Η δίκη και η εκτέλεσις των εξ

του ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΧΑΡ. ΠΑΠΑΣΤΑΘΟΠΟΥΛΟΥ
Ο αρχιστράτηγος Χατζανέστης χαιρετά τις πολιτικές και στρατιωτικές Αρχές κατά την άφιξη του στο Εσκί Σεχίρ το Μάιο του 1922.

Την 11ην πρωινήν ώραν της 15ης Νοεμβρίου 1922, πέντε κορυφαίοι πολιτικοί ηγέτες και ένας παλαίμαχος αντιστράτηγος, εξετελούντο δια τυφεκισμού, εις τον παρά το Γουδί, καθωρισμένον τότε τόπον των θανατικών εκτελέσεων. Προηγουμένως, δηλαδή το πρωί της ιδίας ημέρας, το Εκτακτον Στρατοδικείον Αθηνών, τους είχε καταδικάσει δι' εσχάτην προδοσίαν και τους είχε επιβάλει την ποινήν του θανάτου... Η τότε Επαναστατική Κυβέρνησις διέταξε αμέσως την εκτέλεσίν των... Από τότε, αυτή η υπόθεσις αποτελεί ένα από τα πλέον αντιλεγόμενα κεφάλαια της νεωτέρας ελληνικής Ιστορίας.

Τα έντονα κομματικά πάθη της εποχής εκείνης, αλλά και ο κατ' εξοχήν πολιτικός χαρακτήρας της δίκης, έδωσαν αφορμή να διατυπωθούν οι πλέον αντιφατικές κρίσεις και να εξαχθούν τα πλέον επισφαλή συμπεράσματα. Αλλά δια την πληρεστέραν κατανόησιν του όλου θέματος, είναι αναγκαία η ιστορική αναδρομή, εν πάση συντομία, εις την εποχήν εκείνην...

Τι προηγήθη

Τις πρώτες πρωινές ώρες της 11ης Σεπτεμβρίου του 1922, εις την Χίον και την Μυτιλήνην, εξεδηλώθη ένοπλος στρατιωτική στάσις. Εις την στάσιν, συμμετείχον και τα εκεί ναυλοχούντα πλοία του Πολεμικού Ναυτικού. Την εσπέραν της ιδίας ημέρας, oι στασιασταί εξέδωσαν προκήρυξιν, με την οποίαν ζητούσαν:

1. Την παραίτησιν του τότε Βασιλέως Κωνσταντίνου, υπέρ του Διαδόχου του Θρόνου, Γεωργίου.
2. Την άμεσον διάλυσιν της Εθνοσυνελεύσεως.
3. Τον σχηματισμόν κυβερνήσεως αχρόου, δια την ταχίστην και αμερόληπτον, διενέργειαν εκλογών και την διαχείρισιν των εξωτερικών ζητημάτων, μέχρις ότου ο Λαός, αποφασίσει περί της τύχης του. Η νέα κυβέρνησις θα έπρεπε να εμπνέη την εμπιστοσύνην των Κυβερνήσεων της «Αντάντ».
4. Την άμεσον ενίσχυσιν του Θρακικού Μετώπου.
Ο Απόστολος Δοξιάδης, υπουργός Περιθάλψεως της επαναστατικής κυβέρνησης του 1922.

Η προκήρυξις είχεν υπογραφεί εις την Μυτιλήνην από τον συνταγματάρχην Στυλιανόν Γονατάν, κατόπιν προηγουμένης προφορικής συμφωνίας, με τον συνταγματάρχην Νικόλαον Πλαστήραν, ο οποίος ευρίσκετο ήδη εις την Χίον. Από το περιεχόμενον της προκηρύξεως προέκυπτε ότι οι στασιασταί εστρεφοντο κατά της τότε επικρατούσης συνταγματικής τάξεως της χώρας. Απαιτούσαν δηλαδή, υπό την απειλήν των όπλων, την παραίτησιν του Βασιλέως, υπέρ του Διαδόχου, την πρόωρον διάλυσιν της Βουλής και την αντικατάσταση της Κοινοβουλευτικής Κυβερνήσεως, δι' άλλης εξωκοινοβουλευτικής και άχροου. Αλλ' η τότε κρατούσα Τάξις, ήτο συνταγματικώς αδιάβλητος. Πράγματι, ο Βασιλεύς Κωνσταντίνος είχεν επανέλθει εις την χώραν, κατόπιν του δημοψηφίσματος της 22ας Νοεμβρίου 1920. Το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος αυτού, δεν το είχε αμφισβητήσει η αντίπαλος παράταξις, υπό τον Ελευθέριον Βενιζέλον. Εξάλλου, η Βουλή διέθετε πλήρη συνταγματικήν νομιμότητα. Διότι είχεν αναδειχθεί εκ των εκλογών της 1ης Νοεμβρίου 1920 και συνεπώς η τετραετής θητεία της, θα έληγεν κανονικώς, την 31ην Οκτωβρίου 1924, κατά το άρθρον 69 του Συντάγματος. Σημειωτέον, ότι τις εκλογές της 1ης Νοεμβρίου 1920, τις είχε προκηρύξει και τις είχε διενεργήσει, η Κυβέρνησις των Φιλελευθέρων, υπό τον Ελευθέριον Βενιζέλον, ως πρωθυπουργόν. Τέλος και η νόμιμος Κυβέρνησις της χώρας, υπό τον Νικόλαον Τριανταφυλλάκον, διέθετεν την απαιτουμένην κοινοβουλευτικήν κάλυψιν, διότι απελάμβανε της πλήρους εμπιστοσύνης της Βουλής. Πράγματι, η τότε Κυβέρνησις εστηρίζετο εις την πλειοψηφίαν των δύο μεγαλυτέρων τότε κομμάτων της Βουλής, του Λαϊκού, υπό τον Δημήτριον Γούναρην και του Μεταρρυθμιστικού, υπό τον Νικόλαον Στράτον. Αλλ' εκτός των ανωτέρω αξιώσεων των, οι στασιασταί απαιτούσαν επί πλέον, όπως η νέα Κυβέρνησις απολαμβάνει της εμπιστοσύνης των Κυβερνήσεων της «Αντάντ», δηλαδή κυρίως, των Κυβερνήσεων των ευρωπαϊκών χωρών της Αγγλίας, Γαλλίας και Ιταλίας. Αυτή, όμως, η τελευταία αξίωσις των στασιαστών, παρεβίαζε καταφώρως την αρχήν της λαϊκής κυριαρχίας. Κατά την αρχήν αυτήν, η εκάστοτε Κυβέρνησις της χώρας θα πρέπει να απολαμβάνη αποκλειστικώς και μόνον της εμπιστοσύνης της Βουλής, δηλαδή των εκπροσώπων του ελληνικού λαού και συνεπώς πέραν αυτής ουδενός άλλου.Συγχρόνως, όμως, αυτή η τελευταία αξίωσις απετέλει και εξοργιστικώς δουλοπρεπή συμπεριφοράν, έναντι των ξένων Κυβερνήσεων και μάλιστα άκρως ταπεινωτικήν, δια την ιστορίαν και τα πολιτικά ήθη, του υπερήφανου ελληνικού λαού. Κατά των στασιαστών, αντετάχθησαν αμέσως, αρκετοί στρατιωτικοί διοικηταί μεγάλων μονάδων, ιδίως εις την νευραλγικην περιοχήν της Αττικής. Συγκεκριμένως, ο υποστράτηγος Κωνσταντ. Κωνσταντινόπουλος. Ανώτερος Στρατιωτικός Διοικητής Παλαιάς Ελλάδος, εζήτησεν επειγόντως από την Κυβέρνησιν να του επιτρέψη να καταστείλη την στάσιν δια των όπλων. Αλλ' η Κυβέρνησις, δεν είχε ακόμη αποφασίσει, πώς θα αντιμετώπιζε την κατάστασιν. Είχε άλλωστε συγκεχυμένες πληροφορίες περί της δυνάμεως των στασιαστών και των τελικών προθέσεων των. Ετσι διστακτική και άτολμος, δεν έδωσε απάντηση. Δια τον λόγον αυτόν, ο υποστράτηγος Κωνσταντινόπουλος, την πρωίαν της 12ης Σεπτεμβρίου 1922, εκάλεσεν υπό τα όπλα, μεγάλον αριθμόν εφέδρων πολεμιστών και παλαιών επιστράτων. Την αυτήν ημέραν, αφίχθη εις τας Αθήνας, προερχόμενος εκ Μικράς Ασίας, ο υποστράτηγος Αθανάσιος Φράγκου, διατελέσας Διοικητής της Α' Μεραρχίας, κατά τις νικηφόρους επιχειρήσεις του 1921. Με προκήρυξίν του, εκάλεσε τον Λαό των Αθηνών, να προσέλθη και να εξοπλισθή, προκειμένου να αντιμετωπισθούν οι στασιασταί δια των όπλων. Πολλοί εκ των κληθέντων, παρουσιάσθησαν αυθημερόν εις τα Εμπεδα Κέντρα Επιστρατεύσεως και εξοπλίσθησαν δι’ ατομικών τυφεκίων και πυρομαχικών. Επίσης προς καταστολήν της στάσεως και εις βοήθειαν των ανωτέρω υποστρατήγων, προσέτρεξεν ο συνταγματάρχης Γεώργιος Τσόντος — Βάρδας, φρούραρχος Αθηνών. Αυτός ήτο ιδιαιτέρως προσφιλής, εις τις τάξεις του στρατού, αλλά και εις τα ευρύτερα λαϊκά στρώματα, ως παλαιός Μακεδονομάχος, γνωστός μάλιστα και υπό την προσωνυμίαν «Καπετάν Βάρδας». Τέλος το εσπέρας της ιδίας ημέρας, ο συνταγματάρχης Αθανάσιος Σκλαβούνος, διοικητής του 58ου Συντάγματος Πεζικού, ετάχθη παρά το πλευρόν των υποστρατήγων Κωνσταντινοπούλου και Φράγκου. Κατά των στασιαστών, διωργανώθη την επομένην, 13ην Σεπτεμβρίου 1992, παλλαικόν συλλαλητήριον, εις την Πλατείαν Συντάγματος. Πολλοί εκ των διαδηλωτών, προφανώς εκ των επιστρατευθέντων την προηγουμένην ημέραν, προσήλθον εις την συγκέντρωσιν, φέροντες ατομικά όπλα, γεγονός το οποίον προεκάλεσε φοβερήν ανησυχίαν εις την κοινήν γνώμην. Ενώ δε, συνέβαιναν αυτά εις τας Αθήνας, οι στασιασταί, είχαν ήδη επιβιβασθεί εις τα πλοία του Στόλου και απέπλεαν εκ Χίου και Μυτιλήνης, κατευθυνόμενοι προς τα παράλια της Αττικής.

