο δημοφιλής κωμικός ηθοποιός Κώστας Σαγιώρ (1867-1910) (φωτ.: Αρχείο Θεατρικού Μουσείου).
Η εμφάνιση του θεάτρου στη Σμύρνη συνδέεται με την εγκατάσταση, επί Σουλεϊμάν Α’ (1494-1566), Γάλλων, Άγγλων, Ολλανδών και άλλων Ευρωπαίων, που μαζί με το ντόπιο ελληνικό στοιχείο μετατρέπουν την πανέμορφη αυτή πόλη σε σημαντικό εμπορικό κέντρο του ανατολικού Αιγαίου, με κοσμοπολίτικο χαρακτήρα. Πληροφορίες από περιηγητικά κείμενα του 17ου και 18ου αι. μιλούν για ιδιωτικές παραστάσεις στα ξένα προξενεία. Το 1657 παίζεται στο Γαλλικό Προξενείο ο Νικομήδης του Κορνηλίου, που μέχρι σήμερα θεωρείται η πρώτη θεατρική παράσταση στη Σμύρνη, ενώ η πρώτη δημόσια παράσταση δίνεται από Ευρωπαίους ερασιτέχνες το 1775 με το έργο Κάιν.

Η οικονομική ευμάρεια που επιφέρει η άνθιση του εμπορίου έχει ως αποτέλεσμα τη δημιουργία μιας καλοζωισμένης κοινωνίας που αγαπά τις διασκεδάσεις: γεύματα, χοροί, συναυλίες, εσπερίδες είναι συνηθισμένες κοινωνικές εκδηλώσεις της εποχής, μέσα στις οποίες ξεχωριστή θέση κατέχει το θέατρο, ερασιτεχνικό ακόμα, καθώς και τα θεάματα τσίρκου.

Οι Έλληνες της Σμύρνης, που ήδη από τα μέσα του 16ου αι. έχουν συγκροτήσει μία ευάριθμη κοινότητα που ενισχύθηκε από εποίκους προερχόμενους από το εσωτερικό της Μ. Ασίας, τα νησιά του Αιγαίου και την ηπειρωτική Ελλάδα, συγχρωτιζόμενοι με τα μέλη των ξένων παροικιών, έρχονται σε επαφή με το ξένο θέατρο στις κοινωνικές αυτές συναναστροφές.

Το Μάρτιο 1799 σε μια παράσταση Αυστριακών σχοινοβατών, με αφορμή συμπλοκή Ζακυνθίων εποίκων με ομάδα γενιτσάρων υπεύθυνων για την τάξη, θα προκληθεί εκτεταμένος σφαγιασμός του ελληνικού στοιχείου που έμεινε γνωστός στην ιστορία ως το Ρεμπελιό της Σμύρνης. Αυτή είναι η δεύτερη μεγάλη σφαγή του ελληνικού πληθυσμού της Σμύρνης μετά το 1770, όταν μετά τη ναυμαχία του Τσεσμέ φανατικοί μουσουλμάνοι σφαγίασαν 1.500 Έλληνες, για να ακολουθήσει και τρίτος διωγμός, ο φοβερότερος, το 1821, αμέσως μετά την κήρυξη της Ελληνικής Επανάστασης, που θα επιφέρει σοβαρό πλήγμα στην σμυρναϊκή ελληνική κοινότητα.

Στο διάστημα των δύσκολων αυτών χρόνων εντοπίζονται μόνο γαλλικές και ιταλικές παραστάσεις ευρωπαίων ερασιτεχνών με έργα κυρίως του Μολιέρου, του Γκολντόνι και του Σκριμπ, ενώ παίζεται το 1825 και ο Αρταξέρξης του Μεταστάσιου μεταφρασμένος στα ελληνικά.
Από τη δεκαετία του 1840, όταν η πόλη αποκτά το πρώτο μεγάλο θέατρό της, το θέατρο Ευτέρπη (1841), αρχίζουν να επισκέπτονται τη Σμύρνη συστηματικά γαλλικοί και ιταλικοί μελοδραματικοί θίασοι. Έτσι το θεατρόφιλο κοινό έχει πλέον την ευκαιρία να παρακολουθήσει παραστάσεις επαγγελματικών θιάσων και να απολαύσει μεγάλα ονόματα του ευρωπαϊκού λυρικού θεάτρου.

