Από τον 1ο Παγκόσμιο Πόλεμο στη Μικρασιατική Καταστροφή: Η αρχική διαφωνία Βενιζέλου-Κωνσταντίνου

ΓΡΑΦΟΥΝ ΟΙ ΑΝΤΩΝΗΣ ΚΛΑΨΗΣ & ΜΑΝΟΛΗΣ ΚΟΥΜΑΣ | Η κήρυξη πολέμου στη Σερβία από την Αυστροουγγαρία στις 15/28 Ιουλίου 1914 κινδύνευε να συμπαρασύρει και την Ελλάδα, αφού με την ελληνοσερβική Συνθήκη Συμμαχίας της 19ης Μαΐου / 1ης Ιουνίου 1913 η Αθήνα και το Βελιγράδι είχαν αναλάβει την υποχρέωση αμοιβαίας βοήθειας «δι’ όλων των ενόπλων δυνάμεών των» σε περίπτωση που «το εν εκ των δύο Βασιλείων ήθελεν υποστή επίθεσιν» [1]. Η αδυναμία, όμως, της Σερβίας να εξασφαλίσει την αποστολή δύναμης 150.000 ανδρών στα σύνορα με τη Βουλγαρία (όπως ρητά ανέφερε το δεύτερο άρθρο της σχετικής στρατιωτικής σύμβασης) [2] δεν οδήγησε στην άμεση ενεργοποίηση της συμμαχίας, δίνοντας στην ελληνική πλευρά το χρονικό περιθώριο να καθορίσει τη στάση της εν μέσω ραγδαίων εξελίξεων. Πράγματι, έως τις 22 Ιουλίου/4 Αυγούστου 1914, η κλιμάκωση των συγκρούσεων με την εμπλοκή των δύο συμμαχικών μπλοκ, της Εγκάρδιας Συνεννόησης και των Κεντρικών Αυτοκρατοριών, θα έθετε την ελληνική πλευρά ενώπιον επώδυνων αποφάσεων.

[1]. «Συνθήκη συμμαχίας μεταξύ Ελλάδος και Σερβίας, της 19 Μαΐου 1913», στο: Υπουργείον επί των Εξωτερικών, Διπλωματικά έγγραφα, 1913-1917: ελληνοσερβική συνθήκη συμμαχίας - εισβολή Γερμανοβουλγάρων εις Μακεδονίαν  Αθήνα: Εθνικό Τυπογραφείο, 1920, σ. 37.

[2]. «Στρατιωτική σύμβασις μεταξύ Ελλάδος και Σερβίας, της 19 Μαΐου 1913», στο: Υπουργείον επί των Εξωτερικών, Διπλωματικά έγγραφα, 1913-1917, σ. 41.
Στις αρχές Αυγούστου του 1914, και ενώ εθεωρείτο πιθανή η είσοδος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στον πόλεμο στο πλευρό των Κεντρικών Αυτοκρατοριών, ο Βενιζέλος τάχθηκε υπέρ της σύμπλευσης των βαλκανικών κρατών (Σερβία, Βουλγαρία, Ελλάδα και Ρουμανία) με την Εγκάρδια Συνεννόηση. Πριν ακόμα διακριβώσει τις προθέσεις των γειτονικών χωρών, ο αρχηγός των Φιλελευθέρων έσπευσε να προσφέρει τη συμμαχία της Ελλάδας στη Βρετανία, στη Ρωσία και στη Γαλλία. Κατηγορηματικά αντίθετος στο ενδεχόμενο εισόδου της Ελλάδας στον πόλεμο με τις δυνάμεις της Αντάντ, ο υπουργός Εξωτερικών, Γεώργιος Στρέιτ, υπέβαλε αμέσως την παραίτησή του. Η αποδοχή της παραίτησης του Στρέιτ από τον βασιλιά και η αρχικά θετική αντίδρασή του στις προτάσεις του πρωθυπουργού έδωσαν προς στιγμή την εντύπωση σύμπλευσης του Κωνσταντίνου με την υπεύθυνη κυβέρνηση. Ωστόσο, η πραγματικότητα ήταν