Πώς ξέχασα τα γαλλικά μου

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΡΟΥΒΑΛΗ

Κάθησε Γιωργάκη, κάθησε. Πολύ χάρηκα πού βρεθήκαμε μετά από τόσα χρόνια. Πάρε λίγο ψάρι ζελέ, εγώ τό 'χω κάνει. Και πατατοσαλατα και πατζάρια και σκορδαλιά, είναι αλοιφή, με καρύδι. Σε θυμάμαι στή γειτονιά, μικρό παιδάκι, τότε πού ερχόμουν σπίτι σας νά φτιάξω τά δόντια μου στή μητέρα σου. Μέ αγαπούσε πολύ ή μητέρα σου, γιατί διάβαζα. Έλεγε ότι εγώ ξεχωρίζω από τ' άλλα κορίτσια της γειτονιάς. Έξ άλλου στή βιβλιοθήκη μέ γνώρισε, στον Παλαμήδη, νά δανείζομαι βιβλία. Άπό τότε μέ πήρε υπό τήν προστασία της, γυμνασιοκόριτσο εγώ. Μου δάνειζε βιβλία, στή γιορτή μου μου χάρισε ένα της Πέρλ Μπακ. Μου έδινε συμβουλές: νά σπουδάσω, νά έχω μιά δουλειά, νά είμαι ανεξάρτητη, άλλά καί όταν παντρευτώ νά φροντίζω και τόν άντρα καί τά παιδιά μου. 'Εγώ έμαθα στή Σοφία νά μαγειρεύει, τήν υπηρέτρια σας. Κι ή αδελφή μου, ή Αθηνά, ερχόταν καί έραβε στης μητέρας σου, Όχι όμως τα καθημερινά, τά βραδινά της έφτιαχνε, τίς σπέσιαλ τουαλέτες πού φόραγε όταν πήγαινε στους χορούς στον Αμφιτρύωνα.

Θυμάμαι, λοιπόν, τις Αποκριές, πρέπει να ήταν '55 ή '56, πού τής είχε ράψει ή αδελφή μου ένα υπέροχο μαύρο φόρεμα μεταξωτό, μ' ένα μπούστο δαντέλα καί πήγε στο χορό Σάββατο, ενώ είχε δουλέψει και ήταν κουρασμένη, και τό βράδυ, εμείς τά κορίτσια τής γειτονιάς, ή 'Αθηνά, εγώ, ή Νίκη καί ή Άννα ή Νικολοπούλου, είχαμε στηθεί στό παραθυράκι τού 'Αμφιτρύωνα από τήν πίσω μεριά τού ξενοδοχείου καί θαυμάζαμε τόν κόσμο πού χόρευε. Ή μητέρα σου ήταν σάν ξωτικό, είχε μιά αύρα μαγευτική στην αγκαλιά τού πατέρα σου, κομψού καί τέλειου χορευτή, καί φορούσε, θυμάμαι, άσπρες περλίτσες στ' αυτιά καί στό μικρό δάχτυλο ένα δαχτυλίδι πού λαμπύριζε στό φως των πολυελαίων καί μάς τύφλωνε. Κλαίω τώρα πού τά σκέφτομαι, πόσα χρόνια έχουν περάσει πού 'μασταν κι εκείνοι κι εμείς νέοι κι όλο ελπίδες γιά τό μέλλον, έστω κι εκείνα τά δύσκολα χρόνια τού '50. Ήταν πολύ όμορφη ή μητέρα σου, ή Τερέζα, όλο τ' Άνάπλι τό 'λέγε. Καί πολύ καλή στή δουλειά της καί καλός άνθρωπος. 'Εμένα οι συμβουλές της με βοήθησαν πολύ. («Κοπέλα μου», μού 'λέγε, έτσι μέ αποκαλούσε, όχι Ελένη, «όταν σ' αρέσει ένας άντρας νά του τό δείξεις. Μόνο όταν εσύ θέλεις θά γίνει κάτι, όχι όποτε θέλουν καί βρουν τήν ευκαιρία αυτοί. Έσύ θ' αποφασίσεις τί καί πότε θά γίνει». Ήταν πρωτοπόρα τότε ή μητέρα σου σέ κάτι τέτοια. Σήμερα θά τήν λέγαμε φεμινίστρια. "Ολο τό Ναύπλιο τήν προτιμούσε, γιατί ήταν πολύ καλή στή δουλειά της. Κάτι δόντια πού μού σφράγισε τότε, πρίν σαράντα χρόνια, ακόμα δέν μού έχουν χαλάσει.

