Η Μικρασιατική εκστρατεία 1919-1922

του ΣΑΡΑΝΤΗ ΚΑΡΓΑΚΟΥ

«Δίκαια μεν εν τω ανθρωπείω λόγω από της ίσης ανάγκης κρίνεται, δυνατά δε οι προύχοντες πράττουσι και οι ασθενείς ξυγχωρούσιν». («Σύμφωνα με την ανθρώπινη λογική, τα δίκαια κρίνονται με βάση την ίση ισχύν. Όμως αυτοί που έχουν τη δύναμη, πράττουν όσα μπορούν να πράξουν και οι αδύνατοι ανέχονται αυτά που πράττουν».)
Θουκυδίδης: Ε, 89

Με την άλωση της Κωνσταντινούπολης ο Ελληνισμός υποτάχθηκε, αλλά δεν ξεριζώθηκε. Έμεινε, υποδουλωμένος έστω, στις προγονικές εστίες του. Ζούσε και δρούσε στα ίδια εδάφη που επί αιώνες θαυματουργούσε. Πάντα οι Έλληνες ήσαν ένας λαός χωρίς σύνορα. Ζωτικός χώρος τους ήταν κυρίως το Αιγαίο. Τόσο οι δυτικές όσο
Έλληνες στρατιώτες μπροστά στο ρολόϊ της Σμύρνης.
και οι ανατολικές ακτές του ήσαν αείποτε ελληνικές. Ομοίως και η μικρασιατική ενδοχώρα. Ακόμη και στην Άγκυρα υπήρχε ισχυρή ελληνική κοινότητα. Άλλοι χώροι δράσης του Ελληνισμού ήσαν οι ακτές του Ευξείνου και οι νευραλγικές, από συγκοινωνιακή άποψη, περιοχές της Βαλκανικής. Πάντα οι Έλληνες ήσαν λαός «εν διαστολή». Μετά την καταστροφή υποχρεώθηκαν να ζήσουν σε συστολή, να ζήσουν μόνο με Έλληνες. Για να επιβιώσουν, έπρεπε να συμβιώσουν. Η συμβίωση ήταν δύσκολη. Η γη δεν επαρκούσε για όλους. Το κράτος ήταν βουτηγμένο στα χρέη και την αναρχία. Η λαός, εντόπιος και προσφυγικός, βουτηγμένος στο πένθος. Δεν έλειψαν οι τριβές και οι προστριβές. Κάποιες μαρτυρίες προσφύγων είναι πικρές. Χρειάζεται, όμως, να τις θυμόμαστε για να διδασκόμαστε. Αλλ' εκείνο που προέχει είναι τούτο: οι πρόσφυγες ξεπέρασαν γρήγορα το πρόβλημα της προσαρμογής. Σε μερικές περιοχές, μάλιστα, απετέλεσαν το επικρατούν στοιχείο. Δεν αφομοιώθηκαν αφομοίωσαν.

Τα πριν της καταστροφής
Η μεγάλη τραγωδία δεν υπήρξε «κεραυνός εν αιθρία». Έχει την προϊστορία της. Ο Γάλλος συγγραφέας Σαιν Μπεβ ονόμασε τον 19ο αιώνα «ηλίθιο αιώνα, αιώνα του εθνικισμού». Πουθενά, όμως, αλλού η όξυνση του εθνικισμού δεν έφθασε ως τα όρια της υστερίας, όσο στα εδάφη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ήταν, βέβαια, ιστορική ανάγκη τα υποταγμένη στους Οθωμανούς χριστιανικά έθνη να διεκδικήσουν κάποια στιγμή την εθνική τους ανεξαρτησία.
Ο αρχιστράτηγος Λέων. Παρασκευόπουλος.
Κι ως ένα βαθμό το πέτυχαν. Όμως, αντί για κράτη προέκυψαν κρατίδια, κατευθυνόμενα από ποικίλους εξωτερικούς παράγοντες. Κατευθυντήριος άξονας της εξωτερικής τους πολιτικής ήταν η απελευθέρωση ομόγλωσσων ή ομοαίμων πληθυσμών, πράγμα όχι εύκολα εφικτό, λόγω της πληθυσμιακής διασποράς μέσα στην αχανή έκταση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Π.χ. νησίδες ακμαίου Ελληνισμού υπήρχαν στην καρδιά της σημερινής Τουρκίας, Βουλγαρίας, Ρουμανίας, Αλβανίας και της καταρρέουσας σήμερα Γιουγκοσλαβίας. Ίσως τα εθνικά ζητήματα να έβρισκαν τη λύση τους μέσα στο πλαίσιο μιας Ομοσπονδίας, όπως την οραματιζόταν ο Ρήγας, ίσως μέσα στο πλαίσιο μιας νέας ρωμαίικης αυτοκρατορίας, που θα διαδεχόταν την καταρρέουσα οθωμανική, όπως οραματιζόταν ο Ίων Δραγούμης. Ίσως. Όμως, τα πρόσφατα γεγονότα στη Σοβιετική Ένωση και τη Γιουγκοσλαβία απέδειξαν ότι κάποια μεγαλεπήβολα οράματα μετεξελίσσονται σε ανθρώπινα δράματα.
