Οι επιπτώσεις από την εκτέλεση των εξ

του ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΠΑΠΑΣΤΑΘΟΠΟΥΛΟΥ

Η θανατική εκτέλεσις των Εξ, τις πρωινές ώρες της 15ης Νοεμβρίου 1922, έγραψε μία νέα σημαντική σελίδα εις την πολιτική Ιστορία της νεωτέρας Ελλάδος. Ισως την πλέον δραματικήν και την άκρως ενδιαφέρουσαν. Οι εκτελεσθέντες, πέντε κορυφαίοι πολιτικοί ηγέτες και ένας παλαίμαχος Αντιστράτηγος, είχαν οδηγηθεί εις το Εκτελεστικόν Απόσπασμα, δυνάμει μιας αυθαιρέτου αποφάσεως ενός αναρμόδιου Επαναστατικού Στρατοδικείου. Δια πρώτην και μοναδικήν φοράν, εις την πολιτικήν Ιστορίαν ενός Λαού, ο τρόπος ασκήσεως της πολιτικής εξουσίας, απετέλεσε το αντικείμενον ποινικής δίκης, ενώπιον ενός Εκτάκτου Στρατοδικείου.
ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΓΟΥΝΑΡΗΣ: Δικηγόρος εκ Πατρών. Βουλευτής Αχαΐας κατ' επανάληψιν, από το έτος 1906. Υπουργός Οικονομικών, το έτος 1908 και Πρωθυπουργός κατά τα έτη 1915 και 1921. Ιδρυσε μετά του Πέτρου Πρωτοπαπαδάκη,το Λαϊκόν Κόμμα,του οποίου επί πολλά έτη, διετέλεσε Αρχηγός. Υπήρξεν ο κυριώτερος αντίπαλος, της πολιτικής του Ελευθερίου Βενιζέλου.
Οι πολιτικοί ηγέται, τους οποίους είχαν εκλέξει, μόλις προ δύο ετών, η μεγάλη και αναμφισβήτητος πλειοψηφία του ελληνικού Λαού, είχαν καταδικασθεί εις θάνατον, δια τον τρόπον με τον οποίον ήσκησαν την πολιτικήν των εξουσίαν, εντός των συνταγματικών πλαισίων. Το μέγεθος της δικαστικής αυθαιρεσίας ήτο πρωτοφανές και η εξαχρείωσις των πολιτικών ηθών πρωτάκουστος. Επρόκειτο κατ' ουσίαν, περί μιας στυγνής δικαστικής δολοφονίας και όχι βεβαίως περί μιας αντικειμενικής δικαστικής κρίσεως.

Οι επιπτώσεις των εκτελέσεων
Καθώς ανεμένετο, οι εκ των θανατικών εκτελέσεων, εντυπώσεις της κοινής γνώμης και εντός της Χώρας, αλλά και εις τον διεθνήν χώρον, υπήρξαν φοβερές και συγκλονιστικές και οι εντεύθεν συνέπειες άμεσες και τραγικές. Η έξαψις των πολιτικών παθών εντός της Χώρας, αλλά και η διεθνής κατακραυγή κατά της Ελλάδος, προσέλαβεν επικίνδυνους διαστάσεις. Την επομένην των θανατικών εκτελέσεων, δηλαδή την 16ην Νοεμβρίου 1922, ο τότε Πρωθυπουργός της Αγγλίας Μπόναρ Λω, ομιλών εις την Βουλήν των Κοινοτήτων, αφού εκαυτηρίασε με οξείς χαρακτηρισμούς τις εκτελέσεις, εν τέλει εδήλωσε επί λέξει και τα εξής: «... Φρονούμε ότι δια της καταδίκης των τέως Υπουργών, εις την εσχάτην των ποινών, διεπράχθη πράξις βαρβαρότητος…». Συγχρόνως η Αγγλία, διέκοψεν αμέσως τις διπλωματικές της σχέσεις με την Ελλάδα και διέταξε τον εν Αθήναις Βρετανόν πρέσβυ, να επιστρέψη αμέσως εις Λονδίνον, Πράγματι ο Αγγλος πρέσβυς, Φράνσις Λίντλεϋ, αφού προέβη εις έντονον διάβημα προς την ελληνικήν Κυβέρνησιν, το εσπέρας της ιδίας ημέρας, ανεχώρησεν, εξ Αθηνών, σιδηροδρομικώς, δια το εξωτερικόν. Κατά την συνεδρίασιν της επομένης ημέρας, ο Βρετανός Πρωθυπουργός, ανεφέρθη και πάλιν εις το θέμα των θανατικών εκτελέσεων ενώπιον της Βουλής των Κοινοτήτων και εδήλωσεν ότι: «Είναι απολύτως αντίθετον προς τας συνήθειας των πεπολιτισμένων Κυβερνήσεων, να καταδικάζωνται εις θάνατον, πρώην Υπουργοί, υπό το πρόσχημα ότι η πολιτική των υπήρξεν καταστρεπτική δια την Χώραν…». Την 20ήν Νοεμβρίου, το Αγγλικόν Πρακτορείον Ειδήσεων, «Ρώυτερ» μετέδωσε την είδησιν, ότι ο διπλωματικός εκπρόσωπος της Μεγάλης Βρετανίας, εις την διάσκεψιν της Λωζάννης , Λόρδος Κώρζον, μόλις ανηγγέλθησαν οι θανατικές εκτελέσεις των Εξ, ηρνήθη να δεχθή εις συνεργασίαν τον εκπρόσωπον της Ελλάδος, Ελευθέριον Βενιζέλον. Εν τω μεταξύ ο αγγλικός Τύπος, εχαρακτήριζε την θανατικήν εκτέλεσιν, ως «τερατώδη τραγωδίαν» και «δικαστικήν δολοφονίαν». Αλλά και εις την Ιταλίαν, οι εντυπώσεις εκ των θανατικών εκτελέσεων, υπήρξαν ιδιαιτέρως έντονες και λίαν χαρακτηριστικές. Την 16ην Νοεμβρίου 1922, ο ιταλικός Τύπος, αφού εξέφραζε τον αποτροπιασμόν του, δια τις θανατικές εκτελέσεις, ζητούσε από την ιταλικήν Κυβέρνησα να πληροφορηθή, εις ποίας ενεργείας είχεν προβεί αύτη, προκειμένου να προλάβη την εκτέλεσιν των Εξ.
ΠΕΤΡΟΣ ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ: Πολιτικός Μηχανικός-Μαθηματικός εξ Απειρανθου της Νάξου. Βουλευτής κατ' επανάληψιν Παροναξίας και Κυκλάδων, από το έτος 1902. Διετέλεσεν Υπουργός Οικονομικών κατά τα έτη 1915, 1920 και 1921 και Πρωθυπουργός από 9ης Μαΐου μέχρι 28ης Αυγούστου 1922. Μαζί με τον Γούναρη, ίδρυσαν το Λαϊκόν Κόμμα, και αντετάχθησαν εις την πολιτικήν του Ελευθερίου Βενιζέλου.


