Η οθωμανική κατάκτηση της Θήβας και της Λεβαδείας

του Γ. Κ. ΣΑΒΒΙΔΗ

Οι ιστορικές τύχες του κεντρικού και νότιου ελλαδικού χώρου κατά τους αιώνες 14ο και 15ο, μετά από τον 13ο αιώνα της Φραγκοκρατίας των ντε λα Ρος, των ντε Μπριέν και των Σαιντ Ομέρ, πέρασαν διά μέσου αλλεπάλληλων συμπληγάδων με μεγάλες πολιτικοκοινωνικές μεταβολές και ανακατατάξεις, υπό τους Ισπανούς Καταλανούς και τους Ναβαρραίους την περίοδο 1311 - 88, καθώς και υπό τους Φλωρεντινούς Ατζαγιόλι από το 1388 ως την τελεσίδικη τουρκική κατάκτηση του ελλαδικού χώρου, που ολοκληρώθηκε μέσα στα χρόνια 1456 - 60/61. Οι προαναφερόμενες περίοδοι έχουν σε γενικές γραμμές εξεταστεί αναλυτικά στα συγγράμματα μεγάλων ερευνητών του λατινοκρατούμενου ελλαδικού χώρου από τις αρχές του αιώνα μας, όπως οι A. Rubio Υ Lluch, W. Miller, R. - J. Loenertz και K. Setton, κοντά στους οποίους πρέπει να τοποθετηθούν τα εξίσου σημαντικά - πό τη βυζαντινή σκοπιά - έργα των Δ. Ζακυθηνού για το Δεσποτάτο του Μορέως, των J. Koder και F. Hild για την ιστορική γεωγραφία του μεσαιωνικού κεντροελλαδικού χώρου (Ελλάς και Θεσσαλία), διάφορες συμβολές των G. Dennis και Julian Chrysostomides, καθώς και το πάντα χρήσιμο σύγγραμμα για την αθηναϊκή ιστορία του F. Gregorovius.

Ιδιαίτερα θα ήθελα να τονίσω τη μεγάλη σημασία των αλλεπαλλήλων σχετικών δημοσιευμάτων του πολυμαθούς Αμερικανού ιστορικού και αρχαιολόγου Κ. Setton, τα οποία κατά την άποψή μας έχουν πραγματικά προσδώσει νέες διαστάσεις στη μελέτη της λατινοκρατίας, καταλανοκρατίας, ιταλοκρατίας και πρώιμης τουρκοκρατίας του ελλαδικού χώρου (γραμμένα στην περίοδο 1945 - 78), από την σπουδαία του μονογραφία περί της καταλανικής κυριαρχίας των Αθηνών (1948) έως τα ειδικά κεφάλαια στο υπό την δική του εποπτεία συλλογικό έργο για την ιστορία των Σταυροφοριών (Γ' τόμος, 1975), που πρόσφατα ολοκληρώθηκε (1955 - 85). καθώς και το πρόσφατα ολοκληρωμένο μνημειώδες του τετράτομο σύγγραμμα περί της Παπωσύνης και της Ανατολής κατά τους 13ο - 16ο αιώνες (1976 - 84), ένα πραγματικό μνημείο στην ιστορία της ιστοριογραφίας του αιώνα μας. Σημαντικό ρόλο στη νέα αυτή διάσταση έχουν ο Καταλανός ιστορικός Α. Ρουβιό υ Λιούκ με τις αλλεπάλληλες εκδόσεις πολυτίμων εγγράφων στις πρώτες δεκαετίες του αιώνα, καθώς και ο σοφός πατήρ Loenertz με σειρά αξιολόγων μελετημάτων του κατά την δεκαετία του '60, που έχουν ανατυπωθεί στην πολύτιμη δίτομη συλλογή του «Byzantinu ci Franco - Craeca».

Ολοι σχεδόν οι προαναφερμένοι μελετητές έχουν, όπως θα αναμενόταν, ασχοληθεί μερικώς - ν και όχι πάντοτε επιτυχημένα - και με διάφορες πτυχές της τουρκικής παρουσίας στον κεντρικό και νότιο ελλαδικό χώρο και, στην περίπτωσή μας, με την οθωμανική ενσωμάτωση της Βοιωτίας με τα δυο μεγάλα της κέντρα, τη Θήβα και τη Λεβάδεια. Οπως θα δούμε στη συνέχεια, η κατάκτηση αυτή έγινε σταδιακά μέσα στη διάρκεια ενός περίπου αιώνα (c. 1363 - c. 1400), οι δε τουρκικές επιχειρήσεις στο βοιωτικό χώρο στις περισσότερες των περιπτώσεων δεν έγιναν επί τούτου, αλλά περιστασιακά με την ευκαιρία των μεγάλων εκστρατειών των Οθωμανών προς νότον κατά των Αθηνών και του Μορέως. Πιο συγκεκριμένα, η κατάχτηση των δεν κορυφαίων βοιωτικών πόλεων επιτεύχθηκε στον 15ο αι. με μια σταδιακή διαδικασία από το 1435 (εποχή δράσης του Τουραχάν μπέη στην περιοχή) και εξής, ιδιαίτερα κατά το 1456 και 1458 (από τον γιο του προαναφερόμενου Τουραχάν. τον Ομέρ μπέη) και τελικά κατά το 1460 από τον ίδιο τον «Πορθητή» σουλτάνο Μωάμεθ Β', όταν ο τελευταίος ολοκλήρωσε την κατάληψη του φλωρεντινού δουκάτου της Αθήνας και, βέβαια, την ενσωμάτωση της Πελοποννήσου με την εξαφάνιση του βυζαντινού Δεσποτάτου του Μορέως.