διαφορετική: την ίδια ακριβώς περίοδο, ο Κωνσταντίνος διαβεβαίωνε μυστικά τον κάιζερ Γουλιέλμο Β' ότι η Ελλάδα θα ακολουθούσε πολιτική αυστηρής ουδετερότητας έναντι των εμπολέμων. «Θα ήταν δύσκολο να προσδιοριστεί σε ποια περίπτωση ή, έστω, σε ποιο βαθμό ο βασιλιάς ακολουθούσε τακτική καιροσκοπικής αναμονής», σχολιάζει ο ακαδημαϊκός Κωνσταντίνος Σβολόπουλος [4]. Σε κάθε περίπτωση, παραμένει γεγονός ότι τη συγκεκριμένη στιγμή οι σχέσεις Κωνσταντίνου-Βενιζέλου δεν δοκιμάστηκαν, λόγω της αρνητικής αντίδρασης της Εγκάρδιας Συνεννόησης στο ενδεχόμενο εισόδου της Ελλάδας στον πόλεμο, τουλάχιστον για όσο διάστημα παρέμεναν ουδέτερες η Οθωμανική Αυτοκρατορία και η Βουλγαρία. Άλλωστε μείζων προτεραιότητα των δυνάμεων της Αντάντ (και ιδιαίτερα της Ρωσίας) δεν ήταν η εξασφάλιση της ελληνικής, αλλά της βουλγαρικής σύμπραξης, ακόμα κι αν αυτή προϋπέθετε τον εδαφικό ακρωτηριασμό της Ελλάδας.
[4]. Κωνσταντίνος Σβολόπουλος  Η ελληνική εξωτερική πολιτική, 1900-1945, Αθήνα: Εστία, 2005, σ. 114.
Η αρχική στάση της Αντάντ μετά βλήθηκε ριζικά μετά την αιφνιδιαστική επίθεση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας κατά της Ρωσίας στις 16/29 Οκτωβρίου 1914 και την είσοδο της Υψηλής Πύλης στον πόλεμο στις 23 Οκτωβρίου/5 Νοεμβρίου του ίδιου έτους. Έκτοτε, οι χώρες της Εγκάρδιας Συνεννόησης κινήθηκαν δυναμικά προς την κατεύθυνση της σύμπηξης ενιαίου βαλκανικού μετώπου. Ανάμεσα στους Συμμάχους, η Αγία Πετρούπολη απέδιδε μεγάλη σημασία στον προσεταιρισμό της Βουλγαρίας, αφού ενδεχόμενη σύμπραξη της Σόφιας με την Αντάντ θα διέκοπτε την εδαφική σύνδεση των Κεντρικών Αυτοκρατοριών με την Οθωμανική Αυτοκρατορία.
Ο ΚΑΙΖΕΡ ΓΟΥΛΙΕΛΜΟΣ Β', ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΑΣ ΤΗΣ ΓΕΡΜΑΝΙΑΣ ΚΑΙ ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΤΗΣ ΠΡΩΣΙΑΣ.
Ως αντάλλαγμα για την είσοδό της στον πόλεμο, η Βουλγαρία θα λάμβανε την Ανατολική Θράκη και εδάφη της ελληνικής Μακεδονίας, ενώ στην Ελλάδα θα παραχωρούνταν η Βόρειος Ήπειρος. Ωστόσο, η σθεναρή αντίδραση του Βενιζέλου στις συμμαχικές προτάσεις προκάλεσε τη ματαίωση της διεύρυνσης του μετώπου στη χερσόνησο του Αίμου.
28 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 1914, ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗ. ΠΛΗΘΗ ΚΟΣΜΟΥ ΣΤΟ ΤΕΜΕΝΟΣ ΦΕΤΙΧ, ΟΠΟΥ Ο ΣΕΪΧ-ΟΥΛ ΙΣΛΑΜ ΚΗΡΥΣΣΕΙ ΤΟΝ ΙΕΡΟ ΠΟΛΕΜΟ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΩΝ ΔΥΝΑΜΕΩΝ ΤΗΣ ΑΝΤΑΝΤ.
