ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΖΟΡΜΠΑΣ | 1844 ΑΘΗΝΑ - 1920 ΑΘΗΝΑ

ΓΡΑΦΕΙ Ο ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΑΛΙΚΑΝΙΩΤΗΣ | Ο Νικόλαος Ζορμπάς έχει συνδέσει άρρηκτα το όνομά του με την Επανάσταση του 1909. Δεν είχε, βέβαια, ούτε εμπνευσθεί την ίδρυση του Στρατιωτικού Συνδέσμου ούτε εμψυχώσει την επαναστατική ιδέα. Τοποθετήθηκε ως αρχηγός όταν η οργάνωση είχε προχωρήσει από τους νεότερους αξιωματικούς μόνο και μόνο επειδή ήταν συνταγματάρχης (βαθμός πολύ σπουδαιότερος τότε από σήμερα) και επειδή απέλαυε κύρους στο στράτευμα. Η επιλογή του, όμως, να ηγηθεί της επαναστατικής δράσεως δεν ήταν ατυχής, γιατί, από φύση μετριοπαθής και διαλλακτικός, προφύλαξε τον Σύνδεσμο από ολισθήματα και ακρότητες και με την επιμονή του για την μετάκληση του Ελ. Βενιζέλου, έσωσε την επανάσταση από τον εκφυλισμό.

Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1844. Ο πατέρας του καταγόταν από τη Μαγνησία της Θεσσαλίας και υπήρξε και αυτός αξιωματικός (του Πεζικού). Ο Ν. Ζορμπάς κατετάχθη στο Πυροβολικό, σπούδασε στη Σχολή Ευελπίδων και συμπλήρωσε τις στρατιωτικές σπουδές του στη Γαλλία και το Βέλγιο. Μετά την επάνοδό του στην Ελλάδα υπηρέτησε σε Σύνταγμα Πυροβολικού στον Αλμυρό και κατόπιν ως καθηγητής της Σχολής Ευελπίδων, του μαθήματος της Πυροβολικής. Το 1892 εξέθεσε υποψηφιότητα βουλευτή στην εκλογική περιφέρεια της επαρχίας Βόλου ως ανεξάρτητος, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Την εποχή εκείνη δεν απαγορευόταν στους στρατιωτικούς να πολιτεύονται και όταν ακόμα βρίσκονταν εν ενεργεία. Δεν χρειαζόταν αποστρατεία, έστω και προσωρινή. Ο Ζορμπάς θέλησε να μπει στο συνδυασμό του τρικουπικού κόμματος αλλά αποκλείσθηκε. Έτσι, αποφάσισε να εκτεθεί μόνος. Πάντως, σε προκήρυξη που κυκλοφόρησε προς τους εκλογείς της επαρχίας του, δήλωνε ότι αν εκλεγόταν θα υποστήριζε «τας εθνοφελείς αρχάς του έξοχου πολιτικού ανδρός Χαριλάου Τρικούπη, διότι η ακριβής εφαρμογή των αρχών τούτων, κατά τας παρούσας κρισίμους περιστάσεις δύναται να σώση την πατρίδα από των κινδύνων εις ούς ώθησεν αυτήν η άστοχος διοίκησις της προκατόχου κυβερνήσεως».

Ο Ζορμπάς απέτυχε και παρέμεινε στο Στρατό, όπου διατηρούσε υψηλό το κύρος του, ιδιαίτερα λόγω των καλών σπουδών του. Φημιζόταν ως ευφυής και άριστος γνώστης των στρατιωτικών πραγμάτων. Κατά τον πόλεμο του 1897 του ανατέθηκε διοίκηση Συντάγματος Πυροβολικού στον τομέα Ελασσόνας. Ο Αλέξανδρος Μαζαράκης-Αινιάν στα απομνημονεύματά του γράφει με λίγες λέξεις για την πολεμική δράση του Ζορμπά κατά τον ατυχή εκείνον πόλεμο: «Δεν διατήρησε την ψυχραιμίαν του, δεν έκαμε τίποτε ανάλογον της φήμης του, παρέβη μάλιστα και ρητάς του Γενικού Στρατηγείου διαταγάς». Έτσι, μετά τον πόλεμο, έπεσε σε δυσμένεια, με αποτέλεσμα να του αφαιρεθεί η μάχιμη διοίκηση και να τοποθετηθεί διοικητής της Εφορίας Υλικού Πολέμου. Από εκεί τον ονόμασαν οι νέοι αξιωματικοί του 1909 αρχηγό της Επαναστάσεως.