Η υπογραφή της Συνθήκης Ειρήνης του Α' Παγκοσμίου Πολέμου στην αίθουσα κατόπτρων των ανακτόρων των Βερσαλλιών (πίνακας του Ιρλανδού ζωγράφου Ουίλλιαμ Ορπεν).
Όσο κι αν είναι σκληρό, το ξίφος είναι ο «καλύτερος» διαιτητής των ανθρώπινων διαφορών. Δημιουργεί πιο μόνιμες καταστάσεις. Η αξία της πολιτικής έγκειται στη δεξιότητα χειρισμού του ξίφους. Τα νέα εθνικά κράτη της Βαλκανικής απεδείχθησαν αδέξια. Αντί να στρέψουν το ξίφος εναντίον του τέως κυρίαρχου, το έστρεψαν το ένα εναντίον του άλλου. «Πρώτα σκοτώνουμε την αρκούδα και μετά μοιράζουμε την προβιά», συνιστούσε σοφά ο πρωτοπόρος του Μακεδονικού Αγώνα καπετάν Κώττας. Όμως, στα τέλη του περασμένου αιώνα τα βαλκανικά κράτη περισσότερο μισούσαν το ένα τ' άλλο, παρά τους Τούρκους. Είναι ενδεικτικό ότι το 1897 που η Ελλάς, εξαιτίας της Κρητικής Επαναστάσεως, ενεπλάκη σε πόλεμο με την Τουρκία, τα χριστιανικά κράτη της Βαλκανικής όχι μόνο δεν τη βοήθησαν αλλά έσπευσαν να αποκομίσουν οφέλη εις βάρος της στη Μακεδονία. Το γεγονός-καταλύτης, που ήλθε να επιταχύνει τις εξελίξεις, είναι το Κίνημα των Νεότουρκων το 1908. Το Κίνημα αυτό, παρά την επίφαση φιλελευθερισμού, ήταν βαθύτατα σωβινιστικό. Ως απώτερο στόχο είχε την εξαφάνιση των εθνοτήτων. Το ακρογωνιαίο άρθρο της νεοτουρκικής πολιτικής εκφράζεται με το σύνθημα: «Η Τουρκία ανήκει στους Τούρκους». Αρα, πάντες οι κατοικούντες στα εδάφη της Αυτοκρατορίας υποχρεούνται να γίνουν Τούρκοι υπήκοοι. Δεν απαιτείται εξισλαμισμός αλλ' εκτουρκισμός. Οι αντιτιθέμενοι εκδιώκονται ή εξοντώνονται. Υπό την καθοδήγηση του Γερμανού στρατηγού Λίμαν φον Σάντερς καταστρώνεται πρόγραμμα εξοντώσεως κάθε μη τουρκικού στοιχείου. Με τα φοβερά «αμελέ ταμπουρού» (= τάγματα εργασίας) εξοντώθηκε το άνθος του μικρασιατικού Ελληνισμού. Το 1915 ο Ταλαάτ εγκαινιάζει τη γενοκτονία των Αρμενίων, καλώντας τα κρατικά όργανα να «καταπνίξουν τη φωνή της συνειδήσεως τους» για να θέσουν «τέρμα στην ύπαρξη τους».
Η υπογραφή της Συνθήκης των Σεβρών, που έκανε την Ελλάδα μεγάλη δύναμη και διέλυε την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Στο μεγάλο τραπέζι διακρίνεται ο Ελευθέριος Βενιζέλος, ενώ υπογράφει ο Τούρκος εκπρόσωπος Χααντί πασάς.
Μπροστά στον κίνδυνο του βίαιου εκτουρκισμού αλύτρωτων πληθυσμών, τα βαλκανικά κράτη συνασπίζονται και εντός 6 μηνών κατεδαφίζουν την οθωμανική κυριαρχία στη Βαλκανική. Αλλ' η λογική των όπλων έφερε το δεύτερο, τον ενδοβαλκανικό πόλεμο. Η Συνθήκη του Βουκουρεστίου (1913) διαμορφώνει ένα νέο εδαφικό καθεστώς αλλά και εγκαινιάζει ένα νέο πολιτικό πείραμα: τις υποχρεωτικές μετατοπίσεις πληθυσμών. Ο ιταλοτουρκικός πόλεμος του 1911, με τον οποίο οι Ιταλοί απέσπασαν τη Λιβύη και τα Δωδεκάνησα και οι Βαλκανικοί Πόλεμοι υπήρξαν το πρελούντιο του Αρμαγεδώνα που ονομάστηκε Α' Παγκόσμιος Πόλεμος (1914-1918). Ύστερα από τις γεωλογικές διεργασίες που προκάλεσε στο ιστορικό στρώμα της Υφηλίου η βιομηχανική επανάσταση, μια νέα οικονομική αναγκαιότητα κατευθύνει την πολιτική των Μεγάλων Δυνάμεων: νέες πηγές πρώτων υλών και νέες αγορές. Η δύναμη του κράτους δεν καθορίζεται από την έκταση των συνόρων του αλλά από τη διέκταση της Οικονομίας του. Έκφραση της νεοιμπεριαλιστικής αυτής πολιτικής είναι η επέκταση του σιδηροδρομικού δικτύου. Οι αντιτιθέμενες τάσεις αποκρυσταλλώνονται σε δύο συμμαχίες: α) Κεντρικές Αυτοκρατορίες (Γερμανία και Αυστρουγγαρία) και β) Εγκάρδια Συνεννόηση ή Entent (Γαλλία, Αγγλία, Ρωσία). Χρειαζόταν, όμως κι ένας μικρός σπινθήρας για τη μεγάλη έκρηξη. Κι αυτός ήταν η δολοφονία του αρχιδούκα-διαδόχου της Αυστρίας Φερδινάνδου στο Σεράγιεβο από τον Σέρβο εθνικιστή Γαβρήλο Πρίντσιπ στις 26/6/1914. Ο πόλεμος