Τότε που οι κλέφτες έγιναν... αστυνόμοι

Κλείσαν 87 χρόνια από τότε που η Αθήνα έζησε την υπερένταση των πρώτων — στη σύγχρονη ιστορία — Ολυμπιακών Αγώνων. Μια Αθήνα που σε τίποτα δε θυμίζει το σημερινό έκτρωμα, όπου «ζει» το ένα τρίτο του ελληνικού πληθυσμού, θαμμένο στο τσιμέντο, στο θόρυβο και στο «νέφος»...

Η στατιστική επετηρίδα της εποχής μας πληροφορεί ότι οι κάτοικοι του δήμου ήταν τότε μόνο 128.735! Η κυρίως πόλη είχε έκταση 4 τετρ. χιλιόμετρα και περιστοιχιζόταν από διάφορα χωριουδάκια, όπως το Γαλάτσι (με 232 κατοίκους), την Κυψέλη (με 666), το Μοσχάτο, (με 176), την Καλλιθέα (139), το Περιστέρι (με 35), το Χαϊδάρι (με 10) κ.λπ.….

Η «Λαϊκή Εγκυκλοπαίδεια Φέξη», εξάλλου που κυκλοφορούσε τότε (έκδοση 1894), δίνει κι άλλα στοιχεία: η πρωτεύουσα — λέει — έχει... 23 πλατείες, 442 δρόμους και 350 άμαξες, λεωφορεία και ιπποσιδηροδρόμους. Και συνεχίζει, δίνοντας κάτι από το «κλίμα» της εποχής:

«… Τα κτίρια και αι οικίαι των νέων Αθηνών διακρίνονται δια την κομψότητα και την φιλοκαλίαν των ... Αι Αθήναι έχουν εν από τα υγιεινότερα κλίματα της μεσημβρινής Ευρώπης... συναντώνται εις αυτήν οι άνεμοι του βουνού με τους ανέμους της θαλάσσης. Δια τούτο και οι ασθένειαι είναι ολίγαι εις Αθήνας...».

Αυτά για την ωραία Αθήνα, στα τέλη του περασμένου αιώνα.

Ας γυρίσουμε τώρα στους πρώτους Ολυμπιακούς που φιλοξένησε. Ένα τόσο σημαντικό διεθνές γεγονός ήταν φυσικό να συγκεντρώσει, όχι μόνο το πανευρωπαϊκό, αλλά το παγκόσμιο ενδιαφέρον. Επισκέπτες απ' όλα τα μέρη —οι περισσότεροι «ματσωμένοι»— ξεκίνησαν κατά δω. Η Αθήνα φόρεσε τα «καλά» της, οι ξενοδόχοι κι οι εστιάτορες ετοιμάστηκαν για τη μεγάλη «μπάζα» κι οι κάθε είδους μικρέμποροι προετοίμασαν την καλή και την κακή πραμάτεια τους για πούληση.

Πραγματικός οργασμός. Στις συνθήκες αυτές δε φαίνεται να «υστέρησε» σε ζωτικότητα ένα αρκετά αξιόλογο —σε αριθμό και ικανότητες— κομμάτι του αθηναϊκού κοινωνικού περιθωρίου. Μιλάμε φυσικά για τη «συμπαθή» τάξη των πάσης φύσεως λωποδυτών, πορτοφολάδων, απατεώνων, κ.λπ., που έβρισκε τώρα μοναδική ευκαιρία να επιδείξει —με το αζημίωτο βέβαια, την εξαιρετικά πολύμορφη δεξιοτεχνία της. Και νά ’ταν μόνο αυτοί; Σ' αυτήν την κοσμοσυρροή που αναμενόταν υπήρχε... ψωμί για όλους. Άρχισαν λοιπόν να καταφτάνουν στην Αθήνα και «λουλούδια» από τον υπόκοσμο άλλων χωρών, κυρίως από την Αλεξάνδρεια, τη Σμύρνη, την Κωνσταντινούπολη, διάφορες ιταλικές πόλεις κ.λπ.

Διευθυντής της Αστυνομίας Αθηνών ήταν τότε ο περίφημος Μπαϊρακτάρης (γνωστός από τα τόσα του ανέκδοτα, για τη δράση του κατά των «κουτσαβάκηδων»). Ο ικανότατος και διορατικότατος αυτός αξιωματικός διέκρινε γρήγορα πως τους άτυχους τουρίστες περίμενε εδώ πραγματικό «μάδημα». Οι κίνδυνοι για το διασυρμό της υπηρεσίας του —αλλά και της χώρας γενικότερα— ήταν άμεσοι. Οι δυνάμεις της αστυνομίας ήταν λίγες, ανεκπαίδευτες για τέτοιες περιστάσεις και φυσικά τελείως ανεπαρκείς να αντιμετωπίσουν ολόκληρη στρατιά του ελληνικού και διεθνούς υποκόσμου.