Τα δυο ανώνυμα βυζαντινά βραχέα χρονικά της συλλογής του Ρ. Schreiner που κάνουν μνεία της οθωμανικής κατάχτησης της Θήβας, συνδέουν το γεγονός αυτό με τον «Πορθητή» σουλτάνο καθώς και με την περίοδο της δ' ινδικτιώνας του έτους από κτίσεως κόσμου 6964 (= μετά την 4η Ιουνίου 1456), περίοδο κατά την οποία, όπως γνωρίζουμε, η έδρα του φλωρεντινού δουκάτου των Ατζαγιόλι, η Αθήνα, περί ήλθε μερικώς (μόνον η κάτω πόλη, πλην της Ακρόπολης) στην εξουσία των Τούρκων. Όπως επίσης είναι γνωστό, στην πραγματικότητα η κατάληψη του δουκάτου το 1456 έγινε από τον Ομέρ μπέη για λογαριασμό του σουλτάνου, ο δε τελευταίος δούκας της δυναστείας των Ατζαγιόλι, ο Φραγκος Franco: 1455 - 56), ανταμείφτηκε ως βασσάλος του σουλτανάτου με τον τίτλο του κυρίου των Θηβών και της Βοιωτίας (1456 - 60). Αμεση, λοιπόν, στρατιωτική κατάχτηση τιις Θήβας δεν φαίνεται να έχουμε το 1456 και θα επανέλθουμε σχετικά παρακάτω.

Η Θήβα, ιδιαίτερα, αναφέρεται για τους 14ο και 15ο αιώνες άλλες δυο φορές στο βραχύ χρονικό αρ. 47, που ο Schreiner έχει αποκαλέσει «Thebanische Chronik»: την πρώτη φορά κατά την β' ινδικτιώνα του από κτίσεως 6887 (=6 Μαρτίου 1370) όταν οι Ναβαρραίοι έγιναν κύριοί της αφαιρώντας την από τους Καταλανούς, και την δεύτερη κατά την ια' ινδικτιώνα του από κτίσεως 6911 (=7 Ιουνίου 1403), όταν οι Θηβαίοι εμφανίζονται ενωμένοι με τους Τούρκους, τον Αντώνιο Α' Ατζαγιόλι των Αθηνών και τους Μεγαρίτες σε επίθεση κατά της Κορίνθου σε μια εποχή κατά την οποία η τελευταία τελούσε υπό βραχύβια κατοχή των Ιωαννιτών Ιπποτών της Ρόδου. Είναι ιδιαίτερα σημαντικό ότι η προαναφερόμενη πληροφορία για την επίθεση του 1403 στην Κόρινθο δεν παραδίδεται από καμμιά άλλη παράλληλη σύγχρονη ή μεταγενέστερη πηγή.

Την ιστορία της τουρκικής ενσωμάτωσης της Βοιωτίας μπορούμε σε γενικές γραμμές να παρακολουθήσουμε με προσεκτική παράλληλη εξέταση των βραχέων χρονικών με τους γνωστούς υστεροβυζαντινούς ιστοριογράφους (κυρίως τους Σφραντζή και Χαλκοκονόύλη και δευτερευόντως τους Δούκα και Κριτόβουλο), καθώς και με σημαντικές δυτικές πηγές, στις οποίες θα αναφερθούμε παρακάτω στα οικεία σημεία. Δεν θα μας απασχολήσουν εδώ οι πολυάριθμες μαρτυρούμενες τουρκομανικές ναυτικές επιδρομές (συχνά σε συνεργασία με τους Καταλανούς), ιδιαίτερα κατά της Θήβας για την προ του 1311 περίοδο, καθώς και οι μετέπειτα τουρκομανικές επιδρομές κατά την γ' και δ' δεκαετία του 14οι' αι. εναντίον διαφόρων στόχων του κεντροελλαδικού χώρου και του Μορέως. Αναφέρουμε μόνο σύντομα τη μεγάλη επιδρομή από το μικρασιατικό εμιράτο του Αΐδινίου, με ογκώδη στρατό υπό τον Ομούρ πασά, στα περίχωρα της Θήβας το 1339 - 40.

Περισσότερο θα μας απασχολήσουν εδώ οι επιδρομές των Οθωμανών από το β' μισό του 14ου αι. και εξής· πότε η Θήβα, πότε η Λεβάδεια και πότε και οι δυο τους μαζί θα σπαστούν τις επιθέσεις του εισβολέα που έμελλε να κυριαρχήσει στη νοτιοανατολική λεκάνη της Μεσογείου μετά την πτώση των βαλκανικών κρατών και του Βυζαντίου.

Την περίοδο 1362 - 3 η Θήβα συγκλονίστηκε από μεγάλες ταραχές· ο Καταλανός μαρεσάλος και γενικός βικάριος του αθηναϊκού δουκάτου, Ρογήρος ντε Λούρια, αντίπαλος των Βενετών της Εύβοιας (Negroponte), έγινε κύριος της πόλης (ως το θάνατό του το 1369/70), αλλά η αναπόφευκτη ρήξη του με τους Βενετούς την περίοδο 1363 - 65 τον ανάγκασε να κάνει χρήση των μισθοφορικών υπηρεσιών των Τούρκων, τους οποίους δέχεται μέσα στα τείχη της Θήβας στις αρχές του 1363, αναγκάζοντας τον Ορθόδοξο αρχιεπίσκοπο Παύλο να φύγει από την πόλη. Κατά τον Setton, «όπως ο Καντακουζηνός (Ιωάννης ΣΤ') άνοιξε το δρόμο στους Τούρκους προς Την Ενριϋπη, έτσι και ο Καταλανός μαρεσάλος Ρογήρος ντε Λούρια τους άνοιξε το δρόμο προς την Ελλάδα και την Πελοπόννησο», ποιοι όμως υπήρξαν οι παραπάνω Τούρκοι; Έγινε τότε (1363 - 65) βραχεία κατάληψη της Λιβαδειάς, όπως πίστευε παλαιότερα ο Γ. Καψάλης:

Αυτό που γνωρίζουμε ασφαλώς εδώ είναι ότι η είσοδος των Τούρκων μισθοφόρων στη Θήβα και ο απόηχος των αγριοτήτων που μαίνεται ότι διέπραξαν, προκάλεσαν την αποστροφή και τις έγγραφες διαμαρτυρίες όχι μόνο του μονάρχη της Σικελίας Φρειδερίκου Γ' (1355 - 77), προς τον οποίο είχε καταφύγει ο Θηβαίος αρχιεπίσκοπος Παύλος, αλλά και του πάπα Ουρβανού Ε' (1362 - 70), του οποίου σώζονται σημαντικότατες επιστολές (Ιούνιος 1364) προς τον ίδιο τον Λούρια και προς τον Λατίνο αρχιεπίσκοπο Πατρών, όπου οι μισθοφόροι του Λούρια αποκαλούνται με βδελυγμία «INFIDELIUNI TURCHORUM PROFANA MULTITUDO». Γνωρίζουμε επίσης ότι οι προαναφερόμενες σφοδρές αιτιάσεις, καθώς και η τελική συνθηκολόγηση του Λούρια με τους Βενετούς της Εύβοιας στα τέλη του 1364 (η συνθήκη υπογράφτηκε το 1365), προφανώς καθιστούσε την παραμονή Τούρκων μισθοφόρων στη Θήβα όχι τόσο απαραίτητη, αν όχι και προβληματική, οπότε ο Καταλανός μαρεσάλος αναγκάστηκε τελικά να τους εκδιώξει ο ίδιος από την πόλη του.

Θα μπορούσαν άραγε τα γεγονότα αυτά να συνδυαστούν με την τουρκική ήττα κοντά στα Μέγαρα (το νότιο σύνορο του Καταλανικού δουκάτου) από τις συνασπισμένες δυνάμεις του δεσπότη του Μυρέως Μανουήλ Καντακουζηνού με τους Δυτικούς αντιπάλους των Καταλανών, γεγονός που αναφέρεται στην αραγωνική διασκευή του Χρονικού του Μορέως; Εδώ οι Τούρκοι αναφέρονται επίσης απροσδιόριστα, σύμφωνα με τη συνήθεια των Δυτικών, ως «TURCI» («TURCOS»), κάτι που ασφαλώς δεν βοηθά στη συγκεκριμένη ταύτισή τους, με αποτέλεσμα και νεότεροι μελετητές να τους χαρακτηρίζουν αόριστα «Τούρκους». Η σύνδεση αυτή, πρέπει να πούμε εδώ, έγινε αποδεκτή από τον Seiton, που θεώρησε το γεγονός αυτό ως συνέχεια των εξελίξεων στη Θήβα και το χρονολόγησε - όπως παλαιότερα ο Υ Lluch - στις αρχές καλοκαιριού του 1364, στη συνέχεια όμως το αναχρονολόγησε, γνωρίζοντας και τις ποικίλες χρονολογικές υποθέσεις για την περίοδο ανάμεσα στο 1357 και το 1365, γύρω στο 1359 - 60.

Πρώτος ο Μίλλερ θεώρησε ότι οι περί ων ο λόγος Τούρκοι ήσαν Οθωμανοί, οι οποίοι από εδώ (Βοιωτία) σκόπευαν να εισβάλουν στο Μορέα, ενώ και ο Ζακυθηνύς, πάρει το γεγονός ότι τους αναφέρει απλά ως «Turcs», εν τούτοις γράφει ότι ο «MOURAD (=ΔΗΛ. Ο ΟΘΩΜΑΝΟΣ ΣΟΥΛΤΑΝΟΣ ΜΟΥΡΑΤ Α': 1362 - 89) ACCEPTA AVEC EMPRESSEMENTT APPEL DU GONERNEUR CATALAN...». Αν και ο ίδιος ο Σέττον είχε παλαιά αποδεχθεί ότι ο Μουράτ Α' ήταν ο πρώτος Τούρκος ηγεμόνας του οποίου η σταδιοδρομία είχε κάποια άμεση σχέση και σημασία ως προς την ιστορία της Θήβας και της Αθήνας, εντούτοις υπενθυμίζουμε εδώ τις σχετικές αντιρρήσεις του ιδίου καθώς και του Λόνερτζ, κατά τους οποίους μάλλον οι Τούρκοι σύμμαχοι του Λούρια και στις δυο περιπτώσεις (σύμμαχοι Θηβών και σύμμαχοι στη σύγκρουση των Μεγάρων) θα πρέπει να προέρχονταν από τα τουρκομανικά εμιράτα της Μικρός Ασίας. Η χρονολογική, πάντως, ασάφεια σχετικά με το χωρίο του Χρονικού του Μωρέως μας κάνει επιφυλακτικούς ως προς την αποδοχή της παραπάνω πεποίθησης, ιδίως αν αναλογιστούμε την επιφύλαξη της ειδικής μελετήτριας των τουρκομανικών εμιράτων του Μεντεσέ και Αϊδινίου την εποχή αυτή, της τουρκολόγου Ελισάβετ Ζαχαριάδου, που δεν φαίνεται πεπεισμένη για την ταύτιση των «Τούρκων» των γεγονότων των Μεγάρων, περί το 1360, όπως λέει, με τα προαναφερόμενα εμιράτα.