αρχίζει και διαρκώς επεκτείνεται. Στο πλευρό της Αντάντ θα πολεμήσουν η Ιταλία (ύστερα από ειδικές συμφωνίες), η Σερβία, αργότερα οι ΗΠΑ και άλλες χώρες. Στο πλευρό των Κεντρικών Αυτοκρατοριών θα σταθούν η Βουλγαρία και η Οθωμανική Αυτοκρατορία, με τις οποίες η Ελλάς είχε τις πιο μεγάλες αντιθέσεις. Αντιθέσεις, όμως, υπήρχαν και στην κορυφή της ελληνικής πολιτικής ηγεσίας περί του πρακτέου. Ο πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος ήταν υπέρ της συμμετοχής στον πόλεμο. Βέβαιος για τη νίκη των Αγγλογάλλων, ήθελε να καθίσει στο τραπέζι των νικητών κι από τη θέση αυτή να διαπραγματευθεί την τύχη των αλύτρωτων ελληνικών περιοχών. Αντίθετα, ο βασιλιάς Κωνσταντίνος (η σύζυγος του, Σοφία, ήταν αδελφή του Κάιζερ Γουλιέλμου) θεωρούσε το γερμανικό Στρατό ακατανίκητο κι ήθελε την ουδετερότητα. Αυτό προκάλεσε το διχασμό, που ήταν η κύρια αιτία της τραγωδίας ή μάλλον η κύρια αιτία που η εμπλοκή της Ελλάδος στον πόλεμο πήρε ειδικώς γι' αυτή μορφή τραγωδίας, που ο απόηχος της βαραίνει έως σήμερα στις πολιτικές μας τύχες.

Η εμπλοκή της Ελλάδας
Η διάσταση των απόψεων βασιλιά και πρωθυπουργού, η παραίτηση του τελευταίου, εκλογές υπό τη σκιά του πολέμου, νέα πρωθυπουργία και νέα παραίτηση Βενιζέλου, οι «βασιλικές κυβερνήσεις» και κυρίως η παραβίαση της ελληνικής ουδετερότητας από τους Αγγλογάλλους έδωσαν την ευκαιρία και το πρόσχημα στους Βουλγάρους να καταλάβουν την Αν. Μακεδονία και να αιχμαλωτίσουν το Δ' Σώμα Στρατού. Ο Βενιζέλος μπρος στο ενδεχόμενο απώλειας της Μακεδονίας, οργανώνει το Κίνημα Εθνικής Αμύνης στη Θεσσαλονίκη.
Έλληνες αξιωματικοί σε ερείπια αρχαίας ελληνικής πόλης στη Μικρασία.
Η Ελλάς διχάζεται, όχι μόνο εδαφικά αλλά και ψυχικά. Οι Αγγλογάλλοι υπό την απειλή των όπλων υποχρεώνουν τον Κωνσταντίνο να παραιτηθεί. Στο θρόνο, ως αντικαταστάτης, ανέρχεται ο δευτερότοκος γιος του Αλέξανδρος. Στις 27 Ιουνίου (ν.η.) 1917 ο Βενιζέλος φθάνει στην Αθήνα. Ανακαλεί στη ζωή τη διαλυθείσα Βουλή της 31ης Μαΐου 1915, που αποκλήθηκε ειρωνικά «Βουλή των Λαζάρων». Το νέο σύστημα εξουσίας ήταν δικτατορία υπό κοινοβουλευτικό μανδύα. Ο Καφαντάρης το ονόμασε «κατασκεύασμα απολυταρχικόν». Ο Βενιζέλος κυβερνά με συνεχείς αναστολές άρθρων του Συντάγματος (κατάργησε την ισοβιότητα των δικαστών, εξόρισε ή φυλάκισε πολιτικούς αντιπάλους του κι επέβαλε διά του Θ. Πάγκαλου μια επιστράτευση με τρομοκρατικές μεθόδους). Ο Στρατός μας με μικρή συμμετοχή στον πόλεμο διαρκείας 6 μηνών (π.χ. μάχη του Σκρα) και με λίγες σχετικά απώλειες έδωσε στον Βενιζέλο τη δυνατότητα να καθίσει στο τραπέζι των νικητών. Με το περίφημο «Υπόμνημα» του προς το Συμβούλιο των Τεσσάρων Μεγάλων (17/30 Δεκεμβρίου 1918), διεκδικεί, με βασικό επιχείρημα την «εθνολογική βάση», τη Β. Ήπειρο, τη Δυτική και Ανατολική Θράκη, την Ίμβρο και την Τένεδο, τα Δωδεκάνησα και μια ζώνη της Μ. Ασίας από τη Μάκρη μέχρι Πανόρμου στην Προποντίδα. Δεν έθεσε θέμα Κύπρου για να έχει τους Άγγλους παραστάτες στις ανωτέρω διεκδικήσεις, ούτε το ζήτημα του Ποντιακού Ελληνισμού, ελπίζοντας ότι αυτό θα λυθεί μέσα στο πλαίσιο της Πόντο ― Αρμενικής Δημοκρατίας. Παράλληλα, χάρη στη διπλωματική του ευστροφία, πέτυχε έγκριση των Συμμάχων να αποβιβασθεί ελληνικός στρατός στη Σμύρνη για την τήρηση της τάξεως. Η Συνθήκη των Σεβρών (10 Αυγούστου 1920): Με τη Συνθήκη αυτή, που είναι το επιστέγασμα των διπλωματικών ενεργειών του Βενιζέλου, αναγνωρίζεται στην Ελλάδα το μεγαλύτερο μέρος της Αν. Θράκης (τη Δυτική είχε πάρει από τη Βουλγαρία με τη Συνθήκη του Νεϊγύ), η Ίμβρος και η Τένεδος, τα Δωδεκάνησα (πλην Ρόδου) και το δικαίωμα κατοχής και διοικήσεως του Βιλαετιού Σμύρνης για 5 χρόνια.
