Μνημειακά θέατρα

της Ελένης Φειδά-Εμμανουήλ
Το κεντρικό τμήμα της προσόψεως του Εθνικού, πρώην Βασιλικού Θεάτρου Αθηνών (φωτογραφία του Μαν. Βερνάρδου από το λεύκωμα «Νεοκλασική Αρχιτεκτονική», εκδ. της «Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος», Αθήνα 1967)
Ο όψιμος 19ος αιώνας υπήρξε, χωρίς αμφιβολία, η χρυσή εποχή της ανοικοδόμησης μνημειακών θεάτρων στην Ελλάδα από ακαδημαϊκά εκπαιδευμένους αρχιτέκτονες και ο Ερνέστος Τσίλερ (1837-1923), ο κατ' εξοχήν δημιουργός τους. Με τα εφόδια και τις επαγγελματικές του ικανότητες, ο Σάξονας αρχιτέκτονας ανταποκρίθηκε καλύτερα από οποιονδήποτε άλλον ομότεχνο του στη φιλοδοξία τής τότε ηγετικής τάξης να μιμηθεί την ακμαία θεατρική αρχιτεκτονική της Ευρώπης. Έργα του ήταν τα τέσσερα από τα δέκα σημαντικότερα χειμερινά θέατρα της Ελλάδας, και συγκεκριμένα: το μικρό και κομψό Δημοτικό Θέατρο Απόλλων της Πάτρας (1871-72), νεοαναγεννησιακής τεχνοτροπίας· το όμοιας τεχνοτροπίας Δημοτικό Θέατρο Φώσκολος της Ζακύνθου (1871-75), το οποίο κατερείπωσε ο σεισμός του 1953· το εκλεκτικιστικό Δημοτικό Θέατρο της Αθήνας (1872-1888) που κατεδαφίστηκε το 1940· και το Βασιλικό, σήμερα Εθνικό, Θέατρο της οδού Αγίου Κωνσταντίνου (1891-1901), σχεδιασμένο στο πνεύμα του σαξονικού νεομπαρόκ. Επιπλέον, στα 1892, ο νέος δήμαρχος του Πειραιά τον κάλεσε να τροποποιήσει τα σχέδια του αρχιτέκτονα Ιωάννη Λαζαρίμου για το Δημοτικό Θέατρο της πόλης του. Η τροποποίηση όμως δεν προχώρησε, πιθανότατα, επειδή ο Τσίλερ ζήτησε από τον Ρετσίνα επίσημη ανάθεση με σαφή καθορισμό της αμοιβής του, δηλαδή ποσοστό 5,50 ή 6% επί του προϋπολογισμού του κτιρίου σε περίπτωση εκτέλεσης των σχεδίων του, ενώ σε περίπτωση μη εκτέλεσης τους το 1/5 αυτών των ποσοστών.