Ο εθνικός κίνδυνος

Ο κίνδυνος πλέον, μιας εμφυλίου πολεμικής συγκρούσεως, ήτο καταφανής και άμεσος, oι δε συνέπειες του, καταστρεπτικές και ολέθριες, δια τον Λαόν και την χώραν. Εκτοτε η περαιτέρω εξέλιξίς των γεγονότων, υπήρξεν θυελλώδης και ραγδαία... Προ του κινδύνου αιματηρών συγκρούσεων, ο τότε Βασιλεύς Κωνσταντίνος, απεδέχθη τον όρον των στασιαστών και παρητήθη του Θρόνου. Περί της παραιτήσεως του, έγραψε, ιδιόγραφον επιστολήν την οποίαν και παρέδωσεν εις τον Πρωθυπουργόν Νικόλαον Τριανταφυλλάκον, την 11ην πρωινήν ώραν της 14ης Σεπτεμβρίου 1922. Ταυτοχρόνως με διάγγελμα του, προς τον ελληνικόν Λαόν, εξηγούσε τους λόγους της παραιτήσεως του.
Εν συνεχεία την μεσημβρίαν της ιδίας ημέρας, εις τα Ανάκτορα των Αθηνών, ωρκίσθη, ως νέος Βασιλεύς, ο μέχρι τότε Διάδοχος Γεώργιος. Οι υποστράτηγοι Κωνσταντόπουλος και Φράγκου, εκλήθησαν υπό της Κυβερνήσεως, χάριν του εθνικού συμφέροντος να πειθαρχήσουν εις την νέαν κατάστασιν. Ούτοι, καθώς και άλλοι αξιωματικοί, επεφυλάχθησαν κατ' αρχήν να απαντήσουν, αλλά βραδύτερον απεδέχθησαν σιωπηρώς, την μοιραίαν εξέλιξιν των γεγονότων.

Η επικράτησις

Τις απογευματινές ώρες, της ιδίας πάντοτε ημέρας, δηλαδή της 14ης Σεπτεμβρίου, κατέπλευσεν εις τον λιμένα του Νέου Φαλήρου, το πολεμικόν «Λήμνος» επί του οποίου επέβαίνον οι αρχηγοί της στάσεως. Ταυτοχρόνως, εις τον λιμένα του Πειραιώς, αγκυροβόλησαν τα υπόλοιπα πολεμικά και μεταγωγικά πλοία του στόλου, μεταφέροντα εκ Χίου και Μυτιλήνης τα εκεί στασιάσαντα στρατιωτικά τμήματα. Τέλος αργά την νύκτα της ιδίας ημέρας, η κυβέρνησις Τριανταφυλλάκου, εδήλωσεν και επισήμως εις τους στασιαστάς, ότι ετέλει ήδη υπό παραίτησιν.
Ο Δημήτριος Γούναρης με τον ανιψιό του, μετέπειτα πολιτικό, αλησμόνητο Παναγιώτη Κανελλόπουλο.

Τις μεσημβρινές ώρες της επομένης, 15 Σεπτεμβρίου, οι στασιασταί απεβιβάσθησαν και εις κανονικούς στρατιωτικούς σχηματισμούς, κατέφθασαν το απόγευμα εις τας Αθήνας. Κατ' αυτόν τον τρόπον, η προ τετραημέρου μόλις εκραγείσα στρατιωτική στάσις, εξελίχθη αναιμάκτως εις επικρατήσασαν Επανάστασιν. Δια μιαν ακόμη φοράν, εις τον βωμόν του επικαλουμένου εθνικού συμφέροντος, η συνταγματική τάξις, είχεν υποταχθεί εις την αντισυνταγματικήν αταξίαν. Μία νέα ταραχώδης περίοδος της πολυκύμαντου πολιτικής μας Ιστορίας θα άρχιζε, ενώ οι τύχες και οι ελπίδες του Εθνους, είχαν εναποτεθεί εις τον πατριωτισμόν και την σωφροσύνην των Επαναστατών...

Οι συλλήψεις

Εν τω μεταξύ, ο υποστράτηγος Θεοδ. Πάγκαλος, παλαιός θιασώτης της βενιζελικής παρατάξεως, εγκατεστάθη εις τα γραφεία της εφημερίδος «Ελεύθερον Βήμα» του Δημητρ. Λαμπράκη και από εκεί διέταξε την αυθαίρετον σύλληψιν των περισσοτέρων πολιτικών του αντιπάλων. Περί της 6ην εσπερινήν ώραν της 14ης Σεπτεμβρίου, συνελήφθησαν οι τέως Πρωθυπουργοί, Δημητρ. Γούναρης, Πέτρος Πρωτοπαπαδάκης και Νικόλαος Στράτος. Επίσης ολίγον βραδύτερον συνελήφθησαν, ο πρώην υπουργός Νικόλ. Θεοτόκης, ο αντιστράτηγος εν αποστρατεία Βίκτωρ Δούσμανης, ο υποναύαρχος εν αποστρατεία Μιχαήλ Γούδας. Ολες οι συλλήψεις ήσαν αυθαίρετες και παράνομες, χωρίς δηλαδή να τηρηθούν οι συνταγματικές εγγυήσεις και χωρίς να υπάρχει νόμιμον ένταλμα συλλήψεως. Εκτός των ανωτέρω, συνελήφθησαν την επομένην ημέραν και άλλα πρόσωπα, ώστε τελικώς, ο αριθμός των συλληφθέντων, ανήλθεν περίπου εις τους τριακόσιους. Ολοι βεβαίως συνελήφθησαν παρανόμως και αυθαιρέτως και ανήκαν πολιτικώς εις την αντιβενιζελικήν παράταξιν. Τέλος μετ' ολίγας ημέρας, συνελήφθησαν και ο τέως υπουργός Γεώργιος Μπαλτατζής, ο αντιστράτηγος Γεώργιος Χατζανέστης και ο εν αποστρατεία υποστράτηγος, Ξενοφών Στρατηγός. Οι συλλήψεις, δίενεργήθησαν, από τον έμπιστον του Πάγκαλου, μοίραρχον Στ. Βοβολίνην. Οι συλληφθέντες, εκρατήθησαν προσωρινώς, εις το οίκημα της Γενικής Ασφαλείας Αθηνών, το οποίον τότε εστεγάζετο εις την αρχήν της οδού Σταδίου, παρά την Πλατείαν Ομονοίας και εν συνεχεία μετήχθησαν εις τις φυλακές «Αβέρωφ». Οι φυλακές «Αβέρωφ» εστεγάζοντο τότε, εις το παλαιόν κτίριον της Λεωφόρου Αλεξάνδρας, εκεί όπου σήμερα, μετά την κατεδάφισιν των φυλακών, κατά το έτος 1972, έχει ανοικοδομηθεί το Μέγαρον του Αρείου Πάγου.

Οι προτάσεις διαφυγής

Προ της συλλήψεως των, οι συλληφθέντες είχαν εγκαίρως προειδοποιηθεί, από πολιτικούς των φίλους, ότι ο Πάγκαλος, εάν τελικώς θα επικρατούσε η Επανάστασις, προετοίμαζε τις συλλήψεις των.
Ο Χατζανέστης απευθύνει ερωτήσεις σε μάρτυρα κατά τη δίκη των Εξ.

Είχε μάλιστα υποδειχθεί εις τους Γούναρην, Πρωτοπαπαδάκην και Στράτον και ο ασφαλής τρόπος της διαφυγής των εις το εξωτερικον. Εκεί θα κατέφευγαν προσωρινώς, μέχρις ότου αποκατασταθεί και πάλι η συνταγματική νομιμότης και επανέλθη η χώρα εις τον ομαλόν πολιτικόν βίον. Ολοι όμως, απέρριψαν αμέσως κάθε περαιτέρω σκέψιν, διαφυγής των, εις το εξωτερικόν. Διότι επίστευαν τότε, ότι και αν ακόμη συλληφθούν, για όσα ενήργησαν κατά την διάρκειαν της ασκήσεως της εξουσίας των, μόνον η Βουλή θα ήτο αρμοδία να τους κατηγορήση και εάν διεπίστωνε ευθύνες, να τους παραπέμψη εις το αρμόδιον Ειδικόν δια τους υπουργούς Δικαστήριον. Αλλωστε έλεγαν, ότι οι πολιτικοί ηγέτες, δεν φυγομαχούν προ των ευθυνών των, αλλά λογοδοτούν προ της αδιάβλητου κοινής γνώμης και της αδέκαστου Ιστορίας της πατρίδος των. Με αυτήν λοιπόν την πεποίθησιν, προτίμησαν να ακολουθήσουν, την επικίνδυνον μεν, αλλ' έντιμον οδόν της λογοδοσίας, παρά να καταφύγουν, εις την ασφαλή μεν, αλλ' ανέντιμον διέξοδον της φυγομαχίας. Δυστυχώς, όμως, δια τα πολιτικά ήθη της χώρας μας, αλλά και δια τους ιδίους τους συλληφθέντας, αυτήν την γενναίαν απόφασίν των, επρόκειτο να την πληρώσουν με την ιδίαν την ζωήν των και μάλιστα, εντός των δύο μόλις, προσεχών μηνών...