Η ιταλική Κυβέρνησις εδήλωσεν την επομένην, ότι: «Ο εν Αθήναις πρέσβυς της Ιταλίας κ. Μοντανια, από της ενάρξεως της δίκης, έκαμεν παν ό,τι ήτο δυνατόν, δια να εμπόδιση την θανατικήν καταδίκην.». Την 4ην Νοεμβρίου -συνεχίζει η ιταλική ανακοίνωσις «ο εν Αθήναις Ιταλός πρέσβυς, προέβη εις σχετικόν διάβημα προς τον Ελληνα υπουργόν επί των Εξωτερικών». Τέλος, η ιταλική Κυβέρνησις, δια του εν Αθήναις επιτετραμμένου της Ντε Φερέντι, εδήλωσεν ότι δεν αναγνωρίζει την Επαναστατικήν Κυβέρνησιν των Αθηνών. Το εσπέρας της αυτής ημέρας, εις την ιταλικήν Γερουσίαν, ο Πρόεδρος αυτής, Τομμάσο Τιττόνι, απεδοκίμασεν δημοσία τις θανατικές εκτελέσεις και εζήτησεν την άμεσον διακοπήν των διπλωματικών σχέσεων μεταξύ Ρώμης και Αθηνών. Κατά τρόπον ηπιώτερον, αντέδρασεν ο γαλλικός Τύπος, αλλά το επίσημον Πρακτορείον Ειδήσεων «Χαβάς» ανεκοίνωσεν ότι τις εκτελέσεις τις αποδοκιμάζουν δημοσία και με έντονον αγανάκτησιν, οι επίσημοι κύκλοι και ολόκληρη η γαλλική κοινή γνώμη. Παρόμοιες αποδοκιμασίες, δια τις θανατικές εκτελέσεις, εξέφρασαν και οι Κυβερνήσεις των άλλων Ευρωπαϊκών Κρατών, ενώ παραλλήλως, διετύπωσαν και εξαιρετικώς δυσμενείς επικρίσεις, δια τα πολιτικά ήθη της Χώρας μας. Τέλος οι επιπτώσεις, ως ήτο επόμενον έφθασαν και εις τις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου εις την εκεί Βουλή των Αντιπροσώπων, κατά την συνεδρίασιν της 22ας Νοεμβρίου 1922, ο βουλευτής Τζων Μπάιλαν, αφού εκαυτηρίασε τις θανατικές εκτελέσεις με τους πλέον καυστικούς χαρακτηρισμούς, προσέθεσε εν τέλει και τα εξής: «Εναντίον των Ελλήνων Υπουργών, έλαβεν χώραν μία ψευτοδίκη, που αποτελεί απόλυτον χλευασμόν της δικαιοσύνης. Διαρκούσης της δίκης ταύτης, οι κατήγοροι ήσαν συγχρόνως και Δικασταί και οι Υπουργοί κατεδικάσθησαν, επί τη βάσει ψευδών κατηγοριών...».

Η διάσκεψις της Λωζάννης
Αλλά οι πλέον σημαντικές και λίαν βαρύνουσες συνέπειες εκ των θανατικών εκτελέσεων, επρόκειτο τελικώς να εκδηλωθούν εις την Λωζάννην. Εκεί εις την γραφικήν αυτήν λουτρόπολιν της γαλλόφωνου Ελβετίας, επρόκειτο να συνέλθη την 20ήν Νοεμβρίου 1922, διεθνής διάσκεψις. Κύριον θέμα της διασκέψεως, ήτο η ειρηνική πλέον επίλυσις των τεραστίων διαφορών μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας, κατόπιν των τελευταίων πολεμικών συρράξεων. Επρόκειτο επίσης να ρυθμιστούν και οι περαιτέρω σχέσεις των δύο Χωρών, αναφορικώς με τα θέματα της κυριαρχίας του Αιγαίου και της διαβιώσεως των εκατέρωθεν μειονοτήτων. Της ελληνικής χριστιανικής μειονότητος εις την Τουρκίαν και της μουσουλμανικής μειονότητος της ελληνικής Θράκης. Εκπρόσωπος της Χώρας μας, εις αυτήν την διάσκεψη, είχεν ορισθεί ήδη από την Ελληνικήν Επαναστατικήν Επιτροπήν, ο Ελευθέριος Βενιζέλος. Οταν εξερράγη εις την Ελλάδα η Επανάστασις των Γονατά και Πλαστήρα, ο Ελευθέριος Βενιζέλος ευρίσκετο εις το Παρίσι, ιδιωτεύων. Την 18ην Σεπτεμβρίου 1922, δύο δηλαδή μόλις ημέρες μετά την αναίμακτον επικράτησιν της Επαναστάσεως, ο Ελευθέριος Βενιζέλος απέστειλε εκ Παρισίων εις τας Αθήνας, συγχαρητήριον τηλεγράφημα προς την Επαναστατικήν Επιτροπήν και κατέληγε επί λέξει ως εξής: «…Τίθεμαι εξ ολοκλήρου εις την διάθεσιν της Επαναστατικής Επιτροπής, όπως προσφέρω και εγώ τις υπηρεσίες μου...». Βεβαίως, η Επαναστατική Επιτροπή, η οποία τότε απετελείτο, από τους Στυλ. Γονατάν, Νικ. Πλαστήραν και Δημ. Φωκάν, δηλαδή από παλαιούς και ακραιφνείς οπαδούς του Βενιζελισμού, απεδέχθη ευχαρίστως την οικειοθελή προσφοράν του Βενιζέλου. Οταν, λοιπόν, βραδύτερον, εκλήθη η Χώρα μας να ορίση εκπρόσωπόν της, δια την Διάσκεψιν της Λωζάννης, η Επαναστατική Επιτροπή ώρισε αμέσως τον Ελευθέριον Βενιζέλον, πολιτικόν άλλωστε, ο οποίος εγνώριζε άριστα τα διεθνή πράγματα, αλλά και έμπειρον δεξιοτέχνην των διπλωματικών διαπραγματεύσεων. Αλλ' οι εκτελέσεις των Εξ εδημιούργησαν αιφνιδίως, δυσμενές ψυχολογικό κλίμα κατά της Ελλάδος. Η Χώρα μας ενεφανίζετο πλέον, ως Χώρα πολιτικώς αναρχούμενη και διεθνώς αναξιόπιστος. Η διεθνής κατακραυγή επεσκίαζε καταθλιπτικά τον γαλήνιον ορίζοντα της διασκέψεως και η τουρκική διπλωματία, εξεμεταλλεύθη τεχνηέντως την περίστασιν, δια να προβάλη εντονώτερον τις αξιώσεις της.

Η τουρκική εκμετάλλευσις
Η τουρκική διπλωματική αποστολή εις την Λωζάννην, εχαρακτήριζε την Ελλάδα ως Χώρα εις την οποίαν κυριαρχούσε η αυταρχικότης των κυβερνώντων και επικρατούσε η ανασφάλεια των κυβερνωμένων.
ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΣΤΡΑΤΟΣ: Νομικός εξ Ακαρνανίας. Εξελέγη βουλευτής Βάλτου το 1902. Διετέλεσε υπουργός Εσωτερικών, κατά το έτος 1910, Πρόεδρος της Βουλής και Υπουργός Ναυτικών κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους 1912-1913. Ιδρυσεν το «Εθνικόν Συντη-ρητικόν Κόμμα» το έτος 1916 και διετέλεσε Πρωθυπουργός τον Μάιον του 1922 δι' ολίγας ημέρας και εκ συνεχεία συμμετέσχε εις την Κυβέρνησιν Πρωτοπαπαδάκη.