Παρ’ όλα αυτά, η Αντάντ επέμενε στην ανάγκη συγκρότησης βαλκανικού μετώπου με τη συμμετοχή και της Βουλγαρίας, κάτι, όμως, που στην πράξη προϋπέθετε την παραχώρηση και ελληνικών εδαφών στη γείτονα χώρα. Σε μια προσπάθεια να κάμψει τις ελληνικές αντιστάσεις, στις 10/23 Ιανουαρίου 1915 η βρετανική κυβέρνηση υπό τον Herbert Henry Asquith υποσχέθηκε (εκ μέρους της Εγκάρδιας Συνεννόησης) «σπουδαίες εδαφικές παραχωρήσεις» στη Μικρά Ασία, εάν η κυβέρνηση των Αθηνών συναινούσε στην απώλεια εδαφών της ελληνικής Μακεδονίας υπέρ της Βουλγαρίας. Αυτή τη φορά ο Βενιζέλος αποδέχτηκε τις συμμαχικές προτάσεις. Σημαντικό ρόλο στη μεταστροφή του Έλληνα πρωθυπουργού έπαιξαν οι πληροφορίες που έφτασαν από τη Ρώμη, σύμφωνα με τις οποίες η ιταλική κυβέρνηση διαπραγματευόταν μυστικά την είσοδό της στον πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ, με αντάλλαγμα όχι μόνο την Αττάλεια, αλλά και τη Σμύρνη [5]. Εάν, λοιπόν, η ελληνική πλευρά εξακολουθούσε να απορρίπτει τις συμμαχικές προτάσεις, υπήρχε ο κίνδυνος να δοθεί μεταπολεμικά το βιλαέτι του Αϊδινίου στην Ιταλία, με αποτέλεσμα να χαθεί ιστορική ευκαιρία για την Ελλάδα.
Ο ΒΡΕΤΑΝΟΣ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ HERBERT HENRY ASQUITH. ΤΟΝ ΙΑΝΟΥΑΡΙΟ ΤΟΥ 1915 ΥΠΟΣΧΕΘΗΚΕ, ΕΚ ΜΕΡΟΥΣ ΤΗΣ ΑΝΤΑΝΤ, «ΣΠΟΥΔΑΙΕΣ ΕΔΑΦΙΚΕΣ ΠΑΡΑΧΩΡΗΣΕΙΣ» ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ.
Ο Βενιζέλος ανέπτυξε τα σχέδιά του σε υπόμνημα που απηύθυνε στον Κωνσταντίνο στις 11/24 Ιανουαρίου 1915. Σε αυτό ο Έλληνας πρωθυπουργός υποστήριζε ότι η Ελλάδα έπρεπε να μετάσχει στον πόλεμο, «όχι πλέον προς εκτέλεσιν ηθικών απλώς υποχρεώσεων, αλλ’ επί ανταλλάγμασι, τα οποία πραγματοποιούμενα θα δημιουργήσουν μίαν Ελλάδα μεγάλην και ισχυρόν, τοιαύτην οποίαν ουδ’ οι μάλλον αισιόδοξοι ηδύνονται να φαντασθώσι καν προ ολίγων ακόμη ετών». Διευκρίνιζε ότι ο ίδιος θα ήταν διατεθειμένος να αποδεχτεί επώδυνες θυσίες στη χερσόνησο του Αίμου (την απώλεια της Καβάλας), προκειμένου να διασωθούν οι Έλληνες της Μικρός Ασίας και να δημιουργηθεί μια πραγματικά «Μεγάλη Ελλάδα», εκτεινόμενη σε όλες σχεδόν τις περιοχές στις οποίες είχε μεγαλουργήσει ο ελληνισμός κατά τη μακραίωνη ιστορία του. «Η θυσία, όμως, αυτή», διευκρίνιζε, «θα εγίνετο ουχί απλώς ως τμήμα της ουδετερότητος της Βουλγαρίας, αλλ’ ως αντάλλαγμα της ενεργού μετοχής αυτής εις τον πόλεμον μετά των λοιπών συμμάχων». Τη στιγμή της αποστολής της πρώτης επιστολής του, ο Βενιζέλος ανέμενε την απάντηση της ρουμανικής κυβέρνησης σε πρότασή του για κοινή έξοδο στον πόλεμο [6].