Οι πρώτες ελληνικές παραστάσεις

Η σμυρναϊκή ελληνική κοινότητα, από το 1828 και μετά, απομακρυνόμενη από τα εφιαλτικά γεγονότα του 1821, βρίσκει πάλι τη γαλήνη και τους ρυθμούς ανάπτυξής της. Με την επανεγκατάσταση στη γενέθλια γη προσφύγων που είχαν καταφύγει στην Ελλάδα, παρατηρείται δημογραφική άνοδος του ελληνορθόδοξου στοιχείου, που συμπίπτει με τη γενικότερη αλματώδη αύξηση του πληθυσμού της πόλης. Κίνητρο η εκμετάλλευση των ευκαιριών που προσφέρει η αναγεννώμενη οικονομική ζωή. Οι Έλληνες παίρνουν ξανά στα χέρια τους το εμπόριο και ανασυγκροτούνται, όπως αποδεικνύει ο αριθμός των ελληνικών σχολείων της περιοχής και η έκδοση ελληνικών εντύπων (εφημερίδων και περιοδικών).

Το ελληνικό θέατρο θα κάνει τότε την εμφάνισή του στα πλαίσια των πνευματικών και πολιτιστικών αναζητήσεων της σμυρναϊκής ελληνικής κοινότητας, απόρροια της οικονομικής της ευημερίας. Η πρώτη ελληνική παράσταση δίνεται στις 3 Φεβρ. 1845, στο θέατρο Ευτέρπη, από ερασιτέχνες, με την ιταλική κωμωδία ο Μανιώδης που είχε μεταφράσει και εκδόσει ο X. Μιχαλόπουλος στη Σμύρνη το 1836 και ακολουθεί τον ίδιο μήνα η παράσταση της Βαβυλωνίας του Δημ. Βυζαντίου που είχε εκ-δοθεί στη Σμύρνη το 1841 και 1843.
Ο Σμυρναίος ηθοποιός Γιώργος Γληνός (1895-1966), βασικό στέλεχος του Εθνικού Θεάτρου για πολλά χρόνια. Κατά τη διάρκεια της Μικρασιατικής Εκστρατείας πήρε μέρος σε θιάσους ψυχαγωγίας των στρατιωτών του μετώπου.
Η έκδοση του Χάττι-Χουμαγιούν (1856) και οι Εθνικοί Κανονισμοί (1860 -1862) θα εξασφαλίσουν ελευθερία δράσης στους ελληνορθόδοξους πληθυσμούς της Μ. Ασίας που, πέρα από τον οικονομικό, θα δώσουν λαμπρούς καρπούς στον κοινωνικό και πνευματικό τομέα.

Κάτω από τις ευνοϊκές αυτές συνθήκες, από το β' μισό του 19ου αι. μέχρι τη μεγάλη καταστροφή, η σμυρναϊκή ελληνική κοινότητα θα φθάσει στο απόγειο της ακμής της και μαζί με αυτή και το ελληνικό θέατρο. Τρεις είναι οι σημαντικότεροι συντελεστές της άνθισής του: α) οι περιοδεύοντες θίασοι από την Ελλάδα, β) οι ντόπιοι ελληνικοί θίασοι, επαγγελματικοί και ερασιτεχνικοί και γ) οι πνευματικοί άνθρωποι της Σμύρνης που με τη συγγραφή, μετάφραση και έκδοση θεατρικών έργων δημιουργούν τη σμυρναϊκή θεατρική λογοτεχνία.

Οι πρώτοι ελληνικοί επαγγελματικοί θίασοι που είχαν αρχίσει να συγκροτούνται στην Αθήνα από τη δεκαετία του 1860, απογοητευμένοι από την μέχρι τότε αρνητική στάση της αθηναϊκής μεγαλοαστικής κοινωνίας που, μιμούμενη τα ευρωπαϊκά ήθη, σύχναζε στα ξένα θέατρα, θα αναζητήσουν την τύχη τους στις οικονομικά ακμαίες ελληνικές κοινότητες του μείζονος Ελληνισμού. Στη Σμύρνη, το ελληνικό στοιχείο, που μέχρι τότε παρακολουθούσε τις ξένες παραστάσεις, επιθυμούσε διακαώς να αποκτήσει θέατρο ελληνικό. Έτσι από την αρχή αγκάλιασε τους περιοδεύοντες θιάσους, περιέβαλε με αγάπη τους Έλληνες ηθοποιούς και στήριξε με θέρμη την ελληνική σκηνή ως έκφραση πολιτισμού, ως μέσο τόνωσης της εθνικής συνείδησης και διάδοσης της ελληνικής γλώσσας.

