Πνευματικές επιδράσεις της Ελλάδας στην Κύπρο

του ΦΟΙΒΟΥ ΣΤΑΥΡΙΔΗ
Η ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΚΥΠΡΟ, ΤΟΝ ΠΕΡΑΣΜΕΝΟ ΑΙΩΝΑ, ΗΤΑΝ ΥΠΟΤΥΠΩΔΗΣ. «ΑΝΟΙΧΤΟ» ΣΧΟΛΕΙΟ ΣΤΗΝ ΑΥΛΗ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ ΚΑΛΟΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ.
Η πολύχρονη τουρκική κατοχή της Κύπρου (1571-1878) άφησε πίσω της συνθήκες ακραίας φτώχειας και εξαθλίωσης του ελληνοκυπριακού πληθυσμού. Είναι αυτονόητο ότι μέσα σε τέτοιο κλίμα δεν μπορούσαν να υπάρχουν μεγάλα περιθώρια για -έστω και υποτυπώδη- πνευματική ζωή όταν το πρόβλημα επιβίωσης προέβαλλε πρωταρχικό. Η τοπική εκπαίδευση ελάχιστα μπορούσε να προσφέρει, λόγω έλλειψης σχολείων, και οι ολιγάριθμοι Κύπριοι που είχαν τη δυνατότητα να σπουδάσουν έπρεπε να καταφύγουν στο εξωτερικό, κυρίως στην Ελλάδα, όπου συχνά παρέμεναν και μετά τις σπουδές τους. Ενδεικτικές είναι οι περιπτώσεις του φιλολόγου, καθηγητή στην Ιόνιο Ακαδημία, Ιωάννη Ν. Οικονομίδη (1812-1884) και του καθηγητή Συνταγματικού Δικαίου Νικόλαου Ι. Σαρίπολου (1817-1887), που ανήκαν σε επιφανείς οικογένειες οι οποίες είχαν εγκαταλείψει την Κύπρο κατά τις τουρκικές διώξεις του 1821. Στο Πανεπιστήμιο Αθηνών φοίτησαν κατά τα πρώτα 30 χρόνια της λειτουργίας του (1837-1867) 20 Κύπριοι. Ο μικρός αριθμός είναι ενδεικτικός των δύσκολων συνθηκών που επικρατούν στην τουρκοκρατούμενη Κύπρο αυτή την περίοδο και σίγουρα δεν αποτελεί κριτήριο της φιλομάθειας των Κυπρίων. Στις επόμενες δεκαετίες η κατάσταση διαφοροποιείται ριζικά και στα τέλη του 19ου αιώνα ένας μεγάλος αριθμός Κυπρίων εκπαιδευτικών, δημοσιογράφων και επιστημόνων έχει παρακολουθήσει ανώτερες σπουδές στην Ελλάδα.
Ο ΑΔΑΜΑΝΤΙΟΣ ΔΙΑΜΑΝΤΗΣ (ΤΡΙΤΟΣ ΑΠΟ ΑΡΙΣΤΕΡΑ) ΜΑΖΙ ΜΕ ΤΟΥΣ ΚΑΘΗΓΗΤΕΣ ΤΟΥ ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΥ ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ ΓΥΡΩ ΣΤΑ 1940. ΔΙΑΚΡΙΝΟΝΤΑΙ, ΑΠΟ ΑΡΙΣΤΕΡΑ, ΟΙ Κ. ΣΠΥΡΙΔΑΚΗΣ, ΦΡ. ΜΙΚΕΛΛΙΔΗΣ, Σ. ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ, ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΙΕΡΕΑΣ, Ω. ΣΠΥΡΙΔΑΚΗΣ, Μ. ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗΣ, Δ. ΝΙΚΟΛΑΙΔΗΣ.
Ιδιαίτερα ανάμεσα στους δημοσιογράφους και τους συγγραφείς της Κύπρου -πολ-λοί από τους οποίους είναι εκπαιδευτικοί- η επαφή με την Ελλάδα εξακολουθεί να είναι στενή και η ενημέρωσή τους γίνεται σχεδόν αποκλειστικά από την Αθήνα και σε μικρότερο βαθμό από άλλα κέντρα του ελληνισμού. Είναι, λοιπόν, επόμενο ότι η πνευματική-πολιτιστική ζωή του τόπου έχει ως πρότυπο την αντίστοιχη ελληνική, από την οποία ενεργοποιείται και την οποία εκφράζει, στο μέτρο των τοπικών ιδιομορφιών και δυνατοτήτων της.