'Οταν αργότερα παντρεύτηκα με τόν άντρα μου, τόν Γιουγκοσλάβο, ήρθε σπίτι σας καί τόν γνώρισε. Τον ενέκρινε αμέσως. («Φαίνεται πολύ καλός, μορφωμένος καί ότι σ' αγαπάει πολύ», μού είπε. Στον ίδιο δέν είπε τίποτα, έτσι ήτανε, δέν εκδηλωνόταν πολύ, ήταν σοβαρή. Αλλά σ' εμένα μού τό 'πε καί μού 'δώσε ένα σωρό συμβουλές γιά μετά. Ήταν πανέμορφος ο Γκράντο μου, ακόμα δέν μπορώ νά τόν ξεχάσω, τριανταπέντε χρόνια τώρα πού πέθανε, τόν σκότωσε ή δικτατορία, τί νά σού λέω τώρα. Τά μαύρα ακόμη δέν τά 'χω βγάλει. Ευτυχώς έχω τό γιό μου, τόν γνώρισες, ένα όμορφο παλικάρι, μελετηρό, μέ καλή θέση καί μού χάρισε κι ένα εγγονάκι, τόν Στέφανο, πού είναι ή χαρά μου τώρα πού γέρασα κι εγώ καί βγήκα στή σύνταξη πέρσι τόν Απρίλιο. "Οταν τό 1964, Αύγουστο, πήγα τό μωρό μου καί τό 'δειξα στή μητέρα σου, μού είπε «είναι τό πιό όμορφο Σερβάκι πού εχω δει ποτέ στή ζωή μου».

Στις ξένες γλώσσες ήμουνα πολύ καλή εγώ. Στά γαλλικά άσσος. Πήγαινα στό Γαλλικό 'Ινστιτούτο, κι ας μήν είχαμε πολλή άνεση. Μετά πού παντρεύτηκα πήγα μέ υποτροφία στό Παρίσι, δυόμισι χρόνια, νά σπουδάσω γαλλική καί ελληνική φιλολογία. Ό άντρας μου έκανε κι αυτός ένα μεταπτυχιακό στή Φυσική. Ό καθηγητής μου, ό Ντυτέρτρ, μέ προωθούσε πολύ, μ' αγαπούσε. Ήταν γέρος, βλέπεις, κι ήθελε κάποιος νέος, βοηθός του, νά μείνει στή θέση του. Αλλιώς θά 'ταν ή ζωή μου άν είχα μείνει έκεί. Δέν ήταν γραφτό όμως. Πέθανε ξαφνικά ό πατέρας μου - τόν θυμάσαι τόν κυρ Γιώργη με τά ψαρά του τά μαλλιά, τά γυαλιά καί τό μουστάκι του —, καί γύρισα πίσω άρον-άρον νά βοηθήσω τη μητέρα μου. Έπρεπε οπωσδήποτε να δουλέψω. Παρακάλεσα με ένα γνωστό μου τον 'Αλειφέρη, πού ήξερε τότε τον Διοικητή της ΔΕΗ, νά με διορίσει. Τίποτα αυτός. «"Αν θέλει, νά δουλέψει, νά 'ρθει καμαριέρα στό ξενοδοχείο μου», μου μήνυσε. Ήξερα δτι έπωφελείτο καί όσες μπορούσε τις πέρναγε άπ' τό κρεβάτι του. Μετά έλεγε ότι διόρισε τριακόσιους φτωχούς ανθρώπους στή δικτατορία. Κανένας άπ' αυτούς δέν του λέει καλημέρα σήμερα, ούτε ευχαριστώ.

Τέλος πάντων, μέ τά πολλά μπήκα κι εγώ στό Υπουργείο Πολιτισμού. Μ' έβαλαν στό Μουσείο. Εκεί χρησιμοποίησα στό έπακρον τά γαλλικά μου. Τώρα δέν είμαι ικανή νά βγάλω μιά λέξη. Πώς έγινε αυτό; Θα σου πώ.