Ο Μπαϊρακτάρης βρέθηκε λοιπόν σε πραγματικό δίλημμα. Οι πληροφορίες για τους κινδύνους ήταν σαφείς και ο χρόνος λίγος. Έπρεπε κάτι να βρει, κάτι να κάνει.

Και τότε συνέλαβε ένα σχέδιο που —τουλάχιστον τότε— δεν είχε το προηγούμενο του: αποφάσισε να συνάψει με τους αντιπάλους του κάτι σαν «συμφωνία κυρίων»...

Ξαπόλησε λοιπόν τα «λαγωνικά» του στα κακόφημα στέκια της πρωτεύουσας και κάλεσε τους «κακοποιούς σε... συγκέντρωση! Η πρόσκληση του είχε ανταπόκριση. Η συγκέντρωση έγινε κάπου στη συνοικία Ψυρρή και στο «εκλεκτό» ακροατήριο μίλησε ο ίδιος ο Μπαϊρακτάρης.

Ο λόγος του βέβαια δε σώθηκε, αλλά είναι γνωστό περίπου το περιεχόμενο του. Ούτε λίγο ούτε πολύ έκανε έκκληση... στα πατριωτικά αισθήματα των Ελλήνων πορτοφολάδων! Δεν είναι σωστό — τους είπε — να εξευτελιστεί η πατρίδα, με την καταλήστευση των ανύποπτων ξένων. Τι θα πει ο κόσμος...

Και δεν αρκέστηκε να τους αποτρέψει απλώς. Έφτασε... να τους ζητήσει και βοήθεια. Πρέπει — τους παρότρυνε — να εμποδίσετε τους λωποδύτες από το εξωτερικό να ντροπιάσουν την Ελλάδα. Δεν έχουν αυτό το δικαίωμα...

Και το θαύμα έγινε. Οι συγκεντρωμένοι... συγκινήθηκαν κι έθεσαν τον εαυτό τους στη διάθεση της ... πατρίδας. Ο Μπαϊρακτάρης είχε χτυπήσει «διάνα» στην ευαίσθητη χορδή τους. Τους είχε κολακέψει με την εμπιστοσύνη του, τους είχε αποδείξει έμπρακτα ότι τους αναγνώριζε μια ηθική ταυτότητα, ότι τους θεωρούσε πολίτες, ικανούς να υπερασπιστούν το νόμο, την τάξη και το εθνικό συμφέρον...

Και δεν ήταν λίγο αυτό. Από τη μια στιγμή στην άλλη έβλεπαν την εξουσία, όχι μόνο να τους σέβεται, αλλά και να τους αναθέτει λεπτά και δύσκολα καθήκοντα.

Και η συνέχεια;

Οι πορτοφολάδες, λωποδύτες κ.λπ. συγκρότησαν... γενική συνέλευση στο χώρο της Πνύκας (κάποια κόκκαλα προγόνων θα έτριζαν εκείνη την ώρα...). Τη συνέλευση προστάτεψε η αστυνομία, για να μη γίνουν παρατράγουδα, αλλά και για να τονιστεί η επίσημη «ευλογία» της). Οι ομιλητές — με δημοκρατικότατες διαδικασίες — υπερασπίστηκαν τις προτάσεις του Μπαϊρακτάρη κι αποφάσισαν: 1) να μην κάνουν καμιά κλοπή στη διάρκεια των Ολυμπιακών Αγώνων, 2) να εμποδίσουν τη δράση των ξένων κλεφτών με κάθε τρόπο.
ΟΙ ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΙ ΤΟΥ 1896
Έτσι κι έγινε. Κράτησαν το λόγο τους κι έδειξαν συνέπεια που θα τη ζήλευε κι ο ίδιος ο ... Μπαϊρακτάρης.

Σ' όλες τις μέρες των αγώνων δεν έγινε ούτε μια κλοπή. Οι Έλληνες κακοποιοί, σε αγαστή συνεργασία με τις αστυνομικές δυνάμεις, ανέλαβαν την παρακολούθηση των ξένων «συναδέλφων» τους και δε δίστασαν να σπάσουν στο ξύλο πολλούς απ' αυτούς, μόλις δοκίμαζαν να «παρεκτραπούν».

Η πρωτεύουσα έτσι έζησε σε ασφάλεια και τάξη επί 13 ημέρες, χάρη στην αστυνομική επίβλεψη των λωποδυτών της...

Βέβαια, με τη λήξη των Ολυμπιακών Αγώνων, έληξε ταυτόχρονα και το «συμβόλαιο τιμής». Κι αλίμονο στους ξένους —κυρίως τους Έλληνες επαρχιώτες— που δεν φρόντισαν γρήγορα να γυρίσουν στον τόπο τους.

Θα πλήρωναν τα «σπασμένα».

Το σχέδιο, πάντως, του Μπαϊρακτάρη είχε πετύχει.

ΤΟΤΕ... ΤΕΥΧΟΣ Νο 2 ΑΘΗΝΑ 1983


from ανεμουριον https://ift.tt/2OXTuuP
via IFTTT
Από το Blogger.