Ένα από τα ελληνικά αεροπλάνα που συμμετέχον στις επιχειρήσεις της Μικρασίας.
Μετά την παρέλευση πενταετίας θα γινόταν δημοψήφισμα και οι κάτοικοι θα αποφάσιζαν αν επιθυμούσαν ένωση με την Ελλάδα. Η Συνθήκη των Σεβρών αποτελεί μέγα διπλωματικό επίτευγμα, αλλά η πρακτική της αξία ήταν μηδαμινή. Πιο εύθραυστη κι από τις πορσελάνες της, όπως είπε Γάλλος πολιτικός. Όλα όσα μας παραχωρούσε η Συνθήκη έπρεπε να κατακτηθούν με καινούργιες οικονομικές και ανθρώπινες θυσίες. Αλλά ο ελληνικός λαός ήταν κουρασμένος και εξαντλημένος. Πολεμούσε από το 1912. Και την ώρα που η ειρήνη γινόταν πανανθρώπινο αίτημα, η Ελλάς εμπλεκόταν στο σκληρότερο πόλεμο τη; Ιστορίας της. το μικρασιατικό πόλεμο, που έληξε, παρά τους αρχικούς θριάμβους, με μια ταπεινωτική ήττα και με το ξερίζωμα του Μικρασιατικού και Θρακικού Ελληνισμού. Η συνθήκη των Σεβρών, το αποκορύφωμα της επιτυχίας και η Συνθήκη της Λοζάννης που σφραγίζει την τραγωδία, φέρνουν και οι δύο την υπογραφή του Βενιζέλου.

Έπρεπε να γίνει η εκστρατεία
Το ερώτημα μας απασχολούσε και θα μας απασχολεί πάντα. Αυτοί που ήταν και είναι αντίθετοι προς την εκστρατεία, υποστηρίζουν πως η παρουσία του Στρατού μας στη Μικρασία ανέτρεψε το κλίμα της «αρμονικής συνοικήσεως» Ελλήνων και Τούρκων. Από τη στιγμή που έπεσαν κατά την απόβαση του ελληνικού Στρατού οι πρώτοι πυροβολισμοί, ήταν επόμενο να ακολουθήσουν και πολλοί άλλοι, όπως κι έγινε. Αντί της πολεμικής παρουσίας, χρειάζονταν άλλου είδους χειρισμοί, που λόγω της δεινής καταστάσεως των Τούρκων, μπορούσαν να αποφέρουν καλύτερα και μονιμότερα αποτελέσματα. Είχαμε, μετά την ανακωχή του Μούδρου, πολλά «ατού» μια και εμμέναμε στην πολιτική της «συνοικήσεως». Μόνο μια φιλική στάση του Ελληνισμού της Μ. Ασίας και μια φιλική τοποθέτηση της Ελλάδος υπέρ της Τουρκίας, μπορούσαν να εξασφαλίσουν τη «συνοίκηση» και να κρατήσουν τον ελληνικό πληθυσμό στις αρχαίες πατρίδες του. Η απόβαση του ελληνικού Στρατού στη Σμύρνη έκανε τους Τούρκους να δουν τους Έλληνες σαν κατακτητές. Έτσι η Ελλάς τους προσέφερε αυτό που δεν είχαν ποτέ: εθνική ομοψυχία και εθνική ιδεολογία. Ακόμη κι αν πετύχαινε στους πιο τολμηρούς στόχους της η εκστρατεία, πάλι η επιτυχία θα ήταν προσωρινή. Κάποτε θα ξύπναγε ο τουρκικός εθνισμός ή ο ισλαμικός φανατισμός.
Έλληνες πυροβολητές, επί τω έργω, στο κατάστρωμα του πολεμικού ΚΙΛΚΙΣ.
