Τα τραγούδια της Σμύρνης

του Παναγιώτη Κουνάδη
Η ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ των χώρων και των ιστορικών στιγμών -περιόδων- που δημιουργήθηκαν συνθήκες αστικού τρόπου ζωής σε περιοχές με ελληνικούς πληθυσμούς, θα φωτίσει -κατ’ αρχήν- τις ρίζες της δημιουργίας και προέλευσης αυτού που ονομάστηκε νεώτερο αστικό-λαϊκό ελληνικό τραγούδι, ανεξάρτητα από τις διάφορες ονομασίες που του δόθηκαν στην πορεία του χρόνου.

Πληθυσμιακές συγκεντρώσεις Ελλήνων εμφανίζονται για πρώτη φορά, μετά την Αλωση της Κωνσταντινουπόλεως από τους Οθωμανούς, στην περιοχή της παλιάς πρωτεύουσας της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, όταν ανασυγκροτείται και γίνεται πρωτεύουσα του νέου κράτους, στις αρχές του 16ου αιώνα. Στους επόμενους αιώνες, μέχρι και τα τέλη του 19ου, οι Ελληνες της Πόλης αποτελούν μια ισχυρή κοινωνική δύναμη, μειονότητα όμως, μέσα στο πολυεθνικό μωσαϊκό της πρωτεύουσας της απέραντης -για αιώνες- Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Σημαντικότερος όμως πόλος συγκέντρωσης ελληνικού πληθυσμού είναι η πρωτεύουσα της Ιωνίας, η Σμύρνη, όπου από τον 17ο αιώνα έχουμε σαφή στοιχεία δημιουργίας αστικού τρόπου ζωής. Η ανάπτυξη της οικονομίας, που, προϊόντος του χρόνου, περνά στα χέρια των Ελλήνων κατά το μεγαλύτερο μέρος, δημιουργεί βαθμηδόν ένα δυϊσμό εξουσίας: Από την μια πλευρά, η οικονομική ζωή με τα παρεπόμενά της (κοινωνικές σχέσεις, πολιτισμικές εκδηλώσεις, κ.λπ.), ελέγχεται από τους Ελληνες, ενώ παραμένει, από την άλλη πλευρά ο έλεγχος της πολιτικής ζωής και η στρατιωτική εξουσία στα χέρια των Τούρκων.

Στη διάρκεια των αιώνων που ακολουθούν, μέχρι και την καταστροφή του 1922, οι Ελληνες αποτελούσαν το μεγαλύτερο τμήμα του πληθυσμού της ευρύτερης περιοχής της Σμύρνης έχοντας συχνά όχι μόνο την σχετική, αλλά και την απόλυτη πλειοψηφία των κατοικούντων εκεί.

Σε δεκάδες ακόμα σημεία, όπως μικρότερες πόλεις της Μικράς Ασίας, της Ανατολικής Θράκης, της Αιγύπτου, αλλά και ευρωπαϊκές και βαλκανικές πόλεις -εκτός Οθωμανικής Αυτοκρατορίας- εμφανίζονται και λειτουργούν οι ελληνικές κοινότητες πριν από την επανάσταση του 1821.

