Ο Παλαμάς είναι ένας άγιος

της Ελένης Μαρμάρινου-Πολίτου
Ο κύκλος της «Εστίας» και των δημοτικιστών. Από αριστερά, όρθιοι: Γιάννης Ψυχάρης, Δημ. Κακλαμάνος, Γεώρ. Κασδόνης, Γιάννης Βλαχογιάννης, Κωστής Παλαμάς, Γεώργιος Δροσίνης, Γρηγόριος Ξενόπουλος. Καθιστοί: Θεόδ. Βελλιανίτης, Περρής, Νικ. Γ. Πολίτης, Στέφανος Στεφάνου, Μίκιος Λάμπρος, Γεώργιος Σουρης, Εμ. Ροΐδης, Εμ. Αυκούδης. Οι δάσκαλοι και οι μαθητές (Αρχείο προσωπογραφιών ΚΝΕ/ΕΙΕ).
Με το πέρασμα της ποίησής μας στον μοντερνισμό και τον ελεύθερο στίχο και ύστερα από τις ραγδαΐες αλλαγές στο ευρύτερο πλαίσιο της μεταπολεμικής ελληνικής κοινωνίας, ο Κωστής Παλαμάς παραμερίστηκε, το έργο του αγνοήθηκε και ο λόγος του, αφού ταυτίστηκε αυθαίρετα με την ποιητική ρητορεία των μεγάλων συνθέσεων του, περιορίστηκε να ακούγεται σχεδόν μόνο στις σχολικές γιορτές των εθνικών επετείων. Ήταν η εποχή που πολλοί νεοελληνιστές, κριτικοί και ποιητές απέφευγαν ακόμη και να αναφέρουν το όνομα του, θεωρώντας πως κάτι τέτοιο θα μείωνε τη δική τους εκσυγχρονισμένη και άρα καλή εικόνα, με αποτέλεσμα συχνές — πυκνές και με διάφορες ευκαιρίες απαριθμήσεις του τύπου «Ο Σολωμός, ο Κάλβος, ο Σικελιανός, ο Βάρναλης, ο Καβάφης, ο Καρυωτάκης, ο Σεφέρης, ο Ελύτης, ο Ρίτσος…», που με ένα εκπληκτικό άλμα μήκους αλλά και ύψους κατάφερναν να υπερπηδήσουν την παλαμική δημιουργία.
Ο Νίκος Καμπάς, ομήλικος και φίλος τον Κωστή Παλαμά. Εκαναν μαζί τα πρώτα βήματα και τις πρώτες λογοτεχνικές παρουσίες στην «Εστία». (Πηγή: «Ποιητική Ανθολογία», εκδόσεις «Σοκόλης»).
Ωστόσο, εδώ και δέκα τουλάχιστον χρόνια παρατηρείται μια σταθερή αλλαγή στάσης απέναντι στο φαινόμενο «Κωστής Παλαμάς». Η στροφή αυτή ξεκίνησε πρώτα από τους ερευνητές της λογοτεχνίας μας, οι οποίοι, υποχρεωμένοι σαν επιστήμονες να λειτουργούν όχι ανάλογα με το προσωπικό τους γούστο αλλά με βάση ερευνητικά δεδομένα, συνειδητοποίησαν ότι ήταν αδύνατη η μελέτη, η περιγραφή και η ερμηνεία της εξέλιξης και της διαμόρφωσης πολλών πλευρών, τάσεων, ειδών, μορφών κ.ά. της ύστερα από τον Παλαμά ποίησης και ως τις , χωρίς τη βαθιά, συστηματική και νηφάλια γνώση του τεράστιου παλαμικού έργου στο σύνολο του, κριτικού και ποιητικού. Κι αυτό γιατί νεότεροι μελετητές με αφετηρία ενδιαφέροντα εκτός του «πεδίου Παλαμά» ανακάλυπταν ότι ποιητές τόσο διαφορετικοί μεταξύ τους όσο π.χ. ο Σικελιανός και ο Πορφύρας, ο Βάρναλης και ο Λαπαθιώτης, ο Καρυωτάκης και ο Ελύτης κ.ά., προώθησαν με τον τρόπο τους διαφορετικές, υπαρκτές πάντως, μορφές της παλαμικής ποίησης και ακολούθησαν, έως ένα βαθμό, διαφορετικές κάθε φορά αρχές της σύνθετης παλαμικής ποιητικής. Δημιούργησαν έτσι ο καθένας τους έργο διαφοροποιημένο, βέβαια, από το συνολικό παλαμικό, και αυτόνομο, όχι όμως και εντελώς ανεξάρτητο από ειδικότερες όψεις του. Γιατί η παλαμική ποίηση ανταμείβει —όποιον δεν την προσπεράσει με τις απλουστευτικές και βολικές αιτιάσεις του «εθνοκεντρισμού», του «ελληνοκεντρισμού», του «μεγαλοϊδεατισμού», του στόμφου ή της κενής μεγαληγορίας— με άφθονα δείγματα υψηλής καλλιτεχνικής συνείδησης, προσωπικής συγκίνησης χαμηλών τόνων, φιλοσοφικού στοχασμού, μελαγχολικού ρεμβασμού ή και σάτιρας και (αυτό)σαρκασμού, αλλά και με δείγματα επιγραμματικής λιτότητας ύφους, υπαινικτικής εικονοποιΐας, τολμηρής μεταφορικότητας, ποικίλης ρυθμικότητας κ.ά.