Θίασοι από την Ελλάδα

Ο πρώτος περιοδεύων θίασος που επισκέπτεται τη Σμύρνη το 1866 είναι ο θίασος του Διον. Ταβουλάρη, ο μεταγενέστερος θίασος Μένανδρος. Λόγω της θερμής υποδοχής του από το εκεί θεατρόφιλο κοινό θα επαναλάβει την επίσκεψη και την παραμονή του στην πόλη επί πολλά χρόνια και για μεγάλα χρονικά διαστήματα, πάντοτε με πολυπρόσωπο και καλά καταρτισμένο δυναμικό και με πλούσιο δραματολόγιο (1866, 1867, 1869, 1872, 1874-75, 1878-79, 1884, 1887, 1888, 1891, 1895, 1898, 1906). Το παράδειγμά του ακολουθεί ο δεύτερος μεγάλος ηθοποιός του 19ου αι., ο Δημοσθένης Αλεξιάδης που αφήνει και αυτός άριστες εντυπώσεις (1869, 1872-73, 1875-76, 1881-82, 1888, 1889).

Η Σμύρνη θα περιληφθεί στο δρομολόγιο των περιοδειών και άλλων θιάσων: του Μιχαήλ Αρνιωτάκη (1884, 1886), του Νικόλαου Λεκατσά (1884, 1906) και της μεγάλης Κ/πολίτισσας ηθοποιού Αικ. Βερώνη που θα δημιουργήσει στη Σμύρνη ένα σημαντικό μέρος της λαμπρής θεατρικής της καριέρας (1889.1894,1895,1896, 1899, 1904, 1905, 1907, 1908, 1909, 1910, 1911 και το 1912 με το Σύνδεσμο Ελλήνων Ηθοποιών).