Ήταν πολλοί εκείνοι που θα βοηθούσαν στο ξύπνημα του, για να τον στρέψουν εναντίον μας. Η ιστορία των ελληνικών αποικιών της ίδιας της Ιωνίας, διδάσκει πως τα παράλια, χωρίς αρκετό βάθος ενδοχώρας, δεν μπορούν να κρατηθούν. Ο Πλάτων, αναφερόμενος στις ελληνικές αποικίες της Μεσογείου τις παρομοιάζει με κοινωνίες βατράχων εγκατεστημένων στις άκρες της λίμνης και που μπροστά στον κίνδυνο πέφτουν' στο νερό. Μόνο που στην εξεταζόμενη περίπτωση ο Ελληνισμός, πέφτοντας στο νερό εγκαταστάθηκε οριστικά στη δυτική όχθη του Αιγαίου. Το μοιραίο λάθος δεν βαραίνει το μικρασιατικό πληθυσμό αλλά το εθνικό κέντρο, την Αθήνα. Αφού δεν άφησε καμιά πόρτα ανοικτή για διαπραγματεύσεις με τις παλιές ή νέες δυνάμεις της Τουρκίας, πέτυχε να ενώσει και να στρέψει εναντίον της έναν πληθυσμό που θα μπορούσε να μείνει, αν όχι φιλικός, τουλάχιστον ανεκτικός απέναντι του ελληνικού στοιχείου με το οποίο συζούσε σχεδόν ειρηνικά επί αιώνες. Audiatur et altera pass, δηλαδή ας ακουσθεί και η άλλη πλευρά. Ο Σπ. Μαρκεζίνης στην Ιστορία του γράφει: «Αι ευκαιρίαι παρουσιάζονται πάντοτε δια τους μικρούς αλλ' όχι μονίμως» (τόμος Α', σ. 19). Η εξέλιξη του πολέμου, η ανακωχή του Μούδρου, η εσωτερική διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας προσέφεραν στην Ελλάδα τη «χρυσή ευκαιρία». Είμαστε στο στρατόπεδο των νικητών, με καλά οργανωμένο στρατό και καλή πολιτική και στρατιωτική ηγεσία. Είχαμε ακόμη χρέος να πάμε στη Μικρά Ασία, μια και η ανερχόμενη πολιτική δύναμη ήταν οι Νεότουρκοι που είχαν πρόγραμμα την εξόντωση των μειονοτήτων. Συνεπώς, την παρουσία του Στρατού μας στο μικρασιατικό έδαφος δεν επέβαλε κάποιος μεγαλοϊδεατικός επεκτατισμός αλλά η πολιτική πρακτική των Νεότουρκων. Ίσως, και μετά την παρουσία του Στρατού μας στη Σμύρνη, που αναμφίβολα τόνωσε την τουρκική ομοψυχία αν οι διπλωματικοί χειρισμοί ήταν πιο επιδέξιοι, το αποτέλεσμα να ήταν διαφορετικό. Π.χ. μια απόπειρα επαφής ή συνεννόησης με τον Κεμάλ, θα διεύρυνε το χάσμα μεταξύ σουλτανικών και εθνικιστών μιας και ο Κεμάλ θα φαινόταν ύποπτος συνεργασίας με τους «Γιουνάν». Το πρόβλημα να πάμε ή να μην πάμε στη Μ. Ασία ήταν ψευδοπρόβλημα. Ασφαλώς, έπρεπε να πάμε, εφόσον συμμαχικές δυνάμεις ήδη βρίσκονταν εκεί και κυρίως γιατί οι Ιταλοί επεκτατιστές είχαν βάλει σαν στόχο τη Σμύρνη.
Ο ελληνικός Στράτος γίνεται δεκτός με έξαλλο ενθουσιασμό στη Σμύρνη την 2α Μάιου 1919, όταν αποβιβάσθηκε το πρώτο τμήμα του στην ιστορική πόλη της Ιωνίας.