[5]. Σπυρίδων Γ. Πλουμίδης  Τα μυστήρια της Αιγηίδος  το μικρασιατικό ζήτημα στην ελληνική πολιτική, 1891-1922, Αθήνα: Εστία, 2016, σ. 144.
[6]. Υπόμνημα Ελευθερίου Βενιζέλου προς βασιλιά Κωνσταντίνο, 11/24 Ιανουαρίου 1915, στο: Στέφανος Στεφάνου (επιμ.), Τα κείμενα του Ελευθερίου Βενιζέλου: η ζωντανή ιστορία της δραματικής περιόδου του έθνους, 1909-1935, τ. Β', Αθήνα: Λέσχη Φιλελευθέρων/Μνήμη Ελευθερίου Βενιζέλου, 1982, σ. 65-68.
Η απόρριψη της ελληνικής πρότασης από το Βουκουρέστι δεν πτόησε τον Βενιζέλο, ο οποίος επανήλθε στις 17/30 Ιανουαρίου 1915 με νέο υπόμνημά του προς τον βασιλιά. Ο Έλληνας πρωθυπουργός επέμενε στην ανάγκη εκχώρησης της Καβάλας και της Δράμας στη Βουλγαρία, ως ανταλλάγματος για τη σύμπραξή της στον πόλεμο στο πλευρό των δυνάμεων της Αντάντ Η Ελλάδα, προσέθετε, θα λάμβανε ως αποζημίωση, για την απώλεια 2.000 τχλμ. και 30.000 κατοίκων, εδάφη στη Μικρά Ασία που υπερέβαιναν τα 125.000 τχλμ. και στα οποία διέμεναν πάνω από 800.000 Έλληνες. Εξάλλου, συμπλήρωνε, «η παραχώρησις του τμήματος της Δράμας-Καβάλας θα γίνη υπό τον ρητόν όρον, ότι η βουλγαρική Κυβέρνησις θα εξαγοράση τας περιουσίας πάντων εκείνων, όσοι θα θελήσουν να μεταναστεύσουν εκ του παραχωρηθησομένου μέρους. Ουδ’ αμφιβάλλω, ότι πάντες μέχρις ενός οι ομογενείς του μέρους τούτου, εκποιούντες τας περιουσίας αυτών, θα σπεύσουν να μεταναστεύσουν προς την αναδημιουργηθησομένην εν Μικρά Ασία Νέαν Ελλάδα, αυξάνοντες και ενισχύοντες τον Ελληνικόν αυτής πληθυσμόν» [7]. Σε πρώτη φάση, ο Κωνσταντίνος φάνηκε να αποδέχεται την εισήγηση του Βενιζέλου. Η προοπτική διπλασιασμού της ελληνικής επικράτειας δεν άφηνε ασυγκίνητο τον «στρατηλάτη» των Βαλκανικών Πολέμων. «Η παρούσα στιγμή είναι σοβαρή», φέρεται να διαμήνυσε στη σύζυγό του Σοφία, συμπληρώνοντας: «Ως γαμπρό του κάιζερ, η πατρίδα μου θα μπορούσε να με αποκαλέσει προδότη, αν δεν αποδεχθώ τις προτάσεις της Αντάντ, που πενταπλασιάζουν το κράτος μου». Παρ’ όλα αυτά, τα σχέδια του Βενιζέλου δεν έμελλε να έχουν συνέχεια. Η εξακολουθητική άρνηση της Ρουμανίας να εγκαταλείψει την πολιτική της ουδετερότητας και η επαμφοτερίζουσα στάση τόσο της Σόφιας όσο και των Συμμάχων ανάγκασαν τον πρωθυπουργό να απορρίψει προς το παρόν τις συμμαχικές προτάσεις.
[7]. Υπόμνημα Ελευθερίου Βενιζέλου προς βασιλιά Κωνσταντίνο, 17/30 Ιανουαρίου 1915, στο: Στέφανος Στεφάνου (επιμ.), Τα κείμενα του Ελευθερίου Βενιζέλου, τ. Β', σ. 68-71. Το υπόμνημα έχει δημοσιευθεί στο Παράρτημα του παρόντος τόμου.