Η τακτική αυτή θα συνεχιστεί μέχρι τη μεγάλη καταστροφή, με μόνη διακοπή το 1897 λόγω του ελληνοτουρκικού πολέμου. Ελληνικοί θίασοι πρόζας που απαντώνται στη Σμύρνη είναι χρονολογικά οι ακόλουθοι: Θίασος Νικ. Καρδοβίλλλη (1891, 1894, 1901, 1902, 1907, 1909), Ευαγγελίας Παρασκευοπούλου (1895, 1904, 1905, 1908, 1910), Ευάγγελου Παντόπουλου (1891, 1908), Δημητρίου Κοτοπούλη (1899, 1900, 1903, 1904, 1906), η Νέα Σκηνή Κων/νου Χρηστομάνου (1902, 1903), Περικλή Χριστοφορίδη (1903), Ευτύχιου Βονασέρα (1903), Θωμά Οικονόμου (1907 και 1910 με το θίασο της Κυβέλης), Αναστ. και Ελένης Απέργη (1907, 1909, 1910, 1911), Ελεωνόρας Λοράνδου (1908), Κυβέλης Αδριανού (1909, 1910, 1911, 1912, 1914, 1919, 1920), Μαρίκας Κοτοπούλη-Τηλέμαχου Λεπενιώτη (1910), Νίκα-Φυρστ (1910, 1914), ο Σύνδεσμος Ελλήνων Ηθοποιών (1911), ο θίασος Ζαχαρία Μέρτικα (1914-1920), Σωτηρίας Ιατρίδου (1920), η Εταιρία του Ελληνικού Θεάτρου (1920) ο θίασος των αδελφών Νέζερ (1922) καθώς και άλλοι, ελάσσονες.
Το θέατρο ΚΡΑΙΜΕΡ και ο κινηματογράφος ΣΙΝΕ ΠΑΤΤΕ στην Προκυμαία της Σμύρνης (φωτ.: Αρχείο Ενώσεως Σμυρναίων).
Στη Σμύρνη, πέρα από το θέατρο πρόζας, γνωρίζει ημέρες δόξας και το ελληνικό μελόδραμα. Η ελληνική μεγαλοαστική τάξη με τη συνεχή μετάκληση ξένων λυρικών θιάσων είχε εξοικειωθεί με το θεατρικό αυτό είδος, που μεσουρανούσε τότε στην Ευρώπη και επιζητούσε με λαχτάρα τη δημιουργία ελληνικού μελοδράματος. Έτσι οι ελληνικοί μελοδραματικοί θίασοι (Ωδικός Θίασος με επικεφαλής το βαρύτονο Ροδόπουλο 1886 και ο θίασος του Διον. Λαυράγκα 1905,1908,1911) που επισκέπτονται τη Σμύρνη, βρίσκουν την αμέριστη συμπαράσταση του ειδικού αυτού κοινού. Παίζονται όλα τα γνωστά μελοδράματα (Τραβιάτα, Φάουστ, Αΐντα, Τροβατόρε, Ριγκολέτο κ.ά.) καθώς και ελληνικά μουσικά έργα με πρώτο τον Υποψήφιο βουλευτή του Σπ. Ξύνδα. Στη συνέχεια το μελόδραμα θα δώσει τη θέση του στην ο-περέττα που ανθεί από το 1909-1922 (θίασοι μελοδραματίων Ιω. Παπαϊωάννου 1909, 1910, 1912, 1920, με πρωταγωνίστρια τη Μελπομένη Κολυβά, Ελληνικής Οπερέττας το 1911 με τους Σωσώ Κανδύλη, Νίκο Αφεντάκη και I. Πρινέα, Οπερέττας Γεωρ. Λαγκαδά το 1913 και Οπερέττας Ελλης Αφεντάκη 1919, 1920, 1922) παράλληλα με το νέο μουσικό θέατρο, την επιθεώρηση, που στηριζόμενο στο ευρύ κοινό θα γνωρίσει στη Σμύρνη μεγάλη επιτυχία.
Ο θεατρικός συγγραφέας Σύλβιος (Ανδρέας Παπαδόπουλος) που διακρίθηκε ως επιθεωρησιογράφος κατά την περίοδο της ακμής της σμυρναϊκής επιθεώρησης, με την ηθοποιό Ζαζά Μπριλλάντη (φωτ.: Αρχείο Θεατρικού Μουσείου).
Η μακροχρόνια παρουσία τόσο του ξένου θεάτρου όσο και του ελληνικού ήταν φυσικό να δημιουργήσει ένα ευρύ καλλιεργημένο κοινό που αποτέλεσε το φυτώριο, μέσα από το οποίο ξεπήδησαν νέοι θεράποντες της θεατρικής τέχνης. Έτσι η Σμύρνη μπόλιασε την ελληνική σκηνή με νέους ηθοποιούς που τίμησαν το όνομα του καλλιτέχνη πρώτα στην πατρίδα τους και αργότερα στην Ελλάδα. Ενδεικτικά αναφέρουμε τους μεγάλους ηθοποιούς Μήτσο Μυράτ (1878-1964), Κυβέλη Αδριανού (1887-1978) και Γιώργο Γληνό (1895-1966) αλλά και τους Νικ. Πεζό-δρομο, Βασ. Αργυρόπουλο, Αλεξάνδρα Καλλινέα, Μάριο Παλαιολόγο, Αντ. Τζινιόλη, Βασ. Δενδρινού, Στάσα Αμηρά, Ιω. Στυλιανόπουλο, Ζαζά Μπριλλάντη, Χρισ. Χειμάρα κ.ά.
Το ΘΕΑΤΡΟ ΣΜΥΡΝΗΣ. Με το θέατρο αυτό που κτίστηκε το 1911, η Σμύρνη απόκτησε ένα από τα ωραιότερα και κομψότερα θέατρα των Βαλκανίων και της Ανατολής (φωτ.: Συλλογή Α.Σ. Μαίλλη).
Η ύπαρξη του θεατρικού αυτού δυναμικού έδωσε τη δυνατότητα, ιδιαίτερα μετά τον αποκλεισμό του λιμανιού της Σμύρνης από τους συμμάχους κατά τον Α’ Παγκόσμιο πόλεμο, να προαχθεί όσο ποτέ άλλοτε το σμυρναϊκό ελληνικό θέατρο. Σμυρναϊκοί επαγγελματικοί θίασοι συγκροτούνται από ντόπιους ηθοποιούς και άλλους που με τη μακρόχρονη παραμονή τους στην πόλη είχαν πολιτογραφηθεί Σμυρνιοί και δίνουν το θεατρικό τους παρών: ο Καλλιτεχνικός Θίασος Σμύρνης (1917-1919) που αποδείχτηκε ο ανώτερος από κάθε άλλον στο είδος του, ο Πατριωτικός Θίασος Βιργινίας Δελενάρδου και Βάσου Αργυρόπουλου (1919), ο Θίασος Β. Αργυρόπουλου (1920), ο Σμυρναϊκός Μουσικός Θίασος (1920), το Ελληνοϊταλορωσικό Μελόδραμα (1920), ο Θίασος Εθνικής Ελληνικής Σκηνής (1920) και αυτός της Αλεξάνδρας Καλλινέα (1920 -1922).
Ο Σμυρναίος θεατρικός συγγραφέας και ποιητής Λαίλιος Καρακάσης. Δική του ήταν η επιθεώρηση με την οποία έπεσε οριστικά η αυλαία της ελληνικής σκηνής στη Σμύρνη το καλοκαίρι του 1922, ύστερα από ογδόντα χρόνια ακμαίας πορείας.
Παράλληλα με τους επαγγελματικούς θιάσους, περιοδεύοντες και ντόπιους, πρόζας ή μουσικού θεάτρου, τη θεατρική ζωή στη Σμύρνη εμπλουτίζει και η ερασιτεχνική θεατρική δραστηριότητα. Οι ποικιλώνυμες συσσωματώσεις της σμυρναϊκής ελληνικής κοινότητας, που εμφανίζονται πολυπληθείς από το 1860 και μετά, θα περιλάβουν στις δραστηριότητές τους τη διοργάνωση θεατρικών παραστάσεων, είτε ως μέσο εξασφάλισης πόρων για την εξυπηρέτηση των σκοπών τους (κοινωνικών, φιλεκπαιδευτικών, φιλανθρωπικών κ.ά.), είτε για να εντρυφήσουν στη θεατρική τέχνη, μέσα στα πλαίσια της γενικότερης κίνησης για την πνευματική αναγέννηση του υπόδουλου Ελληνισμού. Ο κοινωνικός αυτός χώρος όπου δραστηριοποιούνται νεαρά δυναμικά άτομα που αργότερα θα διακριθούν στις επιστήμες, στις τέχνες, στα γράμματα και στο εμπόριο, αλλά και επιφανή μέλη της σμυρναϊκής κοινωνίας, ήδη επαγγελματικά και κοινωνικά καταξιωμένα, θα εκθρέψει θεατρικούς συγγραφείς και ηθοποιούς που θα εξελιχθούν σε επαγγελματίες.