Οι αυθαιρεσίες της Επαναστάσεως

Από την πρώτην μόλις ημέραν της επικρατήσεώς της, δηλαδή από της 15ης Σεπτεμβρίου 1922, η Επανάστασις ησχολήθη με την τύχην των συλληφθέντων. Με απόφασίν της, η οποία εξεδόθη την ιδίαν ημέραν και εδημοσιεύθη εις τον ημερήσιον Τύπον, απεφάσισεν, συν τοις άλλοις, και ότι: «Οι μέχρι του σχηματισμού της Κυβερνήσεως, συλληφθέντες, ως ένοχοι των επελθουσών εθνικών συμφορών, θα παραμείνουν, εν προφυλακίσει, μέχρις ότου, η μέλλουσα Συνέλευσις, αποφασίση περί του τρόπου της ταχυτέρας δίκης των». Η ανωτέρω απόφασις της Επαναστατικής Επιτροπής, εδημοσιεύθη εν συνεχεία, εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της 22ας Σεπτεμβρίου 1922 (Τεύχος Α' φύλλον 174). Κατ' αυτόν τον τρόπον, η Επαναστατική Επιτροπή αυτοεδεσμεύετο και νομικώς έναντι του ιδίου της του καθεστώτος, αλλά και ηθικώς, έναντι της κοινής γνώμης, ότι δια την τύχην των συλληφθέντων, θα απεφάσιζεν η Βουλή, η οποία θα προήρχετο εκ των αμέσως προσεχών εκλογών. Διότι εφ' όσον οι κατά των συλληφθέντων κατηγορίες, ανεφέροντο εις την άσκησιν της πολιτικής των εξουσίας, μόνον αρμόδιον όργανον να αποφασίση επ' αυτών, ήτο η μέλλουσα να εκλεγή από τον λαόν, Εθνοσυνέλευσις, ως η μόνη εκφράζουσα την λαϊκήν θέλησιν. Τούτο άλλωστε, ήτο απολύτως συνεπές και προς την θεμελιώδη αρχήν του Συνταγματικού Δικαίου, κατά την οποίαν, οι εκάστοτε υπουργοί δια τις πράξεις τις οποίες ενήργησαν, κατά την άσκησιν της πολιτικής των εξουσίας, ως αντιπρόσωποι του λαού, λογοδοτούν μόνον ενώπιον της Βουλής, δηλαδή ενώπιον των εκπροσώπων του λαού.
Ο Πέτρος Πρωτοπαπαδάκης, την ημέρα της ορκωμοσίας του ως πρωθυπουργός (τρεις μήνες πριν από την Καταστροφή).

Η αρχή αυτή, γνωστή ήδη εις τα Συντάγματα όλων των ευρωπαϊκών χωρών, ίσχυεν και εις την χώραν μας, από της παλιγγενεσίας του Εθνους και εντεύθεν και μάλιστα αδιαλείπτως και ομοιομόρφως. Πράγματι είχε καθιερωθεί δια πρώτη φορά, εις το «Προσωρινόν Πολίτευμα της Επιδαύρου», το έτος 1822. Περιελήφθη εις το «Προσωρινόν Πολίτευμα του Αστρους» του 1823, καθώς επίσης και εις το «Πολιτικόν Σύνταγμα της Τροιζήνος» του 1827. Εν συνεχεία, η αρχή αυτή επανελήφθη και εις τα Συντάγματα των ετών 1832, 1844, 1864 και 1911 τα οποία και περιέλαβον την αυτήν ακριβώς διάταξιν. Συνεπώς το περιεχόμενον αυτής της αρχής, δια της ομοιομόρφου, σταθεράς και μακροχρονίου εφαρμογής του, απετέλει πλέον, όχι μόνον μίαν θεμελιώδη συνταγματικήν διάταξιν, αλλά ιδίως και μιαν παγίαν κοινήν εθνικήν συνείδησιν, επί των κρατούντων εκάστοτε πολιτικών ηθών της χώρας μας.

Η επαναστατική αυθαιρεσία

Έτσι ακριβώς είχον τα πράγματα, όταν την 5ην Οκτωβρίου 1922, η Επαναστατική Επιτροπή μετέβαλεν απροόπτως γνώμην. Εδημοσίευσεν εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (Τεύχος Α', φύλλον 189) νέαν απόφασιν, άκρως αντίθετον με την προηγουμένην. Με την νέαν απόφασίν της, διέτασσε την συγκρότησιν Ανακριτικής Επιτροπής, υπό την προεδρίαν ανωτάτου αξιωματικού. Ο αριθμός των μελών της Επιτροπής, θα ωρίζετο κατόπιν, υπό του προέδρου της Ανακριτικής Επιτροπής. Εργον της θα ήτο, «η διακρίβωσις των υπευθύνων της εθνικής συμφοράς, στρατιωτικών και μη». Δια της αυτής Αποφάσεως, ωρίζετο ότι ο πρόεδρος της Ανακριτικής Επιτροπής, θα έπρεπε να συγκεντρώση τα στοιχεία ενοχής κατά των υπαιτίων και να υποβάλη το πόρισμα του, εις την Επαναστατικήν Επιτροπήν. Η Επαναστατική Επιτροπή εν συνεχεία, θα απεφάσιζε περί της παραπομπής ή μη των υπαιτίων, εις Εκτακτον Στρατοδικείον. Την σύστασιν του Εκτάκτου Στρατοδικείου, την διαδικασίαν η οποία θα ετηρείτο και τον τρόπον εκτελέσεως της αποφάσεως, η οποία θα εξεδίδετο υπό του Εκτάκτου Στρατοδικείου, θα απεφάσιζεν δια νεωτέρας αποφάσεως της, η Επαναστατική Επιτροπή. Καθώς ήτο επόμενον, αυτή η νεωτέρα απόφασις, προκάλεσε την εύλογον κατάπληξιν, αλλά και την δικαιολογημένην οργήν της κοινής γνώμης. Εγίνετο πλέον φανερόν, ότι η Επανάστασις απέβλεπε τελικώς, εις την εξόντωσιν των συλληφθέντων πολιτικών της αντιπάλων. Αντί της εθνικής συμφιλιώσεως, την οποίαν είχε υποσχεθεί, καλλιεργούσε τώρα τον εθνικόν διχασμόν. Διότι ενώ με την παλαιοτέραν απόφασίν της, η Επαναστατική Επιτροπή είχε δεσμευθεί, ότι περί της τύχης των συλληφθέντων, θα απεφάσιζεν η μέλλουσα Βουλή, δια της νεωτέρας, διέτασσε την παραπομπήν των εις Εκτακτον Στρατοδικείον. Ετσι, περί της τύχης των, δεν υπήρχε πλέον καμία αμφιβολία. Ol συλληφθέντες ευρίσκοντο ήδη, εις την ανεξέλεγκτον αλλά και απεριόριστον δικαιοδοσίαν της Επαναστατικής Επιτροπής. Εν συνεχεία, βάσει αυτής της νεωτέρας αποφάσεως της, η Επαναστατική Επιτροπή εδημοσίευσεν την 12ην Οκτωβρίου, το υπό την αυτήν ημερομηνίαν Διάταγμα, δια του οποίου προέβη εις σύστασιν Εκτάκτου Δικαστηρίου, ενώπιον του οποίου και διέταξε την παραπομπήν των συλληφθέντων. Το Διάταγμα τούτο εδημοσιεύθη την επομένην εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, Τεύχος Α', αριθμός φύλλου 199. Δια του Διατάγματος αυτού, ωρίζετο ότι η σύνθεσις του Εκτάκτου Στρατοδικείου, θα ήτο η εξής: Πρόεδρος θα διωρίζετο ανώτατος αξιωματικός του Στρατού ή του Πολεμικού Ναυτικού. Ως μέλη θα διωρίζοντο δέκα ανώτεροι ή κατώτεροι αξιωματικοί, είτε εκ του Στρατού Ξηράς είτε εκ του Πολεμικού Ναυτικού είτε εκ της Στρατιωτικής Δικαιοσύνης. Χρέη Επαναστατικού Επιτρόπου, θα εξετέλει ανώτατος ή ανώτερος αξιωματικός εκ των άνω Οπλων, ή και δικηγόρος, εκ των εν Αθήναις υπηρετούντων. Τέλος ως γραμματεύς θα διωρίζετο, γραμματεύς ή υπογραμματεύς του Στρατοδικείου Αθηνών. Εκτός των ανωτέρω, διά της αυτής διαταγής θα διωρίζοντο και οκτώ αναπληρωματικά μέλη καθώς και δύο αναπληωματικοί Επαναστατικοί Επίτροποι. Ολόκληρον την ανωτέρα σύνθεσιν του εκτάκτου Στρατοδικείου, θα την διώριζεν διά διαταγής του, ο υπουργός επί των Στρατιωτικών. Εν τω μεταξύ, μετά την επικράτησιν της επαναστάσεως, η Επαναστατική Επιτροπή, άρχισε να ασκεί μονομερώς και επαναστατικώ δικαίω, όλες εν γένει τις Πολιτειακές εξουσίες του κράτους. Ετσι την 17ην Σεπτεμβρίου 1922 και μετά την παραίτησιν της κυβερνήσεως Τριανταφυλλάκου προέβη εις τον διορισμόν νέας κυβερνήσεως υπό τον Σωτήριον Κροκιδάν. Εις την κυβέρνησιν αυτήν, υπουργός επί των Στρατιωτικών, είχε διορισθεί ο Αναστάσιος Χαραλάμπης, απόστρατος αντιστράτηγος από το έτος 1918, τον οποίον η Επαναστατική Επιτροπή ανεκάλεσεν εις την ενεργόν υπηρεσίαν. Αυτός λοιπόν ήτο πλέον ο αρμόδιος να επιλέξη και να διορίση τους δικαστάς του Εκτάκτου Στρατοδικείου, το οποίον θα εδίκαζε τους συλληφθέντες. Την 14ην Οκτωβρίου 1922, δηλαδή την αμέσως επομένην ημέραν από της δημοσιεύσεως του άνω διατάγματος, ο Αναστ. Χαραλάμπης, ως υπουργός Στρατιωτικών, προέβη εις τον διορισμόν του προέδρου, των μελών και του Επαναστατικού Επίτροπου του Εκτάκτου Στρατοδικείου. Ως στρατιωτικός σώφρων και συνετός, αλλά και ως χαρακτήρ τίμιος και ευθύς, ο Αναστ. Χαραλάμπης διώρισε τους ανωτέρω κατά την απόλυτον σειρά της ιεραρχίας, εξ εκάστου βαθμού και Οπλου, επί τη βάσει της τότε ισχυούσης Επετηρίδος. Αλλά η Επαναστατική Επιτροπή, εζήτει να διορίση πρόσωπα της ιδικής της επιλογής, εκ των πλέον μάλιστα φανατικών και αδιαλλάκτων αξιωματικών της Επαναστάσεως. Τούτο βεβαίως κατ' ουδέν τρόπον εδέχετο ο Χαραλάμπης. Διά το λόγον αυτόν κατά τρόπον λίαν προσβλητικόν, του αφηρέθη, αυτή η αρμοδιότης του, καίτοι σαφώς ευρίσκετο εντός των ορίων της δικαιοδοσίας του, ως υπουργού των Στρατιωτικών. Πράγματι, εντός διημέρου δηλαδή την 16ην Οκτωβρίου 1922, η Επαναστατική Επιτροπή εξέδωσεν νέον Διάταγμα, με το οποίον, κατά τροποποίησιν του αρχικού Διατάγματος της, ώρισεν ότι την σύνθεσιν του Εκτάκτου Στρατοδικείου, θα διώριζεν απ' ευθείας πλέον η Επαναστατική Επιτροπή. Τέλος, διά του αυτού Διατάγματος αντί του αρχικώς ενός Επαναστατικού Επιτρόπου θα διωρίζοντο τρεις. Το τελευταίον αυτό Διάταγμα εδημοσιεύθη εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (Τεύχος Α' Φύλλον 203) και ίσχυσεν ευθύς αμέσως. Ετσι κατέστησαν πλέον σαφείς και αναμφισβήτητοι οι απώτεροι σκοποί της Επαναστάσεως, περί της τύχης των συλληφθέντων. Κανείς πλέον δεν αμφέβαλλε ότι εβάδιζαν την οδόν προς την καταδίκην...