Εις μίαν Χώραν —έλεγαν οι Τούρκοι— όπου δολοφονούνται, δια δικαστικής αποφάσεως, κορυφαίοι πολιτικοί ηγέτες, η αλλόθρησκος μουσουλμανική μειονότης είναι πλέον εις το έλεος του εκτελεστικού αποσπάσματος. Θα πρέπει —συνέχιζαν— κατ' ανάγκην, να δοθούν πρόσθετες διεθνείς εγγυήσεις δια τους Μουσουλμάνους της Θράκης και να επιβληθούν αντιστοίχως εις την Ελλάδα, ιδιαίτερες συμβατικές εγγυήσεις. Αυτά περιληπτικώς, ισχυρίζετο η Τουρκία, η οποία σημειωτέον, μόλις προ ολίγων μηνών, είχε εξολοθρεύσει κυριολεκτικώς δια πυρός και σιδήρου τους Χριστιανικούς πληθυσμούς του Πόντου και της Μικράς Ασίας. Το πόσον δυσμενές, ήτο δια την Χώραν μας, το κλίμα εις την Λωζάννην, κατόπιν των θανατικών εκτελέσεων, αποδεικνύεται από ιδιόγραφον τηλεγράφημα του Ελευθερ. Βενιζέλου προς την Επαναστατικήν Επιτροπήν, με ημερομηνίαν, 18 Νοεμβρίου 1922. Αναφέρει δε, εις το τηλεγράφημα του ο Βενιζέλος τα εξής:

«Υπουργείον Εξωτερικών
Αθήναι
Υμέτερον 13.216
Δι' Επαναστατικήν Επιτροπήν
Γενικώς πρέπει να έχετε υπ' όψιν, ότι γενόμεναι εκτελέσεις, εχρησιμοποιήθησαν, υπό εχθρών μας, όπως διασύρουν υπόληψιν Ελλάδος και βλάψουν ημάς, εις παρούσαν, ιδίως κρίσιμον στιγμήν...».

Η νέα δίωξις
Αυτή, εν γενικαίς γραμμαίς, υπήρξε τότε η κατά της Ελλάδος επικρατούσα δυσμενής εντύπωσις, η οποία όμως, αναμένετο ότι συν τω χρόνω θα διελύετο φυσιολογικώς. Ατυχώς όμως, η Επαναστατική Επιτροπή εξ Αθηνών, ρίπτουσα κυριολεκτικώς «έλαιον εις την πυράν» και υποκύπτουσα εις την πολιτικήν εμπάθειαν των ημερών εκείνων, απεφάσι-σεν να παραπέμψη εις δίκην, τον Πρίγκηπα Ανδρέα, τριτότοκον υιόν του Γεωργίου του Α' και νεώτερον αδελφόν του εκπτώτου πλέον Βασιλέως Κωνσταντίνου. Ο Πρίγκηψ Ανδρέας είχε γεννηθεί εις την Ελλάδα και εκ του γάμου του, μετά της Πριγκηπίσσης Αλίκης, είχε αποκτήσει τέσσερις θυγατέρες και έναν υιόν, τον Φίλιππον. Ο Φίλιππος είναι ο σημερινός Δουξ του Εδιμβούργου, σύζυγος της Βασιλίσσης της Αγγλίας Ελισάβετ και πατήρ του Διαδόχου του αγγλικού Θρόνου Καρόλου. Απεφοίτησεν από την Στρατιωτικήν Σχολήν Ευελπίδων, το 1900 με τον βαθμόν του Ανθυπιλάρχου και συμμετέσχε εις τους Βαλκανικούς Πολέμους, καθώς και εις την Μικρασιατικήν εκστρατείαν, ως Ανώτερος κατ' αρχάς και βραδύτερον ως Ανώτατος Αξιωματικός του Στρατού Ξηράς. Είχε δε διακριθεί κατ' επανάληψιν εις τα πεδία των μαχών και είχε παρασημοφορηθεί δια των ανωτάτων τιμητικών διακρίσεων του Στρατεύματος.

Τι προηγήθη
Κατά την 11ην Σεπτεμβρίου 1922, όταν δηλαδή εξερράγη η Επανάστασις των Γονατά - Πλαστήρα, ο Πρίγκηψ Ανδρέας, διέμενε με την οικογένειάν του, εις την Κέρκυρα. Την 5ην Οκτωβρίου 1922, η Επαναστατική Επιτροπή, εξέδωσε την υπ' αριθμόν 57 απόφασίν της, την οποίαν και εδημοσίευσεν αυθημερόν εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (Τεύχος Α', Φύλλον 189). Δυνάμει αυτής της αποφάσεως, συνεκροτείτο Ανακριτική Επιτροπή, υπό ανώτατον στρατιωτικόν, έργον της οποίας ήτο η σύλληψις, ανάκρισις και προφυλάκισις των κρινόμενων ως υπαιτίων της Μικρασιατικής Καταστροφής.
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΜΠΑΛΤΑΤΖΗΣ: Νομικός εκ Σμύρνης. Εσπούδασε νομικά εις την Αθήνα και την Γαλλίαν. Ησχολήθη με την πολιτικήν από το έτος 1904 και ανελαβεν το υπουργειον Εξωτερικών το 1908 και το υπουργειον Συγκοινωνιών το έτος 1915. Κατά το 1922 και προ της Μικρασιατικής Καταστροφής, ανελαβεν και πάλιν το υπουργειον Εξωτερικών, μέχρι της 28ης Αυγούστου 1922 οπότε παρητήθη.


Πρόεδρος της Ανακριτικής Επιτροπής, διωρίσθη ο Υποστράτηγος Θεόδωρος Πάγκαλος, ο οποίος εν συνεχεία, διώρισε μέλη της Επιτροπής, τους συνταγματάρχας Ιωάννην Καλογεράν και Χαράλαμπον Λούφαν. Την 12ην Οκτωβρίου 1922, ο συνταγματάρχης Χαρ. Λούφας, μετέβη δι’ αντιτορπιλικού εις Κέρκυραν, όπου και συνέλαβεν τον Πρίγκηπα Ανδρέα, τον οποίον και μετέφερε εν συνεχεία εις την Αθήνα. Ο Πρίγκηψ εκρατήθη συνεχώς εις απομόνωσιν και την 27ην Οκτωβρίου του απηγγέλθη κατηγορία, δια στρατιωτικήν απείθεια προς ανώτερόν του, εν καιρώ πολέμου και ενώπιον του εχθρού. Συγκεκριμένως εκατηγορείτο ο Πρίγκηψ Ανδρέας, ότι ως στρατιωτικός, φέρων τον βαθμόν του υποστρατήγου και ενώ ήτο διοικητής του Δευτέρου Σώματος Στρατού κατά την Μικρασιατικήν εκστρατείαν και συγκεκριμένως την 26ην Αυγούστου 1921 κατά τις επιχειρήσεις του Σαγγαρίου, εν Μικρά Ασία δεν εξετέλεσεν στρατιωτικήν εντολήν, την οποίαν του έδωσε ανώτερος του στρατιωτικός, ήτοι ο αντιστράτηγος Αναστάσιος Παπούλας. Συνίστατο δε η εντολή, εις μετακίνησιν στρατιωτικών τμημάτων, εκ των νοτίων θέσεων του μετώπου, προς Βορράν.