Οι ερασιτεχνικές παραστάσεις δίνονται είτε από μέλη των διαφόρων αυτών συλλογικών οργάνων, είτε συστήνονται ανεξάρτητοι φιλοδραματικοί σύλλογοι για να υπηρετήσουν το θέατρο. Ενδεικτικά αναφέρονται τα μέλη του Αναγνωστηρίου Σμύρνης Ομόνοια (1869), ο Φιλοδραματικός Όμιλος Σμύρνης (1870), ο Φιλοδραματικός Σύλλογος Σμύρνης (1877), ο Φιλοδραματικός Σύλλογος Αισχύλος (1894,1897,1906), ο Ερασιτεχνικός Θίασος Απόλλων (1903), ο Φιλοδραματικός Σύλλογος Ο Θέσπις (1905), ο Ερασιτεχνικός Θεατρικός Σύλλογος Σαίξπηρ (1909), ο Σμυρναϊκός Φιλοδραματικός Σύλλογος Ερασιτεχνών (1910), ο Ερασιτεχνικός Θίασος από Έλληνες, Γάλλους, Αγγλους, Ιταλούς και Εβραίους Σμυρνιούς (1915), η ομάδα Σμυρναίων συγγραφέων και ερασιτεχνών (1917), ο Ερασιτεχνικός Όμιλος της Καραντίνας (1919) και ο Όμιλος Φιλοτέχνων Σμύρνης (1919). Στον κύκλο της ερασιτεχνικής δράσης εντάσσεται και η σχολική θεατρική δραστηριότητα με προεξέχοντες τους μαθητές της Ευαγγελικής Σχολής που μετέχουν στην κίνηση για την αναβίωση του αρχαίου δράματος παίζοντας Οιδίποδα Τύραννο σε μετάφραση Ν. Κοντόπουλου (1870) και Μήδεια στο πρωτότυπο (1898).