Πρώτη εφημερίδα

Γεγονός πολύ μεγάλης σημασίας για την πνευματική ανάπτυξη του τόπου αποτέλεσε η εγκαθίδρυση τυπογραφείων και η έναρξη εκδοτικής δραστηριότητας στην Κύπρο. Στις 29 Αυγούστου 1878, μόλις ένα μήνα ύστερα από την άφιξη των Άγγλων στην Κύπρο, κυκλοφορεί στη Λάρνακα η πρώτη κυπριακή εφημερίδα, η δίγλωσση «Κύπρος-Cyprus». Εκδίδεται από τον πρωτεργάτη της κυπριακής δημοσιογραφίας, εκπαιδευτικό και συγγραφέα Θεόδουλο Φ. Κωνσταντινίδη, στο ενεργητικό του οποίου θα καταγραφεί και η έκδοση του πρώτου κυπριακού περιοδικού, «Ευτέρπη». Είναι σημαντικό ότι τη διγλωσσία της έκδοσης, καθώς και τους όρους συνιδιοκτησίας με τον Άγγλο συντάκτη επέβαλαν οι «φιλελεύθεροι» νέοι αυθέντες του τόπου ως προϋποθέσεις για παραχώρηση άδειας έκδοσης, για να έχουν τη δυνατότητα ελέγχου της εφημερίδας. Παρ' όλα τα προβλήματα που είχε να αντιμετωπίσει, η εκδοτική προσπάθεια ριζώνει με επιτυχία στην Κύπρο. Κατά την τελευταία εικοσαετία του 19ου αιώνα κυκλοφόρησαν τουλάχιστον 12 εφημερίδες και 2 περιοδικά και τυπώθηκαν περίπου 200 βιβλία, ενώ ο αριθμός των τυπογραφείων ξεπέρασε τα 10. Και αυτά σε μια περίοδο κατά την οποία ο ελληνοκυπριακός πληθυσμός έφθανε μόλις τις 186.000 και με πολύ υψηλό ποσοστό αναλφαβητισμού.

Περιοδικά

Ενδιαφέρον παρουσιάζει εδώ και η σύγκριση με τις εκδοτικές επιδόσεις των Κυπρίων για το υπόλοιπο της αγγλικής κατοχής: από τις αρχές του αιώνα μας ώς την εγκαθίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας, το 1960. Οπως υπολογίζεται, στο διάστημα αυτό κυκλοφόρησαν περισσότερα από 300 περιοδικά έντυπα (περιοδικά και εφημερίδες), με μεγάλη διακύμανση ζωής. Κάτω από πολύ δύσκολες συνθήκες επιβίωσης -πολιτικές, κοινωνικές ή οικονομικές, περιορισμένη από καταπιεστικούς- αποικιοκρατικούς νόμους, διώξεις, φυλακίσεις, χρηματικές ποινές, η μαχόμενη κυπριακή δημοσιογραφία συντήρησε το εθνικό φρόνημα και κράτησε την πρωτοπορία στις πολιτικές και πνευματικές εξελίξεις του τόπου.
Ο ΠΑΡΑΛΙΑΚΟΣ ΔΡΟΜΟΣ ΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ, Ο ΔΡΟΜΟΣ ΤΩΝ ΠΡΟΞΕΝΕΙΩΝ.
Οι εκδόσεις βιβλίων, για την ίδια περίοδο, υπολογίζεται ότι ξεπερνούν τις 5.000. Η επιλογή της Λάρνακος για εγκατάσταση του πρώτου τυπογραφείου δεν ήταν τυχαία. Σε αντίθεση προς την ασφυκτικά τουρκοκρατούμενη διοικητική πρωτεύουσα, την Λευκωσία, οι παραλιακές πόλεις Λάρνακος και Λεμεσού, και κυρίως η πρώτη, είχαν κερδίσει πολλά προνόμια από τους Τούρκους κατά την ύστερη περίοδο της τουρκοκρατίας. Σε τούτο συνέβαλε σημαντικά η παρουσία σ' αυτές μεγάλης κοινότητας ξένων υπηκόων, που διέμεναν εκεί υπό προξενική ή εμπορική ιδιότητα. Μια από τις σημαντικότερες «ξένες» κοινότητες των δύο πόλεων, η Επτανησιακή, αρχίζει να δημιουργείται από τα τέλη του 18ου αιώνα, και με την ένταξη της στο τοπικό στοιχείο εξελίσσεται σε μία από τις δυναμικότερες πολιτιστικές παρουσίες στην Κύπρο. Άγγλος συγγραφέας των πρώτων χρόνων της αγγλοκρατίας γράφει χαρακτηριστικά ότι «η Λάρναξ είναι καθαρά δημοκρατία, κυβερνώσα εαυτήν, δυνάμει δικαιωμάτων από αμνημονεύτων χρόνων» και τούτο δεν απέχει πολύ της πραγματικότητας. Οι δύο πόλεις συναποτελούν την πιο προωθημένη κοινωνικά περιοχή της Κύπρου και ανήκουν στην ίδια μητροπολιτική περιφέρεια (Κιτίου). Όλα αυτά οδηγούν ώστε, ως το 1931, το κύριο βάρος του πολιτικού αγώνα κατά των Άγγλων να πέφτει στους ώμους του εκάστοτε μητροπολίτη Κιτίου (Κυπριανός Οικονομίδης, Κύριλλος Παπαδόπουλος -κατόπιν αρχιεπίσκοπος Κύπρου Κύριλλος Β'-, Νικόδημος Μυλωνάς).