Φύση και λειτουργία του ποιητικού λόγου

Σε αυτήν την πορεία επιστροφής στη «μετρημένη στο εργαστήρι της κριτικής» μελέτη του παλαμικού έργου, σημαντικό σταθμό αποτέλεσε η διαπίστωση ότι ο Παλαμάς δεν είχε καταλήξει απλώς, όπως κάθε σημαντικός ποιητής, σε μια πραγματωμένη στο έργο του προσωπική άποψη για την ποίηση, αλλά είχε, επιπλέον, διατυπώσει στα κριτικά του κείμενα μιαν ολόκληρη θεωρία για την φύση και τη λειτουργία του ποιητικού λόγου. Οι βασικές θέσεις της θεωρίας αυτής προκαλούν έκπληξη στον σημερινό μελετητή, όχι μόνο γιατί έχουν συστηματικό, περίπου, χαρακτήρα, καθώς απορρέουν από γενικότερες αρχές και επανεμφανίζονται σταθερά στα ώριμα παλαμικά κείμενα, αλλά κυρίως γιατί έχουν διατυπωθεί και υποστηριχτεί πολύ πριν η σύγχρονη Ποιητική, με τη βοήθεια και της Θεωρητικής Γλωσσολογίας, στρέψει την προσοχή τους στο ποίημα σαν λόγο. Θα αναφερθώ με συντομία —στην πραγματικότητα θα περιοριστώ, κατανάγκην, σε απαρίθμηση τους— στις βασικές θέσεις της παλαμικής αυτής θεωρίας τις σχετικές με τη φύση μόνο του λόγου της ποίησης. Ελπίζω, όμως, ότι και έτσι θα φανεί ο πρωτοποριακός για την εποχή τους χαρακτήρας και η σημερινή τους εγκυρότητα, πολύ περισσότερο που ο παλαμικός θεωρητικός λόγος παρουσιάζει συχνά εντυπωσιακές ομοιότητές ακόμη και στη διατύπωση και στην ορολογία, με τον λόγο αναγνωρισμένων σήμερα ξένων θεωρητικών.
«Η ποίηση δε βρίσκεται αποκλειστικά στην ουσία της. Δείχνεται κατεξοχήν στην παράσταση της. Είναι μορφή», έγραψε ο Κωστής Παλαμάς το 1927. Ενα χειρόγραφο δείγμα από το ποίημα «Ενα ταξίδι στα Κύθηρα». Περιλαμβάνεται στα «Απαντα», τόμος ΙΑ', Ιδρυμα Κωστή Παλαμά.
Ο Παλαμάς, λοιπόν, πριν από τους πρώτους φορμαλιστές —και κάπως ανεξάρτητα από αυτούς— και τον γαλλικό δομισμό είχε συνειδητοποιήσει το γλωσσικό χαρακτήρα της ποιητικής τέχνης και είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η ποιητικότητα δεν είναι ιδιότητα, λανθάνουσα έστω, των πραγμάτων, των θεμάτων ή των ιδεών, αλλά απορρέει από τη γλωσσική αποτύπωση όλων αυτών: «Η γλώσσα είναι η ίδια η ψυχή της ποιητικής τέχνης, που για να εκδηλωθή, σωματώνεται» (1924, Απαντα, ΙΒ, 295). «Ενα ποίημα δεν είναι μόνο γέννημα ιδέας και πάθουε, είναι και κατόρθωμα ενός δουλευτή, που με το γλωσσικό υλικό το πλάθει και το χτίζει» (1912, Απαντα, Ι, 459—460). «Η ποίηση δε βρίσκεται αποκλειστικά στην ουσία της. Δείχνεται κατεξοχήν στην παράσταση της. Είναι μορφή» (1927, Απαντα, Ι, 565).