Η παραπομπή εις δίκην
Η κατηγορία ήτο βαρύτατη και η προβλεπομένη ποινή, από τον τότε ισχύοντα νόμο «Φι-Κάππα-Βήτα» του 1860 «Περί Στρατιωτικής Ποινικής Νομοθεσίας» ήτο η ποινή του θανάτου. Αλλά περί της παραπομπής του Πρίγκηπος Ανδρέα εις δίκην, και μάλιστα με αυτήν την βαρυτάτην κατηγορίαν, προέκυψαν σοβαραί διαφωνίαι εις την τότε Πενταμελή, Επαναστατικήν Επιτροπήν.
ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΘΕΟΤΟΚΗΣ: Νομικός εκ Κερκύρας. Είχε εξειδικευθεί εις την Διπλωματιαν και υπηρέτησεν κατ' αρχήν εις το Διπλωματικόν Σώμα. Παρητήθη και εξελέγη βουλευτής Κερκύρας το έτος 1920. Διετέλεσε Υπουργός Δικαιοσύνης και Ναυτικών το 1921 και βραδύτερον ανέλαβεν το υπουργείον Στρατιωτικών μέχρι και της 28ης Αυγούστου 1922 εις την Κυβέρνησιν Πέτρου Πρωτοπαπαδάκη.


Διότι ο Πρίγκηψ Ανδρέας, ως παλαιός πλέον, αξιωματικός του Ιππικού, υπηρετήσας εις διαφόρους Μονάδας και Υπηρεσίας, του Στρατεύματος, ήτο ιδιαιτέρως προσφιλής εις τις τάξεις του Στρατού και εις την ευρυτέραν ελληνική ν κοινωνίαν. Εξάλλου τυχόν καταδίκη του εις θανατικήν ποινήν ή έστω εις άλλην μικροτέραν, θα εδημιουργούσε ακόμη μεγαλύτερα προβλήματα, διά την Χωράν μας, εις τον διεθνή χώρον. Πέραν, όμως, τούτου, οιαδήποτε καταδίκη θα συνεπέφερε ως παρεπομένην ποινή και την στρατιωτικήν καθαίρεσιν, συνέπεια δηλαδή ιδιαζόντως προσβλητική, διά παλαίμαχον ανώτατον αξιωματικόν του Ελληνικού Στρατού. Διά τους λόγους αυτούς και προφανώς διότι αρκετά από τα μέλη της Επαναστατικής Επιτροπής, δεν επιθυμούσαν να αναλάβουν αυτήν την ιστορικήν ευθύνην, απεφασίσθη να χειρισθή το θέμα, προσωπικώς ο Νικόλαος Πλαστήρας. Πράγματι την 14ην Νοεμβρίου 1922, εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (Τεύχος Α' φύλλον 233) εδημοσιεύθη Διάταγμα, δυνάμει του οποίου ανετέθη η δίωξις των υπαιτίων της Μικρασιατικής Καταστροφής καθώς και η εκτέλεσις των εκδοθησομένων αποφάσεων, ατομικώς πλέον εις τον Νικόλαον Πλαστήραν.

Η δίκη
Η δίκη του Πρίγκηπος Ανδρέα άρχισε την 9ην πρωινήν ώραν της 19ης Νοεμβρίου 1922, ημέρα Σάββατον, ενώπιον του Εκτάκτου Στρατοδικείου Αθηνών. Το Στρατοδικείον συνεδρίασεν εις την αίθουσαν συνεδριάσεων της Παλαιάς Βουλής, επί της οδού Σταδίου, όπου σήμερα στεγάζεται το Ιστορικόν Μουσείον της Νεωτέρας Ελλάδος. Εις την ιδίαν ακριβώς αίθουσαν, προ τεσσάρων μόλις ημερών (δηλαδή την προηγουμένην Τρίτην) το Εκτακτον Στρατοδικείον, υπό άλλην όμως σύνθεσιν, δηλαδή με άλλους στρατοδίκες, είχε καταδικάσει εις θάνατον τους Εξ κορυφαίους πολιτικούς, οι οποίοι και εξετελέσθησαν την ιδίαν ημέραν εις το Γουδί. Η σύνθεσις του Εκτάκτου Στρατοδικείου, ήτο η εξής: Πρόεδρος ο υποστράτηγος Νικόλαος Βλαχόπουλος και μέλη: Ο συνταγματάρχης Δημοσθένης Φλωριάς. Οι αντισυνταγματάρ-χαι: Ιωάν. Κωτούλας, Γεώργ. Φεσσόπουλος, Μιλτιάδης Κοίμησης και Ανδρέας Λάγκουρας. Ο δικαστικός σύμβουλος Β' Χρήστος Βαχλιώτης, ο αντιπλοίαρχος Δημήτρ. Δημούλης, ο ταγματ. Γεράσιμος Λεοντόπουλος και οι λοχαγοί Γρηγόρ. Χόνδρος και Πλούταρχος Χαλόφτης. Επαναστατικοί επίτροποι ο συνταγματάρχης Ιωάννης Καλογεράς, ο οποίος κατά την προδικασίαν μετείχε της Ανακριτικής Επιτροπής και ο ταγματάρχης Δικαστικού Νικόλαος Αβραάμ, μετέπειτα βουλευτής και υπουργός των κυβερνήσεων των Φιλελευθέρων. Συνήγορος του πρίγκηπος, παρέστη ο δικηγόρος Αθηνών, Δημήτ. Δαμασκηνός.
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΧΑΤΖΑΝΕΣΤΗΣ: Στρατιωτικός εξ Αθηνών. Συμμετέσχεν εις τον Ελληνοτουρκικόν πόλέμον του 1897 ως Λοχαγός Πυροβολικού και εις τους Βαλκανικούς Πολέμους 1912-1913, ως Ανώτερος Αξιωματικός. Ως Αντιστράτηγος, ανέλαβεν την Διοίκησιν της Στρατιάς της Μικρός Ασίας, από της 20ης Μαΐου μέχρι τις 26 Αυγούστου 1922 οπότε και αντικατεστάθη υπό του Αντιστράτηγου Νικολάου Τρικούπη.


