Κώστα Γαζή ΟΙ ΔΕΚΑ ΚΡΕΜΑΣΜΕΝΟΙ ΤΗΣ ΛΙΒΑΔΕΙΑΣ

Η μάντρα δεν είναι ψηλή. Μια συνηθισμένη μάντρα εργοστασίου, τρία με τέσσερα μέτρα ψηλή, χωρίς ειδική θωράκιση. Οι ιδιοκτήτες εγκατέλειψαν το εργοστάσιο κι’ έφυγαν στην Αθήνα, μόλις οι Γερμανοί πάτησαν το πόδι τους στη μικρή μας πόλη. Τότε, τις καλές μέρες, οι μηχανές ρουθούνιζαν μπουκωμένες, νυχτοήμερα, καθώς πιπίλαγαν τον αφρό του βαμπακιού κι’ έφτυναν συνέχεια τα ξέφτια στα τζάμια των παραθυριών, κάνοντάς τα να μοιάζουν σα χιονισμένα. Τώρα, τρίτο χρόνο κατοχής, οι μηχανές άρχισαν κιόλας να σκουριάζουν, με σταματημένα τα έμβολα σε μια τελευταία κίνηση ανάτασης και τα γρανάζια μαγκωμένα σ’ ένα απελπιστικό θηλύκωμα τριγμού. Η μάντρα του εργοστασίου ήταν τότε γιομάτη από δέματα βαμπάκι, τη συμπύκνωση του μόχτου των γεωργών. Απόψε είναι γεμάτη γεωργούς, με συρρικνωμένο το φόβο στα πρόσωπά τους και συμπυκνωμένη την οργή στα στήθια τους. Το εργοστάσιο, το χωρίζει από την πόλη το ποτάμι και δένεται μαζί της με μια παληά σιδερένια γέφυρα. Στη γέφυρα απάνω ένας γερμανός σκοπός χαζεύει στο ποτάμι, που κατρακυλάει ανυπόμονα ανάμεσα σε κοτρώνια και ρίζες πλατανιών. Πότε-πότε ο γερμανός σηκώνεται, κόβει μερικές βόλτες πάνω στη γέφυρα κι’ ύστερα ξαναγυρίζει κι’ ακουμπάει στο κάγκελο να ξαναχαζέψει. Ο τοίχος της μάντρας από τη μεριά του ποταμού είναι ψηλότερος, γιατί του ποταμιού η κοίτη είναι χαμηλή κι’ είναι ο τοίχος εκεί που τον γλύφει το νερό, γεμάτος γλυσίνες και μούσκλα. Από τη μέσα μεριά, η μάντρα είναι χαμηλότερη βέβαια κι’ άμα αποφασίσεις, μπορείς να το σκάσεις, αρκεί να σε κρατήσουν από κάτω δυό-τρεις άλλοι φυλακισμένοι. Ανεβαίνοντας στην καμπούρα της μάντρας, μπορείς ύστερα να κυλήσεις μέσα στο ποτάμι, χωρίς ο σκοπός να σε μυριστεί, γιατί τα νερά κάνουν πολύ θόρυβο εκεί. Ποιος όμως να σκεφτεί τέτοιο πράγμα απόψε; Και ποιος να το τολμήσει τη φοβερή τούτη νύχτα; Είναι Σεπτέμβρης μήνας. Βράδυ γλυκό, που μυρίζει φρέσκια ρετσίνα και καινούργιο μούστο. Κι από πάνω ένα φεγγάρι μαργιόλικο που παίζει κρυφτούλι με τα πλατανόφυλλα και πλημμυρίζει το ποτάμι μ’ ασημένια λέπια. Είναι όλα τόσο όμορφα που θα μπορούσες ακόμα και να ονειρευτείς αν δε σκεφτόσουνα το Εερμανό σκοπό στη γέφυρα, μα προ παντός «εκείνο» που έτρεξε στην απάνω συνοικία.