Με την παραπάνω θέση για τη γλωσσική φύση της ποιητικής δημιουργίας συνδέεται άμεσα η παλαμική πεποίθηση ότι όχι μόνον ο λόγος της ποίησης συμβάλλει στον πλουτισμό και την εξέλιξη του κοινόχρηστου γλωσσικού συστήματος, αλλά και ότι —πράγμα εντυπωσιακό για την εποχή του— η γλωσσική επιστήμη είναι δάσκαλος και βοηθός της ποίησης: «Πολλές φορές ο γλωσσολόγος παραδειγματίζεται από τον ποιητή, καθώς ο ποιητής είναι ο κατηχημένος του γλωσσολόγου. Στην ιστορία της λογοτεχνίας μας, από τον Βηλαρά έως τον Ψυχάρη, κάθε φορά που γλυκοχαράζει κάτι σαν αναγέννηση, το ποιητικό γλυκοχάραμα με τη βοήθεια απλώνεται κάποιου δυνατού χεριού που διώχνει κάποια σκοτάδια. και το χέρι αυτό είναι της γλωσσικής επιστήμης το χέρι» (1903, Απαντα, ΣΤ, 171).

Ειδοποιό γνώρισμα του λόγου της ποίησης και όχι απλή ιδιομορφία του θεωρούσε ο Παλαμάς και την, σε διάφορα επίπεδα, απόκλιση του από τη γλωσσική νόρμα. Ενα από τα κριτήρια με τα οποία στη διάλεξη του 1889 παρουσίασε στο αμήχανο, υποθέτω, κοινό του «Παρνασσού», τον Κάλβο σαν μεγάλο ποιητή, είναι, ακριβώς, η γλωσσική επαναστατικότητα του Ζακύνθιου ποιητή: [Ο Κάλβος] «Ωσεί διά της βίας επεβάλλετο, προτάσσει εκάστοτε του επιθέτου το ουσιαστικόν, όχι καθώς συνηθίζομεν κοινώς παραθέτοντες μεταξύ αμφοτέρων το άρθρον (...). Λέξεων τίνων αφ' ενός βιάζει την ευχρηστον σημασιαν, εγκαθιστών την απωτέραν, και λέξεων τίνων αφ' ετέρου επιδιώκει τον σχηματισμόν όλως ιδιοτρόπως (...). Σπανιώτερον διαπράττει και βαρύτερα έτι (...), υπερπηδά την γραμματικήν και λησμονεί το συντακτικόν». Οι γλωσσικές αυτές αυθαιρεσίες όμως, φανερώνουν και τη δημιουργική, σχεδόν κοσμογονική δύναμη της γλώσσας και της ποίησης του Κάλβου: «Δεν κρίνω άξιον θανάτου τον ποιητήν διά την γλώσσαν του, ήτις, όσον και αν εκτρέπεταιεις υπερβασίας, ουδέποτε καταπίπτει εις χυδαιότητα και είναι ως κόσμος τις πλαττόμενος και ημιχαώδης» (Απαντα, Β, 50—51). Πολλά χρόνια αργότερα ο Παλαμάς, εξακολουθεί να υπογραμμίζει ότι ο ποιητής δεν είναι απλώς ελεύθερος να χρησιμοποιεί τη γλώσσα όπως αυτός θέλει, αλλά, κατά μοιραίο περίπου τρόπο, αναγκασμένος να τη βιάζει: «Ο ποιητής είναι ο υπέρτατος διαιτητής και μυστικαποδόχος της γλώσσας. Στα χέρια του η γλώσσα γίνεται ό,τι θέλει εκείνος. και όταν τη λυγίζει απροσδόκητα και τη μορφώνει ακόμα παράξενα, ξέρει τι κάνει. είναι για να της βρίσκειόρους και πλούτη και τρόπους και σχήματα, που μόνος εκείνος γνωρίζει να φέρνη στο φως.» (1926, Απαντα, IB, 522).