Μάρτυρες κατηγορίας εξητάσθησαν οι αντιστράτηγος Αναστάσιος Παπούλας, ο υποστράτηγος Ιωάννης Τριλίβας, ο συνταγματάρχης Πτολεμαίος Σαρρηγιάννης και ο ταγματάρχης Θεοδ. Σκυλακάκης. Μάρτυς υπερασπίσεως εξητάσθη ο δημοσιογράφος Νικόλ. Καρβούνης. Αλλά πριν ακόμη αρχίσει η δίκη, το Εκτακτον Στρατοδικείον είχε ήδη διαταχθεί, να εκδώση μίαν κατά παραγγελίαν απόφασιν, ως απεδείχθη εκ των υστέρων.

Η διαδικασία
Από την μακράν αλλά και εξαντλητικήν αποδεικτικήν διαδικασίαν, προέκυψαν τα εξής πραγματικά περιστατικά: Τη νύκτα της 26ης Αυγούστου 1921 και περί ώραν 21 και 40' ο αρχιστράτηγος του Μετώπου της Μικρός Ασίας Αναστάσιος Παπούλας, εξέδωσε την υπ' αριθμόν 19.531/6239/3 Διαταγήν του, προς τον διοικητήν του Δευτέρου Σώματος Στρατού, Πρίγκηπα Ανδρέαν και ήδη κατήγορουμενον. Με την διαταγήν αυτήν, τον διέτασσε να μετακινηθή προς Βορράν, ώστε αν τυχόν εκδηλωθή επίθεσις του εχθρού, κατά του παρακειμένου Τρίτου Σώματος, το Δεύτερον Σώμα να ευρίσκεται πλησίον του, ώστε να ενεργήση αμέσως αντεπίθεσιν. Την ιδίαν νύκτα, δηλαδή της 26ης προς την 27ην, ο κατηγορούμενος συνεκάλεσε αμέσως σύσκεψιν των Ανωτάτων Αξιωματικών του Δευτέρου Σώματος, προκειμένου να καταρτισθή το σχέδιον εκτελέσεως της Διαταγής. Εις την σύσκεψιν προσήλθαν και έλαβαν μέρος όλοι οι ανώτατοι αξιωματικοί και ο υποστράτηγος Ιωάννης Τριλίβας με τον επιτελάρχην του Αλέξανδρον Γαβαλιά. Αλλά κατά την σύσκεψιν διεπιστώθη ότι η μετακίνησις ήτο στρατιωτικώς εσφαλμένη και επιπλέον θα εξασθένιζε επικινδύνως τον ευπαθέστερον νότιον τομέα δράσεως του Δευτέρου Σώματος. Τελικώς τις πρωινές ώρες, δηλαδή την 7 και 30' της 27ης Αυγούστου, απεστάλη εις την Διοίκησιν της Στρατιάς Μικράς Ασίας, η υπ' αριθμόν 1.461//07.30/27-8-1921 αναφορά, με την οποίαν το Δεύτερον Σώμα Στρατού, ανέφερε ότι η μετακίνησις θα έπρεπε να αναβληθή. Επιπλέον ότι εν πάση περιπτώσει, το Δεύτερον Σώμα ευρίσκετο πλησίον του Τρίτου Σώματος, ώστε αν τελικώς θα εξεδηλούτο εχθρική επίθεσις, θα ήτο εις θέσιν να ενεργήση αμέσως αντεπίθεσιν κατά του εχθρού. Αυτή όμως η απάντησις εκρίθη μεταγενεστέρως, ότι αποτελούσε απείθεια εις διαταγήν ανωτέρου και ως υπαίτιος της απείθειας εκατηγορήθη ο Πρίγκηψ Ανδρέας.

Η απόφασις
Η δίκη με μικρά χρονικά διαλείμματα και μίαν μεσημβρινήν διακοπήν, ημισείας και μόνον ώρας, εσυνεχίσθη με εντατικόν ρυθμόν, μέχρι των νυχτερινών ωρών. Τελικώς ολίγον προ του Μεσονυκτίου της 19ης προς την 20ήν Νοεμβρίου 1922, το Εκτακτον Στρατοδικείον Αθηνών, εξέδωσε την απόφασίν του, με την οποίαν εκήρυξε παμψηφεί ένοχον τον Πρίγκηπα Ανδρέα, κατά το κατηγορητήριον. Επέβαλε δε εις αυτόν την ποινήν της ισοβίου Υπερορίας και την παρεπομένην ποινήν της στρατιωτικής καθαιρέσεως. Καθώς ήτο επόμενον, η απόφασις του Στρατοδικείου προκάλεσε γενικήν κατάπληξιν. Οχι μόνον διότι ήτο καταφώρως αντίθετος προς την αποδεικτικήν διαδικασίαν, αλλά κυρίως διότι επέβαλε μίαν ποινήν —δηλαδή την ποινήν της υπερορίας— η οποία ποινή ήτο εντελώς άγνωστος και εις την ελληνικήν αλλά και εις τις ξένες νομοθεσίες των άλλων χωρών. Εσήμαινε δε η ποινή της ισοβίου υπερορίας, ότι ο καταδικασθείς θα εξεδιώκετο αμέσως εκ των ορίων της ελληνικής Επικρατείας και δεν θα επανήρχετο πλέον εις την Ελλάδα, ισοβίως, δηλαδή εφ' όρου ζωής. Αλλά και κατά το άρθρον 7 του τότε ισχύοντος Συντάγματος, αλλά και κατά το άρθρον 1 του τότε Ποινικού Νόμου, ποινή δεν επιτρέπεται να επιβληθή άνευ προηγουμένου νόμου, ο οποίος να την προβλέπη καθώς και το είδος και την διάρκειάν της. Η επιβληθείσα λοιπόν ποινή της ισοβίου υπερορίας, ήτο και αντισυνταγματική και παράνομος. Εσήμαινε δηλαδή απέλασιν εκ της χώρας, ημεδαπού. Αλλά απέλασις ημεδαπού δεν επιτρέπεται, αφού είναι λογικώς αδιανόητον να εκδιώκεται ο ημεδαπός από την ιδίαν την πατρίδα του, εις το εξωτερικόν. Και ο Πρίγκηψ Ανδρέας είχε κατά τους κείμενους νόμους περί ιθαγενείας ελληνικήν υπηκοότητα. Διότι είχε γεννηθεί εις την Αθήνα από Ελληνες γονείς, είχε ζήσει εις την Ελλάδα και είχε σταδιοδρομήσει ως αξιωματικός, εις τις τάξεις του ελληνικού Στρατού επί μακρόν. Παρά ταύτα, την επομένην ημέραν, ο Πρίγκηψ Ανδρέας μετεφέρθη εις το Φάληρον, επεβιβάσθη εις το αναμένον εκεί, αγγλικόν αντιτορπιλικόν «Καλυψώ» και ανεχώρησε διά το εξωτερικόν, τον τόπον της ισοβίου εξορίας του. — Την 21ην Νοεμβρίου 1922 εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, εδημοσιεύθη το Διάταγμα της εκπτώσεως του από του αξιώματος του αντιστράτηγου του ελληνικού Στρατού.