Λοιπόν, σκότωσαν ένα Γερμανό στρατιώτη. Ήταν τη μέρα που συνθηκολόγησαν οι Ιταλοί. ΚΓ έπεσε ο κόσμος στους στρατώνες και τις αποθήκες τους κι άρπαξε ότι πρόφτασε. Όπλα, πυρομαχικά, τρόφιμα. Τα φόρτωσε στις μούλες τους και τράβηξε προς τους αντάρτες. Από κοντά ακολούθησαν και πολλοί Ιταλοί, στρατιώτες και αξιωματικοί. Αυτό ήταν. Οι λίγοι Γερμανοί, σαν τόμαθαν, ξεχύθηκαν με περίπολα στους δρόμους, να προλάβουν το κακό. Και σε κάποιο στενό, χτυπήθηκε κάποιος δικός τους. Στον τόπο. Τότε κύκλωσαν τη γειτονιά οι γερμανοί κι’ έπιασαν όποιον βρήκαν στο σπίτι, γέρους, μεσόκοπους, παιδιά. Και τους κουβάλησαν στη μάντρα του εργοστασίου, με το σκοπό απ’ έξω και το φόβο στην καρδιά. Φοβισμένοι παραλοϊσμένοι πες, μαζεύτηκαν όλοι σε μια μεριά σα ζωντανά. Αντάμωσαν τα κορμιά τους να πάρουν δύναμη κΓ έσμιξαν τις ανάσες τους να ψυχωθούν. Αλλά η νύχτα όσο να πεις είναι σύντροφος κακός και τους τυλίγει με μια βουβαμάρα, που τους μπλαστρώνει, ίδια πέτσα φιδιού. Μονάχα η πριονιστή φωνή κάποιου γρύλου, ροκανίζει για λίγο το μαύρο πέπλο της νύχτας. Και το κουλουριασμένο ερπετό ανασαλεύει για λίγο.

— Τι θα μας κάνουν; σπάει μια φωνή την κρούστα της σιωπής.

— Σώπα, τον αποπαίρνει μια δεύτερη, θα μας ακούσουν.

— Γιατί δεν ξέρουν πως είμαστε μέσα; Την ειρωνεύεται τρίτη.

— Εξυπνάδες, ξαναλέει η δεύτερη φωνή πειραγμένη. Μ’ αυτά και μ’ αυτά μας πήρατε στο λαιμό σας.

— Κάναμε το καθήκον μας, απαντάει σοβαρή η τρίτη φωνή. Αυτό είναι όλο.

— Θα σκάσεις επιτέλους; σφυρίζει μια καινούργια φωνή άγρια.

Ακολουθάει σιωπή, μια σιωπή που βαραίνει με μολυβένια βαρύτητα. Το ρολόι της πόλης στέλνει από ψηλά τους δώδεκα μεσονύχτιους χτύπους του, σα σφυριές στα μηνίγγια, νταν... νταν... νταν... νταν... Μετράνε από μέσα τους τα χτυπήματα, λυγίζουν τα δάχτυλα των δυό τους χεριών, δανείζονται δυό ξανά απ’ το πρώτο τους χέρι.

— Δώδεκα, λέει μια φωνή.

— Τ’ ακούσαμε, αγριεύει μια άλλη.

— Δεν τόπα για να σε προσβάλω, λέει απολογητικά η πρώτη φωνή.

Θα σκάστε επιτέλους; πετιέται μια τρίτη φωνή φοβισμένη.

Πέφτει ξανά σιωπή. Μονάχα ο ρόγχος του ποταμιού ακούγεται. Και του Γερμανού σκοπού τα βήματα πάνω στη γέφυρα. Ένα-δύο-τρία-τέσσερα, μεταβολή, ένα-δύο-τρία-τέσσερα...

— Φοβάμαι, μουρμουρίζει μια νέα φωνή και μοιάζει σα να πάλλεται.

— Συγκρατήσου, την εμψυχώνει μια άλλη, θα περάσει.

— Είναι κι’ αυτή η νύχτα, αγκομαχάει η πρώτη φωνή.