Το πρόβλημα ήταν κάτω από ποιες συνθήκες πήγαμε και πώς στη συνέχεια πολιτευθήκαμε και κυρίως πώς χρησιμοποιήσαμε το Στρατό μας, που μπορούσε να είναι ― και ήταν ― το ισχυρότερο διαπραγματευτικό μας «ατού». Η Ελλάς δυστυχώς δεν μπορούσε να κερδίσει τον πόλεμο. Γιατί προτού τον χάσει στο πεδίο της μάχης, τον έχασε στο εσωτερικό μέτωπο. Μπήκε στον πόλεμο διχασμένη και παρέμεινε ως τη διάρκεια του πολέμου διχασμένη. Ο Βενιζέλος απροσδόκητος έχασε τις εκλογές του Νοεμβρίου 1920, επανήλθε με δημοψήφισμα ο Κωνσταντίνος, οι Σύμμαχοι βρήκαν το πρόσχημα να μας εγκαταλείψουν και μετά έναντι ψιχίων να μας χρησιμοποιήσουν ως όργανα της δικής τους πολιτικής. Πήγαμε στη Μ. Ασία χωρίς στρατηγική και χωρίς τακτική. Αλλά και κάτι άλλο έχει αλλάξει. Την ώρα που ο ισχυρός Βενιζέλος καταψηφίζεται και αυτοεξορίζεται και επανέρχεται ο Κωνσταντίνος, χωρίς το παλαιό ― λόγω ασθενείας ― σφρίγος του, περιβαλλόμενος από πολιτικούς με ασθενές πνεύμα και χαρακτήρα, στην Τουρκία καταρρέει ο Μεγάλος Ασθενής, ο Σουλτάνος και ανατέλλει το άστρο του Μουσταφά Κεμάλ (Ατατούρκ), ενός δυναμικού στρατιωτικού με προσόντα ηγήτορος, που περιστοιχίζεται από ό,τι ακμαιότερο σε έμψυχο δυναμικό διαθέτει η Τουρκία. Και το πιο σοβαρό: η απόβαση ειδικά του ελληνικού Στρατού στην Ιωνία έκανε το εθνικιστικό αίσθημα να απλωθεί στις μάζες. Ο παθητικός θρησκευτισμός αντικαθίσταται από την εθνικιστική έξαρση και ένταση. Έτσι οι Έλληνες χωρίς να το θέλουν έγιναν δημιουργοί του τουρκικού εθνικισμού στη Μ. Ασία και στα νεότερα χρόνια στην Κύπρο. Πέρα απ' αυτό η ήττα μας ήταν και διπλωματική. Ενώ ο Κεμάλ κέρδιζε συμμαχίες και αποσπούσε βοήθειες, η Ελλάς έχανε στηρίγματα. Και ακόμη πριν επέλθει η στρατιωτική, είχε προηγηθεί η ψυχολογική ήττα. Οι στρατιώτες δεν ήξεραν πού πήγαιναν και πού έφταναν. Όταν προέλασαν σε βάθος δεν καταλάβαιναν για ποιο σκοπό πολεμούσαν, για ποιο λόγο βρίσκονταν τόσα χρόνια μακριά από τα σπίτια τους. Αφού τον πρώτο ενθουσιασμό δεν διαδέχθηκε ένας αιφνιδιασμός του αντιπάλου, μοιραία η απραξία έφερε την μεμψιμοιρία. Ένιωθαν, κάτω από την επιρροή μιας «πατσιφιστικής» (ειρηνιστικής) προπαγάνδας πως ήταν όργανα ξένων συμφερόντων. Αυτό παρέλυε τη μαχητικότητα τους κι ευνοούσε το πνεύμα του «ντεφαϊτισμοΰ» (ηττοπάθειας).

Η οικονομική διάσταση του Μικρασιατικού Πολέμου
Ο μικρασιατικός πόλεμος φαίνεται επιφανειακά σαν πόλεμος Ελλήνων και Τούρκων. Απλώς αυτοί έδωσαν το κρέας τους για τα κανόνια. Η μικρασιατική εκστρατεία και ο ξεριζωμός του Ελληνισμού, ήταν έργο των ξένων. Η Οθωμανική Αυτοκρατορία, με τις απέραντες εκτάσεις και τ' ανεξάντλητα κοιτάσματα πετρελαίου (όλος ο σημερινός αραβικός χώρος ήταν υπό την εξουσία του σουλτάνου) βρισκόταν πάντα στο στόχαστρο των ξένων.
Έλληνες στρατιώτες στον ποταμό Σαγγάριο (Αύγουστος 1921)
Oι παραδοσιακές Μεγάλες Δυνάμεις εφάρμοζαν σε βάρος της την πολιτική του «ξεφλουδίσματος της αγκινάρας». Αντίθετα η ανερχόμενη νέα μεγάλη δύναμη, η Γερμανία, εγγυάται την ακεραιότητα και την οικονομική ανάπτυξη της. Με το ίδιο πνεύμα βλέπουν την Τουρκία και οι συνεχώς εκτεινόμενες οικονομικά Ηνωμένες Πολιτείες. Ενδεικτική είναι η δήλωση Αμερικανού πολιτικού: «Η Τουρκία αποτελεί ουσιαστικά παρθένο έδαφος για τις αμερικανικές επιχειρήσεις και την αμερικανική εκμετάλλευση. Οι Τούρκοι θέλουν εμάς τους Αμερικανούς, γιατί πιστεύουν ότι οι επιχειρήσεις μας δεν συνδέονται με πολιτικούς σκοπούς». Ο Ροκφέλερ είναι ο πρώτος που συλλαμβάνει την ιδέα κατασκευής αγωγών πετρελαίου. Έτσι, Γερμανοί και Αμερικανοί κερδίζουν τη συμπάθεια των Τούρκων. Είναι χαρακτηριστικό πως το 1898 ο σουλτάνος Αβδούλ Χαμίτ υπόσχεται στον Αμερικανό ναύαρχο Τσέστερ και τον Κάιζερ Γουλιέλμο τα πετρέλαια της Μεσοποταμίας. Μετά το ταξίδι του Γουλιέλμου στην Οθωμανική Αυτοκρατορία (έφθασε μέχρι Ιερουσαλήμ και συγκέντρωσε μύριους αρχαιολογικούς θησαυρούς), η Deutsche Bank γίνεται ο ουσιαστικός κυβερνήτης της Τουρκίας. Γερμανοί αξιωματικοί οργανώνουν τον τουρκικό στρατό,
Ο Ελληνισμός της Μικρασίας υπέστη πολλές ταλαιπωρίες στη διάρκεια του Α' Παγκοσμίου Πολέμου με σημαντικότερες εξ αυτών τις εκτοπίσεις στα βάθη της Μικρασίας. Κάπου 250.000 Ελληνοπόντιοι εκτοπίστηκαν από τους νεότουρκους και 80.000 ζήτησαν καταφύγιο στη Ρωσία.
