«Ένας περίεργος ξένος»: γράφει ο Κύρο Πόντε

«Ένας περίεργος ξένος»: γράφει ο Κύρο Πόντε
ΕΝΑΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ, ΕΝΑ ΒΙΒΛΙΟ
Επιμέλεια: Μαρία Σφυρόερα

      ΠΛΟΚΗ

Αναρωτηθήκατε ποτέ πώς θα αισθανόσασταν εάν κάποιο πρωινό συνειδητοποιούσατε ότι οι γονείς σας όλα αυτά τα χρόνια της κοινής ζωής, σας απέκρυπταν κάτι σημαντικό από το παρελθόν, κάτι που θα σας αφορούσε άμεσα; Δεν θα νιώθατε ότι εξαπατηθήκατε, δεν θα αποζητούσατε να μάθετε την πλήρη αλήθεια; Ανάλογα με την ιδιοσυγκρασία σας και τις συνθήκες που θα επικρατούσαν στη ζωή σας θα οργιζόσασταν, ίσως να ακυρώνατε ανθρώπους και αξίες τού έως τότε βίου σας ή και θα πέφτατε σε κατάθλιψη. Σε μια παρόμοια κατάσταση βρίσκεται ο ήρωας του μυθιστορήματός μου Ένας περίεργος ξένος.

Ο Τούρκος σκηνοθέτης Ομέρ Σακίν έχει μεγαλώσει κάτω από συνθήκες φτώχειας στη συνοικία Κρόιτσμπεργκ (Kreuzberg) του Βερολίνου. Τον πατέρα του και τους παππούδες του δεν τους γνώρισε ποτέ και η μητέρα του απέφευγε όλα αυτά τα χρόνια συστηματικά να του δώσει πληροφορίες για αυτούς. Παρά τις οικονομικές δυσκολίες που αντιμετωπίζει η οικογένεια, καταφέρνει ο Ομέρ να σπουδάσει μαθηματικά στην Κωνσταντινούπολη, αργότερα όμως παίρνει την απόφαση να ασχοληθεί με τον κινηματογράφο που τον συνέπαιρνε ήδη από τα παιδικά του χρόνια. Στο απόγειο της επαγγελματικής του καριέρας ως σκηνοθέτης, του τα φέρνει όμως η ζωή όλα ανάποδα. Σε μια εποχή που πιστεύει ότι έχει βρει την ταυτότητά του και τη θέση του στη γερμανική κοινωνία, πληροφορείται ως «κεραυνό εν αιθρία» ότι η μητέρα του αυτοκτόνησε. Ο θάνατος της μητέρας του και ο χωρισμός του από τη φίλη του Γιούλια τον ρίχνουν σε βαριά κατάθλιψη. Η αυτοκτονία της μητέρας του γίνεται όμως η αιτία να ξεκινήσει να ερευνά την οικογενειακή του ιστορία, για να καταλάβει τα αίτια του θανάτου της. Με τις λιγοστές ενδείξεις που έχει, κυρίως από την αδερφή του, προσπαθεί να ανακατασκευάσει το παρελθόν της οικογένειάς του.

«Από τις συζητήσεις του με την αδερφή του δεν προέκυπτε συνήθως κάτι καινούργιο. Κάθε φορά έβγαιναν στην επιφάνεια μόνο συναισθηματισμοί που φόρτιζαν την ατμόσφαιρα. Τα γεγονότα αποκτούσαν έτσι μια αυτοτέλεια που καταργούσε κάθε περιέργεια για αναζήτηση ασυνεπειών στα λεγόμενα. Η μνήμη του ήταν τελικά γεμάτη από τέτοιες συναισθηματικά φορτισμένες αυταπάτες.