— Κάνε κουράγιο, σε λίγο θα φέξει, προσπαθεί να τη γαληνέψει η δεύτερη.

Η μισή ώρα έρχεται από το ρολόι σαν πετριά. Ο σκοτεινός όγκος ανασαλεύει.

— Τι έτρεξε;

— Τίποτα, είναι το ρολόι.

— Τι ώρα είναι;

— Μισή.

— Αργεί ακόμα να φέξει.

— Αργεί.

Η νύχτα σέρνεται αργά, με δεκανίκια. ΚΓ είναι να τη λυπάσαι. Σε λίγο η μια ώρα στάζει από ψηλά σα λυγμός.

— Ακόμα μια.

— Ακόμα.

— Αργεί πολύ.

— Αργεί, ναι.

— Είναι απ’ την αγρύπνια.

— Ναι είναι απ’ την αγρύπνια.

Ύστερα χτυπάει πάλι μισή. ΚΓ είναι ο ίδιος ξερός χτύπος, σαν ένα ξερόκλαδο που σπάζει. Ή σαν ένα σφυρί που χτυπάει με διαλείμματα στο ίδιο σημείο. Ακριβώς στο ίδιο σημείο. Είναι η πιο νεκρή ώρα της νύχτας. Το σφυρί πέφτει αδυσώπητο και καρφώνει το χρόνο. Νταν... νταν... νταν... Και η χορδή της αγωνίας τανύζεται, τανύζεται κΓ είναι έτοιμη, θαρρείς, να τιναχτεί μ’ ένα ανατριχιαστικό ντίιιν...

— Εγώ ξέρω ποιος σκότωσε το Γερμανό, ακούγεται μια φωνή κλαψιάρικη.

— Δεν ξέρεις τίποτε, πάψε, την κόβει μια άλλη θυμωμένη.

— Ξέρω, συνεχίζει η φοβισμένη φωνή κι’ άμα με ρωτήσουν το ποωί θα τουΓ πω ττύογ το Γεουανό τον σκότωσε ο...

Πολλά κεφάλια σηκώθηκαν τότε. Νυσταγμένα, αχτένιστα, με μάτια κόκκινα, τον ζύγωσαν, τον αγριοκοίταξαν.

— Δεν ξέρεις τίποτα.

— Δεν είδες τίποτα.

— Δεν έκανες τίποτα.

— Δε θα μιλήσεις.

— Δε θα τολμήσεις.

— Κιοτή.

— Σπιούνε.

— Φτου.

Έπεσαν τα πικρόλογα πάνω του σαν καμτσικιές και τον βίτσισαν καταπρόσωπο. Εκείνος έβαλε το κεφάλι του ανάμεσα στα χέρια του κι’ αναλύθηκε σε κλάμα παιδικό παραπονεμένο.

Για κάμποσην ώρα έμειναν έτσι άφωνοι, σα γύρω από νεκρό. Ύστερα άνοιξε τρίζοντας η σιδερένια πόρτα της μάντρας. Ο σκοπός μ’ έναν αξιωματικό μπήκαν με τα φανάρια τους στο χέρι. Έρριξαν τις φωτεινές δέσμες πάνω στη μάζα, την έψαξαν. Ύστερα έφεραν τους προβολείς γύρω στη μάντρα, βεβαιώθηκαν πως όλα πάνε καλά και ξανάφυγαν. Ένας στεναγμός ανακούφισης βγήκε από μερικά στήθια. Άλλοι ταράχτηκαν θορυβημένοι και αναρωτήθηκαν.

— Τι έγινε; που μας πάνε;

— Πουθενά, απαντάει μια φωνή ήρεμη, κοιμηθείτε.

— Το πρωί θα μάθουμε, λέει μια άλλη φωνή.

— Ναι το πρωί θα μάθουμε.

— Αρκεί νάναι για καλό.

— Ναι θάναι για καλό.

