Η Λιβαδειά μετά το Μεσαίωνα

της ΑΙΜΙΛΙΑΣ ΓΙΑΝΝΑΚΟΥΡΟΥ-ΧΑΤΖΗΜΑΝΟΛΗ

ΜΕΤΑ το σκοτάδι του μεσαίωνα στην ιστορία της Λιβαδειάς άρχισαν να ρίχνουν φως, με τις ταξιδιωτικές τους αναμνήσεις, που δημοσιεύτηκαν κατά καιρούς, οι λιγοστοί περιηγητές που πέρασαν από την πόλη.

Ο Τούρκος περιηγητής Εβλιά Τσελεπή, που ήρθε στη Λιβαδειά το 1668, έγραφε πως αν και η Λιβαδειά είναι χτισμένη σε πετρώδεις τόπους και ρεματιές και το κλίμα είναι βαρύ, τα πέρασε πολύ ωραία. Φιλοξενήθηκε στο αρχοντικό του Χουσεΐν αγά ζαδέ. Προφανώς ήρθε καλοκαίρι στη Λιβαδειά γιατί παρατηρεί πως το μήνα Ιούλιο ot πιο πολλοί κάτοικοι της πόλης παραθέριζαν στα αμπέλια τους. Οι γυναίκες, τουρκάλες και χριστιανές, τράβηξαν την προσοχή του. Οι χανούμισσες φορούσαν τσόχινους φερετζέδες σε διάφορα χρώματα και περπατούσαν με σεμνότητα. Τα όμορφα όμως κορίτσια, των Ρωμιών, με τα ατημέλητα μαλλιά, φορούσαν μεταξωτά ρούχα και γύριζαν με ακάλυπτα πρόσωπα, διαπίστωσε πως στη Λιβαδειά υπήρχαν πολλές όμορφες γυναίκες. Μετά τις γυναίκες της Λιβαδειάς επαινεί και το μέλι της περιοχής αλλά και τα κεράσια, κόκκινα, χυμώδη και εύγεστα δεν του φάνηκαν άσχημα.

Φαίνεται πως όταν ήρθε ο Εβλιά στη Λιβαδειά θα είχε γίνει πρόσφατη απογραφή των σπιτιών της πόλης γιατί ακριβολογεί. Τα σπίτια των μουσουλμάνων και των κιαφίριδων (άπιστων) ήταν ισόγεια και ανώγεια, 2.020, καλλιτεχνικά χτισμένα, όμορφα σπίτια, αλλά έτσι όπως ήταν στημένα το ένα πάνω στο άλλο χωρίς κήπους, χωρίς κληματαριές και μεγάλα περιβόλια δεν αντιπροσώπευαν για τον Εβλιά τον ιδανικό τύπο σπιτιού. Κάπως ευρύχωρα έβρισκε τα σπίτια του Μασχαλετίν μαχαλά που βλέπουν προς την ανατολή. Ο Μασχαλετίν μαχαλάς, στα έγγραφα της μονής του Ο. Λουκά, γράφεται Μουσλιχουλτίν και ήταν η συνοικία της Αγιάννας και του Ζαγορά.

Από τους επτά τούρκικους μαχαλάδες της Λιβαδιάς ο Εβλιά αναφέρει τους πέντε σπουδαιότερους.

Το Μασχαλετίν, το Καρσί μαχαλά (Λυκοχώρι), το Κάτω μαχαλά (γύρω από τη σημερινή Μητρόπολη), το μαχαλά της Αγοράς (κατά μήκος της σημερινής οδού Στρ. Ιωάννου) και το μαχαλά του Βοϊβόνδα (διοικητή).

Οι μαχαλάδες που αναφέρει ο Εβλιά ήταν τουρκικοί θύλακες μέσα στις ευρύτερες ελληνικές συνοικίες.

Από τον Εβλιά μας δίνεται η πληροφορία πως το Δομοκό, τη Λαμία, τη Λιβαδειά και τη Θήβα κατέκτησε ο Μωάμεθ ο πορθητής «δια χειρός γαζή Ομέρ βέη» το 1460. Στο όνομα του Ομέρ προτάσσεται ο τίτλος του «γαζή» που σημαίνει νικητής της πίστης και ακολουθεί ο βαθμός του στη στρατιωτική ιεραρχία. Ο Ομερ βέης ήταν γιος του πασά της Θεσσαλίας Ντουραχάν.

Στη Λιβαδειά το 1668 λειτουργούσαν δύο μεντερσέδες σοφτάδων. Οι μεντερσέδες ήταν δημόσια μουσουλμανικά ιεροδιδακτήρια και οι σπουδαστές (σοφτάδες) ήταν οικότροφοι στο τζαμί και παρακολουθούσαν μαθήματα θεολογίας, αραβικής γραμματικής και ιερού δικαίου.

Στους τουρκικούς μαχαλάδες υπήρχαν και τεκέδες ασκητών. Οι τεκέδες ήταν ησυχαστήρια και τόποι προσευχής των μουσουλμάνων ασκητών που ήταν φτωχοί μοναχοί και λέγονταν δερβίσηδες.