Η μετά τον πόλεμο του 1897 περίοδος είναι η περίοδος της γενικής ανυποληψίας και δραματικής αποσυνθέσεως του ελληνικού κράτους. Αντί η πολεμική συντριβή να γίνει αφετηρία ανασυντάξεως των εθνικών δυνάμεων, η Πολιτεία καταναλώθηκε και πάλι στους μικροκομματικούς ανταγωνισμούς και τις εσωτερικές έριδες, στερημένη από κάθε δημιουργική πνοή. Πολιτική ασυναρτησία, κοινωνική καθυστέρηση, τελμάτωση της Δικαιοσύνης, έλλειψη και της στοιχειώδους ακόμα κοινωνικής ασφάλειας, αρτηριοσκληρωτισμός της εκπαίδευσης, ξεπερασμένο και άδικο φορολογικό σύστημα, αποχαλίνωση των φορέων του πλούτου. Ιδού μερικά από τα χαρακτηριστικά τον μεταπολεμικού ελληνικού κράτους.

Η κυβέρνηση Θεοτόκη που προέκυψε από τις εκλογές του 1906, παρά την ισχυρότατη πλειοψηφία που διέθετε στη Βουλή, δεν κατάφερε να επιτύχει τίποτε το αξιόλογο για την κρατική ανασύνταξη. Μια γενική υπνηλία είχε καταλάβει την πολιτική ηγεσία της Ελλάδος.

Υπνηλία που διακοπτόταν από καιρό σε καιρό από ορισμένες εγερτήριες φωνές που, όμως, στάθηκαν ανίσχυρες να δώσουν στο Έθνος την απαραίτητη ώθηση. Ήταν η εποχή που ο Δημήτριος Γούναρης κραύγαζε μέσα στη Βουλή των Ελλήνων «Πρέπει κάποτε να ψάλλωμεν τον επικήδειον της παλαιάς Σχολής του κυβερνητικού κομπογιαννιτισμού, της πολιτικής των ξυλοσχιστών του Συντάγματος, των τύπων και των λέξεων. Τι ερείπια κράτους, τι σκελετός πολιτικός, τι τυμπανιαίος οργανισμός αυτό το λεγόμενον ελληνικόν κράτος του οποίου την καταστρεπτικότητα φεύγουν οι Έλληνες αγρόται και αστοί. Ένα παμπάλαιο γέλασμα νόμων, ένας μεσαιωνικός πύργος ερειπωμένος, με πνεύμα κυβερνητικόν πρωτογονικόν, με μεθόδους βίου δανεισμένας από ό,τι στάσιμον, οπισθοδρομικόν και βάρβαρον υπάρχει εις τον κόσμον του πολιτισμού...». Ήταν η εποχή που η ομάδα των «Ιαπώνων» με εμψυχωτή τον ίδιο, νεαρό τότε, πολιτικό άνδρα, αποτύγχανε στην προσπάθειά της να ανατρέψει τις διεφθαρμένες πολιτικές και κοινωνικές σχέσεις και να εκσυγχρονίσει το κράτος στο μέτρο του δυνατού. Αρχές του 1909 ο Γούναρης παραιτείτο, απογοητευμένος, από την κυβέρνηση Θεοτόκη. Η κατάσταση νάρκης που επικρατούσε, τότε, στην πολιτική ηγεσία της Ελλάδος, παρέσυρε στην πτώση και την κυβέρνηση Θεοτόκη παρά το ότι είχε ευρύτατη πλειοψηφία στη Βουλή. Σχηματίσθηκε μια κυβέρνηση θερινών διακοπών, η κυβέρνηση Δ. Ράλλη. Αλλά πριν αφυπνισθεί η πολιτική ηγεσία, αφυπνίσθηκε ο λαός. Από την άνοιξη ήδη του 1909 οι Συντεχνίες (κάτι ανάλογο με τη σημερινή ΓΣΕΕ) ενέκριναν ψήφισμα που επέδωσαν στο Αυλαρχείο με το οποίο ζητούσαν την επέμβαση του βασιλέως για μια δραστική προσπάθεια αφυπνίσεως των εθνικών δυνάμεων. Πιο δραματική ήταν μια έκκληση της φοιτητικής νεολαίας που συγκρότησε συλλαλητήριο στην Πλατεία Συντάγματος στις 7 Αυγούστου τον ίδιον χρόνον. Στο συλλαλητήριο πρωτοστάτησε ο τότε νεαρός φοιτητής της Νομικής Γεώργιος Παπανδρέου: «Βυθισμένη η φωνή μας εις την οδύνην την οποίαν αισθάνεται η ψυχή μας διά την αθλιεστάτην της πατρίδος μας κατάστασιν, την οποίαν εδημιούργησεν η φαύλη συναλλαγή των κατά καιρούς κυβερνήσεων μας, αναγκάζεται να εκφράση αυτάς τα πικράς αλήθειας:

«Το Έθνος ζητεί την τιμήν του την οποίαν οι κυβερνήται τον έσυραν ρακένδυτον επαίτιδα προ των μεγάρων της ευρωπαϊκής διπλωματίας, διά να καλύψουν αυτοί τα αίσχη της αδρανείας των από τον 1897 και εντεύθεν. Ο ελληνικός Λαός, ο σφαδάζων υπό το πέλμα της κακοδιοικήσεως, ο αναζητών εις την φθίσιν και τας στερήσεις της μεταναστεύσεως να εύρη την σωτηρίαν του, ο χρεωκοπών καθ' εκάστην διότι η αβάσταχτος φορολογία του απεμύζησε τας δυνάμεις, ο ελληνικός λαός ο παχύνων της συναλλαγής τους κηφήνας και των διαφόρων εκμεταλλευτών τα κακούργα θυλάκια, ο πληρώνων εις την ληστείαν η οποία λυμαίνεται την χώραν φοβερών φόρον αίματος, ο παριστάμενος ψυχρός θεατής του στραγγαλισμού της δικαιοσύνης του και ο παρεξηγών τους αξιωματικούς του διότι τους βλέπει αργούς, ενώ είναι γνωστόν ότι εις τοιαύτην αδράνειαν τους κατεδίκασεν η πολιτεία των κυβερνητών του, ο ελληνικός λαός δεν υποφέρει πλέον και δεν πρόκειται να υποφέρει άλλους εξευτελισμούς. Το Έθνος στέργει το πολίτευμά του αλλά μισεί εκείνους που το εκουρέλιασαν και προσπαθούν να το μπαλώσουν διά των μεθόδων της αγυρτείας. Ο Λαός δεν ζητεί αλλαγάς καθημερινών Κυβερνήσεων, και λέξεις και υποσχέσεις παμοφλυγώδεις, αλλά έργα. Θέλει στρατόν. Θέλει στόλον, θέλει χρηστήν και έντιμον διοίκησιν. Θέλει ανεξάρτητον και ανεπηρέαστον δικαιοσύνη, θέλει ρωμαλέαν εκπαίδευσιν, θέλει γενναιόφρονα κοινωνικήν πολιτική. Θέλει να επανέλθουν εις την ευθείαν οδόν οι αφηνιάσαντες κυβερνήται του...». 
Για την αντιμετώπιση αυτής της καταστάσεως άρχισαν σύντονες κινήσεις στρατιωτικών στα παρασκήνια ήδη από τον Οκτώβριο τον 1908. Σχηματίστηκαν δύο ομάδες, η μία από ανθυπολοχαγούς και υπολοχαγούς και η άλλη από λοχαγούς. Με τη μεσολάβηση τον υπολοχαγού Θεόδωρου Παγκάλου, τον Ιούλιο του 1909, ενώθηκαν οι δύο ομάδες και συνέπηξαν τον Στρατιωτικό Σύνδεσμο.