Η Εκκλησία

Η Εκκλησία εξακολουθεί να είναι, ύστερα από την κυβερνητική αρχή, η μεγαλύτερη πολιτικο-οικονομική δύναμη στον τόπο και θα ανέμενε κανείς να αποτελεί και τον συνεπέστερο εκφραστή μιας συμπαγούς συντηρητικής ιδεολογίας. Τούτο δεν συμβαίνει πάντοτε. Το 1917, ο 28χρονος χωρεπίσκοπος Σαλαμίνος Νικόδημος Μυλωνάς δημοσιεύει, σε θρησκευτικό περιοδικό, άρθρο με τίτλο «Η κατάστασις του λαού», όπου αναφέρονται και τα ακόλουθα: «...Εις τον μακάριον αυτόν τόπον ευθύναι ποτέ δεν ζητούνται, αν δε ζητηθούν ποτέ, θα ζητηθούν -εστέ βέβαιοι- από όπου ποτέ δεν υπήρξαν. Τόσον ο ραγιαδισμός εκυρίευσεν την ψυχήν του αγρότου μας. Θα ήτο αστείον να ομιλήσει κανείς περί ευθυνών και να επιχειρήση την υπεράσπισιν λαϊκών δικαιωμάτων εδώ, όπου η περί λαού αντίληψις εξισοί τούτον προς αμνόν άκακον αδιαμαρτυρήτως κειρόμενον. Εάν δε ποτέ ακούετε να γίνηται λόγος τις εν ονόματι των λαϊκών δικαιωμάτων να είσθε βέβαιοι ότι την στιγμήν εκείνην απεμπολούνται ταύτα αντί πινακίου φακής. Τοιουτοτρόπως δε συμβαίνει ώστε, ενώ καθ' εκάστην σχεδόν άνδρες βουληφόροι αναδεικνύονται διά της ψήφου του λαού, ίνα προστώσι τούτου εις όλας τας εκφάνσεις της ζωής, δεν βλέπομεν ουδέ καν ένα τούτων να κινηθεί, να ταχθεί ο πρωτοπόρος μιας πανστρατιάς νέων ανδρών, ήτις με τον πέλεκυν μιας νέας σκέψεως να κόψει σύρριζα αιωνόβιους προλήψεις και δεισιδαιμονίας του λαού». Τον επόμενο χρόνο, ο Νικόδημος Μυλωνάς εκλέγεται στο θρόνο Κιτίου, τον οποίο θα λαμπρύνει με τις εξαίρετες θρησκευτικές, πολιτικές και πνευματικές δραστηριότητες του -ανάμεσα τους η ίδρυση του πρώτου επιστημονικού κυπριολογικού περιοδικού «Κυπριακά Χρονικά», 1923-1937, και η ηγετική συμμετοχή του στον αγώνα κατά των Άγγλων, που οδήγησε στην εξέγερση του Οκτωβρίου 1931 και στην επικολουθήσασα εξορία του ιδίου. Από την Ελλάδα και το μικρασιατικό ελληνισμό, ένας μεγάλος αριθμός εκπαιδευτικών και άλλων προσωπικοτήτων έρχεται στην Κύπρο -κυρίως κατά τις πρώτες δεκαετίες της αγγλοκρατίας- και συμβάλλει αισθητά στην πνευματική και πολιτιστική συγκρότηση του τόπου. Στο Παγκύπριο Γυμνάσιο (Λευκωσία) και μόνο κατά τα πρώτα 50 χρόνια της λειτουργίας του, από τους 15 γυμνασιάρχες που το διευθύνουν, μόνο δύο είναι Κύπριοι -ανάμεσα τους συγκαταλέγονται κατοπινοί λαμπροί ακαδημαϊκοί δάσκαλοι και εκπαιδευτικοί: Μιχαήλ Βολονάκης, Κωνσταντίνος Άμαντος, Στίλπων Κυριακίδης, Μιχαήλ Γ. Μιχαηλίδης-Νουάρος. Με αξιόλογη συμβολή είναι και άλλες προσωπικότητες της εποχής, όπως οι Μικρασιάτες εκπαιδευτικοί Δημήτριος Χ. Χαμουδόπουλος, Ιωάννης Συκουτρής, Ορέστης Ε.