Ποικιλία έργων

Ως προς τα έργα που παίχτηκαν στη σμυρναϊκή ελληνική σκηνή παρατηρείται μία μεγάλη ποικιλία. Οι περιοδεύοντες θίασοι με το δραματολόγιό τους κάλυπταν όλο το φάσμα των τότε παίζόμενων έργων του ευρωπαϊκού νεοκλασικισμού (του Μόντι, Αλφιέρι, Μεταστάσιου), των μεγάλων κλασικών (Σαίξπηρ, Μολιέρου, Γκολντόνι, Γκαίτε, Σίλλερ), των μυθιστορηματικών δραμάτων του συρμού (π.χ. Η κόρη του Ραβίνου, Οι δύο λοχίαι, Αι δύο ορφανοί, Η μοσχομάγκισσα των Παρισίων, κ.ά), εμπλουτιζόμενο κάθε φορά με την ελληνική δραματουργική δημιουργία (δράματα των Ζαμπέλιου, Αλ. Ραγκαβή, Δημ. Βερναρδάκη, Σπ. Βασιλειάδη αλλά και κωμωδίες των Αγγ. Βλάχου, Νικ. Ζάνου, X. Αννινου κ. ά.) μαζί με ένα μεγάλο αριθμό μονόπρακτων κωμωδιών απαραίτητων για το κλείσιμο κάθε παράστασης σύμφωνα με τη συνήθεια της εποχής.
Αποψη από το εσωτερικό του «Θεάτρου Σμύρνης». Ημέρες δόξας γνώρισε το ελληνικό θέατρο στη Σμύρνη όπου η ελληνική κοινότητα το στήριξε με θέρμη ως έκφραση πολιτισμού, ως μέσο τόνωσης της εθνικής συνείδησης και διάδοσης της ελληνικής γλώσσας (φωτ.: Αρχείο Ενώσεως Σμυρναίων).
Πέρα όμως από το εισαγόμενο αυτό ρεπερτόριο η Σμύρνη διέθετε δικό της πνευματικό δυναμικό, που από την μετεπαναστατική κιόλας περίοδο θα καλλιεργήσει τη θεατρική λογοτεχνία, στην αρχή με μεταφράσεις και αργότερα με πρωτότυπα έργα και νέες διασκευές. Ενδεικτικά αναφέρουμε τους: Ισ. I. Σκυλίσση, Κων/νο Οικονόμου, Κων/νο Αμηρά, Κ. Υάκινθο, Φωκ. Βουτσινά, Ν. Βαρδόπουλο, Α. Κωνσταντινίδη, Λουκά Νικολαΐδη, Μηνά Χαμουδόπουλο, Ν. Ψαρρά, Αρ. Ελεάδη, Θ. Υπερίδη, Άγγελο και Γεώργιο Σημηριώτη, Ανδρέα Σταματιάδη κ. ά., ενώ την περίοδο της ακμής της σμυρναϊκής επιθεώρησης διακρίθηκαν ως επιθεωρησιογράφοι οι Ευαγ. Παντελίδης, Χρ. Παπαζαφειρόπουλος, Σύλβιος, Λαίλιος Καρακάσης, Ανδρέας Κου-τούβαλης, Σταύρος Κουκουτσάκης, Θεοδόσης Δανιηλίδης, Γιάννης Αναστασιάδης, Νέστορας Λάσκαρης κ. ά. Τα έργα της σμυρναϊκής επιθεώρησης παίζονται από περιοδεύοντες θιάσους που τα μεταφέρουν και στην αθηναϊκή σκηνή, κυρίως όμως από τους ντόπιους θιάσους, ενώ οι ερασιτέχνες δείχνουν σαφώς την προτίμησή τους στο ελληνικό δραματολόγιο. Σε περιόδους εθνικής έξαρσης, λόγω των επιτυχιών των ελληνικών στρατιωτικών δυνάμεων παίζονται έργα πατριωτικού περιεχομένου με εμψυχωτικό χαρακτήρα όπως: το 1908 Ο ήρως της Μακεδονίας, Ο Παύλος Μελάς, Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, το 1909 Η πτώσις του Γιλδέζ, Οι Λύκοι της Μακεδονίας και το 1919 Προ παντός η πατρίς του Παύλου Νιρβάνα και το προφητικό Ξερίζωμα της φυλής του Παντελή Καψή.