Για τα τζαμιά της Λιβαδειάς ο Εβλιά έγραφε:

«Το τζαμί που είναι στο κάτω παζάρι του γαζή Ομέρ βέη, είναι ένα μικρό τζαμί παλαιάς αρχιτεκτονικής. Το δε τζαμί του Μπαλλή βέη είναι ένα μικρό κτίριο μισοκαταστραμμένο, συγκεντρώνει όμως πολύ κόσμο. Στη πόρτα που βλέπει νοτιοανατολικά, προς τη Μέκκα, έχει την εξής χρονολογημένη επιγραφή. «Το μεστσίτι τούτο έχτισε ο Μπαλλή βέης προς τιμήν του ονόματος του θεού με δικά του έξοδα ως οίκο προσκυνητών το έτος 1524». Το τζαμί του μαγειρείου, που λέγεται Σουλεϊμανιγιέ τζαμί, το τζαμί του Μουσταφά, το τζαμί του Βοϊβόνδα και το τζαμί Μασχαλετίν, είναι ονομαστά και ευάερα τζαμιά».

Τα δύο πρώτα μικρά και παλιά τζαμιά, του Ομέρ βέη και Μπαλλή βέη, ήταν επί της οδού Στρ. Ιωάννου. Το κτίριο που επί Τουρκοκρατίας ήταν τζαμί του Ομέρ βέη είναι στη διασταύρωση της Στρ. Ιωάννου με την οδό Τσόγκα, διαρρυθμισμένο σήμερα σε μαγαζιά. Το τζαμί Μπαλλή βέη, που το είχαν μετατρέψει σε διώροφο σπίτι και το γκρέμισαν πριν λίγα χρόνια, ήταν στη συμβολή των οδών Στρ. Ιωάννου και ΙΙεσόντων Μαχητών. Το τζαμί αυτό ήταν μεστσίτι, δηλαδή δεν είχε μιναρέ και απ' ό,τι δείχνουν τα υπολείμματα από τους γκρεμισμένους τοίχους του τζαμιού, προς τη νοτιοανατολική πρόσβαση είχε ενσωματωμένο προθάλαμο, σ’ αυτό τον προθάλαμο ήταν η μεγάλη εξώπορτα που έβλεπε νοτιοανατολικά, προς τη Μέκκα, με τη χρονολογημένη επιγραφή του Μπαλλή βέη. Η αψίδα της εξώπορτας του τζαμιού διαγράφεται και σήμερα καθαρά πάνω στη μεσοτοιχία του διπλανού σπιτιού.

Για τα υπόλοιπα τέσσερα τζαμιά οι πληροφορίες του Εβλιά είναι αόριστες, αλλά τα στοιχεία που υπάρχουν, από άλλες πηγές, βοηθάνε να γίνει κάποια ταξινόμηση. Τα στοιχεία αυτά είναι:
  1. Η πληροφορία του περιηγητή HOLLAND πως το 1812 στον ουρανό της Λιβαδειάς πέντε τζαμιά ύψωναν τους μιναρέδες τους
  2. Ένα σχεδίασμα της πόλης από το Ζαγαρά το 1800. (Εικόνα 1).

WILLIAMS, HUGH WILLIAM : Η ΚΟΙΛΑΔΑ ΤΟΥ ΟΡΧΟΜΕΝΟΥ ΑΠΟ ΤΗ ΛΙΒΑΔΕΙΑ (PLAIN OF ORCHOMENOS FROM LIVADIA). SELECT VIEWS IN GREECE WITH CLASSICAL ILLUSTRATIONS, Τ. ΙI, ΛΟΝΔΙΝΟ, LONGMAN, REES, ORME, BROWN, AND GREEN / ΕΔΙΜΒΟΥΡΓΟ, ADAM BLACK, M.DCCC.XXIX [=1829].

Στο σχεδίασμα της εικόνας 1 διακρίνεται δεξιά το φρούριο, αριστερά με τα δύο κυπαρίσσια ο λόφος της Ώρας και στη μέση διακρίνεται, σημειωμένος με τον αριθμό 1, ο μεγάλος μιναρές του τζαμιού Μασχαλετίν του Ζαγορά. Αριστερότερα, προς την Ώρα, διακρίνεται, σημειωμένος με τον αριθμό 2, ο μιναρές του τζαμιού που ήταν στη θέση της σημερινής Μητρόπολης. Το τζαμί αυτό πρέπει να ήταν του Βοι'βόνδα γιατί το σεράϊ του Βοϊβόνδα (τουρκικό Διοικητήριο) ήταν στις αρχές της σημερινής οδού Τροφωνίου και απείχε ελάχιστα από αυτό το τζαμί. Από τα άλλα δύο τζαμιά που οι μιναρέδες τους διαγράφονται στο βάθος της εικόνας, προς το Λυκοχώρι, το ένα πρέπει να είναι το τζαμί του μαγειρείου ή Σουλειμανιγιέ και θα το έλεγαν του μαγειρείου γιατί σ’ αυτό το τζαμί θα φοιτούσαν οι οικότροφοι σοφτάδες, το άλλο τζαμί θα ήταν του Μουσταφά και είναι σημειωμένα με τους αριθμούς 3 και 4. Ο πέμπτος μιναρές του τζαμιού γαζή Ομέρ βέη δεν ήταν ορατός από τη θέση του ζωγράφου γιατί παρεμβάλλονταν ο λόφος της Ώρας.

Με θαυμασμό μιλάει ο Εβλιά για την Έρκυνα.