Πάτρα - Ζάκυνθος

Όλα τα θέατρα που σχεδίασε ο Τσίλερ οφείλονται στη φιλοδοξία της άρχουσας αστικής τάξης του 19ου αι. να φέρει τον εξευρωπαϊσμό της ελληνικής θεατρικής ζωής, δημιουργώντας καλαίσθητα κτίρια με την υπογραφή διακεκριμένων αρχιτεκτόνων. Και τα τέσσερα θέατρα του υπερέβαιναν τις δυνατότητες του δημοτικού και κρατικού ταμείου, με αποτέλεσμα να δεχθούν την κριτική των πραγματιστών της εποχής, οι οποίοι τα έβλεπαν ως έργα χαμηλής προτεραιότητας. Χωρίς τη γενναία χορηγία των Ελλήνων κεφαλαιούχων, τα τρία θέατρα του Τσίλερ -τα Δημοτικά Θέατρα της Πάτρας και της Αθήνας και το Εθνικό- δεν θα γίνονταν πραγματικότητα.
Η πρόσοψη τον Δημοτικού Θεάτρον «Απόλλων» της Πάτρας. Το αναγεννησιακής τεχνοτροπίας κομψοτέχνημα αυτό του Ε. Τσίλερ, άντεξε στη φθορά του χρόνου και συνεχίζει να λαμπρύνει την πελοποννησιακή πρωτεύουσα (φωτογραφία τον Δημ. Παπαδήμου από το λεύκωμα «Νεοκλασική Αρχιτεκτονική», εκδ. της «Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος», Αθήνα 1967).
Η ανέγερση του Δημοτικού Θεάτρου «Απόλλων» της Πάτρας, που έγινε με ανεπανάληπτη ταχύτητα, οφείλεται στην πρωτοβουλία εύπορων αστών της πόλης, οι οποίοι ακολούθησαν το ιταλικό παράδειγμα. Έχοντας επικεφαλής τον Γερμανό βιομήχανο Θ. Αμβούργερ, σχημάτισαν το 1869 μετοχική εταιρεία για τη χρηματοδότηση της ανέγερσης του κτιρίου σε δημοτικό οικόπεδο της πλατείας Γεωργίου Α', στη θέση ακριβώς που προέβλεπε το πολεοδομικό σχέδιο του Σταμάτη Βούλγαρη. Η δαπάνη κατασκευής και διακόσμησης του «Απόλλωνα» ανήλθε σε 148.542,42 δρχ., από τις οποίες ο δήμος κάλυψε μόνο τις 49.993. Ο θεμέλιος λίθος τοποθετήθηκε στις 12 Φεβρουαρίου 1871 και το Θέατρο εγκαινιάστηκε στις 14 Οκτωβρίου 1872 με παραστάσεις ιταλικού μελοδραματικού θιάσου. Ο «Απόλλων» της Πάτρας είναι το μόνο μνημειακό θέατρο του 19ου αι. που άντεξε στη φθορά του χρόνου και συνεχίζει να λαμπρύνει με την παρουσία του την πελοποννησιακή πρωτεύουσα.
Το Δημοτικό Θέατρο της Αθήνας, έργο του Ε. Τσίλερ, σχεδιασμένο στο πνεύμα του σαξονικού και βιεννέζικου εκλεκτικισμού των δεκαετιών 1860 και 1870. Θεμελιώθηκε το 1873 και εγκαινιάσθηκε δέκα-πέντε χρόνια αργότερα. Κατεδαφίστηκε το 1940 με απόφαση της τότε δημοτικής Αρχής (φωτ.: Συλλογή Νίκου Πολίτη).
Πιο περιπετειώδες υπήρξε το ιστορικό του Δημοτικού Θεάτρου «Φώσκολος» της Ζακύνθου, στο οποίο στεγάστηκε και η λέσχη «Λομβάρδος». Το αρχιτεκτόνημα αυτό του Τσίλερ αναδείχθηκε σε βασικό σταθμό υποδοχής του ιταλικού μελοδράματος και των ελληνικών θιάσων του 19ου αν ερασιτεχνικών και επαγγελματικών. Κτίστηκε το 1872-75 επί δημαρχίας Φραγκίσκου Τζουλάτη, στη βορινή πλευρά της πλατείας Σολωμού, εκεί όπου βρίσκεται σήμερα το Πνευματικό Κέντρο και η Δημόσια Βιβλιοθήκη. Η ανοικοδόμηση του έγινε επάνω στα παλιά θεμέλια του ανολοκλήρωτου Δικαστικού Μεγάρου (1837) και στον τοίχο του ημιτελούς καταστήματος της οινοπνευματικής εταιρείας «Μέλισσα», ύψους ενός μέτρου. Το γεγονός αυτό και οι οικονομίες που έγιναν στην ανοικοδόμηση του, έκαναν το Δημοτικό Θέατρο της Ζακύνθου, ιδιαίτερα τρωτό στους σεισμούς του 1893 και 1953. Η δαπάνη κατασκευής του πρέπει να υπερέβη τις 120.000 δρχ. (προϋπολογισμός 1873) και να προσέγγισε τις 200.000 δρχ., πολύ μακριά δηλαδή από τον αρχικό προϋπολογισμό των 70.000 δρχ. του Τσίλερ. Για τη χρηματοδότηση του ο δήμος αναγκάστηκε να συνάψει εσωτερικό μετοχικό δάνειο, ύστερα από αποτυχημένη του προσπάθεια να εξασφαλίσει εξωτερικό δάνειο με ευνοϊκούς όρους. Όμως, παρά την αγάπη των Ζακυνθινών για την τέχνη του Θέσπι και την όπερα, παρά την ανακατασκευή του Δημοτικού Θεάτρου «Φώσκολος» το 1900-1901, επί δημαρχίας Αντωνίου Μακρή, ο σεισμός του 1953 ισοπέδωσε το προχειροκτισμένο αυτό αρχιτεκτόνημα.