Η ανάκρισις

Εν τω μεταξύ πρόεδρος της Ανακριτικής Επιτροπής είχε διορισθεί ο υποστράτηγος Θεόδωρος Πάγκαλος, ο οποίος εν συνεχεία διώρισε ως μέλη της Επιτροπής του, τους συνταγματάρχας Ιωάννην Καλογεράν και Χρ. Λούφαν. Η Ανακριτική Επιτροπή άρχισε το έργον της, την 10ην Οκτωβρίου. Εκάλεσε κατ' αρχήν και εξήτασε, διαφόρους μάρτυρες κατηγορίας, μεταξύ των οποίων και τους Κωνστ. Ρέντην, Αν. Παπούλαν, Μ. Πάσαρην, Αντισ. Μπότσαρην, Ταγμ. Τσαπάραν και άλλους. Εν συνεχεία η Ανακριτική Επιτροπή συνέταξε το κατηγορητήριον κατά των συλληφθέντων εις τους οποίους απέδωσε την κατηγορίαν της εσχάτης προδοσίας, πράξιν, η οποία τιμωρείται με την ποινήν του θανάτου. Η ανακριτική Επιτροπή συνεδρίαζε εις τη Σχολήν Ευελπίδων και εκεί μετεφέρθησαν εκ των φυλακών Αβέρωφ διά να απολογηθούν οι συλληφθέντες.
Από τη δίκη των Εξ. Εκ δεξιών: Γ. Χατζανέστης, Π. Πρωτοπαπαδάκης, Ν. Θεοτόκης, Ν. Στράτος, Ξεν. Στρατηγός, Ν. Μπαλτατζής και Μ. Γούδας. Απουσιάζει ο Δ. Γούναρης λόγω της ασθένειας του.

Την 15ην Οκτωβρίου, εκλήθη διά να απολογηθή ο Δημήτριος Γούναρης και εν συνεχεία την ιδίαν ημέραν και οι άλλοι κατηγορούμενοι, δηλαδή οι Πετρ. Πρωτοπαπαδάκης, Νίκολ. Στράτος, Γεωργ. Μπαλτατζής, Νικολ. Θεοτόκης, Γεωργ. Χατζανέστης, Μιχαήλ Γούδας και Ξενοφών Στρατηγός. Ο εκ των κατηγορουμένων Δημ. Γούναρης ενώ εκρατείτο εις τις Φυλακές Αβέρωφ προσεβλήθη από κοιλιακόν τύφον και κατεπονείτο από υψηλόν πυρετόν. Εζήτησε λοιπόν προθεσμίαν διά να απολογηθή εγγράφως, ενώ όλοι οι άλλοι κατηγορούμενοι, απελογήθησαν προφορικώς. Εις τον Δημ. Γούναρην, η Ανακριτική Επιτροπή, έδωσε προθεσμίαν 24 ωρών, διά να απολογηθή εγγράφως. Θα έπρεπε δηλαδή να απολογηθή μέχρι την μεσημβρίαν της επομένης ημέρας, δηλαδή της 16ης Οκτωβρίου η οποία σημειωτέον ήτο ημέρα Κυριακή. Παρά την ασθένειάν του, ο Γούναρης, επέστρεψεν εις τις φυλακές Αβέρωφ και επεδόθη αμέσως εις την σύνταξιν της εγγράφου απολογίας του. Παρ' όλον ότι εις την φυλακήν δεν διέθετε τα αποδεικτικά στοιχεία και ιδίως διάφορα έγγραφα, εν τούτοις συνέταξε την απολογίαν του, η οποία κατέλαβε, εξήντα επτά σελίδες χάρτου αναφοράς. Με την απολογίαν του, ανέτρεπε ένα προς ένα όλα τα κεφάλαια της κατηγορίας.

Η παραπομπή

Την 24ην Οκτωβρίου η Ανακριτική Επιτροπή υπό την Προεδρίαν πάντοτε του Θεοδ. Πάγκαλου εξέδωσε το πόρισμα της, το οποίον και υπέβαλεν αυθημερόν, εις την Επαναστατικήν Επιτροπήν. Διά του πορίσματος και ol οκτώ κατηγορούμενοι εθεωρήθησαν ως υπαίτιοι της Μικρασιατικής Καταστροφής και παρεπέμποντο διά να δικασθούν ενώπιον του Εκτάκτου Στρατοδικείου Αθηνών. Η κατηγορία η οποία τους απηγγέλλετο, ήτο ότι όλοι από κοινού δόλου κινούμενοι και εκ προθέσεως των, ετέλεσαν την πράξιν της εσχάτης προδοσίας κατά τη χώρας.
Ο Στ. Γόνατας (με στολή) ορκίζεται πρωθυπουργός της επαναστατικής κυβέρνησης μετά την παραίτηση της κυβέρνησης Κροκίδα, που ορίσθηκε να συγκατατεθεί στην εκτέλεση των Εξ. Ο Κροκίδας (στη μέση) με παπιγιόν.

Η πράξις διά την οποίαν εκατηγορούντο προεβλέπετο από τα άρθρα 123, παράγραφοι 4 και 8 και 124 και 38 του Ποινικού Νόμου και η απειλούμενη ποινή ήτο η ποινή του θανάτου. Επί τη βάσει των διατάξεων αυτών, κηρύσσεται ένοχος εσχάτης προδοσίας, όποιος θέλει και εν γνώσει του, αποδέχεται, να υποστηρίξη την εισβολήν, εντός της ελληνικής επικρατείας, ξένων ενόπλων δυνάμεων, προς τον σκοπόν όπως οι ξένες δυνάμεις, αποσπάσουν τμήμα του ελληνικού εδάφους, δια να το προσαρτήσουν εν συνεχεία, εις το ξένον κράτος. Δια την συγκρότησιν του κακουργήματος της εσχάτης Προδοσίας, ο Ποινικός Νόμος απαιτεί επί πλέον, όπως ο δράστης ή οι δράστες να έχουν ενεργήσει από κοινού, εκ δόλου, δηλαδή εκ δολίας προαιρέσεως. Χωρίς βεβαίως την ύπαρξιν δόλου, δεν στοιχειοθετείται το κακούργημα της εσχάτης προδοσίας. Ενεργεί δε — κατά την ποινική επίστήμην — ο δράστης εκ δόλου, όταν και θέλη οπωσδήποτε, αλλά και επιδιώκη αμέσως, την πραγματοποιησιν του συγκεκριμένου εγκληματικού αποτελέσματος της πράξεως του.