Τον Φεβρουάριο του 1915, ο Βενιζέλος εγκατέλειψε τους όποιους δισταγμούς και επανέφερε την πρότασή του για είσοδο της Ελλάδας στον πόλεμο, αυτή τη φορά με αφορμή την πρόθεση των Βρετανών και των Γάλλων να καταλάβουν τη χερσόνησο της Καλλίπολης στην περιοχή των Δαρδανελίων. Σκοπός της εκστρατείας αυτής ήταν η πτώση της Κωνσταντινούπολης, ο εξαναγκασμός της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας να εγκαταλείψει τις Κεντρικές Δυνάμεις και τελικά η διάνοιξη των Στενών για τα ρωσικά πλοία. Επιπλέον, η «απώλεια» της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας θα απέτρεπε τη Βουλγαρία από το να συνταχθεί με τη Γερμανία - κάτι που εξυπηρετούσε και τα ελληνικά συμφέροντα. Παράλληλα, ενδεχόμενη κατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους Γάλλους και τους Βρετανούς θα απέτρεπε τη ρωσική κυριαρχία στην Ανατολή - κάτι που δεν διέλαθε της προσοχής του Βενιζέλου. Ωστόσο, οι Σύμμαχοι δεν είχαν στη διάθεσή τους το αναγκαίο αποβατικό σώμα στρατού για την κατάληψη της Καλλίπολης. Στο σημείο αυτό παρενέβη ο ίδιος ο Βενιζέλος: η Ελλάδα θα υποστήριζε την εκστρατεία κατά των Δαρδανελίων με τη διάθεση ενός σώματος στρατού. Εάν οι Βούλγαροι κινούνταν απειλητικά κατά των βόρειων συνόρων πριν σταλούν οι ελληνικές δυνάμεις στην Καλλίπολη, τότε η Ελλάδα θα μετείχε στην εκστρατεία μόνο με το Ναυτικό της.
ΕΙΚΑΣΤΙΚΗ ΑΠΕΙΚΟΝΙΣΗ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΙΔΕΑΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΣΩΤΗΡΙΟ ΧΡΗΣΤΙΔΗ [ΠΗΓΗ: ΑΠ. ΔΟΥΡΒΑΡΗΣ, ΣΩΤΗΡΙΟΣ ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ (1858-1940), ΕΛΙΑ, ΑΘΗΝΑ 1993].
Ο Έλληνας πρωθυπουργός παρουσίασε τις απόψεις του στον ανώτατο άρχοντα με νέο υπόμνημά του στις 17 Φεβρουαρίου/2 Μαρτίου 1915. Σε αυτό ανέπτυσσε εκ νέου τα πολιτικά και στρατιωτικά επιχειρήματα που συνηγορούσαν υπέρ της ελληνικής συμμετοχής στις επιχειρήσεις της Αντάντ για την κατάληψη των Δαρδανελίων [8]. Αρχικά, ο Κωνσταντίνος αντέδρασε θετικά στην πρόταση αυτή, πιθανότατα γοητευμένος από την προοπτική θριαμβευτικής εισόδου του ελληνικού στρατού στη βασιλεύουσα, με τον ίδιο επικεφαλής. Ωστόσο, κατηγορηματικά αντίθετος στη συμμετοχή της Ελλάδας στην εκστρατεία της Καλλίπολης εμφανίστηκε ο αντισυνταγματάρχης Ιωάννης Μεταξάς, αναπληρωτής αρχηγός του Γενικού Επιτελείου Στρατού μετά την προσωρινή «διαθεσιμότητα» του Δούσμανη, στα τέλη Ιανουαρίου του 1915. Μάλιστα, στις 17 Φεβρουαρίου /2 Μαρτίου 1915 ο Μεταξάς ενεχείρισε υπόμνημα με το οποίο εξηγούσε τους λόγους για τους οποίους δεν συμμεριζόταν τα σχέδια του Βενιζέλου [9]. Την ίδια ημέρα, υπέβαλε στον Βενιζέλο την παραίτησή του από την ηγεσία του Γενικού Επιτελείου, καθώς και αίτηση αποστρατείας του.