Για να αυτοπαρηγορηθεί, προσπαθούσε να πείσει τον εαυτό του ότι οι περισσότεροι άνθρωποι έχουν ελλιπείς γνώσεις για το παρελθόν των γονιών τους. Οι περισσότεροι άνθρωποι κατείχαν όμως πολύ περισσότερα από αυτόν, που ούτε καν το όνομα του πατέρα του δεν γνώριζε. Δυστυχώς, δεν είχε την υπερφυσική ικανότητα ενός Όσκαρ Μάτσερατ να θυμάται περιστατικά που συνέβησαν πριν γεννηθεί. Αρκετά νωρίς κατάλαβε ότι η οικογένειά του δεν ήταν πλήρης, της έλειπε ένα μέλος. Τον ακριβή λόγο δεν τον έμαθε ποτέ. Ήταν ένας χωρισμός, μια ανεκπλήρωτη αγάπη; Όφειλε, άραγε, τη ζωή του στην τύχη, σε μια σύντομη ερωτική περιπέτεια;

Αργότερα δεν τον ενδιέφερε καθόλου η ιστορία του πατέρα του. Είχε συμβιβαστεί με την απουσία του. Δεν μπορούσε σε όλη του τη ζωή να τρέχει ξοπίσω του, πίσω από ένα φάντασμα. Τώρα, όμως, η αναζήτησή του γινόταν αναγκαία, αφού ήλπιζε έτσι να αντισταθμίσει την απουσία της μητέρας του και να μάθει επιτέλους τον λόγο της σιωπής και του θανάτου της».

Η πορεία της αναζήτησης της οικογενειακής του ιστορίας είναι κάθε άλλο παρά εύκολη. Περιγράφεται σαν μια κατάβαση στην κόλαση του παρελθόντος με τον ψυχολόγο του να παίρνει τον ρόλο του Πλούτωνα και την πόλη Σβέτ της Ανατολικής Γερμανίας να περιγράφεται ως «πύλη εισόδου στον Άδη». Ανακαλύπτει ότι η μητέρα του άλλαξε επώνυμο, αλλά δεν μπορεί να εξηγήσει ακόμα τον λόγο. Στο αποχαιρετιστήριο πάρτι της αδελφής του, που μαζί με τον σύζυγό και τα παιδιά της μεταναστεύουν στις Ηνωμένες Πολιτείες, του δίνονται από τον πατέρα του αδερφικού του φίλου Τέο μερικά γράμματα που φέρνουν στο φως απρόσμενα πράγματα, τα οποία τον αποσυντονίζουν εντελώς. Σε αυτό το καθοριστικό σημείο κλείνει το πρώτο μέρος της τριλογίας, η οποία θα συνεχιστεί σε δύο διαφορετικούς τόπους δράσης στη Θεσσαλονίκη (δεύτερο μέρος) και την Κωνσταντινούπολη (τρίτο μέρος).

Η ιστορία του Ομέρ Σακίν πραγματεύεται λογοτεχνικά το δράμα του χωρισμού των Ρωμιών του Πόντου με βάση το θρήσκευμα και τις ψυχικές συνέπειες που μπορεί να έχει η συγκάλυψη της ταυτότητας πάνω στις ζωές μεμονωμένων ανθρώπων και οικογενειών. Στο μυθιστόρημα αυτό απεγκλωβίστηκαν από μια λήθη εκατό και πλέον ετών κάποιες περίεργες προγονικές φωνές που προσπαθούσαν να αρθρώσουν φωνή μέσα μου, «να πιαστούν από το ζεστό μυαλό μου, ν' ανέβουν πάλι στο φως της ημέρας» κατά την «καζαντζάκειο ρήση». Πρόκειται για τις φωνές εκείνων των ανθρώπων που η μεν τουρκική πλευρά αρνείται την ύπαρξή τους, η δε ελληνική την αγνοεί.

ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ

Ένα απροσδιόριστο αριθμητικά, αλλά σημαντικό μέρος του πληθυσμού των Ελλήνων του Πόντου, εξισλαμίσθηκε για διάφορους λόγους μετά την οθωμανική κατάκτηση του Πόντου (1461). Μεταξύ αυτών συμπεριλαμβάνονται και οι κρυπτοχριστιανοί. Κατά την περίοδο της ανάδυσης των εθνικών κρατών (19ος-αρχές 20ού αι.), αυτό που καθόριζε την ένταξη των κοινοτήτων στην εκάστοτε εθνική ομάδα ήταν η θρησκευτική τοποθέτηση. Στην περίπτωση των ελληνοορθόδοξων Ποντίων τα πράγματα ήταν ξεκάθαρα γιατί από τον Μεσαίωνα και με συνέχεια, υπήρχε μια διακριτή ομάδα διανοουμένων που είχε κλασική παιδεία και ελληνική εθνική συνείδηση. Αντίθετα η πνευματική ηγεσία των μουσουλμάνων Ποντίων ήταν οι ελληνόφωνοι μουλάδες και η μοναδική τους ταυτότητα η ισλαμική. Έτσι, κατά την εποχή του τέλους του μεγάλου μετασχηματισμού της Εγγύς Ανατολής που σφραγίστηκε το 1923 με τη Συνθήκη της Λωζάνης και τη «Σύμβαση Περί Ανταλλαγής Πληθυσμών», η μοίρα των πληθυσμών καθορίστηκε από την εθνική τους ταυτότητα. Και αυτή με τη σειρά της ήταν άμεσα και αποκλειστικά εξαρτημένη από τη θρησκευτική τους τοποθέτηση. Ο ελληνικός χριστιανικός πληθυσμός (ορθόδοξος και ευαγγελικός), που ήδη είχε υποστεί μεγάλες εθνικές διώξεις εξαιτίας τη ελληνικής του ταυτότητας, αναγκάστηκε να μετοικήσει στην Ελλάδα. Οι ελληνόφωνοι μουσουλμάνοι δεν είχαν όμως άλλη ταυτότητα πλην αυτή του μουσουλμάνου, κάτι που ο τουρκικός εθνικισμός έθεσε ως βάση για την κατασκευή ενός καινοφανούς τουρκικού έθνους. Έτσι αυτοί παρέμειναν στον γενέθλιο τόπο και ακολούθησαν την περίπλοκη διαδικασία μετατροπής τής μουσουλμανικής θρησκευτικής ταυτότητας σε τουρκική εθνική.

Για πολλά χρόνια οι εξισλαμισμένοι Ρωμιοί του ιστορικού Πόντου ζούσαν στα χωριά τους σχετικά ανενόχλητοι, σύμφωνα με τις παραδόσεις, τα ήθη και έθιμά τους, μιλούσαν την ποντιακή διάλεκτο (ρωμέικα) και, παρόλο που ζούσαν σε ένα εθνικό κράτος, διατηρούσαν ζωντανό το μύθευμα της οθωμανικής αυτοκρατορίας που τους ήθελε αδελφούς με τους άλλους μουσουλμάνους της τουρκικής επικράτειας. Οι μετέπειτα γενιές, ιδιαίτερα των ορεσίβιων μουσουλμάνων Ποντίων που μεγάλωναν στο κεμαλικό και μετακεμαλικό κράτος, όριζαν την ταυτότητά τους για πολλά χρόνια με βάση αυτό το απλοϊκό σχήμα. Με τον νόμο του επιθέτου τού 1934 αποκτούν τουρκικά ονόματα, όπως και όλες οι άλλες εθνικές μειονότητες. Με αυτόν τον τρόπο το κράτος αποσκοπούσε στο να ενσωματώσει πλήρως στον κυρίως κορμό του τουρκικού έθνους όλες τις επιμέρους μειονότητες, έτσι ώστε αυτές να μην αποτελούν πλέον διακριτές ομάδες. Οι εξισλαμισμένοι Ρωμιοί του Πόντου δεν θα μπορούσαν όμως ποτέ να γίνουν εθνικά Τούρκοι αν λάβει κανείς υπόψη του το κεμαλικό δόγμα, μια και αυτό ορίζει ότι Τούρκοι είναι όλοι οι κάτοικοι της χώρας που μιλούν τουρκικά και έχουν κοινή ιστορία. Κοινή ιστορία έχουν οι Ρωμιοί, όπως και όλοι οι πληθυσμοί της Μικράς Ασίας (π.χ. Αρμένιοι, Κούρδοι, Εβραίοι, Λαζοί κ.ά.), με τα τουρκικά φύλα από τότε που αυτά κατέφθασαν στην περιοχή (11ος αιώνας). Η κοινή ιστορία από μόνη της δεν μπορεί να τους μετατρέψει εθνικά σε Τούρκους, καθώς ούτε η γενετική τους προέλευση είναι τουρκική ούτε η γλώσσα και τα έθιμά τους. Ο «Ατατούρκ» γνώριζε ότι ο ορισμός του έθνους που έδωσε ήταν ελλιπής και άφηνε έξω όλες τις εθνικές μειονότητες. Για αυτό πρόσθεσε στον ορισμό του Τούρκου και έναν συναισθηματικό παράγοντα: κάθε φορά, μετά τον εθνικό ύμνο, οι μαθητές στα σχολεία της Τουρκίας επαναλάμβαναν ως το 2013 την πρόταση του Ατατούρκ ότι ευτυχισμένος είναι εκείνος που αποκαλείται (όχι αυτός που είναι) Τούρκος.