«Έχει τρεις γέφυρες για να περνούν οι άνθρωποι. Στη μέση ακριβώς της πόλης τρέχει ποταμός θαυμάσιος, ως να είναι ζωοπάροχος με διαυγές, καθαρό και κρυστάλλινο νερό, χωνευτικό και εύγευστο. Αυτός πηγάζει από το όρος Γιεχούτ και περνάει κάτω από τις ανθεκτικές γέφυρες που προανάφερα. Δεξιά και αριστερά του ποταμού είναι χτισμένη η μεγάλη πόλη και η αγορά και στις όχθες του τα καλά καφενεία και η δεξαμενή, στην όχθη του ποταμού είναι χτισμένο και ένα βυρσοδεψείο».

Και αναρωτιέται κανείς, τι είδους πολιτισμό έχουμε σήμερα όταν το 1668 το ποτάμι που περνούσε μέσα από τη μεγάλη πόλη, για τα μέτρα της εποχής, των 5.000 ίσως και των 8.000 κατοίκων είχε νερό κρυστάλλινο, διαυγές, καθαρό!

Ο Εβλιά συνεχίζει με την περιγραφή της πολιτική καί στρατιωτικής διοίκησης της πόλης.

«Την πόλη κρατεί ο Βοϊβόνδας με 200 άνδρες. Η κρεμάλα, η πολιτική διοίκηση, τα εγκλήματα, οι ποινές, ανήκουν όλα στο Βοϊβόνδα».

Ανέβηκε και στο φρούριο.

Πράγματι έγραφε «είναι ένα κορυφαίο φρούριο υψωμένο μέχρι τους αιθέρες, όμοιο με λευκό μαργαριτάρι πάνω στο μεγάλο βράχο».

Άνθρωπος με ενδιαφέροντα, όπως όλοι οι ταξιδευτές, ο Εβλιά θα ρώτησε από ποιούς χτίστηκε το φρούριο, όμως ο γραμματιζούμενος Τούρκος ξεναγός του τον ...φώτισε γιατί γράφει:

«Κατά τους Έλληνες ιστορικούς το οικοδόμημα τούτο είναι της βασιλίσσης που τη λέγανε Λεβαζία, αγνή κόρη του σοφού και θείου Πλάτωνα που κατοικούσε στην Αθήνα και από παραφθορά της λέξης Λεβαζία λέγεται Λεβάδεια».

Αλλά ο θρύλος που διασώθηκε μέχρι σήμερα από τη Λιβαδείτικη παράδοση βασιλοπούλα θέλει την αφέντρα του κάστρου, βασιλοπούλα που μόλις οι εχθροί πάτησαν το φρούριο πέταξε τα φτειασίδια της από την τελευταία πολεμήστρα και πνίγηκε. Τα φτειασίδια, άσπρα και κόκκινα,, καθώς πετάχτηκαν έχουν βάψει το τείχος του υψηλότερου πύργου και η αλυσσίδα, απ' όπου κρεμάστηκε η βασιλοπούλα είναι την μέχρι σήμερα.

Συνεχίζοντας ο Εβλιά καταπιάνεται με πρακτικότερα θέματα.

«Το φρούριο έχει μόνο μία εξωτερική πύλη, κατά το βοριά. Ο πρώτος περίβολος του φρουρίου χρησιμοποιείται για στρατόπεδο. Είναι οι καταυλισμοί για τους 50 άνδρες της φρουράς, φρουραρχείο, γραφείο επιμελητείας, αποθήκες με τρόφιμα και πολεμοφόδια και ένα τζαμί χωρίς μιναρέ. Με τις οδηγίες του φρουράρχου οι στρατιώτες καλλιεργούν κήπο, γιατί να έχτιζαν σπίτια μέσα στο φρούριο ήταν δύσκολο να επικοινωνούν με την πόλη γιατί χρειάζονταν μία ώρα να κατέβει κανείς από το ψηλότερο σημείο του φρουρίου στην πόλη. Στο δεύτερο περίβολο του φρουρίου δεν υπήρχε κανένα οίκημα, μόνο το πυροβολείο, μερικά βασιλικά κανόνια και η δεξαμενή».

Η δεξαμενή του φρουρίου που αναφέρει ο Εβλιά είναι η υπόγεια σημερινή εκκλησία της Αγίας Βαρβάρας.

Οχτώ χρόνια μετά τον Εβλιά, το 1076, επισκέφτηκε τη Λιβαδειά ο Γάλλος γιατρός SION. Εντύπωση προκάλεσε στο SPON ο μεγάλος αριθμός ημερών νηστείας για θρησκευτικούς λόγους, μόνο 120 μέρες το χρόνο ήταν ελεύθερες για τους Έλληνες και δεν εξαιρούνταν από τις νηστείες ούτε οι άρρωστοι, ούτε οι γέροι, ούτε και τα μικρά παιδιά. Κατά το SPON οι Έλληνες ξεπερνούσαν σε βλαστήμιες όλα τα έθνη του κόσμου, οι γυναίκες ορκίζονταν πάντα με τη φράση για τον «Αφέντη του κόσμου».