Η δίκη

Με αυτήν λοιπόν την βαρυτάτην, όσον και ατιμωτικήν κατηγορίαν παραπέμφθησαν οι οκτώ κατηγορούμενοι δια να δικασθούν, ενώπιον του Εκτάκτου Στρατοδικείου Αθηνών. Η δίκη άρχισε την 9ην πρωινήν ώραν, της 31ης Οκτωβρίου 1922, ημέραν Δευτέραν, εις το κτίριον της Παλαιάς Βουλής, εκεί όπου σήμερα στεγάζεται το Ιστορικόν Μουσείον της Νεωτέρας Ελλάδος, εις την αρχήν της οδού Σταδίου. Από τις βραδινές ώρες της προηγουμένης ημέρας, μετεφέρθησαν υπό αυστηράν συνοδείαν, από τις φυλακές Αβέρωφ, εις το κτίριον της Παλαιάς Βουλής, οι υπόδικοι κατηγορούμενοι. Εκεί εκρατήθησαν ανά τέσσερις, εις δύο ανήλια δωμάτια και παρέμειναν συνεχώς καθ' όλην την διάρκειαν της δίκης. Τελικώς, η ιδία η Επαναστατική Επιτροπή, διώρισε τον πρόεδρον, τα μέλη τους επαναστατικούς επιτρόπους και τον γραμματέα του Εκτάκτου Στρατοδικείου. Διωρίσθησαν δε οι εξής: Πρόεδρος ο Υποστράτηγος Αλέξ. Οθωναίος. Στρατοδίκαι οι συνταγματάρχαι Θεόδ. Χαβίνης, Ανδρ. Παναγιωτόπουλος και Γεώργ. Σκανδάλης. Σύμβουλος Στρατ. Δικαιοσύνης Α' Τάξεως, Ζωγράφος Μιχαήλ. Πλοίαρχος Πολ. Ναυτικού Ιωάννης Γιαννικώστας. Οι αντισυνταγματάρχαί Κωνστ. Μαμούρης και Χριστ. Γραβάνης, οι αντιπλοίαρχοι Λέων. Κανάρης και Κωνστ. Φραγκόπουλος, ο σύμβουλος Στρατ. Δικαιοσ. Β' τάξεως Κωνσταντ. Τσερούλης, ο ταγματάρχης Βαμβακόπουλος Νικόλ. και λοχαγός Βύρων Καραπαναγιώτης. Εκ των ανωτέρω στρατοδικών, οι δύο τελευταίοι ήσαν αναπληρωματικοί. Επαναστατικοί Επίτροποι, διωρίσθησαν οι Νικόλ. Ζουρίδης, Σύμβ. Στρατ. Δικ. Α' τάξεως, ο Συνταγματάρχης Νεόκοσμος Γρηγοριάδης και ο εφέτης Κωνστ. Γεωργιάδης. Χρέη Γραμματέως διωρίσθη να εκτέλεση ο λοχαγός Ιωάν. Πεπονής. Τα μέτρα τάξεως τα οποία, είχον ληφθεί, ήσαν ιδιαιτέρως αυστηρά και η επικρατούσα κατάστασις ιδιαζόντως ασφυκτική. Η είσοδος εντός του κτιρίου, επετρέπετο μόνον κατόπιν εγγράφου αδείας την οποίαν εχορηγούσε ο επικεφαλής της φρουράς και μόνον εις άτομα αυστηρώς επιλεγμένα. Ol εφημερίδες επετρέπετο να δημοσιεύουν, μόνον μίαν συνοπτικήν περίληψιν των πρακτικών της δίκης, τα οποία συνέτασσε ο γραμματεύς και εν συνεχεία, ενέκρινε ο πρόεδρος του Δικαστηρίου. Ο σχολιασμός, της δίκης, καθώς και η δημοσίευσις άλλων περιστατικών, εκ της διαδικασίας, απηγορεύετο αυστηρώς. Το επαναστατικόν καθεστώς, είχε από τις 28 Σεπτεμβρίου 1922, θέσει εις εφαρμογήν, τον Στρατιωτικόν Νόμον, δηλαδή τον Νόμον ΔΞΘ/1912 «περί καταστάσεως πολιορκίας» χωρίς βεβαίως να υπάρχη εμπόλεμος κατάστασίς ούτε γενική επιστράτευσις, λόγω εξωτερικών κινδύνων, αλλά και χωρίς τις εγγυήσεις του άρθρου 91 του Συντάγματος. Βραδύτερον, η Επαναστατική Επιτροπή, κατέστησεν αυστηρότερον τον Στρατιωτικόν Νόμον. Με το από 9ης Νοεμβρίου 1922 Διάταγμα της, επέτρεψε εις τους κατά τόπον Στρατιωτικούς Δίοικητάς να προβαίνουν εις την παύσιν οιασδήποτε εφημερίδος, δι' όσον χρονικόν διάστημα έκριναν αυτοί ως αναγκαίον. Υπό αυτό λοιπόν το καθεστώς ήρχισε η δίκη των οκτώ κατηγορουμένων, η οποία επρόκειτο να κατάληξη εις την θανατικήν καταδίκην και την εκτέλεσιν των εξ, εκ των οκτώ κατηγορουμένων. Σημειωτέον ότι οι κατηγορούμενοι, είχαν στερηθεί όλων των στοιχειωδών δικαιωμάτων, δια να αποδείξουν την αθωότητα των. Συγκεκριμένως: Το Δικαστήριον, και μάλιστα κατά κυριαρχικήν κρίσιν, είχε την δίκαιοδοσίαν, να επιβάλη εις τους κατηγορουμένους και ποινές οι οποίες δεν προεβλέποντο προηγουμένως από τον Ποινικόν Νόμον. Με τον τρόπον αυτόν, παρεβιάζετο η θεμελιώδης αρχή του Ποινικού Δικαίου, κατά την οποίαν, ουδεμία ποινή επιβάλλεται άνευ προηγουμένου Νόμου, ο οποίος θα ορίζη και την διάρκεια της. Την αρχήν αυτήν, είχαν καθιέρωση και καθιερώνουν, όλα εν γένει τα Συντάγματα της Ελλάδος, από της συστάσεως του Κράτους, μέχρι σήμερον. Οι κατηγορούμενοι δεν είχαν το δικαίωμα, να ζητήσουν την εξαίρεσιν του προέδρου, των επαναστατικών επιτρόπων και του γραμματέως του Στρατοδικείου. Κατ’ εξαίρεσιν μόνον, εκ των δέκα μελών του δικαστηρίου, οι κατηγορούμενοι, από κοινού και όλοι μαζί συλλήβδην, θα μπορούσαν να ζητήσουν την εξαίρεσιν μέχρι και πέντε στρατοδικών. Δεν είχαν επίσης το δικαίωμα οι κατηγορούμενοι να ζητήσουν την εξαίρεσιν μάρτυρος κατηγορίας, έστω και αν ο μάρτυς, ήτο εξαιρετέος κατά τους θεμελιώδεις κανόνες της Ποινικής Δικονομίας. Επετρέπετο οι κατηγορούμενοι να λάβουν γνώσιν της δικογραφίας, αλλά μόνον εντός τριών ημερών, αφ’ ότου όμως θα εκαλούντο προς τούτο από τον επαναστατικόν επίτροπον. Η επίδοσις των εγγράφων, δια την εισαγωγήν των κατηγορουμένων εις την δίκην, θα ήτο δυνατόν να γίνη, μόλις προ είκοσι τεσσάρων (24) ωρών (!) προ της δίκης. Ακόμη, ο κάθε κατήγορουμένος, δια την υπεράσπισίν του, επετρέπετο να έχη, έναν και μόνον δικηγόρον, παρ' όλον ότι η διάρκεια της δίκης προεβλέπετο ότι θα ήτο μακρά και πολυήμερος, αφού η κατηγορία ήτο ιδιαιτέρως βαρεία, αλλά και λίαν εκτεταμένη.
Ο Δημήτριος Γούναρης (τρίτος εκ δεξιών), ο στρατηγός Παπούλας (στο κέντρο), ο υπουργός Στρατιωτικών Νικ. Θεοτόκης (με την κάσκα) και δίπλα του ο διάδοχος Γεώργιος στο Μικρασιατικό Μέτωπο.

Σημειωτέον, ότι θα υπήρχαν αναπληρωματικοί δικασταί... Υπό αυτές, λοιπόν, εν συντομία, τις πραγματικές συνθήκες, και υπό αυτό, εν περιλήψει, το νομικόν καθεστώς, ήρχισεν η δίκη των οκτώ κατηγορουμένων υποδίκων. Αλλ' ο Δημήτριος Γούναρης ήτο ήδη από πολλών ημερών, ασθενής, πάσχων εξ εμπύρετου κοιλιακού τύφου. Εν τούτοις, από της πρώτης ημέρας της δίκης, κατέβαλε υπεράνθρωπους προσπάθειας δια να σταθή όρθιος εις το εδώλιον του κατηγορουμένου. Από τον προμαχώνα εκείνον, έδιδεν τον υπέρτατον αγώνα αγωνιζόμενος δια να διασώση την τιμήν και την ζωήν του. Ετσι αντιμετώπιζε επιτυχώς και απέκρουε ευστόχως τις αιτιάσεις της κατηγορίας. Διότι ο Γούναρης ήτο παλαιός και έγκριτος δικηγόρος, αλλά και ιδιοφυής και έμπειρος πολιτικός ηγέτης. Εγνώριζε, λοιπόν, και μάλιστα καλύτερα από τους άλλους συγκατηγορουμένους του, και την μεθοδολογίαν της ακροαματικής διαδικασίας της ποινικής δίκης, αλλά και την πολιτικήν επιχείρηματολογίαν της πολυσχιδούς κατηγορίας. Κατά την πρωινήν, όμως, συνεδρίασιν της 5ης Νοεμβρίου, η κατάστασις της υγείας του επεδεινώθη ραγδαίως. Και ενώ παρηκολούθη, με νηφαλιότητα, από το εδώλιον του κατηγορουμένου, την εξέλιξιν της δίκης, αιφνιδίως, κατέρρευσεν αναίσθητος επί του εδράνου. Του παρεσχέθησαν αμέσως ol πρώτες βοήθειες, από στρατιωτικόν ιατρόν, και εν συνεχεία με ασθενοφόρον και υπό στρατιωτικήν συνοδείαν, μετεφέρθη εις την πλησιεστέραν «Κλινίκήν Ασημακοπούλου» επί της οδού Ασκληπιού 31 και Σκουφά.
Ο συνήγορος του, Σωτήριος Σωτηριάδης, εζήτησεν από το δικαστήριον, να διακοπή προσωρινώς η συνεδρίασις του Στρατοδικείου, αλλά το αίτημα του απερρίφθη παμψηφεί. Ετσι η υπόλοιπος διαδικασία εσυνεχίσθη εν απουσία πλέον του Γούναρη, παρ’ όλον ότι αυτός από πλευράς κατηγορουμένων, ήτο ο κυριώτερος παράγων της δίκης. Αλλωστε και η κατ' αυτού και των λοιπών συγκατηγορουμένων του κατηγορία, δι' εσχάτην δηλαδή προδοσίαν, ήτο βαρύτατη και εν περιπτώσει καταδίκης, η προβλεπομένη ποινή θα ήτο η ποινή του θανάτου. Εν πάση δε περιπτώσει, η απόφασις του Στρατοδικείου η οποία θα εξεδίδετο, θα ήτο αμετάκλητος και αμέσως εκτελεστή και συνεπώς ο Γούναρης, δεν είχε καμμίαν πλέον δυνατότητα να υπερασπίση την ζωήν του. Μετά, λοιπόν, την αποχώρησιν του Γούναρη, η δίκη εσυνεχίσθη εν απουσία του, αλλά παρά τις συντονισμένες κοινές προσπάθειες και των τριών, επαναστατικών κατηγόρων, η κατηγορία δεν απεδείχθη. Και δεν απεδείχθη κατ' αρχήν ότι οι κατηγορούμενοι είχαν συμμετοχήν εις τις πράξεις δια τις οποίες εκατηγορούντο, αφού απεδείχθη ότι η ευθύνη δι' αυτές εβάρυνε άλλα συγκεκριμένα πρόσωπα, εκτός δίκης ευρισκόμενα. Εν πάση, όμως, περιπτώσει, δεν απεδείχθη δόλος εις το πρόσωπον των κατηγορουμένων. Δεν απεδείχθη δηλαδή, αν οι πράξεις δια τις οποίες εκατηγορούντο — και αν ακόμη υποτεθή ότι τις είχαν διαπράξει — οι κατηγορούμενοι, τις διέπραξαν εκ δόλου. Δηλαδή να ήθελαν και να επεδίωξαν και να επέτυχαν με τις πράξεις των αυτές, να προκαλέσουν εν συνεννοηθεί μάλιστα με την... τουρκικήν ηγεσίαν, την ολεθρίαν δια το Εθνος, Μικρασιατικήν Καταστροφήν. Βεβαίως, μια τοιαύτη παρανοϊκή υπόνοια, μόνον εις το εγκεφαλικόν τέλμα ενός παράφρονος εγκληματίου, θα μπορούσε να γεννηθή. Την 7ην Νοεμβρίου άρχισε η απολογία των κατηγορουμένων. Ο Δημήτριος Γούναρης δεν απελογήθη, διότι εξακολουθούσε να παραμένει συνεχώς κλινήρης και με υψηλόν πυρετόν, υπό συνεχή ιατρικήν παρακολούθησιν. Αλλωστε, λόγω της καταστάσεως του, περιέπιπτεν, από καιρού εις καιρόν, εις πνευματικόν λήθαργον. Εις το Δικαστήριον υπεβλήθη και νέα αίτησις αναβολής, αλλά το Δικαστήριον την απέρριψεν και πάλιν. Ηρκέσθη, όμως, να δεχθή ως απολογίαν του Γούναρη, την ανάγνωση της εγγράφου απολογίας του, που είχεν υποβάλει προ μηνός περίπου ενώπιον της Ανακριτικής Επιτροπής Πάγκαλου. Αυτή η ψυχρά ανάγνωσις ενός διαδικαστικού εγγράφου, εθεωρήθη από το Εκτακτον Στρατοδικείον, ότι θα μπορούσε να αντικαταστήσει το ιερώτερον δικαίωμα του κατηγορουμένου, δηλαδή το δικαίωμα της απολογίας του. Εν πάση περιπτώσει, εις την επιστήμην του Ποινικού Δικονομικού Δικαίου, η έγγραφος κατά την προδικασίαν απολογία του κατήγορου μενού, ενώπιον του ανακριτού, ουδέποτε αναπληρώνει την προφορικήν κατά την δίκην, ενώπιον του Δικαστηρίου, απολογίαν του. Και τούτο, διότι η μεν έγγραφος απολογία κατά την προδικασίαν, αποκρούει μόνον τα έγγραφα της κατηγορίας, ενώ η προφορική επ' ακροατηρίω απολογία, αντικρούει το σύνολον των στοιχείων της ακροαματικής διαδικασίας. Αλλωστε, αυτόν ακριβώς τον σκοπόν, έχει η επ' ακροατηρίω δίκη. Να ενισχύση ή να διαλύση τας εγγράφους ενδείξεις της προδικασίας, με την αυτοπρόσωπον εξέτασίν των μαρτύρων και την προφορικήν απολογίαν του κατηγορουμένου.