Ο ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΔΡΑΓΟΥΜΙ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ ΤΗΣ ΧΩΡΑΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΙΑΝΟΥΑΡΙΟ ΕΩΣ ΤΟΝ ΟΚΤΩΒΡΙΟ ΤΟΥ 1910, ΣΥΜΜΕΤΕΙΧΕ ΣΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΟΥ ΣΤΕΜΜΑΤΟΣ (ΕΘΝΙΚΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΜΟΥΣΕΙΟ, ΑΘΗΝΑ).
Προκειμένου να υπερκεράσει τις αντιδράσεις του Γενικού Επιτελείου, ο Βενιζέλος εισηγήθηκε στον βασιλιά τη σύγκληση του Συμβουλίου του Στέμματος, με τη συμμετοχή του ίδιου και των πρώην πρωθυπουργών (Αλέξανδρου Ζαΐμη, Κυριακούλη Μαυρομιχάλη, Στέφανου Δραγούμη, Γεωργίου Θεοτόκη και Δημητρίου Ράλλη).
[8]. Υπόμνημα Ελευθερίου Βενιζέλου προς βασιλιά Κωνσταντίνο, 17 Φεβρουαρίου/2 Μαρτίου 1915, στο: Στεφάνου (επιμ.), Τα κείμενα του Ελευθερίου Βενιζέλου, τ. Β', σ. 71-74.

[9]. Υπόμνημα Ιωάννη Μεταξά προς Ελευθέριο Βενιζέλο, 17 Φεβρουαρίου/2 Μαρτίου 1915, στο: Χρ. Χρηστίδης (επιμ.), Μεταξάς: το προσωπικό του ημερολόγιο, τ. Β', Αθήνα: Εστία, 1952, σ. 407-413. Το υπόμνημα έχει δημοσιευθεί στο Παράρτημα του παρόντος τόμου.
ΑΠΟΒΙΒΑΣΗ ΒΡΕΤΑΝΙΚΩΝ ΣΤΡΑΤΕΥΜΑΤΩΝ ΣΤΟ ΑΚΡΩΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΕΛΛΗΣ, ΚΑΤΑ ΤΗ ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΤΗΣ ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑΣ ΣΤΗΝ ΚΑΛΛΙΠΟΛΗ (ΙΔΡΥΜΑ ΜΟΥΣΕΙΟΥ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΥ ΑΓΩΝΑ, ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ).
Πράγματι, το Συμβούλιο του Στέμματος συνήλθε δύο φορές, στις 18 Φεβρουαρίου/3 Μαρτίου και στις 20 Φεβρουαρίου/5 Μαρτίου 1915, ενώ στο μεταξύ ο Δούσμανης είχε επανέλθει στην ενεργό επιτελική υπηρεσία. Οι πρώην πρωθυπουργοί, με εξαίρεση τον Θεοτόκη, υποστήριξαν επί της αρχής την πρόταση του Βενιζέλου να μετάσχει η Ελλάδα στην εκστρατεία κατά της Καλλίπολης. Παρ’ όλα αυτά, ο Κωνσταντίνος υιοθέτησε τις απόψεις του Μεταξά και του Στρέιτ, που επέμεναν ότι το όλο εγχείρημα ήταν καταδικασμένο σε παταγώδη αποτυχία. Επιπλέον, ο βασιλιάς δεν αντιμετώπιζε θετικά -κάθε άλλο- το ενδεχόμενο να συμβάλει (έστω και εμμέσως) η Ελλάδα στην εξυπηρέτηση των ρωσικών συμφερόντων στην Κωνσταντινούπολη [10]. Υπ’ αυτές τις συνθήκες, ο Κωνσταντίνος παρέμεινε ανένδοτος και ο Βενιζέλος δεν είχε άλλη επιλογή από το να υποβάλει την παραίτηση της κυβέρνησής του, στις 21 Φεβρουαρίου/6 Μαρτίου 1915.
[10]. Zisis Fotakis, Greek Naval Strategy and Policy, 1910-1919, London/New York: Routledge, 2005, σ. 114-115.