Ι. Χρηστίδης, Πασχάλης Πασχαλίσης, ο δικαστής και λόγιος Χρήστος Παπαδόπουλος και από την Ελλάδα οι Πελοποννήσιοι Φίλιος Ζαννέτος (γιατρός, πολιτευτής, συγγραφέας, δήμαρχος Λάρνακος) και Νικόλαος Καταλάνος (εκπαιδευτικός και δημοσιογράφος). Οι δύο τελευταίοι, λόγω της πολιτικής τους δραστηριότητας εξορίζονται από την Κύπρο στις αρχές της δεκαετίας του 1920. Οπως γίνεται φανερό, όλα αυτά τα χρόνια, πνευματικό και πολιτιστικό πρότυπο των Ελληνοκυπρίων είναι η Ελλάδα. Από το Μεσοπόλεμο και ύστερα πυκνώνει η επαφή με τον κοσμοπολίτικο αιγυπτιώτικο ελληνισμό -που περιλαμβάνει στους κόλπους του μεγάλη και δραστήρια κυπριακή κοινότητα- όμως ο ελληνοκεντρισμός της δημόσιας κυπριακής ζωής παραμένει αναλλοίωτος.
ΣΤΗ ΜΟΝΗ ΑΧΕΙΡΟΠΟΙΗΤΟΥ ΣΤΗΝ ΚΥΠΡΟ ΤΟ 1953, ΕΧΟΝΤΑΣ ΔΙΠΛΑ ΤΟΥ ΤΟΝ ΛΟΡΕΝΣ ΝΤΑΡΕΛ. ΚΟΝΤΑ ΤΟΥΣ, Η ΑΝΤΟΥΑΝΕΤΑ ΔΙΑΜΑΝΤΗ ΚΑΙ Ο ΜΟΡΙΣ ΚΑΡΝΤΙΦ. ΟΡΘΙΟΙ, Ο ΖΩΓΡΑΦΟΣ Α. ΔΙΑΜΑΝΤΗΣ ΚΑΙ Ο ΓΙΟΣ ΤΟΥ.
Οι περισσότεροι Έλληνες Κύπριοι δημιουργοί των παλαιότερων χρόνων είχαν άμεση επαφή με την ελληνική πνευματική ζωή και πραγματικότητα, κυρίως μέσω σπουδών στην Ελλάδα. Επιδράσεις υπήρξαν και από αλλού -ιδίως στα κατοπινά χρόνια- όμως, χωρίς καμιά αμφιβολία, η Ελλάδα ήταν συνεχής πηγή και καταφύγιο των πνευματικών ανησυχιών των Ελλήνων της Κύπρου. Το γεγονός αυτό δεν είναι σχήμα λόγου κι ούτε είναι επιτρεπτό να ερμηνευθεί με στενά εθνικιστικά κριτήρια. Η Κύπρος, ανεξαρτήτως των εκάστοτε πολιτικών περιπετειών της, πολιτισμικά ανήκει στον ευρύτερο ελληνικό χώρο. Η διελκυστίνδα ανάμεσα στην πνευματική παρουσία της Ελλάδας και την πολιτική σκοπιμότητα οριοθετείται, νομίζω καθοριστικά, το 1953, με την πρώτη επίσκεψη του Γιώργου Σεφέρη στην Κύπρο και με την κυκλοφορία το 1955 της συλλογής του «...Κύπρον ου με' εθέσπισεν...», κατοπινά «Ημερολόγιο καταστρώματος Γ'». Αντιστρέφοντας τον εύστοχο λόγο του Γ.Π. Σαββίδη για τη «ζωτική επενέργεια της Κύπρου στην ποίηση του Σεφέρη», θα μπορούσε να υποστηριχθεί πως η ζωτική επενέργεια της ποίησης του Σεφέρη στην Κύπρο, οδηγεί, από τότε, σε μια πνευματικοτερη ελληνική παρουσία στην Κύπρο.


from ανεμουριον https://ift.tt/3b7ziy6
via IFTTT
Από το Blogger.