Τα θέατρα

Ολη αυτή η έντονη θεατρική ζωή κατέστησε επιτακτική τη δημιουργία θεατρικών χώρων κατάλληλων να δεχτούν τους ελληνικούς και ξένους θιάσους. Έτσι μετά το πρώτο θέατρο στον Φραγκομαχαλά το 1775 που κάηκε στο Ρεμπελιό της Σμύρνης το 1799 και το θέατρο της Μαντάμας στον Μπουτζά, όπου έδιναν παραστάσεις ξένοι θίασοι στο πρώτο μισό του 19ου αι., κτίζεται το 1841 το θέατρο Ευτέρπη, το πρώτο μεγάλο θέατρο της Σμύρνης, 300 θέσεων και δύο θεωρείων. Ακολουθούν το θέατρο Καμεράνο ή Θέατρο Σμύρνης το 1862 που καταστρέφεται από πυρκαγιά το 1884, τα θερινά θέατρα Αλάμπρα, Ελδοράδο, που αργότερα μετονομάστηκε σε Απόλλων, Κονκόρδια που το 1886 διαρρυθμίζεται σε χειμερινό και το θέατρο της Προκυμαίας, το κατόπιν θέατρο Παρθενών. Το 1894 ανεγείρεται το θέατρο Σπόρτιγκ Κλαμπ στη θέση του παλαιότερου θεάτρου Ολύμπια ευρωπαϊκών προδιαγραφών με 600 θέσεις, που το 1920 μετονομάζεται σε θέατρο Κυβέλης προς τιμή της μεγάλης ηθοποιού και αποτελεί τον πυρήνα της θεατρικής ζωής μέχρι την καταστροφή. Παράλληλα με τα θέατρα, παραστάσεις δίνονταν και σε καφενεία (π.χ. καφενείο Κιβωτός). Δύο από αυτά μετετράπησαν σε θέατρα, το καφενείο του Λουκά (Θέατρο Λουκά ή Θέατρο Σμύρνης) και το καφενείο Μπέλλα-Βίστα (θέατρο Παράδεισος). Την αυγή του 20ου αιώνα κτίζεται το Θέατρο Χαβούζας (1900) στον Μπουρνόβα, ενώ μικρά θέατρα, συνήθως θερινά ξεπροβάλλουν σε διάφορα προάστια και συνοικίες της πόλης, όπου φιλοξενούνται συνήθως δευτερεύοντες θίασοι (στο Κορδελιό, στο Μπουτζά, στο Γκιοζ Τεπέ, στην Τερψιθέα, στη συνοικία της Ευαγγελίστριας και στη συνοικία Ταμπάχανα του Αγ. Δημητρίου).
Πρόγραμμα από την παράσταση του θιάσου Κυβέλης Αδριανού στο έργο του Σπ. Μελά «Το χαλασμένο σπίτι», στο θέατρο «Σπόρτιγκ Κλουμπ» (φωτ.: Αρχείο Ενώσεως Σμυρναίων).
Εκτός από το Σπόρτιγκ Κλαμπ η θεατρική ζωή στη Σμύρνη εξυπηρετείται επίσης από τα θέατρα Γκαίϋ, που κτίζεται το 1909 και αργότερα μεταβαπτίζεται σε Ίριδα και το πολυτελές Θέατρο Σμύρνης το 1911, με το οποίο η Σμύρνη αποκτά ένα από τα ωραιότερα και κομψότερα θέατρα των Βαλκανίων και της Ανατολής, καθώς επίσης από το θερινό θέατρο Σπλέντιτ και το θέατρο Κραίμερ.

Η ελληνική σκηνή θα ρίξει την αυλαία της στη Σμύρνη το Πάσχα του 1922 με τα Νεζεράκια στο θέατρο Κυβέλη και οριστικά πια το καλοκαίρι της αποφράδας χρονιάς με μια επιθεώρηση του Λαίλιου Καρακάση.


ΣΜΥΡΝΗ ΤΟ ΚΑΥΧΗΜΑ ΤΗΣ ΙΩΝΙΑΣ
7 ΗΜΕΡΕΣ
Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ
ΑΘΗΝΑ 1998







from ανεμουριον https://ift.tt/2QFDH43
via IFTTT
Από το Blogger.