Πέφτει πάλι βουβαμάρα. «Τα μεγάλα δράματα» λένε «είναι βουβά». Οι χτύποι του ρολογιού κατρακυλούν σιγά-σιγά, πιο καθαρά τώρα, καθώς περνάνε μέσα από τ’ αυγινό φως που πλησιάζει. Άρχισαν κιόλας τα πρώτα λαλήματα των πετεινών απ’ τ’ αντικρυνά σπίτια.

— Άες να μας εκτελέσουν; λέει μια φωνή φοβισμένη.

— Σαχλαμάρες, απαντάει μια δεύτερη κι’ είναι σα να θέλει να διασκεδάσει το δικό της φόβο.

— Μπορεί όμως και να μη μας εκτελέσουν, προσπαθεί να βεβαιωθεί η πρώτη φωνή ή καλλίτερα να διαψευστεί.

— Δεν το νομίζω.

— Δεν είσαι όμως βέβαιος;

— Είμαι βέβαιος.

— Γιατί;

— Γιατί δε ματάγινε στην πόλη μας, γι’ αυτό.

— Μπορεί όμως να γίνει για πρώτη φορά ε;

— Ουφ, με σκότισες, με τους φόβους σου.

Οι φωνές σωπαίνουν. Η νύχτα παίρνει σιγά-σιγά να σηκώνεται. Το πρώτο σκληρό φως της αυγής τρυπώνει στα μάτια που τσούζουν απ’ την αγρύπνια. Τα κοκόρια της γειτονιάς βάλθηκαν ποιο να ξεπεράσει το άλλο σε λαρυγγισμούς. Το βουητό του ποταμιού σα να ξελαγάρισε κι’ αυτό στο φως της χαραυγής, ακούγεται καθαρότερο. Και τα βήματα του σκοπού χτυπάνε πιο δυνατά στην παληά γέφυρα. Ένα-δύο-τρία-τέσσερα, μεταβολή, ένα-δύο-τρία-τέσσερα... Για μια στιγμή όμως, όλα σταμάτησαν. Η βαρειά πόρτα της μάντρας άνοιξε μ’ έναν απότομο γρύλισμά και μια κουστωδία γερμανών μπαίνει στην αυλή σκοτεινή, μ’ έναν αξιωματικό επικεφαλής. Ράους-ράους-ράους, ραπίζει η τρομερή κραυγή του γερμανού, σα βούρδουλας. Ράους-απάνω, Ράους-απάνω. Ανασαλεύει ο πολυκέφαλος όγκος, σα να τον ρίπισε άνεμος και μ’ ένα φράαααστ, σηκώνεται όρθιος μπροστά στους γερμανούς, ξάγρυπνη μένος και μετέωρος σαν εκκρεμές.

— Όλος εντώ; Γαυγίζει τα άθλια Ελληνικά του ο αξιωματικός.

— Γιαβόλ κομαντάντ, στήνεται μπροστά του ένα Ελληνικό περίτριμμα σε στάση προσοχής, χαιρετώντας φασιστικά.

Και δίνονται οι διάταγές, σα γαυγίσματα πεινασμένου σκύλου και ρεψίματα χορτασμένου άρχοντα. Ύστερα ακολουθεί το ξεδιάλεγμα. Με το φανάρι στο χέρι ο γερμανός ψάχνει τα φοβισμένα πρόσωπα. Τα μάτια τσούζουν από την αγρύπνια, διαστέλλονται οι κόρες απ’ την αγωνία και το σκληρό φως του φαναριού. Ένας-δύο-τρεις-τέσσερις-πέντε... στόπ. Η φωτεινή δέσμη καθηλώνεται στο νεανικό πρόσωπο, το ψάχνει προσεχτικά, του ζυγίζει τα χρόνια. — Ράους, και το σπρώχνει στην απέναντι γωνιά.