Πρώτα-πρώτα, όλους τους Γάλλους πού έρχονταν σ' εμάς, εμένα μού τους φόρτωναν, λόγω γλώσσας. Ξεναγήσεις, τραπεζώματα, άδειες γιά ανασκαφές, εγώ τά διεκπεραίωνα. Μου άρεσε κιόλας νά τους κάνω παρέα, μού μάθαιναν πολλά, μοΰ χάριζαν βιβλία στά γαλλικά, εξασκούσα καί τήν κονβερσασιόν μου. Τότε, ό μακαρίτης μέ είχε αφήσει μέ μωρό παιδί, κι άλλο ένα πού ήταν μικρό, άνηψάκι μου, ορφανό. Έτρεχα όλη μέρα στό γραφείο καί τους αρχαιολογικούς χώρους, έκανα κι άλλες, εξωτερικές δουλειές, γιατί δέν έβγαινα μέ τό μισθό, βοηθούσα τή μητέρα μου στό σπίτι, είχα καί τά μαθήματα της ΑΣΟΕΕ, γιατί ένα πτυχίο ήταν απαραίτητο, είχα κουραστεί πολύ.


Πήγα στην προϊσταμένη καί ζήτησα ένα επίδομα πού δίνανε τότε, 5% γιά τή γλώσσα. «Νά πάς νά πάρεις δίπλωμα από τό ΔΙΚΑΤΣΑ», μοΰ λέει, «καί θά στό δώσω». Κι εκεί μ' έχεις νά τρέχω σέ εντατικά, νά διαβάζω σάν τρελή τά βράδια νά περάσω τίς εξετάσεις γιά τά γαλλικά, ήτανε δύσκολες, μή νομίζεις. Τελικά, δίνω, τό παίρνω καί της τό πάω, όλο χαρά. Τό κοιτάζει καί μοΰ λέει, ή γαϊδούρα, «Μπά, εγώ αυτό δέν τό αναγνωρίζω, νά πάς στό Υπουργείο νά σου δώσουν τή δική τους τή βεβαίωση». Τόσο αναίσθητη, απάνθρωπη, τόσο μίζερη ήταν. Έτσι φέρονταν τότε στους υπαλλήλους οι ανώτεροι. 'Αντί νά μού πει μπράβο, νά μέ ενθαρρύνει, ήξερε όλη μου τήν κατάσταση, έβαζε παραπάνω εμπόδια.

Ε, λοιπόν, τότε σά νά έπεσε μιά κουρτίνα στό μυαλό μου καί ξέχασα τελείως τά γαλλικά μου. Έρχονται πάλι οι Γάλλοι κι εγώ αρνιόμουν νά τους εξυπηρετήσω, δέν ήθελα ν' ακούσω τίποτα γιά γαλλικά, τά ξέχασα όλα. Χρόνια κράτησε αυτή ή κατάσταση, μέχρι σήμερα. Μπλοκάρισμα, λές; Ναί, μπλοκάρισμα είναι. Σά νά σκέπασε μέρος τού μυαλού μου ένα μαύρο σύννεφο, καί ό,τι έχει σχέση μέ τά γαλλικά κρύφτηκε ή εξαφανίστηκε. Αστείο, έ; Κι όμως, φαίνεται ότι ή στεναχώρια μου ήταν τόση μέ τή γαϊδουριά της προϊσταμένης, πού έτσι έγινε! Τι συνέβη μετά; Ε, μετά ήρθε εκείνη ή αγία γυναίκα, ή κυρία Δεϊλάκη, λαμπρή αρχαιολόγος, τή θυμάσαι, εκείνη πού κατάφερε νά υπάρξει θεσμοθετημένος αρχιτεκτονικός έλεγχος στην παλιά πόλη τού Ναυπλίου. Έκανε καί πλήθος ανασκαφές ή ίδια, άνακάλυψε μυκηναϊκούς τάφους στην Ευαγγελίστρια, στό Παλαμήδι καί άλλα πολλά. Τό κύριο επίτευγμα της όμως ήταν ότι έσωσε την παλιά πόλη από τους μπετονατζήδες καί την κακογουστιά. 'Αλλιώς, 'Ηράκλειο θά 'ταν σήμερα τό Ναύπλιο, όλο πολυκατοικίες καί ασκήμια. Ή κυρία Δεϊλάκη, λοιπόν, μου έδινε από την τσέπη της τό έπίδομα όταν χρειαζόταν, τόσο καλή ήταν καί δίκαιη. Μετά βγήκε ή εγκύκλιος του Υπουργείου πού μας έδινε τό έπίδομα, δηλαδή τί έπίδομα, πενταροδεκάρες τώρα, άν σκεφτούμε πόσος ηταν ό μισθός καί πόσο θά 'ταν τό έπίδομα τού 5%. Τό γεγονός είναι ότι έγώ, επίσημα, ποτέ δέν τό πήρα.