Η απόφασις

Η ακροαματική διαδικασία επερατώθη τα μεσάνυκτα της 14ης προς την 15ην Νοεμβρίου 1922. Το δικαστήριον απεσύρθη εις διάσκεψιν προκειμένου να εκδώσει την απόφασίν του. Οι κατηγορούμενοι μετεφέρθησαν εις τις Φυλακές «Αβέρωφ» υπό ισχυράν στρατιωτικήν συνοδείαν. Φαίνεται ότι κατά την διάσκεψιν προέκυψαν διαφωνίες μεταξύ των Στρατοδικών. Περί την 2αν πρωϊνήν ώραν κατέφθασε εις το δικαστήριον ο Θεόδ. Πάγκαλος, αλλά περί του σκοπού της αφίξεώς του, καθώς και των ενεργειών εις τας οποίας προέβη, δεν υπάρχει επαρκής ιστορική τεκμηρίωσις. Τέλος, την 6.30 πρωινήν ώραν, επανήλθεν το δικαστήριον εις την αίθουσαν των συνεδριάσεων και εν απουσία όλων των κατηγορουμένων, ο πρόεδρος του Στρατοδικείου Αλέξ. Οθωναίος, με τρέμουσαν φωνήν, ανέγνωσε την απόφασίν. Με την απόφασίν, η οποία ήτο αμετάκλητος, κατεδικάζοντο εις θάνατον οι εξ εκ των οκτώ κατηγορουμένων, δηλαδή οι Δημήτρ. Γούναρης, Πέτρος Πρωτοπαπαδάκης, Νικόλαος Στράτος, Νικόλαος Θεοτόκης, Γεώργιος Μπαλτατζής και Γεώργιος Χατζανέστης. Οι υπόλοιποι δύο, δηλαδή ο Ξενοφών Στρατηγός και ο Μιχαήλ Γούδας κατεδικάσθησαν εις ισόβια δεσμά. Εις τους δύο τελευταίους καθώς και εις τον Γεώργιον Χατζανέστην, λόγω της στρατιωτικής των ιδιότητος, επεβλήθη και η παρεπόμενη ποινή της καθαιρέσεως, από του στρατιωτικού των αξιώματος.

Τα μετά την απόφασιν

Η απόφασις, όπως εξετέθη, ήταν αμετάκλητος. Δηλαδή κατά της αποφάσεως αυτής, οι κατηγορούμενοι δεν είχαν δικαίωμα να ασκήσουν έφεσιν, ενώπιον του αναθεωρητικού Στρατοδικείου, αλλά ούτε και αναίρεσιν ενώπιον του Αρείου Πάγου. Επίσης οι κατηγορούμενοι δεν είχαν δικαίωμα, ως μελλοθάνατοι να ζητήσουν την απονομήν χάριτος ή τον μετριασμόν της ποινής των εις ελαφροτέραν ποινήν. Και τούτο διότι η Επαναστατική Επιτροπή, δια του Διατάγματος της 12ης Οκτωβρίου 1922, είχε αποστερήσει αυθαιρέτους τους κατηγορουμένους, από αυτά τα στοιχειώδη ανθρώπινα δικαιώματα. Η απόφασις, λοιπόν, θα εξετελείτο δια τυφεκισμού, εντός ολίγων και μόνον ωρών, εκείνο το τραγικό πρωινό της 15ης Νοεμβρίου. Ο Νικόλαος Πλαστήρας ως Αρχηγός της επαναστατικής επιτροπής, έδωσε εντολή ν να εκτελεσθή αμέσως η θανατική εκτέλεσις. Ο επαναστατικός επίτροπος, Νεόκ. Γρηγοριάδης, επεμελήθη εν συνεχεία της εκτελέσεως της αποφάσεως. Αλλά το τι ακριβώς επηκολούθησε, το πληροφορούμεθα, από τον αυτόπτην και αξιόπιστον μάρτυρα Γεώργιον Πεσμαζόγλου. Γράφει, λοιπόν, επί λέξει τα εξής: «Εις τις 5 το πρωί, ήλθε εις την Κλινικήν Ασημακοπούλου, ο ταγματάρχης της Χωροφυλακής Κατσιγιαννάκης, ο οποίος εισήλθεν εις το δωμάτιον του Γούναρη, τον εξύπνησε και του είπε:

— Κύριε Πρόεδρε, διετάχθην να σε μεταφέρω εις τας φύλακας Αβέρωφ.

Εκ του προκληθέντος θορύβου αφυπνίσθη ο ευρισκόμενος εις το παραπλεύρως δωμάτιον ιατρός του Βλάχος και, αντιληφθείς περί τίνος επρόκειτο, είπεν εις τον αξιωματικόν, ότι η μεταφορά του ασθενούς ήτο αδύνατος, διότι είχεν υψηλόν πυρετόν. Ο ταγματάρχης όμως Κατσιγιαννάκης είπεν ότι έχει διαταγάς και είναι υποχρεωμένος να τας εκτελέση. Εν τω μεταξύ, ο Γούναρης σννήλθεν από την νάρκην τον και είπε:

— Πολύ καλά, θα ενδυθώ.

Η ευρισκομένη εις την κλινικήν αδελφή του αφυπνίσθη και, όταν έμαθε περί τίνος επρόκειτο, μετέβη ολοφυρομένη εις το δωμάτιον του, ενώ το φρουραρχείον εμαίνετο τηλεφωνικώς κατά τον ταγματάρχον διότι ηργοπόρει να εκτέλεση την διαταγήν του. Ο Κατσιγιαννάκης εισήλθεν εις το δωμάτιον και ηπείλει να μεταφέρη τον Γούναρην έστω και γνμνόν. Του έγινε μία καρδιοτονωτική ένεσις και ο ασθενής ενδύθηκε όπως όπως. Οταν όμως κατήρχετο την κλίμακα ελύγισαν τα πόδια του και τον ετοποθέτησαν επί φορείου δια να τον επιβιβάσουν του αναμένοντος φορτηγού αυτοκινήτου μετά του ιατρού του κ. Βλάχου. Οταν έφθασαν εις τας φύλακας Αβέρωφ, το φορείον εις το οποίον κατέκειτο ο Γούναρης, ριγών, ετοποθετήθη εις την είσοδον των φυλακών, ενώ έπιπτε ψιλή βροχή από ένα σκοτεινόν ουρανόν. Περί τας 8.30 π.μ. αφίχθη ο επαναστατικός επίτροπος Γρηγοριάδης, από τον οποίον ο ιατρός Βλάχος εζήτησε να μεταφέρουν τον ασθενή πλησίον των ομοτύχων τον δια να μη κρυώση. Ο Γρηγοριάδης απήντησε κατ' αρχάς ότι δεν δύναται να επιτρέψη την μεταφοράν τον προτού ο μελλοθάνατος λάβη γνώσιν της αποφάσεως του δικαστηρίου. Εις τούτο ο ιατρός Βλάχος παρετήρησεν ότι δύναται να λάβη γνώσιν αυτής μετά των λοιπών κρατουμένων. Ούτω ο Γρηγοριάδης επέτρεψε την μεταφοράν του Γούναρη εις το δωμάτιον του α' ορόφου, όπου ευρίσκοντο και οι λοιποί κατάδικοι, προς τους οποίους ο υιός του Γ. Μπαλτατζή είχεν ανακοινώσει την απόφασιν. Δεν εξεπλάγησαν διόλου, πλην τον στρατηγού Χατζανέστη, ο οποίος είπε:

— Μα κάτι λάθος κάνεις, παιδί μου, δεν είναι δυνατόν να καταδικάσουν και εμένα εις θάνατον!