Δημοτικό θέατρο της Αθηνας

Ακόμη πιο κακότυχο στάθηκε το Δημοτικό Θέατρο της Αθήνας, το οποίο κατεδαφίστηκε στα 1940, με απόφαση της τότε δημοτικής αρχής. Το έργο, προϋπολογισμού 550.000 δρχ., άρχισε το 1873 επί δημαρχίας Παναγή Κυριακού με πρωτοβουλία μετοχικής εταιρείας εύπορων Αθηναίων, η οποία ανέλαβε να χρηματοδοτήσει την κατασκευή του σε δημοτικό οικόπεδο της πρώην πλατείας του Λαού (μετέπειτα Λουδοβίκου και σήμερα Κοτζιά). Σταμάτησε όμως στα μέσα του επομένου έτους λόγω της οικονομικής κρίσης που προκάλεσε το Λαυρεωτικό. Μέχρι τότε είχαν ξοδευτεί 300.000 δρχ. για να κτιστούν μόνο τα θεμέλια και μέρος του πρώτου ορόφου. Ακολούθησε μια περίοδος ποικίλων ζυμώσεων, αλλά ουσιαστικής απραξίας έως το 1887, όταν την αποπεράτωση του κτιρίου ανέλαβε να χρηματοδοτήσει ο Ανδρέας Συγγρός. Βασικός σταθμός αυτής της περιπέτειας υπήρξε το 1882. Τότε διαλύθηκε η μετοχική εταιρεία και ο δήμος διέθεσε το ποσό των 143.364,06 δρχ. για την αγορά του ημιτελούς κτιρίου και την αποζημίωση των μετόχων. Τα χρήματα προέρχονταν κυρίως από δάνειο της Εθνικής Τράπεζας, ύψους 140.000 δρχ.

Στο διάστημα αυτό ο Τσιλερ κινδύνευσε δύο τουλάχιστον φορές να υποκατασταθεί από άλλον αρχιτέκτονα (τους Γάλλους αρχιτέκτονες Πια στα 1874-76 και Ζιράρτυ το 1882). Όμως , με δικά του τελικά σχέδια και δικό του προϋπολογισμό (575.000 δρχ.) ολοκληρώθηκε το Δημοτικό Θέατρο.

Είναι βέβαιο ότι χωρίς τη χορηγία του Ανδρέα Συγγρού τα σχέδια του Τσίλερ θα έμεναν στα χαρτιά. Γι' αυτό και δικαίως οι Αθηναίοι της εποχής το ονόμασαν Θέατρο Συγγρού. Εξίσου βέβαιο, όμως , είναι πως οι αλλαγές που ο Κωνσταντινουπολίτης ευεργέτης επέβαλε στη μελέτη του Τσίλερ απέβησαν εις βάρος της ποιότητας και λειτουργικότητας του θεάτρου. Δίνοντας εντολή στον αρχιτέκτονα να αντικαταστήσει χώρους του μνημειώδους κτίσματος με προσοδοφόρα καταστήματα και γραφεία, στην ουσία το μετέτρεψε σε «μαγαζοθέατρο». Ο Συγγρός κράτησε τα εισοδήματα των ενοικιαζόμενων καταστημάτων και γραφείων και τον χώρο της δεύτερης κλίμακας, όπου εγκατέστησε την Τράπεζα του. Το μεγαλύτερο θύμα αυτής της αντικατάστασης υπήρξε η απαράδεκτα μικρή σκηνή του αθηναϊκού Δημοτικού Θεάτρου, βάθους 12,50 μόνο μέτρων, η οποία το απέκλειε από τις περιοδείες των μεγάλων λυρικών και θεατρικών συγκροτημάτων, της εποχής. Από τον ίδιο τον Τσίλερ μαθαίνουμε ότι το αρχιτεκτόνημα του αυτό είχε ουσιώδείς λειτουργικές ελλείψείς (ξεπερασμένη σκηνική τεχνολογία, έλλειψη κεντρικής θέρμανσης και συστήματος εξαερισμού, μίζερη είσοδο κ.λπ.). Αντίθετα, η ευρύχωρη αίθουσα του Δημοτικού Θεάτρου της Αθήνας, με χωρητικότητα 1.500 θέσεων (450 θέσεις στην πλατεία και τις υπόλοιπες στα 81 θεωρεία του, κατανεμημένα σε τρεις σειρές, και στον εξώστη), διέθετε καλή ακουστική και ικανοποιητικές συνθήκες θέας από παντού.