Στη Λιβαδειά ο SPON βρήκε ένα γιατρό το Ζακυνθινό σινιόρ-Αλέξανδρο που η ιατρική του βιβλιοθήκη ήταν όλη-όλη ένα ιταλικό βιβλίο με ριτσέτες (συνταγές). Λόγω ειδικότητας γνώρισε και τον έμπορο Βελισσάριο Φωκά που έκανε και το γιατρό. Ο πολυμήχανος Λιβαδείτης παρακάλεσε το Γάλλο γιατρό να του σημειώσει μερικά καθαρτικά και δύο-τρεις συνταγές «για να κάνει τη δουλειά του». Όπως πληροφορήθηκε οι Λιβαδείτες εμπορεύονταν μάλλινα τοπικής κατασκευής (σκουτιά και πατατούκες) στάρια και ρύζια. Για βαμπάκια δε γίνεται λόγος, δεν θα είχε διαδοθεί η καλλιέργειά τους ακόμα στη Λιβαδειά. Το ρύζι το καλλιεργούσαν «εντός των ορίων της πόλεως στους ρυζότοπους του τρέχοντος ποταμού» όπως γράφουν τα έγγραφα της εποχής εκείνης για τις ορυζοβραγιές που αρδεύονταν από την Έρκυνα.

Η ακριβότερη ορυζοβραγιά είχε πουληθεί 500 γρόσια και ήταν «μέσα στην πόλη, κάτω από τη διάβαση του ποταμού προς τη θέση Καραβάν-σεράϊ». Με αυτά τα δεδομένα η ορυζοβραγιά πρέπει να ήταν στη θέση που είναι σήμερα τα ΚΊΈΛ και το Καραβάν-σεράϊ (μεγάλο χάνι) στο οικοδομικό τετράγωνο Σπυρίδωνος Ικάρου-Πεσόντων Μαχητών και Γεωργαντά.

Το Καραβάν-σεράϊ ήταν ένα μεγάλο τετράγωνο οικοδόμημα διώροφο, σα φρούριο, που είχε πρόσοψη στη μεγάλη εσωτερική αυλή. Όλα τα δωμάτια επικοινωνούσαν με το χαγιάτι που έζωνε το κτίριο από όλες τις εσωτερικές πλευρές. Τα ισόγεια δωμάτια τα χρησιμοποιούσαν σαν αποθήκες και τα ανώγεια για υπνοδωμάτια. Επειδή δεν υπήρχαν συστηματικά μαγαζιά που να προσφέρουν φαγητό, ο κάθε ταξιδιώτης ήταν υποχρεωμένος να μαγειρεύει ο ίδιος το φαγητό του και γι’ αυτό οι ευπορότεροι είχαν πάντοτε μαζί τους και υπηρέτη. Τα Καραβάν-σεράϊ δέχονταν τα καραβάνια μέχρι την ώρα της βραδυνής προσευχής των Τούρκων, μετά έκλειναν τις εξώπορτες και δεν επέτρεπαν την είσοδο και την έξοδο σε κανέναν μέχρι το πρωί που γίνονταν ο έλεγχος των φορτίων. Για τη μεταφορά των εμπορευμάτων χρησιμοποιούσαν άλογα, μουλάρια, καμήλες, ανάλογα με τη βατότητα των δρόμων. Τα κάρα μέχρι την Επανάσταση του 1821 ήταν άγνωστα και μόνο στις μεγάλες πεδιάδες κυκλοφορούσαν αραμπάδες με πρωτόγονες ρόδες.

Η επικοινωνία, μέσα και γύρω από τη Λιβαδειά γίνονταν με πολλές γέφυρες, οι γνωστότερες είναι:

Οι τέσσερες γέφυρες της Έρκυνας, οι τρεις στην Κρύα και η μεγάλη τοξωτή που τη γκρέμισαν μετά την Επανάσταση (Εικόνα 2) και στη θέση της έχτισαν τη σημερινή γέφυρα της οδού Λάππα.
ΑΓΝΩΣΤΟΥ : ΓΚΡΑΒΟΥΡΑ ΤΗΣ ΛΙΒΑΔΕΙΑΣ, 19ΟΣ ΑΙΩΝΑΣ (CIRCA 1800-1809

Το τρίχινο γεφύρι, που είναι πάνω στο χείμαρο Ξηριά, δίπλα στο φρούριο. Στο γεφύρι αυτό στηρίζονταν οι πήλινοι σωλήνες που μετέφεραν το νερό στη δεξαμενή του φρουρίου από την περιοχή του Οσίου Σεραφείμ Λιβαδειάς.

Το γεφύρι στις Μάκρεσι, πάνω στον Μακρυσαίο, που σώζεται μέχρι σήμερα αλλά δεν χρησιμοποιείται. Κατά την παράδοση, μετά την Επανάσταση, κάποιος που τον έλεγαν Αργυρή ξημεροβράδυαζε στο γεφύρι και ..ρύθμιζε την κυκλοφορία, μερικοί για να διασκεδάσουν καμώνονταν τάχα πως θα αγόραζαν το γεφύρι και απειλούσαν τον Αργύρη με έξωση, με τον καιρό έμεινε η ονομασία στου χαζό-Αργύρη το γεφύρι .

Άλλο γεφύρι και αυτό στο Μακρυσαίο είναι το λεγόμενο Καμπούρικο στα Ισώματα. Το γεφύρι αυτό εξυπηρετούσε την επικοινωνία προς Ορχομενό και Χαιρώνεια. Ο δρόμος προς τη Χαιρώνεια που ήταν στρωμένος με πέτρες περνούσε από τα Κέρατα (Θούριο) και σε ορισμένα σημαία της διαδρομής σώζονται μέχρι σήμερα τα ίχνη του.