Κατά τη γνώμη μας οι Τούρκοι σύμμαχοι του Lluria, που αναφέρονται το 1363 στη Θήβα και για τους οποίους διαμαρτύρονται οι Ουρβανός Ε' και Φρειδερίκος Γ' της Σικελίας, ήσαν Οθωμανοί (του Μουράτ Α'), σε αντίθεση με τους επίσης συμμάχους του Lluria, που ηττώνται στα Μέγαρα σε κάποια ακαθόριστη χρονική στιγμή ανάμεσα στα 1357 - 1365, που κατά πάσα πιθανότητα θα ήσαν Τουρκυμάνοι από τα εμιράτα της Μ. Ασίας. Είναι, καθώς μας φαίνεται, η τελευταία γνωστή μνεία Τουρκομάνων και - παράλληλα - η πρώτη Οθωμανών στις περιοχές της Βοιωτίας. Μάλλον, δε, η αναφερόμενη εδώ τουρκική κατάληψη της Λεβάδειας (ως το 1365) δεν θα πρέπει να έλαβε χώρα, αφού δεν υπάρχει καμμιά σαφής σχετική μνεία στις προαναφερόμενες πηγές μας.

Λίγα χρόνια αργότερα (μετά το 1367) σημαντικό ρόλο στις προσπάθειες του Βυζαντινού αυτοκράτορα Ιωάννη Ε’ Παλαιολόγου (1341 - 91) για πολιτικοεκκλησιαστική προσέγγιση με τη Δύοη αλλά και, φυσικά, στις βοιωτικές υποθέσεις, θα διαδραματίσει ο διορισμένος από τον Ουρβανό Ε' Λατίνος αρχιεπίσκοπος Θηβών Σίμων Ατουμάνος (1367 - 80/81), που μάλιστα θα κατηγορηθεί με βαρείες φράσεις - ίσως άδικα - από τους Καταλανούς ως συνεργός στη ναβαρρική κατάληψη της πόλης το 1379. Την εποχή αυτή της επισκοπείας του Ατουμάνου η (καταλανική ακόμη) Θήβα παρολίγο θα διαδραμάτιζε πρωταγωνιστικό ρόλο στη σύγκληση μεγάλου αντιτουρκικού συνασπισμού. Ιδιαίτερα ανήσυχος από τη σταθερή εξάπλωση της τουρκικής απειλής ο Ουρβανός Ε' θα επιχειρήσει το 1372 να θέσει τις προϋποθέσεις για σύγκληση μεγάλης χριστιανικής αντιτουρκικής συνάντησης και για πιθανή κήρυξη σταυροφορίας στην πόλη της Θήβας λόγω της κεντρικής και στρατηγικής καίριας θέσης της, καθώς διαβάζουμε σε επιστολή του Ποντίφηκα (13 Νοεμβρίου 1372) προς τον βασιλιά της Ουγγαρίας Λουδοβίκο («AD CLVITAIEM THEBANAM... MAGIS QUAM ALIUS LOCUS REPURATUR ACCOMODA»). Σύμφωνα με τα δεδομένα των δυτικών πηγών, η σύνοδος αυτή θα ελάμβανε χώρα την την 1ην Οκτωβρίου 1373, όπως όμως έδειξε πριν από 60 και πλέον χρόνια ο D. Halecki. στην πραγματικότητα τέτοια σύνοδος δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ. Τα δραματικά για τη βοιωτική ιστορία γεγονότα που ακολούθησαν (ναβαρρική κατάχτηση τον 1370/81 και φλωρεντινή κυριαρχία από το 1388), απομάκρυναν ακόμη περισσότερο τη δυνατότητα ενορχηστρωμένης αντίστασης των δυτικών χριστιανικών συνόψεων του ελλαδικού χώρου κατά της άμεσης μουσουλμανικής απειλής που αντιπροσώπευαν πλέον οι Οθωμανοί. Ετσι, από τις τελευταίες δεκαετίες του 14ου αι. οι οθωμανικές εισβολές στη Βοιωτία γίνονται πυκνότερες, μια και ο χώρος βρίσκεται καθ' οδόν προς τον βασικό στόχο του σουλτανάτου, δηλ. την καθυπόταξη της Πελοποννήσου.

Οπως είπαμε λίγο παραπάνω, στην ταραγμένη περίοδο 1362/3 - 65 δεν πρέπει να έλαβε χώρα τουρκική κατάληψη του φρουρίου της Λεβάδειας, κάτι όμως που επισυνέβη - μάλιστα δυο φορές - στην επίσης ταραγμένη τριετία 1392 - 4 κατά τη διάρκεια των επιδρομών του περιβόητου αρνησίθρησκου στρατηλάτη του σουλτάνου Βαγιαζίτ Α' (1389 - 1402), του Εβρενός μπέη στο νότιο ελλαδικό χώρο, περίοδο κατά την οποία - υπενθυμίζουμε - έχει ήδη αρχίσει ο μαζικός αλβανικός εποικισμός περιοχών της Βοιωτίας και Αττικής. Για την ίδια αυτή περίοδο δεν αναφέρεται τουρκική επίθεση ή κατάληψη της Θήβας. Η χρονολογία, πάντως, για τα γεγονότα σχετικά με τη Λεβάδεια είναι αρκετά συγκεχυμένη και απ' ό,τι φαίνεται θα πρέπει να έγιναν στην πραγματικότητα δυο τουρκικές καταλήψεις του φρουρίου, η πρώτη το 1392 - 3 από τον Εβρενός για λογαριασμό του Βαγιαζίτ και η δεύτερη το 1394 (ίσως στις αρχές του), πιθανώς από τον Οθωμανό παρά Τιμουρτάς, ο οποίος ως γνωστόν πολιόρκησε δυο φορές την Αθήνα, το 1394 ανεπιτυχώς επί εξουσίας των Ατζαγιόλι, οπότε ο τουρκικός στρατός αναγκάστηκε να αναχωρήσει από την Αττική, και το 1397, στη διάρκεια της εννιάχρονης βενετικής εξουσίας στην πόλη (1394/5 - 1402/3), με σχετική επιτυχία, αφού, με πρόσκληση του άσπονδου εχθρού των Βενετών και τοπικού μητροπολίτη Μακαρίου, ο Τιμουρτάς κατόρθωσε να γίνει κύριος της κάτω πόλης αποτυγχάνοντας μόνο να καταλάβει την Ακρόπολη της Παλλάδας.