Τότε ετέθη θέμα αρχηγού. Προκρίθηκε, για τους λόγους που αναφέραμε, ο Ζορμπάς. Ο ίδιος γράφει στα απομνημονεύματά του: «Εγνώριζον κάλλιστα ότι ο στρατός δεν είναι προωρισμένος να επεμβαίνη εις τα της πολιτείας δι' οιονδήποτε τρόπον και ότι στρατός προβαίνων εις τοιαύτα διαβήματα καθίσταται λίαν επιζήμιος εις το Κράτος. Εβλεπον, όμως, ότι ο στρατός είχεν αποσυντεθή και ότι το Κράτος διέτρεχε μέγιστον κίνδυνον ού μόνον ένεκα των εξωτερικών περιστάσεων αλλά και εκ της εν γένει εσωτερικής καταστάσεως. Δεν ηγνόουν ότι, γενόμενος αρχηγός τον Συνδέσμου, ετιθέμην εκτός νόμου και ότι, εν αποτυχία, με ανέμενεν η ατιμία και ο διά τυφεκισμού θάνατος, είχον όμως την πεποίθησιν ότι ανελάμβανον έργο όπερ είχε τον ιερόν σκοπόν της υπερασπίσεως της εις προφανή κίνδυνον διατελούσης πατρίδος, ήτοι έργον σύμφωνον προς τον στρατιωτικόν όρκον, προς ον, κατά τύπους μόνο εφαίνετο ότι εντέκειτο. Εάν δεχθείς την αρχηγίαν τον Στρατιωτικού Συνδέσμου έπραξα καλώς ή κακώς, τούτο αφήνω εις την κρίσιν άλλων, ομολογώ, όμως, ότι, παρά τους κινδύνους εις ους εξετιθέμην, και παρά τας πικρίας ας εποτίσθην δε μετενόησα διά την πράξιν μου ταύτην, διότι αν η Επανάστασις δεν έπραξεν άλλο τι σπουδαίον, κατώρθωσεν, όμως, ν' αφυπνίση εκ τον ληθάργου την εθνικήν ψυχήν και την δύναμιν του Ελληνισμού. Τούτο, ως υποθέτω, δεν θα δννηθώσιν ν' αρνηθώσιν ου μόνον οι επικριταί της Επαναστάσεως αλλ' ούτε και αυτοί οι αντιδραστικοί...».

Τη νύχτα της 14/15 Αυγούστου 1909 η Φρουρά Αθηνών, με αρχηγό τον Ζορμπά έκανε ένοπλη συγκέντρωση στο Γουδί. Λέγοντας Γουδί δεν εννοούμε την ομώνυμη συνοικία του σημερινού Δήμου Ζωγράφου, αλλά την τοποθεσία πάνω από τις Σχολές Χωροφυλακής και τον οδικό κόμβο Μεσογείων-Κατεχάκη, εκεί περίπου που βρίσκεται σήμερα το υπουργείο Εθνικής Αμύνης. στις αρχές του Χολαργού και τα σύνορα των Δήμων Χολαργού και Παπάγου. Η συγκέντρωσις, γράφει ο Ζορμπάς στα απομνημονεύματα του εξετελέσθη υπό το φως της σελήνης και σχεδόν υπό τας όψεις του κοινού. Αυτός μετέβην πρώτος εις τον τόπον της συγκεντρώσεως μετά του λοχαγού Φικιώρη. Διερχόμενος των στρατώνων της Διευθύνσεως Υλικού Πολέμου διέταξα (σ. ήταν όπως είπαμε διοικητής της Διευθύνσεως) να αποστείλουν αμέσως εις το Γουδί. διά κάρρων τυφέκια και φυσίγγια. Διαδοχικώς έφθαναν εις το Γουδί οι εν Αθήναις ευρισκόμενοι αξιωματικοί, οπλίται τινές και ιδίως υπαξιωματικοί των Ευζώνων (δηλ. του εκλεκτού σώματος, κάτι ανάλογο με το σημερινά ΛΟΚ) και ενάριθμοι χωροφύλακες και ναύται, κατόπιν δε μία ορειβατική μοίρα μετά των πυροβόλων και των πυρομαχικών της, εις λόχος μηχανικού, ο υπ' εμέ λόχος της διευθύνσεως υλικού πολέμού και οπλίται τον πεδινού πυροβολικού άνευ πυροβόλων, των οποίων είχον αφαιρέσει τα κλείστρα ίνα τα αχρηστεύσωσιν εφ' όσον δεν ηδύνατο να τα μεταφέρουν εις την συγκέντρωσιν. Η δύναμις αυτή ήτο λίαν ασθενής εν σχέσει προς την ευρισκόμενην εισέτι εν τάξει εις τους στρατώνας, αλλά μέχρι της πρωίας συνεκεντρώθει εις Γουδί άπασα η δύναμις της φρουράς των Αθηνών, τελευταίου προσχωρήσαντος του εις Κηφισίαν συντάγματος Ιππικού.