Αν όλα αυτά μπορούν μέσα από τη μελέτη να μας «μιλήσουν» για την προϊστορία των συνθηκών δημιουργίας θα λέγαμε, του αστικού λαϊκού τραγουδιού, αυτό που επιβεβαιώνεται από τα, μέχρι σήμερα, στοιχεία της έρευνας είναι ότι, από τα μέσα του 19ου αιώνα και μετά η Σμύρνη και δευτερευόντως η Πόλη είναι οι περιοχές-ημιουργοί, ενός ευρύτερου ελληνικού πολιτισμού που ακτινοβολεί- παρά το καθεστώς της υποδούλωσης- στις πρόσφατα απελευθερωμένες, από τους Τούρκους, ζώνες του Ελληνισμού. Είναι σημαντική, σ’ όλη την περίοδο -από τα μέσα του 19ου αιώνα μέχρι το 1922- η πολιτισμική συμβολή των Ελλήνων της Μικρός Ασίας και της Ανατολικής Θράκης, όχι μόνο στην πολιτιστική ανάπτυξη της απελευθερωμένης Ελλάδας, αλλά και στη διατήρηση παραδόσεων -προαιώνιων- που υφίσταντο την «άγρια εκδικητικότητα» των εκπροσώπων της «ευρωπαιοτραφούς» διανόησης, που αντιμετώπιζε με αντεθνικό μένος τις παραδόσεις αυτές. Στο στόχαστρο η εκκλησιαστική μουσική, το δημοτικό τραγούδι, το θέατρο σκιών, σε διάφορες μορφές λαϊκού θεάτρου όπως το κωμειδύλλιο, η επιθεώρηση κ.λπ. Και βέβαια τα νεώτερα τραγούδια των πόλεων που έρχονταν από τη Σμύρνη και την Πόλη.
Παναγιώτης Τούντας (1884 Σμύρνη - 1942 Αθήνα). Ο μεγαλοφυής συνθέτης της Σμύρνης.
Πράγματι, από το 1860 και μετά η μουσική ζωή του «νεαρού βασιλείου των Ελλήνων» επηρεάζεται βαθιά από την έλευση των πρώτων κομπανιών με μουσικούς από τη Σμύρνη και την Πόλη. Το φαινόμενο αυτό παίρνει τεράστιες διαστάσεις στο τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ού. Αποτελεί καθημερινό τρόπο ψυχαγωγίας ευρύτατων λαϊκών κοινωνικών στρωμάτων των νέων αστικών κέντρων της Ελλάδας, όπως είναι η Ερμούπολη της Σύρου, η Αθήνα και ο Πειραιάς, η Πάτρα, η Καλαμάτα, η Χαλκίδα, η Θεσσαλονίκη (που απελευθερώθηκε το 1912) και τα περισσότερα λιμάνια του ελλαδικού χώρου. Το φαινόμενο αυτό, της διάδοσης δηλαδή των λαϊκών τραγουδιών της Σμύρνης και της Πόλης ενισχύθηκε ακόμη περισσότερο και από τη «νεοσύστατη» δισκογραφία των αρχών του αιώνα, που μέσα από το δίσκο του γραμμοφώνου, μετέφερε τις μελωδίες του Μικρασιατικού χώρου σε ευρύτερες περιοχές του Ελληνισμού. Το γεγονός ότι οι πρώτες μαζικές ηχογραφήσεις ελληνικών τραγουδιών πραγματοποιήθηκαν σε περιοχές υποδουλωμένες (όπως η Σμύρνη, η Πόλη και η Θεσσαλονίκη πριν το 1912) ή στις ΗΠΑ την πρώτη εικοσαετία του αιώνα, είναι γεγονός μοναδικό στην παγκόσμια πολιτιστική ιστορία. Τα τραγούδια της Σμύρνης και της Πόλης αποτέλεσαν και για τους Ελληνες μετανάστες στις ΗΠΑ και αλλού την πρώτη «πολιτιστική τροφή», μέχρι να δημιουργήσουν εκεί δική τους αυτοτελή δισκογραφία.

Εστουδιαντίνες

Η εντυπωσιακή πολιτιστική έκρηξη των αρχών του αιώνα στη Σμύρνη περιγράφηκε σε αναρίθμητα άρθρα, βιβλία, μελέτες και προφορικές αφηγήσεις. Στα τραγούδια αυτής της περιόδου, που έγιναν συστατικό στοιχείο της ζωής των Ελλήνων της Σμύρνης αλλά και των χωρων της ευρύτερης Μικράς Ασίας και Ανατολικής Θράκης, όπου υπήρχαν και οι μικρότερες ελληνικές κοινότητες, αποτυπώθηκαν χαρές και λύπες, πάθη, πόθοι και έρωτες, τόποι, χώροι, περιστατικά, ψυχοσυναισθηματικές και κοινωνικές καταστάσεις που καλύπτουν όλες τις πτυχές της καθημερινής τους ζωής.
Γλέντι στη Σμύρνη με την κομπανία του βιολιστή Γιάννη Αλεξίου, ή Γιάγκου Βλάχου ή Γιοβανίκα. Αρχές του 20ού αιώνα.
Από τα σημαντικότερα και χαρακτηριστικότερα ντοκουμέντα γι’ αυτή την περίοδο, το βιβλίο «Σεργιάνι στην παλιά Σμύρνη» του Σωκράτη Προκοπίου. Απ’ εκεί μπορούμε να επιλέξουμε δεκάδες σημεία που με αμεσότητα και έμμετρο στίχο, αποκαλύπτουν εκείνη την αξέχαστη εποχή:

«Αυτή είν’ η Σμύρνη η ξακουστή, του Ραψωδού η πατρίδα, που στο γινάτι των καιρών, παρέμειν’(ε) Ελληνίδα».

Η μετακίνηση των ιδρυτών της «Σμυρνέικης Εστουδιαντίνας», «τα Πολιτάκια», το 1898, από την Κωνσταντινούπολη στη Σμύρνη και η μόνιμη εγκατάστασή τους εκεί, δίνει νέα πνοή στην ήδη θετικά φορτισμένη μουσική ατμόσφαιρα της πρωτεύουσας της Ιωνίας.