Εις τας 9 π.μ. ο επαναστατικός επίτροπος τους ανέγνωσε την απόφασιν του δικαστηρίου, η οποία, όπως τους ανεκοίνωσε, θα εξετελείτο την 11ην πρωινήν της ιδίας ημέρας. Εν τω μεταξύ, ειδοποιηθέντες οι στενοί συγγενείς και ολίγοι φίλοι των καταδίκων προσήρχοντο. Ητοιμαζόμεθα μετά της συζύγου μου να μεταβώμεν εις τας φυλακάς, οπότε η κυρία Πρωτοπαπαδάκη μας παρεκάλεσε τηλεφωνικώς να την πάρωμε μαζί μας. Οταν εφθάσαμεν εις τας φυλακάς Αβέρωφ, έφθασε και η κυρία Ν. Στράτου με τα παιδιά της, μη γνωρίζουσα ακόμη τι ακριβώς σνμβαίνει. Ο Ν. Στράτος την επερίμενεν εις την κλίμακα τον πρώτου πατώματος και εκείνη έπεσε στην αγκαλιά του και τον ηρώτησε:

— Μα, τι συμβαίνει επιτέλους, Νίκο μου;

— Εβγήκεν η απόφασις και εις τας 11 θα εκτελεσθή. Τι να γίνη, Μαρούλα μου; Ετσι ήταν το γραφτό μας και σε παρακαλώ να μη με κάμης να χάσω το θάρρος μου!

Αφήκε την σύζυγον και την γηραιάν μητέρα του να θρηνούν και επήγεν εις το κελί του Ν. Καλογεροπούλου δια να τον παρακαλέση να βοηθήση την οικογένειάν τον, η οποία ευρίσκετο άνευ πόρων. Ο Π. Πρωτοπαπαδάκης έδωσε γρήγορα τας τελευταίας του παραγγελίας εις την σύζυγόν του και έπειτα της είπε:

— Τώρα, Σμαράγδα μου, θα φύγετε διότι δεν θέλω να συγκινηθώ.

Εκείνη, δε, ευρισκομένη, όπως πάντοτε, εις το ύψος των περιστάσεων, τον εφίλησε εις το μέτωπον και του είπε:

— Αντίο, Πέτρο μου, για πάντα!

Ο στρατηγός Χατζανέστης ωμίλει με την σύζυγόν τον και την αδελφήν του Λαίδην Λω. Ο Ν. Θεοτόκης ωμίλει εις μίαν γωνίαν με την γυναίκα του, την αδελφήν του και τον αδελφόν του, ως εάν δεν συνέβαινε τίποτε. Ο μεγάλος κατάδικος, ο Δ. Γούναρης, πριν αναχωρήση από την κλινικήν έγραψε την ιδιόχειρη σύντομη διαθήκη τον που είναι η ακόλουθη: Ο,τι απομένει εκ της μικράς περιουσίας μου, μετά την αφαίρεσιν των χρεών μου, αφήνω εις τον γαμβρόν μου Κανέλλον Κανελλόπουλον, ον καθιστώ γενικόν κληρονόμον μου, προς καλλιτέραν αποκατάστασιν της κόρης του, ανεψιάς μου Μαρίας. Εις τον Δήμον Πατρέων την βιβλιοθήκην μου και εις την υπηρέτριάν μου Ευφροσύνην Στρατή 10.000 δραχμάς». Η ώρα παρήρχετο και ο επαναστατικός επίτροπος είπεν ότι καιρός είναι να τους μεταλάβουν. Απεμακρύνθησαν οι συγγενείς και φίλοι, ήλθεν ο ιερεύς και εν μέσω νεκρικής σιγής ηκούσθη:

— ...Μεταλαμβάνει ο δούλος τον Θεού...


Μεθ' ο οι μελλοθάνατοι έμειναν ακόμη επ' ολίγον με τους συγγενείς των. Ο Στράτος είπεν εις τον γιόν τον να μην πολιτευθεί ποτέ και επαρηγόρει συνεχώς την σύζυγόν του και της είπε:

— Να υπανδρεύσης την κόρην σου, να πωλήσης όσα ολίγα μας απομένονν και να φύγης από την Ελλάδα.

Ο Γ. Μπαλτατζής εμοίρασεν εις την γυναίκα του και τα παιδιά τον ό,τι είχεν επάνω του ως ενθύμια, είπε δε εις τον υιόν του:

— Οταν μεγαλώση το παιδί σου, να του πης πώς έζησα και πώς ετελείωσα. Να ξεύρης ότι είμαι ευχαριστημένος που πηγαίνω με τους φίλους μου.

Εις δε την σύζυγόν του, δεικνύων τον αρραβώνα του της είπε:

— Δεν θέλω να χωρισθώ από το δακτυλίδι αυτό ακόμη, γιατί από όταν το απέκτησα έζησα ευτυχισμένος. Θα σου το φέρουν μετά.

Οταν ο στρατηγός Χατζανέστης ητοιμάζετο να κατέλθη δια να επιβιβασθή εις τα αναμένοντα δύο φορτηγά αυτοκίνητα, η αδελφή του Λαίδη Λω έπεσεν εις τα πόδια ενός αξιωματικού και του είπε:

— Περιμένετε μια στιγμή ακόμη για να προφθάσω να πάω εις την πρεσβείαν μου.

Ο Πρωτοπαπαδάκης κατήλθε την κλίμακα σιγά και ήρεμα. Ο Γούναρης είπεν εις την σύζυγόν μου:

— Κυρία Ειρήνη, σε μια ώρα δεν θα υπάρχω πλέον. Να με θυμάστε.

Αυτά καταγράφει ο Γεώργιος Πεσμαζόγλου, ως προς τα διατρέξαντα, μετά την απαγγελίαν της καταδικαστικής αποφάσεως. Αλλά περαιτέρω εξιστορεί και τις λεπτομέρειες, από την θανατικήν εκτέλεσιν των εξ καταδικασθέντων, το ίδιο εκείνο τραγικό πρωινό της 15ης Νοεμβρίου 1922. Γράφει, λοιπόν, σχετικώς:

Πώς έγινε η εκτέλεσις

«Επιθυμών να παραστώ εις την εκτέλεσιν των φίλων μου, μετέβην αμέσως εις τα γραφεία της επαναστατικής επιτροπής δια να ζητήσω την απαιτουμένην άδειαν. Την εζήτησα από τον λοχαγόν Βύρωνα Καραπαναγιώτην, υπασπιστήν του στρατηγού Πλαστήρα, τον οποίον εγνώοιζα και ούτος μου την έφερε μετ' ολίγον.
Η λαίδη Λω, αδελφή του Γεωργ. Χατζανέστη, προσπάθησε να σώσει τον αρχιστράτηγο από την εκτέλεση με την επιρροή που διέθετε στην αγγλική πολιτική, αλλά απέτυχε.

Εκείθεν μετέβην εις τον ορισθέντα τόπον και με έβαλαν σε κάποιαν γωνίαν όπισθεν τον χώρον των εκτελέσεων, από κάτω από ένα πεύκον εις το οποίον ανερριχήθην δια να βλέπω και να ακούω καλύτερα. Η στρατιωτική ζώνη εσχημάτιζεν ευρύ ημικύκλιον όπισθεν τον οποίον ευρίσκοντο οι ολίγοι θεαταί τον δράματος, μεταξύ των οποίων και εγώ. Εις μίαν γωνίαν ευρίσκοντο πολλοί αξιωματικοί, μεταξύ των οποίων διέκρινα τον αρχηγόν της Χωροφυλακής Παπαοικονόμου, τον επαναστατικόν επίτροπον συνταγματάρχην πεζικού Γρηγοριάδην και τον μοίραρχον Βοβολίνην. Εμπροσθεν αυτών ήσαν πέντε ομάδες στρατιωτών, εκάστη με έναν υπαξιωματικόν επί κεφαλής, όπισθεν δε αυτών ευρίσκοντο αξιωματικοί έχοντες το γενικόν πρόσταγμα. Λυτοί θα ήσαν οι εκτελεσταί. Μετ’ ολίγον έφθασαν τα δύο φορτηγά αυτοκίνητα με τους κατάδικους. Πρώτος κατήλθεν ο Στράτος και μετ' αυτόν ο Γούναρης, ο οποίος ήτο τόσο εξηντλημένος, ώστε εγονάτισε. Τότε έσπευσε να κατέλθη ο Πρωτοπαπαδάκης, ο οποίος, βοηθούμενος από τον Στράτον, τον εσήκωσε και τον οδήγησαν εις την θέσιν του. Από το έτερον αυτοκίνητον κατήλθον ο στρατηγός Χατζανέστης, ο Γ. Μπαλτατζής και ο Ν. Θεοτόκης, οι οποίοι επήγαν μόνοι εις τας υποδειχθείσας θέσεις, εκτός του Χατζανέστη, ο οποίος έπρεπε να υποστή και καθαίρεσιν. Οταν του ανεγνώσθη το κείμενον της καθαιρέσεως, δεν αφήκε να τον πλησιάσουν. Επέταξε το πηλήκιον και τα επωμίδιά του και είπεν:

— Η μόνη μου εντροπή είναι ότι υπήρξα αρχιστράτηγος φυγάδων!.

Κανείς δεν εδέχθη να του δέσουν τα μάτια και όταν ο μοίραρχος Βοβολίνης τους ηρώτησεν, εάν έχουν ν' αφήσουν καμίαν παραγγελίαν, ο Γούναρης ύψωσε τους ώμους. Ο Στράτος είπεν:

— Αυτή η πράξις αποτελεί αίσχος δια την Πατρίδα!.

Ο Θεοτόκης έβγαλε τα δακτυλίδια του και είπε φλεγματικώτατα:

— Αυτά, παρακαλώ, να δώσητε εις την κόμησσαν Θεοτόκη.

Ο Στράτος ήνοιξε την σιγαροθήκην του, επήρεν ένα σιγαρέττον και είπε:

— Να την δώσεις εις τον υιόν μου.

Μετά ταύτα, ο έχων το γενικόν παράγγελμα εφώναξεν:

— Επί σκοπώ!.

Ενώ δε οι εκτελεσταί εσκόπευον, ο ιερεύς έψαλλε τας τελευταίας ευχάς και οι μελλοθάνατοι απεκαλύφθησαν, ηκούσθη η διαταγή:

— Πυρ!... και επηκολούθησεν η ομοβροντία.