Έξη-εφτά-οχτώ-εννιά... στάση. Το φως βιτσίζει το πρόσωπο, το σκληρό βλέμμα του γερμανού μπήγεται σα μαχαίρι στα μάτια που το κοιτάζουν περίτρομα. — Ράους, κι’ ένα δεύτερο παιδί πλησιάζει το άλλο. Και ο γερμανός συνεχίζει. Δέκα-έντεκα-δώδεκα... — Ράους. Είκοσι-εικοσιένα-εικοσιδύο... — Ράους... Ράους... Ράους... Ράους... Γέμισε η μάντρα η τρομερή υλακή και ξεχείλησε. Πήδησε στο ποτάμι κι’ ανακατώθηκε με το βουητό του... Ράους... Ράους... Ράους... Μέχρι που ολόκληρη η μικρή μας πόλη πήρε το μήνυμα... Ράους και βγήκε με προφύλαξη στα παράθυρα να μάθει...

— Όλοι εσείς, μίλησε το σκιάχτρο με τη γερμανική στολή, θα πάτε στα σπίτια σας. Οι δέκα νεαροί, θα πληρώσουν για το γερμανό στρατιώτη που σκοτώθηκε χτες.

Στάθηκαν εκεί, μια μάζα σκοτεινή και τον κοίταζαν περίεργοι. Σαν ένα χέρι να χώθηκε στα σωθικά τους και τ’ ανακάτευε, ένοιωσαν μια φοβερή ναυτία. Και τα πόδια τους βάραιναν, σωστό μολύβι.

— Ράους, ούρλιαζε το τσακάλι και τράβηξε το πιστόλι του. Η φοβισμένη μάζα πήρε να σέρνεται προς την πύλη με μάτια διεσταλμένα, κοιτάζοντας μια το πιστόλι του γερμανο-έλληνα, μια τα παιδιά που άφηνε ανυπεράσπιστα στα νύχια των λύκων...

Τώρα που οι δέκα νέοι έμειναν μόνοι τους στη μάντρα, συνειδητοποίησαν τη θέση τους με ακρίβεια. Είχαν διαλεχτεί ανάμεσα σ’ όλους τους άλλους, σαν οι πιο νέοι, για να πληρώσουν την αποκοτιά κάποιων άλλων. Τώρα έβλεπαν πια, πως διέξοδος δεν υπήρχε. Και η πόρτα που έκλεισε πίσω από κείνους που έφευγαν, έκλεινε και την τελευταία επικοινωνία τους με τη ζωή. Κι’ όμως η ζωή ήταν ωραία, όπως την είχαν οραματιστεί στα δεκαοχτώ και στα είκοσι χρόνια τους...

— Αυτό ήταν, μίλησε ο πρώτος απ’ τους δέκα νέους.

Κρεμάστηκαν με τα μάτια τους οι υπόλοιποι εννέα απάνω του,

σα σε βουβή επίκληση. Πέρασαν κάμποσα δευτερόλεπτα αγωνίας κι εκείνος ύστερα, ψύχραιμα, κυριαρχημένα, ξαναμίλησε.

— Ναι, αυτό ήταν, επανέλαβε. Θα πληρώσουμε για το γερμανό που σκοτώθηκε, εμείς.

— Μα δεν τον σκοτώσαμε εμείς, λέει με τρεμουλιαστή φωνή ένα παλληκάρι της ηλικίας του.

— Δεν έχει σημασία, του απαντάει, τον σκότωσε η συνοικία.

— Να τη βράσω τη συνοικία, πετάγεται αγαναχτισμένος ένας τρίτος. Εγώ θέλω να ζήσω.

— Κι’ εγώ που έχω και μικρά παιδιά, θρηνεί ένας τέταρτος.

Ο λόγος του μπήγεται σαν καρφί. Όλοι σωπαίνουν για λίγο.

— Τα παιδιά είναι μια απόδειξη, λέει κάποιος.

— Σαν τι απόδειξη, ρωτάει άλλος.

— Να, πως υπάρχουμε, πως θα συνεχίσουμε να υπάρχουμε.

— Κουραφέξαλα, λέει ο αντιρρησίας. Άμα δεν υπάρχω εγώ, δεν υπάρχει τίποτα. ΚΤ ο κόσμος υπάρχει σε σχέση με τη δική μου ύπαρξη. Μετά το θάνατό μου, δε μπορεί να γίνει πιστοποίηση.