Ο Βασίλειος Σιδερής και ο Αριστείδης Περιστέρης, επικεφαλής της πρώτης αυτής ορχήστρας -λαϊκού ύφους- δημιουργούν ταυτόχρονα και το πρώτο φυτώριο νέων μουσικών που μαζί με τους παλαιότερους θα πλουτίσουν προς όλες τις κατευθύνσεις τη μουσική ζωή της πόλεως και των γύρω περιοχών. Στέκια τους, μεταξύ άλλων, το «Τσαλκιτζήμπαση» ή «Απόλλων ο Μουσηγέτης» και ο «Καφενές του Μίλτη». Σε ένα δίστιχο που λέγαν πάνω στη μουσική του γνωστού τραγουδιού «Θα σπάσω κούπες» δίνεται η λειτουργία αυτών των χώρων:

«Από το τσαλκιστή-μπασή, στον καφενέ του Μίλτη,
Το Θοδωράκι μ’ άφησε, με δίχως μετελίκι».

Το «Θοδωράκι» ήταν ο μεγαλύτερος τραγουδιστής της Σμύρνης, ο Θεόδωρος Μαυρογένης - Μεταλίκι, τουρκικό νόμισμα δέκα παράδων. Αλλά και ο Σωκράτης Προκοπίου, στο 9ο κεφάλαιο, δίνει τις διαστάσεις του φαινομένου, καταγράφοντας και τα ονόματα πλήθους τραγουδιστών και «παιγνιδιατόρων», δηλαδή μουσικών, που έζησαν στα στέκια αυτά:

«Να και του Τσαλκιτσήμαση, που μοιάζει σα ρεμπέτης,
αλλ’ όμως ονομάζεται “Απόλλων Μουσηγέτης”.
Στη φάτσα στέκει ακούνητο τ’ άγαλμα το μικρό,
ο ‘‘Απόλλων με τη λύρα τον φθαρμένο από τον καιρό”.
Γνώρισε αυτός ο καφενές γενιές παιγνιδιατόροι
τραγουδιστάδες άφθαστοι, μεγάλοι κανταδόροι.»

Ακολουθούν τα ονόματα όλων αυτών των σπουδαίων μουσικών και τραγουδιστών της παλιάς γενιάς, όπως: ο βιολιστής Μπινέτας ή Μπενέτας, οι τραγουδιστές Γεράσιμος, Μά- γκος, Μπαγιάτης, Κονταξής, Καντηλανάφτης Καραμπέτ. Η τραγουδίστρια Κυρα-Κατίνα, που μαζί με τον περίφημο βιολιστή Γιοβανίκα (ή Γιά- γκο Βλάχο ή Αλεξίου) μετέφεραν για πολλά χρόνια στην απελευθερωμένη Ελλάδα τις Σμυρνέικες μελωδίες και τραγούδια. Αλλά και σπουδαίοι μουσικοί, όπως ο Βλάχος (ο Κώτσος), ο Τσορβάς, ο Λούπος, το Μεμετάκι (βιολιτζήδες) ή ο Μποντόζης (το Μποντοζάκι), ο Γιαγκί (σαντουρτή- δες), το Αλεκάκι, ο Βελέντζας, οι αδελφοί Μπόγια, ο Πουλουδιάς, ο Τσανάκας, το Κοκκινάκι, το Κουλού- κι, ο Λεφτέρης (Μενεμενλής) και το Θοδωράκι.

Ατελείωτος θα μείνει ο κατάλογος των μουσικών και τραγουδιστών της Σμύρνης, της Πόλης και των άλλων περιοχών με ελληνικούς πληθυσμούς.