Ούτως, ενώ η επανάστασις έγινε δια ν' αποπλύνη το αίσχος της Μικρασιατικής Καταστροφής, εκηλίδωσε τον πολιτισμόν μας με μια προφανή δολοφονία έξι εθνικών ανδρών. Τα αιματοβαμμένα πτώματα ερρίφθησαν εντός ενός φορτηγού που τα μετέφερεν εις το Α' Νεκροταφείον. Εστάθμευσε με το οπίσω μέρος εστραμμένον εις το παρεκκλήσιον το ευρισκόμενον εις τον κήπον του νεκροταφείου και δύο στρατιώται τα επέταξαν προ του ναϊδρίου. Περί την 1ην μ.μ. τόσον η αδελφή του Γούναρη όσον και η κυρία Πρωτοπαπαδάκη μας ετηλεφώνησαν ότι ειδοποιήθησαν ότι μέχρι της 3ης μ.μ. οι συγγενείς ηδύναντο να ενταφιάσουν τους νεκρούς των, άλλως θα επελαμβάνετο η Αστυνομία. Οταν περί τας 2 μ.μ. εφθάσαμε με την σύζυγόν μου εις τον νεκροταφείον, πλήθος κόσμου είχε συναθροισθή εις τον περίβολόν του, ενώ ισχυρά δύναμις Αστυνομίας είχεν αποκλείσει την είσοδον του νεκροταφείου. Το θέαμα ήτο φρικώδες! Τα σώματα των εκτελεσθέντων έκειντο επί μερικών σανίδων. Το ένα χέρι του Θεοτόκη είχεν αποσπασθή από το σώμα του. Το καπέλο του Πρωτοπαπαδάκη περιείχεν ό,τι είχεν απομείνει από το κεφάλι του και επί του πτώματος του Γούναρη εφαίνοντο αιματηρά ίχνη τα οποία προξένησαν εις το πτώμα του οι μπότες του στρατηγού Χατζανέστη κατά την μεταφοράν. Εις τας 2.30' έφθασαν εξ φέρετρα κατασκευασμένα από κακοκομμένας σανίδας, όπου κάθε οικογένεια ετοποθέτησε τον νεκρόν της. Τέσσαρες φρακοφόροι, οι ίδιοι δι’ όλους, μετέφεραν τα φέρετρα εις τους τάφους και μετά πρόχειρον ψαλμωδίαν ετοποθετούντο όπως όπως εντός της γης. Η σύζυγος μου και εγώ ηκολουθήσαμε την σορόν του Πρωτοπαπαδάκη, ο οποίος ετάφη τελευταίος». Από εκείνο το τραγικό πρωινό της 15ης Νοεμβρίου 1922 μέχρι σήμερα, πέρασαν εβδομήντα ολόκληρα χρόνια... Εκτοτε η ελληνική ιστορία, έγραψε και νέες σελίδες.

Ο απόηχος των εκτελέσεων

Σελίδες δόξης, θριάμβων και πατριωτικών εξάρσεων, αλλά και σελίδες δοκιμασίας, θυσιών και εθνικών περιπετειών. Ο πρίγκιπας Ανδρέας, αρχηγός του Β' Σώματος Στρατού, στο Μικρασιατικό Μέτωπο. Ο Ανδρέας χωρίς να ρωτήσει κανέναν, μετακίνησε το Σώμα του από την πρώτη γραμμή σε θέση πίσω από το Α' Σώμα Στρατού. Κίνηση που θεωρήθηκε ότι εξασθένισε τη διάταξη των ελληνικών δυνάμεων και παραλίγο να του στοιχίσει την εκτέλεση. Η επέμβαση, όμως, των Μεγάλων Δυνάμεων απέτρεψε την εισαγωγή του σε δίκη. Ο πρίγκιπας Ανδρέας είναι πατέρας του πρίγκιπα Φιλίππου, βασιλικού συζύγου σήμερα της βασίλισσας της Αγγλίας, Ελισάβετ. Τα θύματα και ol θύτες εκείνης της δίκης, ανήκουν πλέον στη δικαιοδοσία της Θείας Δικαιοσύνης. Τα γεγονότα όμως εκείνης της εποχής, ανήκουν ήδη εις την αρμοδιότητα της ιστορικής ερεύνης. Τα πολιτικά πάθη διαλύονται, καθώς ο πανδαμάτωρ χρόνος, σαρώνει στο πέρασμα του, τις ανθρώπινες μνησικακίες, έτσι ακριβώς, όπως ο ζωογόνος ήλιος σαρώνει στο πέρασμα του, την πρωινή ομίχλη. Ετσι χωρίς την παραμορφωτική επίδραση των πολιτικών παθών της εποχής εκείνης, μπορούμε σήμερα να εξετάσουμε ασφαλέστερα, τα γεγονότα εκείνα και να καταλήξουμε πλέον σε ασφαλή συμπεράσματα. Καταρχήν, απεδείχθη εκ των υστέρων, ότι ol καταδικασθέντες, όπως άλλωστε και οι ίδιοι απέδειξαν κατά την δίκην των, δεν είχαν δολίαν προαίρεση. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος, πολιτικός αντίπαλος των εκτελεσθέντων, όταν επανήλθεν εις την πολιτικήν ζωήν της χώρας, διεκήρυξεν δημοσία, εις την από 3ης Φεβρουαρίου 1929 ιδιόχειρον επιστολήν του προς τον Παναγ. Τσαλδάρην, ότι: «...Δύναμαι να βεβαιώσω υμάς με τον πλέον κατηγορηματικόν τρόπον, ότι ουδείς των πολιτικών αρχηγών, της Δημοκρατικής παρατάξεως, θεωρεί ότι οι ηγέται της πολιτικής, ήτις ηκολουθήθη μετά το 1920, διέπραξαν προδοσίαν κατά της πατρίδος, ή ότι εν γνώσει των, ωδήγησαν τον τόπο εις την Μικρασίατικήν Καταστροφήν... Δύναμαι μάλιστα να σας διαβεβαιώσω, ότι πιστεύω ακραδάντως, ότι θα ήσαν ευτυχείς, αν η πολιτική των, ωδήγει την Ελλάδα, εις Εθνικόν θρίαμβον... Αλλ' οσονδήποτε βαρεία και αν ήτο η ευθύνη αυτών δια την ακολουθηθείσαν πολιτικήν, ουδείς ηδύνατο υπό ομαλάς περιστάσεις, να σκεφθή, ότι το σφάλμα αυτών, ηδύνατο να τιμωρηθή, δια της τρομερής ποινής του θανάτου... Επιπλέον, ολόκληρος ο πολιτικός κόσμος της Χώρας, ανεγνώρισεν μεταγενεστέρως, ότι οι εκτελεσθέντες, δεν είχον διαπράξει προδοσίαν, αλλ' ούτε και εν γνώσει των είχαν επιδιώξει να ζημιώσουν την Χώραν.
Ομάδα ιατρών και νοσοκόμων στο προκεχωρημένο σημείο του μετώπου Αφιόν Καραχισάρ. Καθήμενος πρώτος δεξιά ο Εμμανουήλ Νικολετάκης, εκ των γενναίων Κρητικών που πολέμησαν σε όλους τους πολέμους της Ελλάδος από το 1912 μέχρι το 1941!

Περί τούτου έγινε εκτενής συζήτησις εις την Βουλήν κατά την συνεδρίασιν της 11ης Ιουνίου 1929, και oι σχετικές δηλώσεις έχουν καταχωρισθεί εις την «Εφημερίδα Συζητήσεων της Βουλής» της ημέρας εκείνης. Η Επανάστασις, ανέστειλεν βιαίως, τον ομαλόν Κοινοβουλευτικόν βίον της Χώρας και διηύρυνε το χάσμα του Εθνικού Διχασμού. Ενας εκ των ηγετικών της στελεχών, ο Θεόδωρος Πάγκαλος, εν ονόματι της Δημοκρατίας, επέβαλεν εις την Χώραν, ένα γελοίον Δικτατορικόν καθεστώς, με μοιραίες συνέπειες, δια τα εθνικά συμφέροντα της εποχής εκείνης. Η Ανατολική Θράκη, χάριν της οποίας, εκηρύχθη η Επανάστασις του Σεπτεμβρίου του 1922, εχάθη έκτοτε οριστικώς δια την Ελλάδα. Ετσι τα σύνορα της Ελλάδος, από τα περίχωρα της Κωνσταντινουπόλεως, περιωρίσθησαν στις όχθες του Εβρου. Χιλιάδες Ελληνικές οικογένειες της Ανατολικής Θράκης, ξεριζώθηκαν από τα πατρώα εδάφη των και κατέφυγεν, γυμνοί και ανυπόδητοι στη φιλόξενη αγκάλη της μητρός πατρίδος.
Ο στρατηγός Γεώργ. Χατζανέστης υπήρξε ο τρίτος και τελευταίος αρχηγός της ένδοξης ελληνικής στρατιάς της Μικράς Ασίας, που ύστερα από Θριάμβους τριών ετών οδηγήθηκε στην ήττα, μετά την εγκατάλειψη της Ελλάδας από τους συμμάχους της. Ο Χατζανέστης ανέλαβε την ηγεσία της Στρατιάς, το Μάιο του 1922. Τρεις μήνες πριν την Καταστροφή. Παρά ταύτα οδηγήθηκε στο εκτελεστικό απόσπασμα λόγω των λαθών που υπεστηρίχθη στο Δικαστήριο, ότι έγιναν εκ μέρους του.

Μετά τις θανατικές εκτελέσεις, προεκλήθη κατά της Ελλάδος, διεθνής κατακραυγή, ιδίως από τους Συμμάχους της, την στιγμήν κατά την οποίαν, εις την Λωζάννην της Ελβετίας, εκρίνετο το μέλλον της χώρας. Θα μπορούσε κανείς να απαριθμήσει και άλλες τραγικές συνέπειες οι οποίες προεκλήθησαν από την έξαψιν των πολιτικών παθών της εποχής εκείνης και θα κατέληγε εις το εξής τραγικόν συμπέρασμα: Τα πολιτικά πάθη, έφεραν την Χώρα σε Εθνική απόγνωση, περισσότερες φορές, από όσες την εξώθησαν όλοι μαζί οι κατά καιρούς εχθροί της. Αυτή δυστυχώς είναι μία ιστορική αλήθεια, την οποία δεν επιτρέπεται να λησμονούμε, αφού θέλουμε να επιβιώσουμε ως Εθνος μέσα εις την αέναο χρονική ροή, της ατέρμονος αιωνιότητας.
Ελλάδα 20ός αιώνας Απογευματινή Αθήνα


from ανεμουριον https://ift.tt/2xZgbbX
via IFTTT
Από το Blogger.