Γερμανοί κεφαλαιούχοι κάνουν επενδύσεις και Γερμανοί κατασκευάζουν τη σιδηροδρομική γραμμή από Νικομήδεια (απέναντι από την Κων/πολη) έως τη Βαγδάτη. Το Βερολίνο διατυμπανίζει τη γραμμή των «Τριών Βήτα» (Βερολίνο ― Βυζάντιο ― Βαγδάτη). Έκτοτε οι αντιθέσεις μεταξύ των οικονομικών κολοσσών οξύνονται. Ύστερα από εξαγορές και κατασχέσεις η Royal Dutsche Shell γίνεται ο κυριότερος ανταγωνιστής της American Standard Oil. Οι ίντριγκες δεν έλειψαν ούτε την ώρα του μεγάλου πολέμου. Έτσι την ώρα που με υπόδειξη των Συμμάχων η Ελλάς διευρύνει τον πόλεμο κατά του Κεμάλ (Ιούλιος 1920), αποκαλύπτεται πως Αγγλία και Γαλλία με μυστική συμφωνία στο Σαν Ρέμο είχαν μοιράσει μεταξύ τους τα πετρέλαια της Τουρκίας. Ο μικρασιατικός πόλεμος είναι προέκταση του Α' Παγκοσμίου Πολέμου, μόνο που έχει περισσότερο μυρωδιά πετρελαίου και λιγότερο μπαρούτης. Μετά τη συντριβή της Γερμανίας, πραγματικοί πρωταγωνιστές του πολέμου είναι οι εταιρείες πετρελαίου: η αμερικανική «Στάνταρ Οϊλ Κόμπανυ», η αγγλοολλανδική «Ρόαγιαλ Ντατς Σελλ» και ένας ισχυρός όμιλος γαλλικών κεφαλαίων. Σωστά, λοιπόν, ονομάστηκε η Μικρασιατική εμπλοκή «πόλεμος των τριών αδελφών», δηλαδή των τριών εταιρειών πετρελαίου. Η εκστρατεία, όσο κι αν την επέβαλαν κάποιες εθνικές αναγκαιότητες, λειτούργησε σε τελευταία ανάλυση σαν δύναμη πίεσης προς τους Τούρκους, πράγμα που διευκόλυνε τους Βρετανούς ν' αποσπάσουν την πετρελαιοφόρο περιοχή της Μοσσούλης. Από τη στιγμή που οι Βρετανοί σχημάτισαν τη βεβαιότητα πως δεν διατρέχουν κανέναν κίνδυνο τα συμφέροντα τους ― παρά τις φιλελληνικές κορόνες του Λόυδ Ζωρζ ― αφήνουν αβοήθητο τον ελληνικό Στρατό. Έτσι, ενώ όλος ο κεμαλικός στρατός είχε πέσει πάνω στον ελληνικό, για να τον ρίξει στη θάλασσα, οι Άγγλοι ανενόχλητοι κατέλαβαν τον Οκτώβριο του 1922 τα πετρέλαια της Μοσσούλης. Ένα χρόνο πριν Γάλλοι και Ιταλοί είχαν υπογράψει επωφελείς συνθήκες με τον Κεμάλ, αποσύροντας τα στρατεύματα τους από τη Μ. Ασία, αλλά διασφαλίζοντας τα κεφάλαια τους. Είχαν, βέβαια, προηγηθεί οι συμφωνίες του Κεμάλ με τους μπολσεβίκους, αλλ' αυτοί δεν ήσαν σύμμαχοι μας. Κι επιπλέον είχαμε πολεμήσει εναντίον τους στην Ουκρανία. Και ήταν λάθος της ελληνικής διπλωματίας που δεν άνοιξε μυστικό δίαυλο επικοινωνίας με τους Σοβιετικούς μέσω του αρτισύστατου Σ.Ε.Κ.Ε. και μέσω των Ελλήνων εκπροσώπων στα σοβιετικά Κοινοβούλια. Την οικονομική διάσταση του πολέμου μπορούμε να δούμε καλύτερα με μια οικονομική εικονογράφηση της Σμύρνης. Η «Γκιαούρ Ισμίρ», η ελληνική Σμύρνη, τύποις ήταν υπό τουρκική κυριαρχία. Την κυβερνούσαν ξένοι επιχειρηματίες. Η μία σιδηροδρομική γραμμή που πήγαινε προς βορράν ήταν ιδιοκτησία Βρετανών, η άλλη που πήγαινε προς ανατολάς ήταν ιδιοκτησία των Γάλλων. Η ηλεκτρική ενέργεια ήταν στα χέρια των Βρετανών και η ύδρευση στα χέρια των Βέλγων. Η προκυμαία της Σμύρνης το θρυλικό «και» (quai) και τα τραμ είχαν εκχωρηθεί στους Γάλλους. Η εκμετάλλευση του καπνού και της γλυκόριζας είχε περάσει στους Αμερικανούς. Αμερικανικές ήταν οι αποθήκες στη βόρεια άκρη της παραλίας. Τα χαλιά, το σιτάρι, τα ορυκτά και οι ξηροί καρποί ανήκαν κατά μεγάλο μέρος σε βρετανικές επιχειρήσεις.