Στο σημείο αυτό προκύπτει εύλογο το ερώτημα: ήταν αντίθετος ο Κωνσταντίνος στην εκστρατεία της Καλλίπολης για στρατιωτικούς και μόνο λόγους ή μήπως η αντίθεσή του υπήρξε προσχηματική, προκειμένου να ματαιώσει την είσοδο της Ελλάδας στον πόλεμο; Ως προς τούτο, η απάντηση που δίνει ο Γιώργος Θ. Μαυρογορδάτος είναι σαφής:«[...] ο Κωνσταντίνος υπήρξε εξαρχής ανειλικρινής απέναντι στον Βενιζέλο, υπονομεύοντας την πολιτική του και αναζητώντας την κατάλληλη ευκαιρία να απαλλαγεί από τον λαοπρόβλητο πρωθυπουργό»11. Θα πρέπει, πάντως, να επισημανθεί ότι δύο ακόμα παράγοντες συνέβαλαν στην απόρριψη των προτάσεων του Βενιζέλου από τον Κωνσταντίνο. Πρώτον, η εμμονή της τσαρικής Ρωσίας να μη μετάσχουν ελληνικές δυνάμεις στις επιχειρήσεις κατά των Δαρδανελίων· και δεύτερον, η απόφαση του Έλληνα πρωθυπουργού να προτείνει κατά τη δεύτερη συνεδρίαση του Συμβουλίου του Στέμματος τη μείωση του αριθμού των ελληνικών δυνάμεων που θα λάμβαναν μέρος στις επιχειρήσεις. Ο τελευταίος αυτός ελιγμός έτεινε τελικά να ενισχύσει τα επιχειρήματα εκείνων που έκαναν λόγο για βέβαιη αποτυχία του όλου εγχειρήματος. Νέος πρωθυπουργός μετά την παραίτηση Βενιζέλου ορκίστηκε ο Δημήτριος Γούναρης, βουλευτής Πατρών και ηγετική προσωπικότητα της αντιβενιζελικής παράταξης. Ήδη στις 26 Φεβρουαρίου/11 Μαρτίου 1915, ημέρα ορκωμοσίας της κυβέρνησής του, ο Γούναρης τάχθηκε δημοσίως υπέρ της πολιτικής της ουδετερότητας. Την ίδια στιγμή, όμως, ο νέος υπουργός των Εξωτερικών, Γεώργιος Χρηστάκης-Ζωγράφος, διαμήνυε στη βρετανική πρεσβεία ότι ο πρωθυπουργός ήταν πρόθυμος να συζητήσει την είσοδο της Ελλάδας στον πόλεμο, εάν βέβαια εμφανιζόταν η κατάλληλη ευκαιρία [12].
[11]. Γιώργος Θ  Μαυρογορδάτος, 1915: ο Εθνικός Διχασμός, Αθήνα: Πατάκης, 2015, σ. 39.
[12]. Μαριάννα Xpιστoπoύλoυ. Δημήτριος Γούναρης, Αθήνα: Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων, 2017, σ. 147-148
.
Ο ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΓΟΥΝΑΡΗΣ, ΗΓΕΤΙΚΗ ΜΟΡΦΗ ΤΩΝ ΑΝΤΙΒΕΝΙΖΕΛΙΚΩΝ, ΔΙΕΤΕΛΕΣΕ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟ ΕΩΣ ΤΟΝ ΑΥΓΟΥΣΤΟ ΤΟΥ 1915.
ΧΕΙΡΙΣΤΗΣ ΠΟΛΥΒΟΛΟΥ ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ ΒΡΕΤΑΝΟΙ ΣΤΡΑΤΙΩΤΕΣ ΣΕ ΧΑΡΑΚΩΜΑ ΣΤΗΝ ΚΑΛΛΙΠΟΛΗ, ΚΑΤΑ ΤΗ ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΤΩΝ ΣΥΓΚΡΟΥΣΕΩΝ ΠΟΥ ΕΓΙΝΑΝ ΣΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΗΣ ΟΜΩΝΥΜΗΣ ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑΣ (25 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 1915-9 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 1916).