Η Λιβαδειά μέχρι την εποχή της Επανάστασης του 1821 θα παραμείνει όπως την περιγράφει ο Εβλιά. Η φεουδαρχική-τιμαριωτική διάρθρωση της οικονομίας είχε ανασταλτικές επιπτώσεις οικονομικές και πολιτιστικές, σε ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού της γιατί η οικονομική εξουσία παρέμεινε μόνιμα στα χέρια των γαιοκτημόνων-τσιφλικάδων με αποτέλεσμα η εξέλιξη της πόλης να παραμείνει στάσιμη. Ο Εβλιά το 1668 έγραφε πως η Λιβαδειά είχε 2.020 σπίτια αλλά και ο Άγγλος περιηγητής HOLLAND μετά από 144 χρόνια σε 2.000 περίπου υπολογίζει τα σπίτια της πόλης, οι πληροφορίες των δύο περιηγητών επιβεβαιώνουν την αρνητική επίδραση που εξασκούσαν στην εξέλιξη της πόλης οι οικονομικές και διοικητικές δομές της.

Οι Τούρκοι κατέλαβαν τη Βοιωτία το 1460 «δια χειρός γαζή Ομέρ βέη», αυτό σημαίνει πως οι Βοιωτοί αντιστάθηκαν στην εισβολή των Τούρκων, σε αντίθεση, με άλλα διαμερίσματα της Ελλάδας που παραδόθηκαν χωρίς αντίσταση και σύμφωνα με το δίκιο του Ισλάμ η γη και οι κάτοικοι της Βοιωτίας επειδή κατακτήθηκαν με τα όπλα περιήλθαν στην αποκλειστική κυριότητα του Σουλτάνου. Κατά τη διάρκεια της τουρκοκρατίας οι άνδρες ήταν υποχρεωμένοι να πληρώνουν φόρο υποτελείας στο Σουλτάνο, το λεγάμενο χαράτσι, για να τους επιτρέπεται για ένα χρόνο να έχουν το κεφάλι τους στους ώμους τους.

Η μονή του Οσίου Λουκά, που στερήθηκε την περιουσία της μετά την εισβολή των Τούρκων, είχε σχεδόν αυτοδιαλυθεί και οι καλόγεροι γύριζαν στα περίχωρα για να εξασφαλίσουν τον επιούσιον. Στην ταραγμένη εκείνη εποχή κάτι ανάλογο θα συνέβαινε και στους υπόλοιπους κατοίκους της επαρχίας.

Όλες οι διαδικασίες για την ανακατανομή της γης στην επαρχία Λιβαδειάς είχαν τελειώσει πριν το 1529 και μέσα σ’ αυτό, το χρονικό διάστημα είχαν θεσπιστεί και οι νόμοι που καθόριζαν τις σχέσεις νικητών και νικημένων.

Με την ανακατανομή της γης ευνοήθηκαν τα μοναστήρια. Έπειτα από ενέργειες του πατριάρχη Ιερεμία του Λ ο σουλτάνος Σουλεϊμάν ο μεγαλοπρεπής (1520-1566) παραχώρησε μεγάλες εκτάσεις γης στη μονή του Οσίου Λουκά από τα όρια της Λιβαδειάς, Κυριακίου, Διστόμου και Στειρίου. Ο Μωάμεθ ο πορθητής είχε απαλλάξει με βεράτιο (έγγραφο που παραχωρούσε προνόμια) την εκκλησιαστική περιουσία και τους κληρικούς από κάθε φορολογική επιβάρυνση. Από το Μωάμεθ τον πορθητή επίσης είχαν παραχωρηθεί διοικητικές και δικαστικές δικαιοδοσίες στον πατριάρχη και κατ’ επέκταση στους κατά τόπους ανώτερους ιερωμένους αλλά η εκκλησία, κατά καιρούς, πλήρωνε βαρύ τίμημα στον κατακτητή.

Από τα πρώτα χρόνια της τουρκοκρατίας η επαρχία Λιβαδειάς, που είχε δύο επισκοπικούς θρόνους της Κορωνείας και της Δαυλείας, υπάγονταν στο Μητροπολίτη Αθηνών που τιτλοφορείται Τπέρτιμος Έξαρχος πάσης Ελλάδος. Κατά τη διάρκεια της τουρκοκρατίας η επισκοπή της Κορώνειας καταργήθηκε, η δε επισκοπή Δαύλειας με «γίλλιον (πατριαρχικό έγγραφο) του πατριάρχη Νεόφυτου ενώθηκε το 1611 με την επισκοπή Αταλάντης και ο επίσκοπος αναφέρονταν με το όνομα Δουλείας και Ταλαντίου.

Αν κρίνομε από το προηγούμενο των μοναστηριών και της εκκλησίας γενικά, πιθανόν οι Τούρκοι να χορήγησαν ανάλογα προνόμια και στους κατά τόπους ευγενείς, που προέρχονταν από την ανώτερη φεουδαρχική τάξη ή όσους από τους πλούσιους και ισχυρούς έκριναν συνεργάσιμους για τη διοίκηση των ελληνικών κοινοτήτων.