— Και όμως, αντικειμενικά υπάρχει, ξαναλέει ο πρώτος. Όταν αύριο θάχει πάψει η ταύτισή μας μαζί του, θα εξακολουθεί να υπάρχει.

— Τα λες αυτά για να παρηγορήσεις τον εαυτό σου.

— Όχι, τα λέω γιατί τα πιστεύω.

— Μα πες μου, στο θεό σου, δε φοβάσαι;

— Περισσότερο απ’ όσο νομίζεις.

— Τότε οι θεωρίες σου;

— Αυτές υπάρχουν κι’ έξω από μένα, έξω από μας όλους.

Ένα λάλημα πετεινού, πολύ κοντινό, τους έφερε στην πραγματικότητα.

— «Και όταν αλέκτωρ φωνήσει τρεις», μουρμούρισε κάποιος.

ΚΤ ο λόγος του έπεσε στη λίμνη της σιωπής που ακολούθησε κι’ άρχισε ν’ απλώνεται σε κύκλους επάλληλους...

— Όμως εμείς δεν προδώσαμε τον κύριό μας, έκανε με παράπονο ένα παιδί. Η ζωή όμως μας προδίνει... Έπαιξε πολύ άσκημα το παιχνίδι της μαζί μας.

— Μην σε πιάνει απελπισία, τον καθησύχασε κάποιος, πάντα υπάρχει κάποια ελπίδα.

— Δε μπορώ να την προσδιορίσω μέσα σε τούτο το χάος..., εκτός..., εκτός από ένα θαύμα.

— Στο τέλος κάτι μπορεί να τρέξει, ξανάπε ο άλλος, κάτι το αστάθμητο.

Ο πετεινός ξαναλάλησε για δεύτερη φορά, κοντινώτερα τώρα. Ήταν ένα λάλημα καθυστερημένο, σημαδιακό. Κι’ ήταν σα μια υπόμνηση ότι εξακολουθούν να υπάρχουν, ότι μπορούν να ελπίζουν. Το μουντό φως της αυγής, έρριξε τις πρώτες σκιές στα πρόσωπά τους σα βαθειές ρυτίδες.

— Τη νύχτα, πριν από το ξεκαθάρισμα, είπε κάποιος, είχαμε μιαν ελπίδα, είμαστε και περισσότεροι. Τώρα, ξεκοπήκαμε, πες, απ’ τον κόσμο.

— ΚΤ αν αλλάξουν γνώμη; Ρωτάει άλλος.

— Ποιος;

— Οι Γερμανοί.

— Δεν τους ξέρεις καλά.

— Εσύ, πως τους ξέρεις;

— Σε άλλους τόπους κάναν χειρότερα. Τουφέκισαν, κρέμασαν.

— Όχι, όχι αυτό, πετάχτηκε ο πιο νεαρός, όχι την κρεμάλα. Καλλίτερα να μας τουφεκίσουν... μια κι’ έξω...

Η βουβαμάρα, ξαναπλώθηκε ανάμεσά τους. Η σκέψη της θηλειά τους βάραινε, τους βάραινε καταθλιπτικά. Και τα λεπτά, τα δευτερόλεπτα, πέρασαν βαρειά, καταθλιπτικά και κείνα. Μέχρι που ξαναλάλησε ο πετεινός, για τρίτη φορά

— Το τέλος, μουρμούρισε κάποιος.