Στην πραγματικότητα, ο Γούναρης ήταν περισσότερο επιφυλακτικός από τον φιλοδυτικό υπουργό του. Ο Έλληνας πρωθυπουργός θα ήταν διατεθειμένος να αποδεχθεί τη συ-στράτευση της χώρας με τις δυνάμεις της Αντάντ, μόνο εάν συνέτρεχαν δυο βασικές προϋποθέσεις: πρώτον, η Βουλγαρία και η Ρουμανία να συναινούσαν στη σύμπηξη ενός κοινού φιλοανταντικού μετώπου· δεύτερον, δεν θα απαιτείτο από την Ελλάδα να παραχωρήσει εδάφη στη Βουλγαρία. Σε αυτό ακριβώς το πλαίσιο κινούνταν οι προτάσεις που υπέβαλε η ελληνική κυβέρνηση στις δυνάμεις της Αντάντ στις 9/22 Μαρτίου και την 1η/14η Απριλίου 1915. Η αντίδραση των Συμμάχων, όμως, στις ελληνικές προτάσεις κάθε άλλο παρά ικανοποίησε τον Γούναρη. Έχοντας ήδη αποδεχθεί τις διεκδικήσεις της Ρωσίας στην Κωνσταντινούπολη και της Ιταλίας στη Μικρά Ασία και στα Δωδεκάνησα, η Εγκάρδια Συνεννόηση όχι μόνο δεν εγγυάτο την εδαφική ακεραιότητα της Ελλάδας, αλλά και επέμενε στην ανάγκη να παραχωρηθούν εδάφη της ελληνικής Μακεδονίας στη Βουλγαρία, ώστε να αποσοβηθεί η προσχώρησή της στις Κεντρικές Αυτοκρατορίες. Ο Γούναρης δεν είχε άλλη επιλογή από το απορρίψει τις προτάσεις της Αντάντ στις 30 Ιουλίου/12 Αυγούστου, μόλις λίγες ημέρες πριν από την παραίτηση ς κυβέρνησής του. Στο μεταξύ, και καθώς η κυβέρνηση Γούναρη δεν διέθετε την αναγκαία κοινοβουλευτική πλειοψηφία, προκηρύχθηκαν βουλευτικές εκλογές για τις 31 Μαΐου/13 Ιουνίου 1915.
ΓΕΛΟΙΟΓΡΑΦΙΑ ΓΙΑ ΤΙΣ ΕΚΛΟΓΕΣ ΤΗΣ 31ΗΣ ΜΑΪΟΥ 1915. Ο ΨΗΦΟΦΟΡΟΣ ΕΙΚΟΝΙΖΕΤΑΙ ΝΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΕΠΙΛΕΞΕΙ ΜΕΤΑΞΥ ΒΕΝΙΖΕΛΟΥ ΚΑΙ ΓΟΥΝΑΡΗ, ΥΠΟ ΤΟ ΑΠΕΙΛΗΤΙΚΟ ΒΛΕΜΜΑ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ ΠΟΥ ΔΕΣΠΟΖΕΙ ΠΑΝΩ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΛΠΗ (ΙΔΡΥΜΑ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ ΒΕΝΙΖΕΛΟΥ, ΑΘΗΝΑ).
Εκ των πραγμάτων, οι εκλογές απέκτησαν δημοψηφισματικό χαρακτήρα, αφού το βασικό δίλημμα αφορούσε την είσοδο της χώρας στον πόλεμο (όπως επιδίωκε το Κόμμα Φιλελευθέρων υπό τον Βενιζέλο) ή τη διατήρηση της πολιτικής της ουδετερότητας (όπως προέκρινε το νεοϊδρυθέν Κόμμα Εθνικοφρόνων υπό τον Γούναρη). Το αποτέλεσμα των εκλογών δικαίωνε την πολιτική του Βενιζέλου: το Κόμμα Φιλελευθέρων εξασφάλισε 186 από τις 316 έδρες στο κοινοβούλιο, ενώ τα αντιβενιζελικά κόμματα μόλις 124 (εκ των οποίων το Κόμμα Εθνικοφρόνων 95). Υπό αυτές τις συνθήκες, ο Βενιζέλος ανέλαβε και πάλι πρωθυπουργός (με σημαντική, πάντως, καθυστέρηση) στις 10/23 Αυγούστου 1915.

ΕΘΝΙΚΟΣ ΔΙΧΑΣΜΟΣ
ΕΚΔΟΣΗ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑΣ Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ
ΑΘΗΝΑ
2019


from ανεμουριον https://ift.tt/2B91vIB
via IFTTT
Από το Blogger.