Πολλοί ιστορικοί αναφέρονται σε μια προκήρυξη του Μωάμεθ του πορθητή που ήταν γραμμένη στα ελληνικά και απευθύνονταν στο αρχοντολόϊ της Πελοποννήσου. Στην προκήρυξη ο Πορθητής καλούσε τους άρχοντες να μη φύγουν για τη Δύση και τους υπόσχονταν ότι θα είναι «κάλλιον παρού πρώην». Εκτός από την προκήρυξη του Μωάμεθ του πορθητή, ένα άλλο στοιχείο που ενισχύει την άποψη ότι στους άρχοντες είχαν απονεμηθεί, όπως και στην εκκλησία, τα ίδια διοικητικά και οικονομικά προνόμια είναι η επιστολή που έστειλε στο Λάμπρο Κατσώνη, με διαταγή του Σουλτάνου, ο διερμηνέας του τουρκικού στόλου Στέφανος Μαυρογένης. (Κ. Σάθα: Τουρκοκρατούμενη Ελλάς 1453-1821). Στην επιστολή ο Μαυρογένης υπόσχεται στο Λάμπρο Κατσώνη ότι ο Σουλτάνος εκτός από τα άλλα προνόμια «...θα σας αναγνωρίσει με όλους τους οπαδούς σας ευγενείς (άρχοντες) και παντός φόρου ελεύθερους... εάν σταματούσε τις καταδρομές εναντίον των Τούρκων στο Αιγαίο. Ο Κατσώνης που περιφρόνησε τις υποσχέσεις του Σουλτάνου δεν καταδέχτηκε να απαντήσει.

Στους Λιβαδείτες αγρότες παραχωρήθηκαν μικροί κλήροι, αποκλειστικής ιδιοκτησίας, για την καλλιέργεια αμπελιών. Στους Ζαγαρίτες παραχωρήθηκαν αμπελότοποι στις θέσεις, Ζαγαρίτικα αμπέλια, Στ’ς Κούρδελη, Απάνω αμπέλια και Πέρα αμπέλια. Άλλοι αμπελότοποι, έξω από την αγροτική περιφέρεια του Ζαγαρά, μνημονεύονται στις θέσεις Παλιούρια και Αγροστίνο. Επειδή το Λυκοχώρι ήταν ανεπτυγμένη συνοικία που την κατοικούσαν πολλοί αγρότες, πιθανόν οι αμπελότοποι στις θέσεις Παλιούρια και Αγροστίνο να είχαν παραχωρηθεί στους αγρότες του Λυκοχωριού. Ανέκαθεν τα Λυκοχωρίτικα αμπέλια ήταν προς τον παλιό δρόμο της Γρανίτσας ίσως εκείνα τα χρόνια οι τοποθεσίες αυτές να λέγονταν Παλιούρια και Αγκροστίνο.

Επίσης στους Λιβαδείτες παραχωρήθηκαν και μικροί κλήροι, κατά μήκος της Έρκυνας, που έσπερναν ρύζια, τις ορυζοβραγιές όπως έλεγαν τότε, μισή ή μία ορυζοβραγιά ήταν η κάθε ιδιοκτησία. Οι ορυζοβραγιές όμως ήταν δεσμευμένες από τη μητέρα του σουλτάνου και το δέκατο της σοδειάς έπρεπε να κατατεθεί στο λογαριασμό του ταμείου εσόδων του τζαμιού που ήταν στο Σκούταρι της Προποντίδας.

Στους κτηνοτρόφους παραχωρήθηκαν βοσκότοποι, η δε υπόλοιπη γη περιήλθε στο τουρκικό κράτος και χωρίστηκε σε τιμάρια.

Τα τιμάρια ήταν καλλιεργήσιμες ή και δασώδεις εκτάσεις που παραχωρούσαν σε Τούρκους αξιωματούχους με ειδικές όμως υποχρεώσεις των τιμαριούχων σπαχήδων (αξιωματικών του ιππικού) σε περίπτωση πολέμου. Για τους αγάδες τα τιμάρια ήταν οικογενειακά και μεταβιβάζονταν από γενιά σε γενιά. Για παράδειγμα ο Ιμπραήμ αγάς, σε έγγραφο που διασώθηκε, δήλωνε ότι τα τσιφλίκια του που έπιαναν από τις Τσέρες Διστόμου ως τη βρύση του Καρακόλιθου τα είχε προπατορικώς.

Τιμάρια παραχωρήθηκαν και σε ανώτατους αξιωματούχους διοικητικούς ή στρατιωτικούς. Στο βεζύρη (υπουργό) Ιμπραήμ είχαν παραχωρηθεί πέντε χωριά του κάμπου της Λιβαδειάς. Επίσης στο Δαμέν βέη, ανώτερο στρατιωτικό, είχε παραχωρηθεί το μοναστήρι, με την περιουσία που θα του ανήκε πριν την τουρκική εισβολή, Παναγία η Καλαμιώτισσα. Το μοναστήρι αυτό αγόρασαν από το Δαμέν βέη πολύ πριν το 1580 οι καλόγηροι του Ο. Λουκά για 3.000 άσπρα.

Σε αντίθεση με τους κτηματίες οι έμποροι φαίνεται πως πέρασαν σχετικώς αλώβητοι τη δοκιμασία της τουρκικής κατάκτησης. Οι εμπορικές δραστηριότητες εξακολούθησαν να παραμένουν στα χέρια των ντόπιων εμπόρων γιατί οι Τούρκοι προτιμούσαν να εισπράττουν τους δασμούς από τα διακινούμε να εμπορεύματα παρά να εμπορεύονται οι ίδιοι. Οι δασμοί που πλήρωναν οι εμπορευόμενοι στα τουρκικά τελωνεία του ελληνικού χώρου ήταν 5% επί της αξίας των διακινουμένων προϊόντων.