Το διάστημα ανάμεσα στις δυο βραχύβιες οθωμανικές κατακτήσεις (του 1392 - 3 και 1394) έχουμε την σύντομη ανακατάληψη της Λεβάδειας (δηλ. την α' επανάκτησή της) από τον δυναμικό ημιανεξιιρτητο Γασκώνο ιππότη Βερτρανέτο Μότα, κατά το 1393, που, όπως προσπάθησε να αποδείξει παλαιότερο ο Ρουβιό υ Λιούκ, δεν πραγματοποίησε την ανακατάληψη αυτή τόσο για λογαριασμό του Νερίου Α' Ατζαγιόλι, όσο μάλλον για δικό του όφελος.

Η πηγή που αναφέρεται στη Δεύτερη οθωμανική κατάληψη της Λεβάδειας (συγκεκριμένα ανάμεσα στις 20 Φεβρουαρίου και 25 Σεπτεμβρίου του 1394, κατά τον υ Λιούκ) είναι ο Χαλκοκονδύλης σε δυο πολύ ενδιαφέροντα χωρία των «Αποδείξεων ιστοριών» του, απ' όπου καταδεικνύεται ότι η κατάληψη αυτή είχε συντελεστεί πριν από το θάνατο του Νερίου Α' στις 25 Σεπτ. 1394. Αλλά, επιπλέον εδώ έχουμε και τη μαρτυρία του ιδίου του Νερίου, που σε μήνυμά του (20 Φεβρ. 1394 ) προς τον αδελφό του Δονάτο, του γνωστοποιεί ότι ετοιμαζόταν να αντιμετωπίσει τον τουρκικό κίνδυνο μετά την πρόσφατη άλωση των Σάλωνων (Άμφισσας) από τον κατακτητή. Πάντως, όπως ορθά τονίστηκε, η κληρονομιά του Νερίου A' στο νόθο γιο τον Αντώνιο A' (μετά το Σεπτ. 1394), που συμπεριελάμβανε «ΤΗΝ ΤΕ ΒΟΙΩΤΙΑΝ... ΚΑΙ ΤΩΝ ΘΗΒΩΝ ΠΟΛΙΝ» δηλ. και το κάστρο της Λεβάδειας), θα πρέπει να υπονοεί ότι η β’ οθωμανική κατάληψη του 1394 θα πρέπει επίσης να υπήρξε πολύ βραχύβια.

Η μαρτυρία του Χαλκοκονδύλη περί οθωμανικής κατάληψης της Λεβάδειας (1394) αμφισβητήθηκε πριν από 17 χρόνια από την άριστη γνώστρια της ταραγμένης ιστορίας του ελλαδικού χώρου στις τελευταίες 10ετίες του 14ου αι„ Ιουλία Χρυσοστομίδου, που επίσης απέρριψε και την υποτιθέμενη, όπως πιστεύει, ανακατάληψη του Μότα (1393). Βασικό της επιχείρημα αποτελεί μια επιστολή ενός Paolo Danizi (30 Ιουλίου 1394), όπου γίνεται λόγος για τουρκική επιδρομή την άνοιξη της ίδιας χρονιάς στα περίχωρα της Λεβάδειας, κάτι που σαν αποτέλεσμα είχε την προσχώρηση στο στρατό του σουλτάνου κάποιοιου συγγενή του Νερίου Α', από τα μικρά χωριά που έπεσαν στα τουρκικά χέρια. Στη συνέχεια η επιστολή του Ντανίζι αναφέρει ότι οι άνδρες του Νερίου συνέλαβαν τα μέλη της οικογένειας του προσχωρήσαντος, αν και ο Νέριος διέταξε να μην πειραχθούν, καθόσον πίστευε πως όλοι όσοι είχαν ακολουθήσει τον προδοτικό συγγενή του - μαζί και ο τελευταίος - θα επανέρχονταν υπό τη δική του εξουσία, μόλις οι Τούρκοι θα αποχωρούσαν, κάτι που πράγματι έγινε. Τα γραφόμενα του Ντανίζι πείθουν την Χρυσοστομίδου ότι μπορεί μεν να έγινε τουρκική έφοδος κατά της Λεβάδειας, όχι όμως κατάληψη, επιπλέον δε η παραπάνω βυζαντινολόγος κατηγορηματικά απορρίπτει την εικαζόμενη ανακατάληψη από τον Μότα το 1393, αφού, καθώς λέει, η μόνη σχετική πηγή που έχουμε είναι αρκετά νεφελώδης: πρόκειται για επιστολή (13 Απριλίου 1393) του βασιλιά της Αραγωνίας, όπου ο τελευταίος γράφει σχετικά με φήμες που είχε πληροφορηθεί στη Σαρδηνία ότι ο Βερτρανέτος Μότα, «UN DES MAJORS CAPILANS DEL DUCAT D' ATHENES, EN UN LOCH QUE HA PRES, HA TROBAT LE SENT JORD» (Sent Jord» = Αγιος Γεώργιος). Μάλλον, συμπεραίνει η Χρυσοστομίδου. η διασύνδεση εδώ του Μότα με τη Λεβάδεια θα πρέπει να σχετίζεται με την προγενέστερη στρατιωτική δράση του στη 10ετία τον 1380 και όχι με το 1303, οπότε, εξάλλου, δεν έχουμε άλλες μαρτυρίες στις πηγές για μεγάλη τουρκική επίθεση στην περιοχή. Εμείς, πάντως, θα επιμείνουμε στο αξιόπιστο της μαρτυρίας τον Αραγωνέζου μονάρχη σε συνδυασμό με την πληροφορία του Χαλκοκονόύλη περί οθωμανικής κατάληψης της Λεβάδειας εκ νέου το 1394, όσο βραχύβια και αν αυτή υπήρξε.