«Μεγάλοι ποιητές, μεγάλοι γραμματικοί»

Έχοντας υπογραμμίσει την επαναστατικότητα του ποιητικού λόγου, ο Παλαμάς επισημαίνει και την από εκεί και πέρα οργάνωση του σε ένα δευτερογενές γλωσσικό σύστημα με τη δική του τάξη και τις δικές του κανονικότητες: «Το πρώτο γνώρισμα μιας γλώσσας καλλιτεχνικής είναι η τάξη. Και για τούτο στα γυμνασμένα μυαλά δεν φαίνεται παράξενη η αλήθεια πως μεγάλοι ποιητές σταθήκανε και μεγάλοι γραμματικοί, σε λογής καιρούς και τόπους ίσα με τα σήμερα» (1912, Απαντα, Η, 70). Ο R. Jakobson έχει υποστηρίξει με τις αναλύσεις του πως υπάρχει η γραμματική της ποίησης, ένα σύστημα δηλαδή κανονικοτήτων και παραλληλισμών που διέπει τον ποιητικό λόγο, αλλά και η ποίηση της γραμματικής, η ποιητικότητα, δηλαδή, η απορρέουσα ακριβώς από αυτό το πλέγμα κανονικοτήτων και παραλληλισμών. Ο Παλαμάς, προδρομικά, αλλά σαν να του άνοιγε το δρόμο, είχε κατακεραυνώσει εκείνους που επειδή «δεν είναι γερά μπασμένοι στο νόημα της τέχνης (...) δεν υποπτεύονται την τέχνη της ποίησης, ούτε την ποίησιν της τέχνης» (1907—1910, Απαντα, 1,128).
Δύο ποιητές —ο Παλαμάς και ο Σικελιανός— πον «εμόχθησαν, ίδρωσαν, έλπισαν, αγάπησαν, αιμάτωσαν, αγωνίστηκαν, ενίκησαν», στέκονται σιωπηλοί μπροστά στον τάφο τον Αριστοτέλη Βαλαωρίτη στη Λευκάδα, (πηγή: «Ιστορία της Ελλάδας τον 20ού αιώνα», εκδ. «Βιβλιόραμα»).
Η σημασία της παλαμικής θεωρίας για την εξέλιξη της ποίησης μας μπορεί να εκτιμηθεί στις πραγματικές της διαστάσει, μόνον αν η θεωρία αποδεσμευτεί από τη σύγκριση της με τον τρόπο που «εφαρμόστηκε» ή τη συνέπεια με την οποία πραγματώθηκε στο παλαμικό ποιητικό έργο, θεωρούμενο μάλιστα στο σύνολο του. Ο ίδιος ο Παλαμάς, που έτρεχε ως ποιητής να καλύψει αποστάσεις, να πειραματιστεί και να ανοίξει δρόμους προς κάθε σχεδόν κατεύθυνση, είναι ο πρώτος που είχε συνείδηση αυτής της τραγικής συχνά απόκλισης ανάμεσα στη θεωρία και την ποιητική του πράξη: «Καμιά φορά μου φαίνεται πως μοιάζω μ' έναν που θάξερε πιο καλά απ' άλλους πώς να ντυθή και πως να στολιστή (...). Μα που πάει και παίρνει απ' όλους τους εμπόρους (…) τα πιο όμορφα δείγματα για ντύματα και για στολίδια, κ' ύστερα βαριέται να κάμη φορέματα διαλέγοντας από κείνα. κι άλλοι ντύνονται και στολίζονται με τα υφάσματα και με τα είδη που εκείνος πρωτοπήρε τα δείγματα τους. Ετσι την έζησα τη ζωή μου και την τέχνη μου» (Απαντα, 1,98). Γι' αυτό, ίσως, και ο Σικελιανός το 1936 στην ομιλία του «Ο Παλαμάς ασκητής και μύστης», στον «Παρνασσό», θέλοντας να «τοποθετήσει» την τελική εικόνα του Παλαμά μπροστά στους ακροατές του «απλά και καθαρά», όπως λέει, τον ονομάζει άγιο: «Ο Παλαμάς εμόχθησε, ίδρωσε, έλπισε, αγάπησε, αιμάτωσε, αγωνίστηκε, ενίκησε, για μας. Ο Παλαμάς, λοιπόν, είναι ένας άγιος».


ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ ΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΟΥ ΚΑΙ ΤΑ ΧΑΡΤΙΑ ΤΟΥ
7 ΗΜΕΡΕΣ
Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ
ΑΘΗΝΑ 2003




from ανεμουριον https://ift.tt/2WlXjxK
via IFTTT
Από το Blogger.