Το τουρκικό γρόσι, μέχρι το τέλος του 16ου αιώνα, δεν είχε υποτιμηθεί. Ζύγιζε 6 δράμια, είχε σταθερή αναλογία κράματος και αντιστοιχούσαν 17 γρόσια στο δηνάριο. Η νομισματική αυτή σταθερότητα συνετέλεσε ώστε τα κεφάλαια των εμπόρων να μην υποτιμηθούν. Το γρόσι ήταν ασημένιο των 40 παράδων και ένας παράς αντιστοιχούσε με 3 άσπρα.

Το ημερομίσθιο του ξωτάρη στην περιφέρεια Λιβαδειάς το 1805 ήταν 30-40 παράδες και μία οκά κρασί. Στο θέρο το μεροκάματο ήταν ένα κιλό στάρι και μία οκά κρασί. Το κιλό αντιστοιχούσε με 22 οκάδες και η τιμή του στην αγορά της Λιβαδειάς ήταν 5,5 πιάστρα (γρόσια). Για τη συγκομιδή του βαμπακιού και του καλαμποκιού η αμοιβή ήταν το ένα δέκατο από την ποσότητα που μάζευε ο εργάτης. Όμως ο Έλληνας εργαζόμενος σπάνια ξεπερνούσε τα 200 ημερομίσθια το χρόνο γιατί τιμούσε με αργία όλο το εορτολόγιο των Αγίων.

Οι κάτοικοι των ορεινών περιοχών της επαρχίας Λιβαδειάς υπέφεραν λιγότερο από την τουρκική καταπίεση, αυτοί που βασανίζονταν από το ζυγό του Τούρκου και του Έλληνα τσιφλικά και υπέφεραν από τη μάστιγα της ελονοσίας ήταν οι κάτοικοι των πεδινών και ημιπεδινών περιοχών. Οι ξωτάρηδες για να συμπληρώσουν το ισχνό τους εισόδημα νοίκιαζαν τα κτήματα των Τούρκων και των ολιγάριθμων μα βαθύπλουτων Ελλήνων προεστών. Διαφωτιστικά στοιχεία για τον τρόπο που γίνονταν οι κολληγιές των ξοτάρηδων με τους τσιφλικάδες δίνει η απάντηση του Καποδίστρια στους αντιπροσώπους των προστατριών δυνάμεων της Ελλάδας όταν ρωτήθηκε γι'αυτό το θέμα.

Η ενοικίαση γίνονταν
  1. Με το λεγόμενο Συντροφικό ή Μεσιακό
  2. Με το Τριτάρικο που άλα τα έξοδα καλλιέργειας ήταν του ενοικιαστή. Από το ακαθάριστο της σοδειάς πρώτα αφαιρούσας τη φορολογία της δεκάτης και από τα υπόλοιπα 9 μερίδια τα 6 έπαιρνε ο ενοικιαστής και τα 3 ο ιδιοκτήτης.
  3. Με το Γεώμορο ή Αποκοπή. Όλα τα έξοδα της καλλιέργειας και ο φόρος της δεκάτης βάρυναν τον ενοικιαστή και ο ιδιοκτήτης έπαιρνε από τη σοδειά όση ποσότητα είχε συμφωνηθεί.
Οι νόμιμοι φόροι που πλήρωναν οι Λιβαδείτες το 1805 στους Τούρκους ήταν τρεις.
  1. Η Δεκάτη που ισοδυναμούσε με το ένα δέκατο του ακαθάριστου της σοδειάς
  2. Το Αβαρέσι, που ήταν το τέλος της πρωσικής περιουσίας
  3. Ο Κεφαλικός φόρος, το Χαράτσι, που πλήρωναν όλοι οι άνδρες που κρίνονταν ικανοί για δουλειά.
Η φορολογία των κτηνοτροφών υπολογίζονταν κατά κεφαλή ζώου.

Την οικονομική αφαίμαξη συμπλήρωναν οι έκτακτες αναγκαστικές εισφορές και οι πάσης φύσεως επιβαρύνσεις που απορροφούσαν το μισό σχεδόν από το υπόλοιπο εισόδημα. Οι αυθαίρετες αναγκαστικές εισφορές λέγονταν Αβανίαι. Οι δουλοπάροικοι της Βελίτσας που είχε 80 σπίτια και ήταν τσιφλίκι του Λιβαδείτη άρχοντα Γιαν. Λογοθέτη, αναγκάστηκαν το 1805 να πληρώσουν μέσα σε 6 μήνες στον Αλή πασά 40.000 γρόσια. Στη Βελίτσα είχε γίνει ένα επεισόδιο με ληστές, που είχαν κάψει και το μισό χωριό, ο Αλής που είχε αναλάβει τη φύλαξη όλων των στενών διόδων (δερβένια) μέχρι τα. στενά της Πέτρας, τους κατηγόρησε ότι υπόθαλπαν τους ληστές και τους υπέβαλε το πρόστιμο.

Από τη φορολογία του ραγιά είχε και η εκκλησία το μερίδιό της, έπαιρνε τη ρόγα, έτσι έλεγαν τότε τη φορολογία υπέρ της εκκλησίας.

Γενικά η τάξη των ξωτάρηδων και των κτηνοτροφών δούλευε για να οφελούνται, το τουρκικό κράτος, οι Τούρκοι και οι Έλληνες τσιφλικάδες και οι εμπορευόμενοι.