Ο οθωμανικός κίνδυνος συνάσπισε τους ερίζοντες Λατίνους του ελλαδικού χώρου για πρώτη φορά στον 15ο αι. το έτος 1415, αν κρίνουμε από τη σημαντικότατη μαρτυρία των βενετικών αρχείων περί ενίσχυσης σε πολεμοφόδια και σιτηρά, τα οποία συμφώνησαν να στείλουν στον Αντώνιο A' Ατζαγιόλι οι Βενετοί του Negroponte. Μια αρκετά σημαντική πληροφορία του Δούκα, που αναφέρεται σε σπουδαία γεγονότα του 1422 (πολιορκία Κων/πολης από Μουράτ Β') και του 1430 (πολιορκία Θεσσαλονίκης), συνδέει με τις προαναφερόμενες επιχειρήσεις και τους αρχηγούς «τής Θετταλίας, Αιτωλίας, Φθίας, Θηβών και πέρα Ιωαννίνων». που αναμφίβολα θα αναγκάστηκαν ως βασσάλοι του σουλτάνου να συμμετάσχουν στις εκστρατείες αυτές, χωρίς πάντως αυτό να εμποδίσει τις ορδές του μπέη Τουραχάν να λεηλατήσουν τη Βοιωτία και Αττική στη διάρκεια της μεγάλης οθωμανικής εισβολής στην Πελοπόννησο το 1423, περίοδο κατά την οποία οι παραπάνω περιοχές δεινοπάθησαν και από μεγάλη επιδημία που ενέσκηψε.

Μεγάλα, όμως, γεγονότα έχουμε στη Θήβα τη χρονιά 1435, κατά την οποία πέθανε ο ικανός Φλωρεντινός δούκας Αντώνιος Α' Ατζαγιόλι στην ιγ’ ινδικτιώνα του από κτίσεως έτους 6943 (=13 Ιουλίου 1435), αφήνοντας ως διάδοχό του (και βασσάλο των Τούρκων) τον νεαρό του εξάδελφο Νέριο Β' (1435 - 9 και 1441 - 51). Ο λόγος εδώ πρόκειται για την β' οθωμανική κατάκτηση της Θήβας το καλοκαίρι του 1435 από το μεγάλο στρατηλάτη Τουραχάν μετά από ολιγοήμερη πολιορκία, ένα γεγονός που συνδέεται με μια πολύπλοκη διπλωματική δραστηριότητα για προσεταιρισμό του σουλτάνου Μουράτ Β' (1421 - 51) αφενός μεν εκ μέρους του Βυζαντινού δεσπότη του Μορέως και μελλοντικού αυτοκράτορα Κωνσταντίνου (IB') Δραγάση - Παλαιολόγου, που απέστειλε στην Αθήνα και τη Θήβα τον διπλωμάτη αξιώματούχο του, το γνωστό ιστοριογράφο Γεώργιο Σφραντζή, και αφετέρου εκ μέρους της χήρας του Αντωνίου Α' Ατζαγιόλι, που αρχικά προσπάθησε με τη σύμπραξη των Χαλκοκονδυλών (ιδιαίτερα του Γεωργίου, πατέρα του ιστυριογράφου Λαονίκου) να εξασφαλίσει από τον Μουράτ την εξουσία στο δουκάτο της Αθήνας, υπερσκελίζοντας τον διάδοχο Νέριο Β’.

Δεν αποκλείεται η αποστολή του Σφραντζή να προηγήθηκε κατά λίγο εκείνης του Γεωργίου Χαλκοκονδύλη και να έλαβε χώρα πριν από το θάνατο του Αντωνίου A' (13 Ιουλ. 1435). Κατά τον ίδιο τον Σφραντζή, που περιγράφει τα γεγονότα δυο φορές στο Χρονικό Minus και συμπληρωματικά στο Χρονικό Majus (κατά τη μεταγενέστερη συμπίληση του β' μισού του 16ου αι. από τον Μακάριο Μελισσηνό), είχε ο ίδιος σταλεί από τον κύριό του, τον δεσπότη Παλαιολόγο, κατόπιν αίτησης της χήρας του Ατζαγιόλι, Μαρίας Μελισσηνής, με στρατό και «ΜΕΤΑ ΕΝΟΡΚΟΥ ΑΡΓΥΡΟΒΟΥΛΛΟΥ» για να παραλάβει τις Αθήνα και Θήβα, παραχωρώντας στη χήρα διάφορες γαίες και τοποθεσίες στη νότια Πελοπόννησο από τις κτήσεις εκεί των Μελισσηνών (εύλογα, αναφέρονται λεπτομερώς στο Χρονικό Majus από τον συμπιλητή Μελισσηνό!).