Η συγκλονιστική αποκάλυψις
«Αλλ' ουδέν ψεύδος έρπει, εις γήρας χρόνου» όπως διδάσκει ο μέγας Σοφοκλής. «Το ψεύδος δεν διαρκεί εις το πέρασμα του χρόνου». Η ιστορική έρευνα τελικώς αποκαλύπτει την αλήθειαν και διαλύει τα ψεύδη. Διότι οι άνθρωποι, ενόσω ζουν, αποκρύπτουν ίσως την αλήθειαν, αλλ' η Ιστορία συνεχίζει ακαταπαύστως να την αναζητά!.. Και βεβαίως, ο ζητών ευρίσκει, αργά ή γρήγορα το αναζητούμενον. Ετσι μετά πάροδον πολλών ετών, ήλθαν εις το φως της δημοσιότητος, συγκλονιστικά στοιχεία, διά την αλήθειαν της δίκης. Απεκαλύφθη οτι ο Ελευθέριος Βενιζέλος, την παραμονήν της ενάρξεως της δίκης, δηλαδή την 18ην Νοεμβρίου 1922, απέστειλε εκ του εξωτερικού εις τας Αθήνας, ιδιόγραφον τηλεγράφημα με το οποίον έδιδε εις την Επαναστατικήν Επιτροπήν οδηγίες, σχετικώς με το θέμα της δίκης του Πρίγκηπος Ανδρέα και την απόφασιν η οποία θα έπρεπε να εκδοθή!..
Ο Λεωνίδας Σπαής, Συνταγματάρχης κατά το έτος 1922 παρέστη κατά την εκτέλεσιν των Εξ, εκτελών καθήκοντα Φρουράρχου. Κατά την ώραν της εκτελέσεως υπέστη βαρυτατον ψυχικόν κλονιαμόν, εκ του τραγικού θεάματος, το οποίον εκ στρατιωτικού καθήκοντος, ήτο υποχρεωμένος να παρακολούθηση.

Ο Πρίγκηψ Ανδρέας, ο Θεόδωρος Πάγκαλος και ο Αλέξανδρος Οθωναίος και άλλοι ως Ευέλπιδες, κατά το έτος 1899. Τότε ως Ευέλπιδες έτρεφαν βεβαίως ευέλπιστα όνειρα. Συχνάκις όμως η ζωή επιφυλάσσει και τραγικούς εφιάλτες... Εις την αναμνηστικήν αυτήν φωτογραφίαν διακρίνονται εξ αριστερών προς τα δεξιά: 1. Αλέξανδρος Αποστόλου (στηριζόμενος επί του όπλου του) εκ Μονεμβασίας. Ετραυματίσθη σοβαρώς κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους και απεστρατεύθη με τον βαθ-μόν του συνταγματάρχου. 2. Βασίλειος Κουρουσόπουλος εξ Αθηνών, συμμετέσχε εις την Μικρασιατικήν Εκστρατείαν και ήτο μέλος της Επαναστατικής Επιτροπής, τον Σεπτεμβριον του έτους 1922. 3. Ο Πρίγκηψ Ανδρέας εξ Αθηνών, υιός του Γεωργίου του Α' και αδελφός του Βασιλέως Κωνσταντίνου. Συμμετέσχε εις τους Βαλκανικούς Πολέμους, καθώς και εις την Μικραάιατικήν Εκστρατείαν. Τον Νοέμβριο του 1922 κατεδικάσθη υπό του Εκτάκτου Στρατοδικείου Αθηνών εις ισόβιον υπερορίαν. 4. Ευστάθιος Μαργαρίτης εκ Πατρών. Συμμετέσχε των Βαλκανικών Πολέμων και της Μικρασιατικής Εκστρατείας και απεστρατεύθη ως συνταγματάρχης. Καθήμενοι οι: 5. Θεόδωρος Πάγκαλος εκ Σαλαμίνος. Ως υποστράτηγος το 1922 διωρίσθη πρόεδρος της Ανακριτικής Επιτροπής, η οποία ανέκρινε και παρέπεμψε εις δίκην τους Εξ και εν συνεχεία και τον Πρίγκηπα Ανδρέα. 6. Αλέξανδρος Οθωναίος εκ Γυθείου. Ως υποστράτηγος διετέλεσε πρόεδρος του Εκτάκτου Στρατοδικείου Αθηνών, το οποίον κατεδικασε τους Εξ εις την ποινήν του θανάτου.


Γράφει, λοιπόν, επί λέξει ο Βενιζέλος μεταξύ των άλλων και τα εξής άκρως χαρακτηριστικά στοιχεία: «...Τρίτον, δίκη Πρίγκηπος Ανδρέου, εάν δεν εγκαταλειφθή, πρέπει να περατωθή, εντός 48 ωρών, ει δυνατόν, η δε ποινή, εάν επιβληθή, να μην υπερβή στρατιωτικήν καθαίρεσιν και ισόβιον υπερορίαν, αποφευγομένης επιμελώς πανηγυρικής καθαιρέσεως και εν γένει περιοριζόμενης καθαιρέσεως, εις την δι' αποφάσεως επιβολήν αυτής...». Την επομένην ημέραν, δηλαδή την 19ην Νοεμβρίου 1922 και ενώ άρχιζε η δίκη, εκ του υπουργείου των Εξωτερικών, ο Κωνστ. Ρέντης, απέστειλε προς τον Ελευθ. Βενιζέλον, εις Λωζάννην το εξής απόρρητον-προσωπικόν τηλεγράφημα, εις τον οποίον μεταξύ των άλλων σημειώνει και τα εξής, λίαν ενδιαφέροντα περιστατικά: «...Δίκη Πρίγκηπος Ανδρέου, αρξαμένη σήμερον την πρωΐαν, τερματίζεται, απόφασις σύμφωνος υποδείξεως υμετέρας...». Η συγκλονιστική αυτή αποκάλυψις της ιστορικής ερεύνης, εξηγεί πλήρως την αυθαιρεσίαν της αποφάσεως του Εκτάκτου Στρατοδικείου. Οι στρατοδίκες της δίκης εκείνης, ως ευπειθείς πάντοτε στρατιωτικοί, επειθαρχησαν απολύτως εις τις διαταγές των ανωτέρων των. Αλλωστε δεν ήτο δυνατόν να επιδείξουν και αυτοί απείθειαν προς τους ανωτέρους των, αφού διετάχθησαν να καταδικάσουν τον Πρίγκηπα Ανδρέα, δι' απείθειαν προς τους Ανωτέρους του...