Οι εξαγωγές σε εμπορεύματα του ελληνικού χώρου ανέρχονταν σε 5.000.000 περίπου γρόσια και οι εισαγωγές περίπου σε 2.000.000 γρόσια, μ' αυτά τα δεδομένα το τουρκικό κράτος από τον ελληνικό χώρο είχε εισαγωγή συναλλάγματος αξίας 3.000.000 γροσίων. Αυτό δεν σημαίνει ότι η χώρα παρήγαγε άφθονα αγαθά, πολλές εκτάσεις έμειναν ακαλλιέργητες και εφάρμοζαν τη μέθοδο της αγρανάπαυσης, το πλεόνασμα στις εξαγωγές προέρχονταν επειδή ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού της Ελλάδας στερούσε τον εαυτό του του από τα αγαθά που παρήγαγε, κρέας έτρωγε κάθε Αγίου Δημητρίου, Αγίου Γεωργίου, Χριστούγεννα και Πάσχα.

Ο τιμαριούχος Τούρκος κι ο Έλληνας τσιφλικάς είχαν ταξική αλληλεγγύη απέναντι στον ξωτάρη-ενοικιαστή και τον εκμεταλλεύονταν. Για να δελεάσουν οι τσιφλικάδες τους ενοικιαστές τους δάνειζαν χρήματα με το διάφορο, έτσι έλεγαν τότε τον τόκο, αλλά επειδή ήταν δύσκολο να εξοφλήσουν τόκο και κεφάλαιο στην τακτή προθεσμία παγιδεύονταν στη δούλεψή τους. Στην Ανατολική Ρούμελη ο τόκος ήταν στα 10 γρόσια του κεφαλαίου 2 γρόσα διάφορο ή όπως γράφει ένα σχετικό συμφωνητικό της εποχής εκείνης

«... τα δέκα τέσσερα γρόσια (το κεφάλαιο που είχε τοκιστεί) να τρέχουν με το διάφορό του, τα δέκα, δώδεκα, έως Φεβρουάριου πρώτη να έχει να μου τα δίνει, χωρίς λόγο και αντίλογο...»

1821 Νοεμβρίου 8 Χρυσσό (Παρνασσίδας).

Από τα γραφόμενα του παραπάνω συμφωνητικού και από άλλα συναφή συμφωνητικά βγαίνει το συμπέρασμα πως το κεφάλαιο τοκίζονταν με τόκο 80% περίπου.

Οι εμπορευόμενοι πάλι από τους ξωτάρηδες και τους κτηνοτρόφους αποκόμιζαν τα περισσότερα κέρδη, γιατί άνθρωποι της ανάγκης όπως ήταν, αναγκάζονταν να πουλήσουν πάραυτα τη σοδειά τους ενώ οι τσιφλικάδες που διέθεταν πίστωση χρόνου γιατί είχαν οικονομική άνεση, πουλούσαν τα προϊόντα τους με καλύτερες τιμές.

Η ζωή των περισσότερων στεριανών, στα χρόνια της τουρκοκρατίας, ήταν περιορισμένη μέσα σε στενά όρια. Ο Φωτάκος στα απομνημονεύματά του γράφει πως κάθε πόλη και χωριό είχε διορισμένον ένα πρωτόγερο (κλητήρα) για τα θελήματα και να ειδοποιεί για οποιαδήποτε αγγαρεία. Κατά το σούρουπο, όταν ο κόσμος είχε γυρίσει από τις δουλειές τους φώναζε : «Ακούτε το, αύριο μη τολμήσει κανένας να πάει σε άλλη δουλειά γιατί θα κάμομε τούτο και τούτο».

Είχαν τη συνήθεια να βλέπονται όλοι στη λειτουργία και όταν έβγαιναν από την εκκλησία ρωτούσαν να μάθουν από τους πιο εξελιγμένους μη τυχόν είχαν ακούσει κανένα νέο πολιτικό και πολεμικό των Φράγκων ή των Ρώσων κατά των Τούρκων. Όλοι έβρισκαν παρηγοριά στις προφητείες τον Αγαθάγγελου και περίμεναν το ξανθό γένος να κυνηγήσει τους Τούρκους ως την Κόκκινη Μηλιά. Αν κάποιος είχε χάσει κανένα ζώο ή τίποτα άλλο το φώναζε δυνατά, ότι όποιος το είδε ή το έχει, να το πει, ειδεμή θα τον αφορίσει ο παπάς.

Ο Περραιβός γράφει πως σ’ όλη την Ελλάδα οι άρχοντες και μέσα στην εκκλησία είχαν ξεχωριστή θέση από το λαό, κάθονταν σε στασίδια με περίοπτο θέση, πρώτοι ασπάζονταν τις εικόνες, πρώτοι έπαιρναν αντίδωρο και είχαν παντού τα πρωτεία.

Στους περιηγητές είχε κάνει εντύπωση ο τρόπος που γιόρταζαν οι Έλληνες την ανάσταση του Χριστού, με παταριές και γλέντια. Γλέντια γίνονταν και στους γάμους που διαρκούσαν δύο μέρες.

Η ΛΙΒΑΔΕΙΑ ΜΕΤΑ ΤΟ ΜΕΣΑΙΩΝΑ ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟ Δ. ΓΚΑΝΤΗΡΑΓΑ ΑΘΗΝΑ 1988


from ανεμουριον https://ift.tt/2z9JqsE
via IFTTT
Από το Blogger.