Στέκια και μουσικοί

Αναρίθμητα και τα στέκια, αφού σε κάθε καφενείο, ουζερί ή ζαχαροπλαστείο, παίζαν είτε μόνιμα είτε περιστασιακά μουσικά συγκροτήματα, που στις αρχές του αιώνα πήραν το όνομα εστουδιαντίνες, δηλαδή μουσικά σπουδαστήρια.
Σμυρναίοι με αποκριάτικες στολές στη Σμύρνη, στις αρχές του αιώνα.
Τέτοια κέντρα συναντούσες σε κάθε γωνιά, από τα ακριβότερα που ήταν στην προκυμαία της Σμύρνης, το περίφημο. Και μέχρι τα λαϊκότερα, στα σοκάκια και στους μαχαλάδες της πάνω και μέσα πόλης, αλλά και στις συνοικίες και τα προάστια της Σμύρνης. Πολλά απ’ αυτά καταγράφει ο Σωκράτης Προκοπίου:
Η ορχήστρα του Γιώργου Κάβουρα (βιολή στη Νίκαια, το 1932. Η Νίκαια, η Καισαριανή, ο Βύρωνας, η Ν. Ιωνία και η Δραπετσώνα έγιναν τα στέκια όπου άνθησε στα χρόνια του μεσοπολέμου το «τραγούδι των προσφύγων».Την περίοδο αυτή οριστικοποιήθηκε η επικράτηση του μικρασιατικού τραγουδιού, κυρίως αυτού που δημιουργήθηκε στη Σμύρνη πριν από το 1922, αλλά κι αυτού που οι συνθέτες της Μικράς Ασίας δημιούργησαν στην Ελλάδα, αναπροσαρμόζοντας τη θεματολογία και συχνά το μουσικό ύφος στις νέες απαιτήσεις και τα προβλήματα της προσφυγιάς. Στα χρόνια της Κατοχής, του Εμφυλίου και των διχαστικών χρόνων που ακολούθησαν, οι σημαντικότεροι από αυτούς χάθηκαν Οσοι επέζησαν πέρασαν στο περιθώριο και η μικρασιατική μουσική οδηγήθηκε σε μαρασμό.
«Στο “Κόρσο”, το “Καφέ-Πάρι”, “Σπόρτιν”, “Αλάμπρα”, “Φώτη”,
“Κραίμερ”, “Μασκώτ”, “Καφέ-Κωστή”, που πάνε κι ούλοι οι πρώτοι.
“Γκρατς”, “Βουδαπέστη”, “Ποσειδών” και στον “Ερμή” πιο πέρα,
που τους χαρίζει τις δροσιές, ο μπάτης κάθε μέρα,
Στα κέντρα αυτά, π’ αστράφτουνε σειρές τα τραπεζάκια,
είδα μαζί και χωριανοί μ’ ανδρίκια τα μουστάκια
Λεβέντες του Σεβδίκιοϊ με μέσες δαχτυλίδια,
βρακάδες απ’ τον Κουκλουτζά, με τα πυκνά τα φρύδια.
Ούλοι τους λεβεντόκορμοι -Βουρλιώτες, Μπουτζαλήδες
Μπουρνοβαλήδες, Φωκιανοί, Νυφλήδες, Σωκιαλήδες.
Απ’ τ’ Αϊβαλί, την Πέργαμο, το Σαλιχλί, τ’Αξάρι,
τ’ Αλάτσατα, τ’ Αλάσεϊρ, τ’ Αφιόν, το Σιβρισάρι,
Προσφέρουν τα τσιγάρα τους, τον καφενέ κερνάνε,
σιχαίνονται τσι ζεβζεκιές, τα λόγια τους μετράνε».

Εκτός από τη Σμυρνέικη Εστουδιαντίνα του Σιδερή ή του Αριστείδη, πολλές μικρές ορχήστρες δημιουργήθηκαν στην πρώτη εικοσαετία του αιώνα, μέσα στις οποίες ανδρώθηκαν μουσικά όλοι οι μεγάλοι συνθέτες και τραγουδιστές που δημιούργησαν το μεσοπολεμικό θαύμα στο ελληνικό τραγούδι: Παναγιώτης Τούντας, Γιάννης και Γιώργος Δραγάτης (ή Ογδοντάκης), Γιώργος Βι- δάλης, Παναγιώτης Βαϊνδιρλής, Γιώργος Σαβαρής, Τζον και Λουσιέν Μηλιάρης, Βαγγέλης Παπάγοζλου, Δημήτρης Σέμσης (Σαλονικιός), Ευάγγελος Σωφρονίου, Κώστας Νούρος, Δημήτρης Ατραΐδης, Νίκος Στεφανίδης, Γιοβάν Τσασός, Αγάπιος Τόμπουλης, Κώστας Καρίπης, Αντώνης Νταλγκάς κ.ά.

Σπουδαίες εστουδιαντίνες που πέρασαν και στη δισκογραφία, εκτός από «τα Πολιτάκια» ήταν: Η εστουδιαντίνα Χριστοδουλίδη (στην Πόλη), η εστουδιαντίνα του Πέτρου Ζονναράκη (στην Πόλη), η Ελληνική Εστουδιαντίνα της Σμύρνης, η εστφουδιαντίνα του Γιοβανίκα (Σμύρνη), του Κώστα Βλάχου (Σμύρνη), η εστουδιαντίνα Μελιτσιάνου (Σμύρνη) κ.ά.