Έλληνες πολίτες της Μικρασίας έχουν αιχμαλωτισθεί από τους Τούρκους και οδηγούνται σε στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας. Μόνο από τον Πόντο εκτοπίσθηκαν 240.000 Έλληνες.
Παρ' όλα αυτά το ελληνικό και δευτερευόντως το αρμενικό στοιχείο κρατούσαν την υπόλοιπη Οικονομία στα χέρια τους. Το ελληνικό αστικό στοιχείο ανέβαινε διαρκώς, με φιλοδοξίες κυριαρχίας επί της αγοράς και επί της κοινωνικής και πνευματικής ζωής. Γι' αυτό το ξένο επιχειρηματικό στοιχείο ενοχλήθηκε από την απόβαση ελληνικού Στρατού στη Σμύρνη στις 15 (ν.η.) Μαΐου 1919. Τα αισθήματα των ξένων εκφράζει παραστατικά, μετά την καταστροφή, ένας εμπορικός αντιπρόσωπος: «Στην κυρίως Ελλάδα υπάρχουν λίγες ξένες εταιρείες. Διώξτε από εδώ τους Έλληνες κι αφήστε εμάς να εκμεταλλευθούμε τους Τούρκους». Αρα, το διώξιμο του ελληνικού στοιχείου, δεν ήταν αποτέλεσμα του τουρκικού φανατισμού αλλά μέρος του ξένου οικονομικού σχεδιασμού. Τις οικονομικές αντιθέσεις των κατ' όνομα συμμάχων γνώριζαν καλά οι κεμαλικοί. Γι' αυτό μετά τη Συνθήκη των Σεβρών (10 Αυγούστου 1920) οι εφημερίδες της Άγκυρας προειδοποιούσαν τους Γάλλους και τους Ιταλούς, πως αν δεν πήγαιναν με τον Κεμάλ, «θα πάθουν χειρότερα». Ο Κεμάλ σχεδίαζε μάλιστα να επιτεθεί κατά των Άγγλων στη Νικομήδεια. Μπροστά στον κίνδυνο αυτό, το Συμμαχικό Συμβούλιο έδωσε το «πράσινο φως» στον Βενιζέλο να διευρύνει τις πολεμικές επιχειρήσεις του ελληνικού Στρατού. Ο Βενιζέλος που υποστήριζε ότι μπορεί εντός δύο εβδομάδων να εκδιώξει τους κεμαλικούς, δικαιώθηκε. Ο ελληνικός Στρατός έφθασε και κατέλαβε την Προύσα. Έτσι κάλυπτε τα νώτα των Άγγλων που κρατούσαν το Τσανάκ ― Καλέ. Όταν, όμως, οι επιτυχίες των Ελλήνων συνεχίστηκαν, τότε γαλλικά, αγγλικά και ιταλικά στρατεύματα στήθηκαν μπρος στους Έλληνες κι ανέκοψαν την προέλαση τους. Η Ελλάς έπρεπε να πολεμά σύμφωνα με τις δικές τους υπαγορεύσεις. Η Ελλάς πολεμούσε για τους συμμάχους της και οι σύμμαχοι εναντίον της. Μετά την πτώση του Βενιζέλου δεν τηρούνται ούτε τα προσχήματα. Ο Γάλλος υπουργός των Εξωτερικών Αριστείδης Μπριάν δήλωνε κυνικά πως δεν έβλεπε κανένα λόγο να μένουν Γάλλοι στρατιώτες στην Κιλικία για χάρη του Κωνσταντίνου, που είχε σκοτώσει Γάλλους ναύτες το Νοέμβριο του 1916. Όμως ο Κωνσταντίνος, προτού έλθει ― μετά το δημοψήφισμα ― στην Ελλάδα, είχε ακούσει τις εμπιστευτικές υποδείξεις του Άγγλου πρεσβευτή στη Βέρνη και είχε τη διαβεβαίωση πως η Αγγλία θα τον υποστήριζε, αν συνέχιζε την πολιτική του Βενιζέλου! Αυτό εξηγεί το γιατί τα αντιβενιζελικά κόμματα, που κέρδισαν τις εκλογές του Νοεμβρίου 1920, με κύριο σύνθημα τον τερματισμό του πολέμου, όχι μόνο τον συνέχισαν αλλά και τον διεύρυναν. Ο Νικόλαος Στράτος βρήκε και το κατάλληλο λεκτικό σχήμα: «Εκπεράτωσις και επαύξησις του έργου»! Όμως το έργο αυτό εξυπηρετούσε τους συμμάχους για να υποχρεώσουν τον Κεμάλ να υπογράψει επωφελείς γι' αυτούς συνθήκες. Έτσι μετά τις ιταλικές συμφωνίες και μετά το γαλλοτουρκικό σύμφωνο Φρανκλέν ― Μπουγιόν (20 Οκτωβρίου (ν.η.) 1921) οι ελληνικές θέσεις άρχισαν να χτυπιούνται από οβίδες και αεροπλάνα που παραχώρησαν στους κεμαλικούς οι Γάλλοι!


from ανεμουριον https://ift.tt/2KMGEMR
via IFTTT
Από το Blogger.