Τα συμπεράσματα
Η Ιστορία καταγράφει τα γεγονότα του παρελθόντος και προσφέρει συμπεράσματα διά το μέλλον. Διαφωτίζει κατά το δυνατόν επαρκέστερον τα ιστορικά συμβάντα και συνήθως απαντά συμπερασματικώς σε πολλά κρίσιμα ερωτήματα. Εν τούτοις, παραμένει πάντοτε αναπάντητον, ένα τεράστιον ερώτημα από τη δίκη και την εκτέλεση των Εξ. Ποίος ακριβώς υπήρξε ο ρόλος και η εν γένει στάσις του Ελευθερίου Βενιζέλου, κατά την τραγικήν εκείνην εποχήν; Ητο δηλαδή εις θέσιν να προλάβη τις εκτελέσεις και τι έπραξε επ' αυτού; Κατ' αρχήν ο Ελευθέριος Βενιζέλος έπρεπε να γνωρίζη ότι το Εκτακτον Στρατοδικείον Αθηνών, επρόκειτο να επιβάλη θανατικές ποινές, εις τους κατηγορουμένους πολιτικούς ηγέτες και εις τον αρχιστράτηγον της Μικράς Ασίας. Διότι περί τούτου, είχε αρκετές και συγκλίνουσες μεταξύ των πληροφορίες και μάλιστα από λίαν έγκυρες και άκρως αξιόπιστες πηγές εξ Αθηνών. Πράγματι την 17ην Οκτωβρίου 1922, δύο σχεδόν εβδομάδες προ της ενάρξεως της δίκης, ο Νικόλ. Πολίτης παλαιόν στέλεχος των Φιλελευθέρων και προσωπικός συνεργάτης του Ελευθ. Βενιζέλου, επί θεμάτων εξωτερικής πολιτικής, έγραφεν εις αυτόν τα εξής: «...Η δίκη θα διαρκέση ολίγας μόνον ημέρας και αν απόληξη εις θανατικές αποφάσεις, η Επαναστατική Επιτροπή εννοεί να προβή εις την άμεσον εκτέλεσιν αυτών...». Την 30ήν Οκτωβρίου 1922 ο Θεόδ. Πάγκαλος, Πρόεδρος της Ανακριτικής Επιτροπής, έγραφε προς τον Ελευθ. Βενιξέλον:

«Σεβαστέ μου Κύριε Πρόεδρε,
....απέστειλα ήδη εις το Επαναστατικόν Στρατοδικείον την πρώτην δόσιν των οκτώ κατηγορουμένων, ων η δίκη αρχίζει αύριον. Κατ' εμήν πεποίθησιν, θα καταδικασθούν και θα τυφεκισθούν ασφαλώς...».

Αλλά παραλλήλως και ενόσω εσυνεχίζετο η δίκη των Εξ εις το Στρατοδικείον, είχε πλέον καταστεί σχεδόν βέβαιον, ότι οι κατηγορούμενοι οδηγούντο εις το εκτελεστικόν απόσπασμα.
Ο Πρίγκηψ Ανδρέας συμμετέσχε ως αξιωματικός του ελληνικού Στρατού εις τους νικηφόρους Βαλκανικούς Πολέμους των ετών 1912-1913. Εις την ανωτέρω φωτογραφίαν, διακρίνεται δεύτερος εξ αριστερών, ενώ προ του πυροβόλου ίσταται ο τότε Διάδοχος και μετέπειτα Βασιλεύς Κωνσταντίνος, πλαισιούμενος υπό Αξιωματικών του Επιτελείου του.


Τούτο άλλωστε ήτο γνωστόν και εις τις ξένες εν Αθήναις πρεσβείες και ιδίως εις την αγγλικήν η οποία και είχε ήδη προβεί εις σοβαρά διαβήματα προς την Επαναστατικήν Επιτροπήν, όπως αποφευχθούν οι ακρότητες και εν πάση περιπτώσει να αποκλεισθούν οι θανατικές καταδίκες.
Μέρος του ιδιογράφου τηλεγραφήματος, το οποίον απέστειλεν εκ του εξωτερικού ο Ελευθέριος Βενιζέλος προς την Επαναστατικήν Επιτροπήν των Αθηνών, την 18ην Νοεμβρίου 1922. Εις το τηλεγράφημα δίδονται σαφείς οδηγίαι περί της δίκης του Πρίγκηπος Ανδρέου και της αποφάσεως η οποία θα πρέπει να εκδοθη. Εις το ίδιον τηλεγράφημα ο Ελευθ. Βενιζέλος αναφέρει με επιγραμματικόν τρόπον ότι οι θανατικές εκτελέσεις των Εξ, εχρησιμοποιήθησαν υπό των εχθρών μας, διά να βλάψουν την υπόληψιν της Ελλάδος εις περίοδον κρισίμων στιγμών... Αυτά εγράφησαν βεβαίως μετά τις θανατικές εκτελέσεις.
Τέλος και η ιδία η τότε Κυβέρνησις του Νικολ. Κροκίδα, ετέλει υπό παραίτησιν. Συγκεκριμένως εκ των υπουργών της Κυβερνήσεως εκείνης απεχώρησαν την Ιην Νοεμβρίου ο Αλεξ. Διομήδης, την 4ην Νοεμβρίου ο Π. Καλλιγάς και την 9ην Νοεμβρίου ο Α. Χριστομάνος. Τέλος το βράδυ της 11/11/1922 ανεκοινώθη και δημοσία πλέον, ότι παρητήθη η Κυβέρνησις Κροκίδα.
Λίγο πριν από την επίθεση κατά των τουρκικών θέσεων εις τον Σαγγάριον ποταμόν τον Αύγουστον του 1921. Ο Πρίγκηψ Ανδρέας, ως Σωματάρχης του Β' Σώματος Στρατού, επιθεωρεί μονάδες της προκαλύψεως.


Οι μόνοι λόγοι της παραιτήσεως της Κυβερνήσεως Κροκίδα, ήτο το γεγονός, ότι ήδη είχε διαδοθεί, ότι το Εκτακτον Στρατοδικείον θα κατεδίκαζε εις θάνατον τους κατηγορουμένους και συνεπώς οι μετέχοντες της Κυβερνήσεως, δεν ήθελαν να επωμισθούν την ευθύνην διά τις εκτελέσεις. Εξ όλων αυτών των γεγονότων, είναι πλέον ή βέβαιον, ότι ο Ελευθέριος Βενιζέλος προέβλεπε πλέον μετά βεβαιότητος, ότι οι κατηγορούμενοι πολιτικοί του αντίπαλοι, θα κατεδικάζοντο εις την εσχάτην των ποινών και η Επαναστατική Επιτροπή θα προέβαινε αμέσως εις τον τυφεκισμόν των καταδικασθέντων. Απομένει συνεπώς να ερευνηθή πλέον, το δεύτερον σκέλος του ερωτήματος. Αφού εγνώριζε ότι επρόκειτο να απαγγελθούν θανατικές καταδίκες και ακόμη ότι η Επαναστατική Επιτροπή θα προέβαινε εις την εκτέλεσίν των, τι έπρεπε να πράξη ώστε να προλάβη τελικώς τις θανατικές εκτελέσεις. Αλλά επί του δευτέρου τούτου σκέλους, δεν υπάρχουν μέχρι σήμερον τουλάχιστον επαρκή στοιχεία αποδεικνύοντα το ενδιαφέρον του Βενιζέλου διά την ζωήν των κατηγορουμένων. Είναι πράγματι αληθές, ότι ο Βενιζέλος την 15ην Νοεμβρίου απέστειλεν τηλεγράφημα εις την Επαναστατικήν Επιτροπήν, σχετικώς με τις δυσμενείς συνέπειες εκ της τυχόν καταδίκης και εκτελέσεως των πολιτικών, αλλά το τηλεγράφημα αυτό έφτασε εις την Αθήνα, αφού είχαν ήδη εκτελεσθεί οι Εξ... Εις την δίκην όμως του Πρίγκηπος Ανδρέου, το ενδιαφέρον του Ελευθερίου Βενιζέλου υπήρξεν άμεσον και ζωηρόν, εξεδηλώθη δε εγκαίρως και αποτελεσματικώς. Πράγματι ο Βενιζέλος, έσωσε τότε κυριολεκτικώς την ζωήν του Πρίγκηπος, παρεμβαίνων μάλιστα κατά τρόπον άκρως αυταρχικόν, εις το έργον της Δικαιοσύνης. Βεβαίως εις τούτο, δεν αποκλείεται να συνετέλεσαν και οι δυσμενείς διεθνείς επιπτώσεις εκ της εκτελέσεως των Εξ και μάλιστα μόλις προ ολίγων ημερών. Διότι μία δευτέρα καταδικαστική απόφασις, εντός της ιδίας μάλιστα εβδομάδος, θα εσήμαινε οπωσδήποτε την πλήρη απομόνωσαν της χώρας μας, από την διεθνήν κοινότητα. Και τούτο ασφαλώς, εφοβήθη ο Ελευθέριος Βενιζέλος. Θα ήτο άλλωστε αυτός και ο πρώτος αποδέκτης των συνεπειών της διεθνούς κατακραυγής. Απομένει ακόμη να δοθή απάντησις εις ένα άλλο κεφαλαιώδες ερώτημα της εποχής εκείνης. Ησαν πράγματι οι εκτελεσθέντες, υπαίτιοι της Μικρασιατικής Καταστροφής ή υπήρξαν θύματα δυσμενών ιστορικών συγκυριών και κακών διεθνών περιστάσεων;