Μετά το 1980 παρατηρείται στην Τουρκία μια τάση αστικοποίησης. Μεγάλα μέρη του πληθυσμού από την Ανατολία, άρα και από τον Πόντο, μεταναστεύουν στα αστικά κέντρα. Το εθνικό μύθευμα εντάσσει τους εξισλαμισμένους Ρωμιούς στο τουρκικό έθνος. Οι άνθρωποι του χωριού το αποδέχονται αυτό αδιαμφισβήτητα. Με την εσωτερική (αρχικά Τραπεζούντα, Κωνσταντινούπολη και αλλού) και εξωτερική (κυρίως στη Γερμανία και στην Κύπρο) μετανάστευση χάνεται βαθμιαία η επαφή με τον πολιτισμό τους, που παρέμενε όλα αυτά τα χρόνια σχετικά αμιγής. Τα παιδιά της δεύτερης και τρίτης γενιάς των μεταναστών που μεγαλώνουν στις πόλεις αποκτούν βαθμιαία τουρκική συνείδηση. Τα ήθη και τα έθιμα της γενέτειράς τους και, προπάντων, η γλώσσα τους δεν αποτελούν συστατικό στοιχείο της ταυτότητάς τους, παρά είναι μόνο φολκλόρ. Παράλληλα γίνονται όμως και συστηματικές προσπάθειες από το τουρκικό κράτος να αλλοιωθεί πλήρως η εθνολογική σύσταση αυτού του πληθυσμού, αφού η ελληνοφωνία αποτελεί σοβαρό πρόβλημα.

Στις δεκαετίες του 1990 και 2000 στέλνονται μέτοικοι από τη μικρασιατική ενδοχώρα στον Πόντο. Στις πόλεις της Μαύρης Θάλασσας καλλιεργείται ένας άκρατος εθνικισμός, ο οποίος αρνείται την ύπαρξη εθνικών μειονοτήτων στους τόπους αυτούς. Η κίνηση και εγκατάσταση των πληθυσμών στις πόλεις του Πόντου που κάποτε έσφυζαν από την ελληνική/ρωμέικη παρουσία και δραστηριότητα, και η καλλιέργεια ενός άκρατου τουρκικού εθνικισμού συμβάλλουν στην αλλοίωση της σύστασης του ρωμέικου πληθυσμού και τη διάρρηξη της πολιτιστικής συνοχής του. Κατά συνέπεια, καταναγκάζεται ένας ολόκληρος πληθυσμός να ζει μέσα σε μία πλαστή, μυθική ιστορικότητα.

Ώσπου έρχονται τα χρόνια μας στα οποία η γνώση αποκτά και στην Τουρκία μια σχετική αξία. Τα νέα μέσα επικοινωνίας γίνονται κτήμα των απλών ανθρώπων και καταργούν τα γεωγραφικά σύνορα όπως τα γνωρίζαμε μέχρι σήμερα. Και ξαφνικά οι μουσουλμάνοι Πόντιοι, ιδιαίτερα οι μορφωμένοι μεταξύ αυτών, ανακαλύπτουν ότι στη Θεσσαλονίκη και σε άλλες πόλεις της Ελλάδας ζουν άνθρωποι που παίζουν και χορεύουν την ίδια μουσική και μιλούν την ίδια γλώσσα, όπως, βέβαια, το αντίστροφο διαπιστώνουν και από την πλευρά τους για τους πρώτους και οι ανταλλαγέντες Έλληνες του Πόντου και οι απόγονοί τους.