Ενω συνέβαιναν αυτά, φαίνεται πως είχε ήδη ξεκινήσει και η έτερη των αποστολών, του Χαλκοκονόύλη, τη φορά αυτή με πρωτοβουλία της ίδιας της χήρας Μελισσηνής, που εν πλήρη συγχύσει προφανώς λόγω της άμεσης απειλής παραγκώνισής της, θέλησε να παίξει σε δυο σκακιέρες· έτσι, όπως περιγράφει ο Λαόνικος Χαλκοκονδύλης. στάλθηκε από την Αθήνα ο πατέρας του Γεώργιος σε ειδική αποστολή στον Μουράτ στην οθωμανική αυλή στην Αδριανούπολη, με προσφορά 30 χιλιάδων χρυσών νομισμάτων σε ανταλλαγή της εξουσίας στο αθηναϊκό δουκάτο. Ο Μουράτ, αφηγείται ο Λαόνικος, απέρριψε την προσφορά και φυλάκισε τον Γεώργιο, απαιτώντας την άνευ όρων παράδοση της Αθήνας και της Βοιωτίας και στέλνοντας στρατό με τον Τουραχάν για να καταλάβει τη Θήβα. Παράλληλα αποτύγχανε και η αποστολή του Σφραντζή για κατοχή της Αττικοβοιωτίας από το δεσπότη του Μορέως· αιτία η ακαριαία κατάκτηση της Θήβας (και ίσως και της Λεβάδειας) το καλοκαίρι του 1435 από τον Τουραχάν, λίγο μετά το θάνατο του Αντωνίου Α', όπως είδαμε. Μάταια ο Σφραντζής, κατά τη διάρκεια νέας αποστολής του από τον δεσπότη στον Τουραχάν από την Εύβοια στην τουρκική τώρα Θήβα, προσπάθησε να πείσει τον τελευταίο για την παράδοση της Αθήνας στο δεσποτάτο και τελικά κατέφυγε στην Κωνσταντινούπολη. Στην Αθήνα είχε ήδη καταρρεύσει η φατρία της Μελισσηνής και των Χαλκοκονδυλών, οι οποίοι εκδιώχθηκαν από την Ακρόπολη από τους οπαδούς του Νερίου Β' που έγινε κύριος της εξουσίας - η διπλωματική χήρα δεν είχε παρά να συμφωνήσει σε γάμο με τον Νέριο, που έγινε φόρου υποτελής στο σουλτανάτο για τα επόμενα χρόνια.

Το γεγονός ότι η Θήβα (και ίσως και η Λεβάδεια) παρέμειναν σε τουρκικά χέρια για πολύ δεν μαρτυρείται σαφώς στις πηγές μας. Η νέα σημαντική αναφορά μας μεταφέρει μια δεκαετία περίπου έπειτα από τα προαναφερθέντα, όταν οι δυο πόλεις καταλαμβάνονται από τις δυνάμεις του δεσπότη Παλαιολόγου του Μορέως, καθώς μαρτυρούν ο Χαλκοκονδύλης, ο Δούκας και ένα σημαντικό βραχύ χρονικό για τη ζ' ινδικτιώνα του από κτίσεως 6952 (=Μάρτιος 1444). Τότε, μετά την επανοχύρωση του Εξαμιλίου τείχους του Ισθμού και στην επακολουθήσασα εκστρατεία του κατά του κεντροελλαδικού χώρου ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος κατέλαβε (προφανώς από τον Ατζαγιόλι) τις περιοχές της Βοιωτίας, μια μαρτυρία που ενισχύεται και από σχετική αναφορά του σπουδαίου Ιταλού λογίου και αρχαιοδίφη της εποχής. Κυριακού της Αγκώνας, που σε επιστολή του (26 Φεβρ. 1444) κάνει λόγο για τα σχέδια του δεσπότη να επεκταθεί βόρεια, γράφοντας ότι έχει ήδη κατακτήσει τη Θήβα (δηλ. ήδη πριν τον Μάρτιο, κατά το προαναφερθέν βραχύ χρονικό) και ετοιμάζεται να επιτεθεί στη Λεβάδεια.

Η παράτολμη αλλά προφανώς επιτυχής αυτή επιχείρηση σε Αττική, Βοιωτία, Φωκίδα και Θεσσαλία του Παλαιολόγου, που εκμεταλλεύτηκε στο έπακρο την ενασχόληση του σουλτάνου Μουράτ στο μέτωπο της Σταυροφορίας της Βάρνας και τις στρατιωτικές επιτυχίες (αν και πρόσκαιρες) του Ιωάννη Ουνυάδη (1443 - 44), έκανε τον Νέριο Β', που είχε αρχικά συμφωνήσει να καταβάλει φόρο υποτέλειας στον δεσπότη, να ζητήσει αγωνιωδώς τη βοήθεια του ουσιαστικού επικυριάρχου του (από το 1435. όπως είδαμε), δηλ. του σουλτάνου. Λίγο μετά (είμαστε ακόμη στο 1444) ο τελευταίος αποστέλνει. το γιο του Τουραχάν, Ομέρ μπέη, ικανότατο και αυτόν στρατιωτικό, που, όπως γράφει ο Χαλκοκονδύλης, λεηλάτησε με τα οθωμανικά στρατεύματα της Θεσσαλίας ανηλεώς την Αττικοβοιωτία.

Την αποφασιστική όμως απόκρουση του Παλαιολόγου από την Αττικοβοιωτία θα πραγματοποιήσει το 1446 ο ίδιος ο Μουράτ, μετά το θρίαμβό του στη Βάρνα, και στη διάρκεια της ογκώδους εκστρατείας του τη χρονιά εκείνη κατά του Μορέως (στην οποία συμμετέσχε ως βασσάλος και ο Ατζαγιώλης Νέριος Β').

Κατά τον Χαλκυκονδύλη. η εμφάνιση του ογκώδους οθωμανικού στρατού τρομοκράτησε τους Θηβαίους, που εγκατέλειψαν τα πατρογονικά τους εδάφη ζητώντας καταφύγιο κοντά στον υποχωρούντα Παλαιολόγο στην περιοχή του Ισθμού, όπου, όμως, πολλοί ανάμεσα τους «εάλωσαν» στα χέρια των καταδιωκτών Τούρκων.

Καθώς είδαμε και στην αρχή της ανακοίνωσής μας, τρεις είναι οι χρονολογίες που μας ενδιαφέρουν άμεσα στο τελευταίο αυτό τμήμα: 1456, I458 και 1460. Και στις τρεις των περιπτώσεων ολοκληρώθηκε η οθωμανική κατάχτηση της Βοιωτίας με την ευκαιρία της σταδιακής ενσωμάτωσης του φλωρεντινού δουκάτου της Αθήνας.