Η καταστροφή του 1922 και ο ερχομός των Ελλήνων της Μικράς Ασίας και της Ανατολικής Θράκης στο απελευθερωμένο τμήμα της Ελλάδας, επιβεβαίωσε και στον χώρο του τραγουδιού, τη μεγάλη επίδραση που είχε υποστεί ο ελληνικός πληθυσμός στην περίοδο 1850-1922. Είναι δεκάδες τα μουσικά στέκια της Σμύρνης με τις κομπανίες τους, που έχουν καταγραφεί στον Τύπο της εποχής, τις αφηγήσεις, τα μυθιστορήματα και τις περιγραφές. Και εκατοντάδες -ίσως και χιλιάδες- οι μουσικοί που εξυπηρέτησαν το είδος, είτε σαν δημιουργοί είτε σαν τραγουδιστές, είτε σαν οργανοπαίκτες. Η μεγάλη πλειονότητα από αυτούς -εξαιρούνται αυτοί που χάθηκαν στη μεγάλη καταστροφή- εγκαταστάθηκε στην Ελλάδα, κυρίως στην περιοχή της πρωτεύουσας. Η Νίκαια, η Καισαριανή, ο Βύρωνας, η Ν. Ιωνία, η Ν. Φιλαδέλφεια, η Δραπετσώνα έγιναν τα στέκια όπου άνθισε στα χρόνια του μεσοπολέμου το «τραγούδι των προσφύγων». Η περίοδος αυτή (1922-40), οριστικοποίησε την επικράτηση του Μικρασιατικού τραγουδιού, μάλιστα κυρίως αυτού που δη- μιουργήθηκε στη Σμύρνη πριν το 1922, αλλά και αυτού που οι συνθέτες της Μικράς Ασίας, δημιούργησαν στην Ελλάδα, αναπροσαρμόζοντας τη θεματολογία και συχνά το μουσικό ύφος στις νέες απαιτήσεις και προβλήματα της προσφυγιάς.
Τα «Πολιτάκια» στην Ελλάδα, γύρω στο 1930, καθιστός στη μέση ο Σπύρος Περιστέρης.
Ακόμα και το -υπό συζήτηση- «περιθωριακό» πειραιώτικο ρεμπέτικο, δεν ήταν τίποτε άλλο από μια παραλλαγή-εξέλιξη ή «διαφορετικότητα» του Σμυρνέικου τραγουδιού. Όχι μόνο γιατί οι βασικοί του εκπρόσωποι ήταν ή είχαν άμεση σχέση με τη Μικρά Ασία, αλλά γιατί το γενικότερο ύφος μέχρι και το 1937 (χρονιά που άρχισε η εφαρμογή της προληπτικής λογοκρισίας σε στίχο και μουσική από τη δικτατορία του Μεταξά), δεν α- φίστατο διόλου -πέρα από τη μορφή της ορχήστρας- απ’ αυτό των Σμυρ- νέικων της Ελλάδας μετά το 1922.

Η γέφυρα ανάμεσα στο τραγούδι αυτό με τα τραγούδια του ελλαδικού χώρου τα επηρεασμένα από τη Δύση ή τις δυτικές περιοχές της Ελλάδας, πραγματοποιείται από τον Βασ. Τσιτσάνη και τους συνεχιστές του και συνδυάζεται οπωσδήποτε με την εφαρμογή της λογοκρισίας - ιδιαίτερα στη μουσική.

Η περίοδος ανάμεσα στο 1937 και 1960, με τα γεγονότα του πολέμου, της κατοχής -με την εξόντωση εκατοντάδων χιλιάδων Ελλήνων- του Εμφυλίου και των διχαστικών χρόνων που ακολούθησαν, οδήγησαν σε μαρασμό το δέντρο της Μικρασιατικής μουσικής. Οι σημαντικότεροι δημιουργοί του χάθηκαν στα μαύρα χρόνια της κατοχής ή κι αν επέζησαν πέρασαν οριστικά στο περιθώριο.

Ευτυχώς για τις νεότερες γενιές, η αποτύπωση των τραγουδιών τους στους παλιούς δίσκους των 78 στροφών, μας έδωσε τα τελευταία χρόνια τη δυνατότητα να προσεγγίσουμε ένα μεγάλο μέρος του σημαντικού έργου των περισσότερων από αυτούς.


ΣΜΥΡΝΗ ΤΟ ΚΑΥΧΗΜΑ ΤΗΣ ΙΩΝΙΑΣ
7 ΗΜΕΡΕΣ
Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ
ΑΘΗΝΑ 1998




from ανεμουριον https://ift.tt/2xP8a95
via IFTTT
Από το Blogger.