Το Δημοτικό Θέατρο της Αθήνας εγκαινιάστηκε πανηγυρικά στις 15/27 Οκτωβρίου 1888 με το μελόδραμα του Α. Τόμας «Μινιόν», που ανέβασε ο γαλλικός θίασος Λασάλ-Σαρλέ. Έκτοτε λειτούργησε τόσο ως λυρική όσο και ως δραματική σκηνή, φιλοξενώντας σποραδικά ξένα συγκροτήματα όπερας, οπερέτας και πρόζας, περιοδεύοντες ελληνικούς θιάσους, συναυλίες και διάφορες ερασιτεχνικές παραστάσείς. Από το 1906, κάθε τελευταία Κυριακή της Αποκριάς, στην κατάλληλα διαρρυθμισμένη αίθουσα του, δινόταν ο μεγάλος χορός των Συντακτών.

Εθνικό Θέατρο

Διαφορετικά ήταν τα προβλήματα του Εθνικού Θεάτρου, του μόνου θεατρικού αρχιτεκτονήματος του Τσίλερ, το οποίο δικαίωσε τελικά την υψηλή αποστολή του. Την πρωτοβουλία για την ανέγερση του είχε ο Γεώργιος Α', διαθέτοντας για τον σκοπό αυτό το κεφάλαιο του 1.000.000 δρχ., που του είχε εμπιστευθεί ο ευεργέτης Στέφανος Ράλλης. Δυστυχώς, όμως , η αγορά του ακατάλληλου οικοπέδου, το οποίο ανήκε στον επιμελητή της βασιλικής χορηγίας Ν. Θων, απορρόφησε τη μισή δωρεά του Ράλλη. Οι υπόλοιπες 500.000 δρχ. δεν επαρκούσαν για την ολοκλήρωση του έργου, προϋπολογισμού 700.000 δρχ., που άρχισε να κτίζεται το 1895. Χρειάστηκε νέα προσφυγή του Γεωργίου Α' στους ομογενείς του Λονδίνου Κοργιαλένιο και Ευγενίδη, οι οποίοι συνεισέφεραν άλλες 500.000 δρχ. Έτσι μπόρεσαν να συνεχιστούν οι εργασίες, που είχαν σταματήσει το 1896, και να ολοκληρωθούν το φθινόπωρο του 1901 με γενναία επιδότηση από το κρατικό ταμείο. Το βασικότερο μειονέκτημα του Εθνικού Θεάτρου ήταν το απόκεντρο και μικρό οικόπεδο της Αγίου Κωνσταντίνου, με την έντονη κλίση και τις περιορισμένες δυνατότητες επέκτασης. Σε αυτό το μειονέκτημα οφείλεται η απαράδεκτα μικρή αίθουσα για ένα θέατρο ρεπερτορίου αξιώσεων. Δεν είχε άδικο ο διακεκριμένος σκηνογράφος της Όπερας του Βερολίνου Πάνος Αραβαντινός όταν, στα τέλη της δεκαετίας του 1920, παρατηρούσε ότι από την Αθήνα έλειπε ένα δημόσιο θέατρο διεθνούς επιπέδου, αφού το μεν Βασιλικό είχε σκηνή δίχως σάλα, το δε Δημοτικό σάλα δίχως σκηνή.
Το νεοαναγεννησιακής τεχνοτροπίας Δημοτικό Θέατρο «Φώσκολος» της Ζακύνθου, σε καρτ ποστάλ τον 1915. Κτίστηκε από τον Ε. Τσίλερ το διάστημα 1872-75. Καταστράφηκε στον μεγάλο σεισμό τον 1953 (φωτ: Αρχείο ΕΛΙΑ).