Γύρισαν και τον κοίταξαν απορημένοι. Το πρωινό φως, έσκαβε τα πρόσωπά τους, αποκαλύπτοντας τη βαθειά τους αγωνία. ΚΤ ήταν ο λόγος του προφητικός γιατί δεν άργησε πάλι ν’ ακουστεί η μεγάλη πόρτα που άνοιγε με κείνο το φρικιαστικό τριγμό κι’ η φωνή του γερμανού ξαναπλημμύρισε τη μάντρα σα χλευασμός στη ζωή... Ράους, ράους, ράους. Τους έβαλαν σ’ ένα στίχο και τους πλαισίωσαν με δυόστιχους στρατιώτες. Στο φως της αυγής, ξεχωρίζουν τα πρόσωπά τους, πρόσωπα νεανικά σαν τα δικά τους, αδιάφορα όμως και γεμάτα αυτοπεποίθηση. Στο βλέμμα τους ένα γκρίζο σύννεφο της βορεινής πατρίδας τους, που τ’ αυλακώνει σκληρή αστραπή η ματιά τους. Τεντώνονται πολύ καθώς περπατάνε, λες και υπακούνε σ’ ένα μυστικό τυμπανισμό που έρχεται από μακρυά, τάμ-ταρατατάμ, τάμ-ταρατατάμ. Ακολουθούνε έτσι τον κεντρικό δρόμο, που οδηγεί στην πλατεία. Κουφώνουν λίγο τα παντζούρια των παραθυριών κι οι από μέσα μορφές, προσπαθούν εναγώνια ν’ αναγνωρίσουν τα πρόσωπα των παιδιών. Ποια θάναι η τύχη τους; Τα δέκα παιδιά, κάνουν το στερνό τους περίπατο στη μικρή τους πόλη. Προαισθάνονται ένα τέλος φριχτό. Τι θα είναι όμως αυτό το τέλος; Αναστρέφουν τα μάτια τους στα κουφωμένα παράθυρα κι’ είναι το βλέμμα τους γεμάτο ικεσία. Γατζώνεται η ματιά τους από τις σιωπηλές γρίλλιες, προσπαθώντας έτσι να κρατηθεί από τη ζωή. Χαϊδεύει τ’ άγνωστα πρόσωπα που κρύβονται πίσω τους, πασκίζοντας να σπαταλίσει με μιας όλη την αξόδευτη αγάπη της. Τρυπώνει στις κάμαρες με τα ζεστά ακόμα σεντόνια κι’ αναριγάει στη σκέψη του έρωτα, που δε γεύτηκε ωστόσο ακόμα. ΚΤ όλα τούτα για μια στιγμή, σαν αστραπή, σαν αναλαμπή ζωής, γιατί οι τρεις στίχοι προχωρούν κάτω από άλλα παράθυρα και τα παράθυρα όλο και κουφώνουν και η αγωνία από μέσα ξεχειλίζει τις γρίλλιες, γίνεται δάκρυ... Φτάσανε τέλος στην πλατεία. Τη μικρή φτωχική πλατεία τη βρήκανε άδεια, καθώς είναι ακόμα πρωί κι’ ένας κύκλος γερμανός την έχει ζωσμένη από παντού.

Οι καρέκλες των καφενείων είναι ακόμα στριμωγμένες στις γωνίες, τα παράθυρα των ξενοδοχείων τριγύρω μισάνοιχτα, αλλά πράγμα παράξενο, στο φτωχικό ξενοδοχείο της δεξιάς μεριάς, οι γλάστρες στα μπαλκόνια ανθίσανε προς τα κάτω τούτο το πρωινό κι αντί γι’ ανθούς βλαστήσανε οι ρίζες τους προς την πλατεία, χοντροί, λευκοί βλαστοί με κόμπους σα σκοινιά. Είναι οι δέκα αγχόνες. Κρέμονται ίσιες κι ασάλευτες, σύμβολο βαρβαρότητας κι απανθρωπιάς. Κάτω από κάθε θηλειά, ένα μικρό βάθρο, το τελευταίο σκαλοπάτι ανάμεσα ζωής και θανάτου. 'Ενας ασήμαντος, μικρός βωμός, για μια ακόμα θυσία, στον αχόρταγο θεό του πολέμου. Σηκώνουν το βλέμμα τους τα δέκα παλληκάρια κι αντικρύζουν τ’ αποτρόπαιο σκηνικό. Ένας φόβος πρωτόγνωρος τους ισκιώνει τη ματιά, ενώ ένα σύγκρυο διαπερνάει το κορμί τους που αρχίζει να τρέμει. Κι ο φόβος αυτός παίρνει διαστάσεις πανικού, καθώς τα γύρω παράθυρα αρχίζουν να κλείνουν, να μείνει έξωθέ τους τ’ αποτρόπαιο θέαμα. Τώρα έμειναν μόνοι τους. Αυτοί και οι σταυρωτήδες. Αυτοί και οι κρεμάλες. Φέρνουν τα βλέμματά τους περίτρομα γύρω, σα να ζητάνε βοήθεια. Δέκα φοβισμένα ελάφια στην παγίδα του κυνηγού. Καμιά βοήθεια από πουθενά. Και οι γερμανοί, τα ξένα τούτα παιδιά, που τους κοιτάζουν ανέκφραστα, δεμένα και τούτα στο βρόχο της ίδιας ανάγκης, πιασμένα στην ίδιαν αρπάγη του φόβου. Τι να τους κάνουν; Ίσως κι αυτά να μη θέλανε το χαμό τους, ίσως να μην είναι τόσο θηρία, όσο φαίνονται, ίσως να τα χάλασε η σάπια τροφή που τα τάϊσαν...