Από τον τρόπο της ένοπλης συγκέντρωσης ο Σύνδεσμος απηύθυνε διακήρυξη: «Προς τω βασιλέα, την κυβέρνησιν και το Λαόν». Η διακήρυξη συνταγμένη από τον Πάγκαλο και τον Ζορμπά, είναι ένα μετριοπαθές κείμενο από το οποίο προκύπτει άτι οι αξιωματικοί ζητούσαν την αναδιοργάνωση του Στρατού και του Στόλου, την απομάκρυνση των βασιλοπαίδων από το Στρατό και του διαδόχου από τη Γενική Διοίκηση, καθώς και την κατάληψη των πολεμικών υπουργείων υπό στρατιωτικούς υπουργούς. Η διακήρυξη είναι συντεταγμένη σε ύφος παρακλήσεως μάλλον παρά επιταγής: «Ο Στρατιωτικός Σύνδεσμος ποθεί όπως η διοίκησις της χώρας καταστή χρηστή και έντιμος, όπως η δικαιοσύνη απονέμεται ταχέως και μετ’ αμεροληψίας, όπως η εκπαίδευσις του Λαού καταστεί λυσιτελής διά τω πρακτικόν βίον και τας στρατιωτικάς ανάγκας της χώρας, όπως η ζωή, η τιμή και η περιουσία των πολιτών εξασφαλισθώσιν, και κανονισθώσιν τα οικονομικά ώστε αφ' ενός ο σχεδόν πενόμενος ελληνικός λαός ανακουφισθή εκ των επαχθών φάρων ούς ήδη καταβάλει και οίτινες ασπλάχνως κατασπαταλώνται προς διατήρησιν πολυτελών και περιττών υπηρεσιακών χάριν της απαίσιας συναλλαγής, αφ’ έτερου δε καθορισθώσιν θετικώς τα όρια εντός των οποίων δύναται να αυξηθώσιν αι δαπάναι δια την στρατιωτικήν της χώρας παρασκευή…

Παρακαλούμεν θερμώς όπως ληφθώσιν και μέτρα τινά στρατιωτικής περισυλλογής… Παρακαλούμε διά την ανόρθωσιν των διαφόρων υπηρεσιών τον Κράτους... Ο Σύνδεσμος κρίνων αυτόν αναρμόδιον όπως εισέλθη εις λεπτομέρειας διαφευγούσας την ειδικότητα των έργων του, ας αρμοδία είναι να καθορίση η κυβέρνησις και η Βουλή τον Έθνους, απλώς ζητεί ωρισμένας γενικάς και φυσικάς αλλαγάς και την λήψιν μέτρων διά την ταχείαν στρατιωτικήν και ναυτικήν παρασκευήν... Η ανάγκη αμέσως συγκλήσεως της Βουλής είναι αναπόδραστος, διότι η διάλυσις αυτής και η διεξαγωγή εκλογών απαιτούσι χρόνον πολύν, η δε απώλεια και του ελάχιστου χρόνου είναι αδίκημα προς την πατρίδα…»
Το ήπιο αυτό κείμενο επιδόθηκε αυθημερόν στην κυβέρνηση από το Αυλαρχείο. Το μόνο σημείο του που θύμιζε, ότι προέρχεται από επαναστατημένα στρατιωτικά τμήματα είναι το τελευταίο, όπου αναφέρεται ότι ο Σύνδεσμος είναι ανεύθυνος για ό,τι ήθελε επακολουθήσει τη μη αποδοχή των εκκλήσεών του. Είναι μια προειδοποίηση, αλλά όχι απειλή. Όσα ακολούθησαν είναι γνωστά. Η κυβέρνηση Ράλλη παραιτήθηκε και σχηματίσθηκε κυβέρνηση Κυρ. Μαυρομιχάλη με τον Ζορμπά υπουργό των Στρατιωτικών και τον Λ. Λαπαθιώτη (πατέρα του ποιητή), πλοίαρχο, υπουργό Ναυτικών. (Είναι χαρακτηριστικό ότι στη διακήρυξή του ο Σύνδεσμος ισχυριζόταν ότι δεν επεδίωκε παραίτηση της κυβερνήσεως, αρκεί να εκτελούνταν οι επιθυμίες του). Άρχισε αμέσως η στρατιωτική ανασυγκρότηση με την μετάκληση της αποστολής Εϊντού. Κλήθηκε ο Βενιζέλος ως πολιτικός σύμβουλος του Συνδέσμου και προχώρησε το έργο συγκλήσεως Αναθεωρητικής Βουλής. Διόμισι χρόνια μετά την επανάσταση, η Ελλάδα είχε ολότελα αναδιοργανωθεί και ετοιμασθεί για την μεγάλη εξόρμηση της δεκαετίας 1910-1920.