α

1456

Την 4η Ιουνίου του έτους αυτού ο Ομέρ μπέης καταλαμβάνει το δουκάτο των Ατζαγιόλι - η αφήγηση του Χαλκοκονδύλη δεν αφήνει αμφιβολία ότι ο τελευταίος της δυναστείας των Ατζαγιόλι, ο Franco 11455 - 6, αναγνώρισε την πλήρη επικυριαρχία των Οθωμανών, παίρνοντας ως αντάλλαγμα την Βοιωτία και την εξουσία στην πόλη των Θηβών (για την περίοδο 1456 - 60. Λίγα χρόνια αργότερα σε επιστολή του προς τον Φραγκίσκο Σφόρτσα του Μιλάνου, ο Franco κάνει νοσταλγικά λόγο για τα παλαιό μεγαλεία των Ατζαγιόλι στο δουκάτο των Αθηνών. Αρα, το 1456 δεν υπήρξε στην ουσία στρατιωτική κατάληψη της Βοιωτίας από τους Τούρκους.

β

1458

Μετά τη μεγάλη εκστρατεία του Ομέρ μπέη στην Πελοπόννησο (ο Ομέρ διορίστηκε από τον σουλτάνο Μωάμεθ Β' διοικητής του Μορέως τον Αύγουστο), ο οθωμανικός στρατός πέρνα και πάλι από τη Βοιωτία, όπου ο βασσάλος Franco φυσικά ανανεώνει τους όρκους υποτέλειας. Ο ίδιος ο σουλτάνος Μωάμεθ Β' (1451 - 81) θα περάσει από την Αθήνα καθ' οδόν προς τον Μορέα το Σεπτέμβριο της ίδιας χρονιάς και - κατά τις περιγραφές των Χαλκοκονδύλη και Κριτοβούλου - θα περιηγηθεί με θαυμασμό την Ακρόπολη, την πόλη της Παλλάδας και τον Πειραιά - όπως, μάλιστα, συμπληρώνει εδώ ο εξυμνητής του «Πορθητή», Κριτόβουλος ο Ίμβριος. στη διάρκεια της επίσκεψής του αυτής ο Μωάμεθ θα ανανεώσει την κυριότητα της Βοιωτίας από τον Franco.

γ

1460

Αισθανόμενος το τέλος να πλησιάζει, ο Franco θα ξαναγράψει απεγνωσμένα στον Σφόρτσα του Μιλάνου (10 Φεβρ. 1460), ζητώντας την παραχώρηση πολιτικού ασύλου. Είναι η χρονιά που ο «Πορθητής» ολοκλήρωσε την κατάχτηση του Δεσποτάτου του Μορέως και έφερε μαζί του τον παραδοθέντα δεσπότη Δημήτριο Παλαιολόγο, τον οποίο άφησε για λίγο στη Λεβάδεια, φθάνοντας ο ίδιος επιβλητικά στη Θήβα. Ασφυκτικά πιεζόμενος ο Franco αναγκάζεται τώρα να υποβληθεί σε νέα ταπείνωση, συμφωνώντας με τις εντολές του σουλτάνου να συμμετάσχει σε επιχειρήσεις κατά των κτήσεων του κόμη Κεφαλληνίας. Λεονάρδου Γ’ Τόκκο (1448 - 79, ✝ 1494), στη δυτική Ελλάδα, αλλά λίγο αργότερα, προς τα τέλη καλοκαιριού του 1460, ο τελευταίος «αυθέντης των Θηβαίων» θα κατηγορηθεί ευσχήμως από το σουλτάνο ως συμμέτοχος σε «λατινική συνωμοσία» επαναφοράς του στην εξουσία της Αθήνας και θα πέσει θύμα άγριας δολοφονίας στο στρατόπεδο του νέου Οθωμανού διοικητή του Μορέως, του Ζαγανός πασά, αναμφίβολα με εντολές του σουλτάνου. Η Θήβα γρήγορα ενσωματώνεται στις κτήσεις του σουλτανάτου μαζί με τη Λεβάδεια και την υπόλοιπη Βοιωτία, καθώς και την Αττική. Τα τελευταία υπολείμματα του φλωρεντινού δουκάτου των Ατζαγιόλι σβύνουν.

Η Λεβάδεια (τουρκ. Livadiya), ως βιλαέτι (Vilayeti Livadiya) θα γνωρίσει νέα μεγάλη οικονομική άνθηση στα πρώτα χρόνια της Τουρκοκρατίας και θα ξεπεράσει σε σημασία το βιλαέτι της Θήβας (Vilayeti lstlfa), γενόμενη το κέντρο των καταχτητών στην ανατολική Στερεά. Σε γενικές γραμμές βλέπουμε ότι n τουρκική κατάκτησιι της Βοιωτίας, παρότι μεγάλης διάρκειας, δεν υπήρξε στην ουσία ιδιαίτερα δυσχερής, και σημειώνουμε εδώ την σχετική άποψη του μελετητή Μ. Kiel, λιιμματογράφου της Λεβάδειας στην Εγκυκλοπαιδεια του Ισλάμ. που επιγραμματικά τονίζει ότι, το 1460 το Δουκάτο των Αθηνών έγινε οθωμανικό σαντζάκια χωρίς κάποια δυσκολία και «είναι πιθανόν για το λόγο αυτό που οι Οθωμανοί χρονικογράφοι περνούν την κατάκτηση της Βοιωτίας σιωπηρά». Μια νέα μεγάλη σελίδα έχει ανθίσει στη βοιωτική ιστορία, που θα κρατήσει για πάνω από τρισήμισυ αιώνες, εκείνη της οθωμανικής κυριαρχίας, με σημαντικότατες εξελίξεις και μεταβολές στην πολιτική, διοικητική και οικονομική ζωή των βοιωτικών κέντρων, ιδιαίτερα της Λιβαδειάς κατά τις πρώτες δεκαετίες της Τουρκοκρατίας.


from ανεμουριον https://ift.tt/3bbom2n
via IFTTT
Από το Blogger.