Τα εγκαίνια του Βασιλικού Θεάτρου έγιναν στις 24 Νοεμβρίου 1901, με τα μονόπρακτα «Θάνατος του Περικλέους» του Κορομηλά και «Ζητείται υπηρέτης» του Μπ. Άννινου, με ένα μονόλογο από τη «Μαρία Δοξαπατρή» του Βερναρδάκη και με εισαγωγές από τρεις όπερες. Το Θέατρο λειτούργησε ως επιχορηγούμενη δραματική σκηνή, με δικό του θίασο και από το 1932 δική του δραματική σχολή. Κατά καιρούς όμως φιλοξένησε ξένους περιοδεύοντες θιάσους και άλλες καλλιτεχνικές εκδηλώσείς. Υπήρξε επίσης ιδιαίτερα ευνοημένο από άποψη υλικών μέσων. Καμιά άλλη σκηνή του 19ου αι. και των αρχών του 20ού δεν είχε τη δική του νεοτερική τεχνολογία. Ήταν επίσης το μόνο κτίριο της κατηγορίας του που, χάρη στη γενναία κρατική επιχορήγηση, κατόρθωσε να αντιμετωπίσει τις μεγάλες λειτουργικές του δαπάνες και να εκσυγχρονιστεί τέσσερις τουλάχιστον φορές.
Η ανέγερση τον Δημοτικού Θεάτρου «Απόλλων» (1871-72) της Πάτρας ολοκληρώθηκε με πρωτοφανή ταχύτητα και οφείλεται σε πρωτοβουλία εύπορων αστών της πόλης, που ακολούθησαν το ιταλικό παράδειγμα. Στη φωτογραφία το θέατρο «Απόλλων» και η πλατεία Γεωργίου Α' στις αρχές τον 20ού αι. (φωτ.: Αρχείο ΕΛΙΑ).
Το κτίριο θα δικαιώσει την υψηλή αποστολή του κυρίως μετά το 1932, όταν διοικητής του νέου οργανισμού με την επωνυμία «Εθνικόν Θέατρον» γίνει ο Ιωάννης Γρυπάρης και σκηνοθέτης του ο Φώτος Πολίτης. Έκτοτε, το αρχιτεκτόνημα του Τσίλερ, θα γνωρίσει μέρες δόξας και άλλες λιγότερο καλές ή ακόμη και κακές.
Σχέδιο τον Ε. Τσίλερ για την πρόσοψη τον «Βασιλικού Θεάτρου». Το κτίριο, σχεδιασμένο στο πνεύμα τον σαξονικού νεομπαρόκ κτίστηκε το διάστημα 1891-1901 (πηγή: Βασίλης Φωτόπουλος «100 χρόνια Εθνικό Θέατρο», έκδοση του Ομίλου Λάτση - 2000).
Αντίθετα, από τα άλλα τρία θέατρα του Τσίλερ έλειπαν οι προϋποθέσεις για τη δικαίωση της αποστολής τους. Μοιραία για την τύχη των Δημοτικών Θεάτρων της Ζακύνθου και της Πάτρας στάθηκε η οικονομική κρίση της τελευταίας δεκαετίας του 19ου αι., η οποία έφερε την παρακμή της αστικής τάξης που τα δημιούργησε και την έντονη μετανάστευση του πληθυσμού των δύο πόλεων - εξωτερική και εσωτερική. Στην περίπτωση του Δημοτικού Θεάτρου της Αθήνας, ολέθρια υπήρξε η εγκατάσταση σε αυτό των 1.500 Μικρασιατών προσφύγων. Η εγκατάσταση έγινε παρά τις αντιρρήσεις του δημάρχου Σπύρου Πάτση και μιας επιτροπής Αθηναίων, στην οποία συμμετείχε ο αρχιτέκτων-μηχανικός Κωνσταντίνος Σγούτας. Οι προσπάθειες του βενιζελικού δημάρχου Πάτση για τη ριζική ανακαίνιση του θεάτρου στα 1927-29, με σχέδια του αρχιτέκτονα Εμμανουήλ Λαζαρίδη, δεν μπόρεσαν να ολοκληρωθούν από τον διάδοχο του Σπύρο Μερκούρη, ο οποίος δεν είχε την υποστήριξη της κυβέρνησης του Βενιζέλου. στις 16 Μαΐου του 1939 το Δημοτικό Συμβούλιο Αθηναίων, ύστερα από εισήγηση του δημάρχου Αμβροσίου Πλυτά, θα πάρει την απόφαση να κατεδαφίσει το ερειπωμένο και λεηλατημένο θέατρο του, και το καθεστώς της 4ης Αυγούστου θα διευκολύνει την ταχύτατη εκτέλεση της μοιραίας αυτής απόφασης.