Οι επίορκοι που το 1967 κατέλυσαν τις ελευθερίες τον ελληνικού λαού κατά τον πιο βάναυσο τρόπο και εγκαθίδρυσαν από τις στυγνότερες δικτατορίες του αιώνα, προσπάθησαν πολλές φορές να παρομοιάσουν τις γκαγκστερικές ενέργειές τους με το κίνημα τον 1909. Απάτη. Μια απλή σύγκριση της παραπάνω διακήρυξης των επαναστατών του 1909 με όσα επί μια επταετία ο ξενοκίνητος δικτάτορας του 1967 απειλούσε τα πάντα Και τους πάντες στην Ελλάδα, αποδεικνύει το νανώδες ανάστημά του μπροστά στους αγνούς αξιωματικούς τον Νικολάου Ζορμπά. Κανείς τους δεν αναδείχθηκε. κανείς τους δεν επιβλήθηκε. Όσοι αναδείχτηκαν αργότερα (Ζυβρακάκης, Πάγκαλος, Χατζηκυριάκος, Κατεχάκης) αναδείχθηκαν στα πεδία των μαχών. Ούτε το λαό εξευτέλισαν, καταλύοντας τις πολιτικές και τις ατομικές του ελευθερίες ούτε άσους μέχρι τότε κυβέρνησαν. Δεν πήραν προαγωγές ούτε παράσημα, οι περισσότεροι μάλιστα έμειναν άγνωστοι. Αργότερα. όταν αναδεικνύονταν στους πολέμους. ο λαός μάθαινε άτι ήταν μέλη τον Στρατιωτικού Συνδέσμου του 1909. Και ο λαός από την πρώτη στιγμή τους συμπαραστάθηκε: Η στρατιωτική κινητοποίηση έφερε και τη λαϊκή κινητοποίηση. Και τα πράγματα ακολούθησαν το δρόμο της ανορθώσεως. Η Επανάσταση του 1909 έφερε την αναγέννηση του ελληνικού Έθνους. Το πραξικόπημα του 1967 αφού επί επτά έτη εξευτέλισε κάθε έννοια ηθικής και πολιτικής τάξεως, προξένησε μια από τις μεγαλύτερες πανωλεθρίες του Ελληνισμού.

Ο Ζορμπάς, μετά την διάλυση του Συνδέσμου και τη σύγκληση της Αναθεωρητικής Βουλής, αποστρατεύθηκε. Δεν θέλησε να λάβει ούτε τον αποστρατευτικό βαθμό του υποστράτηγου. Έφυγε ως συνταγματάρχης Ζορμπάς. Και το έργο που επετέλεσε ως υπουργός Στρατιωτικών ήταν εξαίρετο. Έθεσε τις θέσεις για το νέο ελληνικό Στρατό. το Στρατό που εξεπλήρωσε λίγα χρόνια αργότερα τις προσδοκίες του ελληνικού λαού.

Το Σεπτέμβριο του 1912 και ενώ η Ελλάδα επιστρατευόταν πυρετωδώς ο Ζορμπάς που ήταν 68 χρόνων ζήτησε να ανακληθεί στην ενέργεια και να αποσταλεί στο Μέτωπο. Ο Βενιζέλος αρνήθηκε να ικανοποιήσει το αίτημά του βασιζόμενος σε ένα νόμο που υπαγόρευε την ανάκληση εφέδρων που είχαν υπερβεί το 65ο έτος. Πέθανε το καλοκαίρι του 1920, με την υπογραφή δηλαδή της Συνθήκης των Σεβρών. Επέζησε επομένως όσο χρειαζόταν για να δει τις καλές αλλά και τις κακές (μετά το 1915) συνέπειες του Κινήματος.

Γιατί το Κίνημα του Γουδιού είναι η πραγματική αφετηρία τον Εθνικού Διχασμού. Σ' αυτό, όμως, δεν φταίει ούτε ο Ζορμπάς. ούτε ο Σύνδεσμος. Φταίνε αυτοί, που ενώ το 1909 μπήκαν αναγκαστικά στο περιθώριο, ξαναφάνηκαν το 1915 με όλο το πάθος που τους είχε εμφυσήσει ο φυσιολογικός εξαετής παραγκωνισμός τους. Και συνέχισαν την αντίδραση που κρατούσε την Ελλάδα σε μαρασμό μέχρι το 1909. Και η αντίδραση αστή οδήγησε σε άλλες, μεγαλύτερες, εθνικές περιπέτειες.

ΕΛΛΑΔΑ 20ός ΑΙΩΝΑΣ ΕΚΔΟΣΗ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑΣ ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΗ ΑΘΗΝΑ


from ανεμουριον https://ift.tt/37Xcu3V
via IFTTT
Από το Blogger.