Κάπου εκεί ξεκινάει η ιστορία του Ομέρ, του Ομήρου της ιστορίας και του μη ορώντος.

Κύρο Πόντε

Το μυθιστόρημα του Κύρο Πόντε Ένας περίεργος ξένος κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Γκοβόστη (σελ.: 120, τιμή: €7,50).

Στην κύρια φωτό: Τρούλος από το τζαμί Σουλτάν Αχμέτ από όπου ξεκινάει το μυθιστόρημα Ένας περίεργος ξένος. Το Μπλε Τζαμί χτίστηκε από τον αρχιτέκτονα Σινάν, ο οποίος ήταν γιος ελληνορθόδοξων, κατά πάσα πιθανότητα τουρκόφωνων χριστιανών. Γεννημένος στο χωριό Αγίρνα κοντά στην Καισαρεία ο Σινάν εξαναγκάστηκε σε μικρή ηλικία σε στρατιωτική υπηρεσία και έγινε γενίτσαρος. Αργότερα εξισλαμίστηκε και έγινε αρχιτέκτονας της αυλής. Το τζαμί αυτό χτίστηκε προς τιμή του Σουλτάνου Αχμέτ με οικοδομικό υλικό από τα τείχη και την ακρόπολη της Τραπεζούντας (Πηγή: Βλάσης Αγτζίδης, Έλληνες του Πόντου, Τόμος Α, Ελληνικές Εκδόσεις).

Ο Κύρο Πόντε (φιλολογικό ψευδώνυμο του Κυριάκου Σιδηρόπουλου) γεννήθηκε το 1972 στο Έσλιγκεν της Δυτικής Γερμανίας. Πέρασε τα παιδικά και εφηβικά του χρόνια στη Ηλιούπολη Θεσσαλονίκης, την οποία όμως έμελλε πάλι να εγκαταλείψει για σπουδές. Από μικρός ασχολούνταν με την ποίηση και τη συγγραφή μικρών και μεγάλων κειμένων. O πόθος του για την ανακάλυψη του καινούργιου τον οδηγεί, μετά τα είκοσι χρόνια του, να κάνει ταξίδια σε όλη την Ευρώπη και να φτάνει ως την Άπω Ανατολή. Σπουδάζει Βιολογία, Γλωσσολογία και Φιλοσοφία και αργότερα εκπονεί διδακτορικό στις Νευροεπιστήμες στο Graduate School of Neural and Behavioural Sciences στο Tübingen. Ασχολείται ερευνητικά με τη γλώσσα, τις δυσλειτουργίες της και τη μνήμη, θέματα που επεξεργάζεται και λογοτεχνικά. Εκτός από τα επιστημονικά του συγγράμματα σε διακεκριμένα διεθνή επιστημονικά περιοδικά (Neurocase, Brain and Cognition, Neuropsychologia), έχει εκδώσει την ποιητική συλλογή Τα της μνήμης και του έρωτα (BoD 2018, ελληνικά) καθώς και τη σειρά διηγήσεων Το μήλο έπεσε από το αριστερό χέρι της Αφροδίτης (Groβenwahnverlag 2015, γερμανικά). Στις μεταφραστικές του δουλειές ανήκουν μεταξύ άλλων Το τελευταίο αντίο (γερμ. Das letzte Adieu) του Βασίλη Βασιλικού (edition buntehunde 2009) και Η δερματοστιξία του Junichiro Tanizaki (Εκδόσεις Bibliothèque 2017). Είναι παντρεμένος και εργάζεται ως θεραπευτής Νευροανάδρασης (neurofeedback) στη Στουτγάρδη. Περισσότερες πληροφορίες για την ζωή και το έργο του συγγραφέα θα βρείτε στην ιστοσελίδα www.kyro-ponte.de.

www.ert.gr



via ert.gr https://ift.tt/3aVI7Lw
RSS Feed

Στείλτε τα δελτία τύπου στο e-mail: kaliterilamia@gmail.com

Από το Blogger.