Όμως, ποιο το διάφορο; Σε λίγο, όλα θάχουν τελειώσει. Η θηλειά θα σφίξει στο λαιμό κι ύστερα: αντίο ζωή. Αυτό ήταν. Ούτε που πρόφτασαν να ζήσουν. Μόνο που πήραν μια μικρή γεύση από τη ζωή, την πιο πικρή. Και ονειρευτήκανε πολύ. Μόνο που τα όνειρα έχουν πάντοτε άσκημο τέλος. Ας τελειώνουμε λοιπόν... Πέρασαν όμορφα-όμορφα οι κρεμάλες στους νεανικούς τράχηλους. Πόσο σκληρό είναι το σκοινί! Και τα κλεισμένα παράθυρα τριγύρω πόσο μακρυά! Μια τελευταία ματιά στις σιωπηλές γρίλλιες τους, μια ύστατη επίκληση στους κρυμμένους ανθρώπους για βοήθεια. Και πιο πάνω, πόσο όμορφος είναι ο ουρανός την αυγή! Καταγάλανος σα θάλασσα κι αυτοί θα ταξιδέψουν με ούριον άνεμο... Ήταν το τελευταίο τους όνειρο, που κράτησε, αλοίμονο τόσο λίγο. Ώσπου τα μικρά βάθρα υποχώρησαν. Και τα σκοινιά τανύστηκαν, τανύστηκαν με δύναμη, καθώς τα γερά κορμιά σπαρτάρισαν στις άκρες τους, δυό-τρεις-πέντε-δέκα φορές. Στην αρχή οι σπασμοί ήτανε ισχυροί, τρίξανε τα σκοινιά, γρυλίσανε των μπαλκονιών τα κάγκελα. Ύστερα έγιναν μαλακώτεροι, σα σπαρτάρισμα ψαριών, για να εκφυλιστούν αργότερα σ’ ένα ελαφρό τρέμουλο χαμηλά στα πόδια, που έμοιαζε με απαλό κυμάτισμά, σαν τελευταίο σάλεμα ζωής, στερνό αντίο και αποχαιρετισμός του κόσμου. Τα μάτια ξεπετάχτηκαν από τις κόγχες τους σ’ ένα απαίσιο γούρλωμα ξιπασμού, τα χλωμά πρόσωπα πήραν το μπλάβο χρώμα του αποπληχτικού, ενώ η γλώσσα τους χοντρή, πρησμένη, κρεμάστηκε έξω από το στόμα τους σε μιαν ύστατη και φαρμακερή γκριμάτσα αποδοκιμασίας.

Οι Γερμανοί τότε ξέσπασαν σ’ ένα κοφτερό χάχανο κτηνωδίας. Ο θρήνος αργότερα απλώθηκε στη μικρή μας πόλη, σιγανός, μετρημένος. Ο φόβος κρατούσε υψωμένη τη ρομφαία του.


from ανεμουριον https://ift.tt/3fll6Us
via IFTTT
Από το Blogger.