Αρχιτεκτονική αξία

Η απώλεια των θεάτρων του 19ου αι., όπως και τόσων άλλων διατηρητέων ιστορικών κτιρίων που θυσιάστηκαν στον βωμό της κερδοσκοπική$ ανοικοδόμησης από τη δεκαετία του 1930 ώ$ τις μέρες μας, είναι φυσικό να προκαλεί αισθήματα νοσταλγίας. Στο πλαίσιο μάλιστα της σημερινής καταναλωτικής επικοινωνιολογίας, το ενδιαφέρον για το αρχιτεκτονικό μας παρελθόν ρέπει προς την άμετρη εξιδανίκευση του. Ανάγκη λοιπόν να ειπωθούν δυο λόγια για την αρχιτεκτονική αξία των τεσσάρων θεάτρων του Τσίλερ, που παρουσιάστηκαν συστηματικά στην πραγματεία μου για την αρχιτεκτονική του νεοελληνικού θεάτρου. Τα καλύτερα από αυτά ήταν τα Δημοτικά Θέατρα της Πάτρας και της Ζακύνθου, με τα οποία ασχολήθηκε προσωπικά ο 34χρονος τότε αρχιτέκτονας στη δημιουργικότερη φάση της σταδιοδρομίας του· εκείνη που έδωσε το αριστοτεχνικά σχεδιασμένο «Ιλίου Μέλαθρον» -την αθηναϊκή οικία Σλήμαν- της οδού Πανεπιστημίου (μελέτη 1878).

Και στις δύο περιπτώσεις ο Τσίλερ προσάρμοσε τα γερμανικά πρότυπα του στα ελληνικά δεδομένα και αξιοποίησε με δεξιοτεχνία το θεματολόγιο των μορφών που επινόησαν σπουδαίοι ομότεχνοι του, όπως ο ιδιοφυής συμπατριώτης του Γκόφριντ Σέμπερ και ο κοσμοπολίτης Δανός Θεόφιλος Χάνσεν. Οι μελέτες του Τσίλερ για τα Δημοτικά Θέατρα της Πάτρας και της Ζακύνθου εφαρμόστηκαν αρκετά πιστά και οι νεοαναγεννησιακές όψεις τους έλυσαν με τέχνη τα προβλήματα που έθετε μια κοσμοπολίτικη αρχιτεκτονική μεγάλων προθέσεων και περιορισμένων μέσων στο δομημένο περιβάλλον των δύο αυτών πόλεων με τις έντονες ιταλικές επιδράσεις.

Δεν μπορεί να πει κανείς το ίδιο για το Δημοτικό Θέατρο της Αθήνας, το οποίο ήταν παρωχημένης για την εποχή του τυπολογίας, τεχνολογίας και τεχνοτροπιας. Τα διάφορα σχέδια του αθηναϊκού αυτού θεάτρου, φιλοτεχνημένα από το 1871 ώς το 1887, φανερώνουν βέβαια τη συνθετική και μιμητική δεξιοτεχνία του Τσίλερ και των συνεργατών του. Η τελική όμως εμφάνιση του Δημοτικού της Αθήνας ήταν μάλλον κοινότοπη και αναχρονιστική, καθώς ο ακαδημαϊκός εκλεκτικισμός των όψεων του παρέπεμπε σε βιεννέζικα και σαξονικά πρότυπα της δεκαετίας του 1870 και όχι στις νεότερες τάσεις του τέλους της δεκαετίας του 1880. Αλλά και το Εθνικό Θέατρο, παρά τη σοβαρή μελέτη και την επιμελημένη εκτέλεση των σχεδίων, δεν ανήκει στα σημαντικότερα έργα του Τσίλερ. Βασική λ.χ. αδυναμία του αρχιτεκτονήματος αυτού ήταν ότι ο μπαροκίζων εκλεκτικισμός των όψεων, τους έδινε μια πλαστικότητα δυσανάλογη προς την κλίμακα τους, αλλά και ξένη προς το πνεύμα της παράδοσης του αθηναϊκού κλασικισμού.



ΕΡΝΕΣΤΟΣ ΤΣΙΛΕΡ
7 ΗΜΕΡΕΣ
Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ
ΑΘΗΝΑ 2002


from ανεμουριον https://ift.tt/3cBaMYe
via IFTTT
Από το Blogger.