Καίτοι ακόμη δεν έχουν αποκαλυφθεί πλήρως όλες οι πολυσχιδείς πτυχές, αυτού του εθνικού δράματος, εν τούτοις, ωρισμένα θετικά συμπεράσματα, είναι δυνατόν να εξαχθούν μετά πάσης δυνατής βεβαιότητος. Κατ' αρχήν είναι αληθές, ότι πολλοί και απρόβλεπτοι παράγοντες επέδρασαν σωρευτικώς, ώστε εν τέλει να επέλθη η Μικρασιατική Καταστροφή. Και πρωτίστως η βαθμιαία μεταβολή της εξωτερικής πολιτικής των Συμμάχων, έναντι ημών και έναντι της Τουρκίας. Οι νικηταί του Α' Παγκοσμίου Πολέμου, έστρεφαν σε άλλους ορίζοντες τις μεταπολεμικές των βλέψεις. Ετσι εξασθένισαν την συμμαχίαν των με την Ελλάδα και ενίσχυσαν την φιλίαν τους με την Τουρκία.
Τον Αυγουστον του 1921 εις το Μικρασιατικόν Μέτωπον ο Πρίγκηψ Ανδρέας (εις το κέντρον) συνομιλεί με τον αρχιστράτηγο Αναστ. Παπούλαν. Την συνομιλίαν παρακολουθεί ο τότε Διάδοχος Γεώργιος (δεξιά της φωτογραφίας).

Οι παλαιοί αντίπαλοι της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, προσεφέροντο τώρα να ενισχύσουν την εγκαθίδρυσιν του νέου τουρκικού κράτους, υπό τον Μουσταφά Κεμάλ. Διότι η Τουρκία κατείχε πάντοτε τα στενά του Βοσπόρου, και εκαλείτο τώρα να ανακόψη την κάθοδον εις την Μεσόγειον των σοβιετικών βλέψεων. Η πρόσφατος άλλωστε —κατά το έτος 1919— εκστρατεία των Συμμάχων εις την Κριμαίαν, απεδείκνυε την τεραστίαν σημασίαν, την οποίαν απέδιδαν εις τον ζωτικόν χώρον των Στενών του Βοσπόρου. Εξ άλλου η περιοχή της Μέσης Ανατολής, με τις πετρελαιοφόρους πηγές και η διώρυγα του Σουέζ με την συντομότερα προσπέλαση της προς τον Ινδικόν ωκεανόν, αποτελούσαν πλέον τους Χώρους των ειρηνικών μεν, αλλά σκληρών οπωσδήποτε ανταγωνιστικών αναμετρήσεων μεταξύ Αγγλίας και Γαλλίας. Αυτή ακριβώς, η διεθνής μεταστροφή, απρόβλεπτος και ραγδαία, υπήρξεν η αρχή του τέλους της Μικρασιατικής Εκστρατείας. Η Ελλάς ήτο αδύνατον πλέον, μόνη της, να αντιμετώπιση τις τεράστιες πολεμικές ανάγκες σε οπλισμό και εφόδια, ενός μακροχρονίου και εξαντλητικού πολέμου, σε μια ξένη και αφιλόξενη χώρα, όπως η Μικρά Ασία. Επι πλέον οι πολεμικές αποθήκες των Συμμάχων, αλλά και οι Τράπεζες του διεθνούς χρήματος, είχαν κλείσει επιδεικτικά διά την Χώραν μας, ενώ με κάθε μυστικότητα άρχιζαν να ανοίγουν διά την νέαν Τουρκία. Εξ άλλου και από στρατιωτικής πλευράς, η επέκτασις της εκστρατείας μέχρι της περιοχής της Αγκύρας, επέφερε μοιραίως την εξασθένισα της γραμμής του Μετώπου. Ετσι ο Ελληνικός Στρατός εκαλείτο να καλύψη μίαν απέραντον εχθρικήν περιοχήν, στερούμενος των αναγκαίων μέσων και των απαραιτήτων εφοδίων. Η κατάστροφή υπήρξεν η μοιραία συνέπεια των σκληρών ιστορικών περιστάσεων, αυτών που ρυθμίζουν σχεδόν πάντοτε την πορεία των Λαών, από τα βάθη των αιώνων μέχρι την εποχή μας. Παρ' όλον, όμως, ότι η Μικρασιατική Εκστρατεία είχε διά την Χώραν μας, το τόσον άδοξον τέλος, εν τούτοις καταγράφεται εις τις σελίδες της Παγκοσμίου Ιστορίας, ως ένα εξαίρετον πολεμικόν κατόρθωμα, ενός μικρού αριθμητικώς λαού, εναντίον μιας μεγάλης πληθυσμιακής Αυτοκρατορίας, δηλαδή της Οθωμανικής. Κανείς δεν λησμονεί ότι οι Ελληνες ξεκίνησαν σαν ταπεινοί ραγιάδες από τα σκλαβωμένα Καλάβρυτα, για να φτάσουν, υπερήφανοι πλέον νικηταί στην μακρυνήν Αγκυραν. Ηταν τότε που το Ιερό Λάβαρο της Αγίας Λαύρας, κυμάτιζε υπερήφανα στην καρδιά της Κεμαλικής Τουρκίας... Η ενδοξότερα πράγματι περίοδος της Νεωτέρας μας Ιστορίας.
Ελλάδα 20ός αιώνας Απογευματινή Αθήνα


from ανεμουριον https://ift.tt/2Y4hK30
via IFTTT
Από το Blogger.