Τό θέμα, όμως, έχει καί συνέχεια. Τελευταία έχω πολλά προβλήματα μέ τη νύφη μου, πού δέν μ' αγαπάει καί δέν προσέχει τό παιδί της. Μόνο ό γιος μου τό φροντίζει. Αυτός είναι η μαμά καί ό μπαμπάς ταυτοχρόνως. Αφού νά φανταστείς στην βάφτιση, στον Αγιο Νικόλα, τό παιδί δέν ήθελε τη μαμά του, έκλαιγε, μόνο όταν τό πήρε αγκαλιά ό πατέρας του, ό γιος μου, ησύχασε. Κι έχουμε τό παράδοξο, στις φωτογραφίες νά τό κρατάει αυτός, όχι η μαμά του η έστω η κουμπάρα, όπως συνηθίζεται. ΄χει τη δουλειά της λέει αύτη, φεύγει όλη τη μέρα στό φροντιστήριο πού έφτιαξε και γυρίζει στις 11 τη νύχτα. Μετά πάει χωριστές διακοπές και άλλα νεωτεριστικά. Αποτέλεσμα, τό παιδάκι, δυό χρονών είναι, έκεί πού είχε αρχίσει νά λέει λογάκια, ξέρεις τώρα «μπαμπά», ((γιαγιά)), όχι, «μαμά» δέν είπε, ξαφνικά βουβάθηκε καί δέν μιλάει καθόλου. Τό πήγαμε στον παιδοψυχίατρο καί είπε ότι τό παιδί διαμαρτύρεται γιά την έλλειψη της μητέρας του.

Άρα τό παιδί μού 'μοιάσε, έκανε καί αυτό μπλοκάρισμα ολοκληρωτικό τού λόγου, αφού τό στενοχωρήσαμε. Παράξενο έ; Είμαστε καλοί-καλοί, αλλά άμα μας παραστριμώξεις μπλοκαριζόμαστε, κι έγώ καί τό παιδί.

Τώρα βέβαια πρέπει νά τό ξαναπαμε στό γιατρό, νά τού κάνουμε θεραπεία, δέν γίνεται νά μην μιλάει τό παιδί. Καί γιά τά γαλλικά μου, λέει ό γιος μου νά πάω κανένα ταξιδάκι στη Γαλλία, αυτός θά τό πληρώσει, μήπως καί τά ξαναθυμηθώ κι έγώ. Δέν ξέρω, τί νά πώ. Έχω καταπιεί τόσες πίκρες στη ζωή μου, πού τά γαλλικά είναι τό ελάχιστο. Αν πάλι αρχίσω καμιά άλλη γλώσσα, λέει ό Γκράντο μου, ίσπανικά άς πούμε, πού λές κι έσύ ότι είναι τόσο ωραία, μπορεί νά τά ξαναθυμηθώ. Θά δούμε. "Ας είμαστε καλά στην υγεία μας καί τά γαλλικά έρχονται μετά. Νά σού φτιάξω καφέ, έχω καί παγωτό. Σκέφτεσαι όμως πώς θα ήταν ή ζωή μου αν είχα μείνει στη Γαλλία;
η λέξη


from ανεμουριον https://ift.tt/2YrKpPB
via IFTTT
Από το Blogger.