Αλέκος Φασιανός

Είναι μερικά πράγματα που γίνονται αναπόφευκτα, σαν να έχουν προγραφεί από παλιά. Θυμάμαι όταν ήμουνα στη Σχολή Καλών Τεχνών, ζωγράφιζα στο δάπεδο, μπροστά στους συμμαθητές μου. Μια μέρα ο Μόραλης, που τον είχα καθηγητή, μου λέει: Γιατί δεν ζωγραφίζεις στην Σχολή, όπως στο σπίτι σου; Εγώ τον παρεννόησα και έφερα στην τάξη ένα σακκούλι που είχε μέσα ένα μπουκάλι με λινέλαιο, αλλά με στεγνωτικό μέσα και μαζί μερικά μικρότερα σακκουλάκια με σκόνες χρώματα. Μας πόζαρε ο Σάμης. Έβαλα το τελάρο κάτω και έρριξα άσπρο χρώμα και κόκκινο. Το ανακάτεψα με το λάδι και το στεγνωτικό και έπειτα, μ' ένα μαχαίρι, άρχισα να στρώνω την επιφάνεια. Τα λάδια έτρεξαν καταγής και οι συνάδελφοί μου δεν μπορούσαν να δουλέψουν. Έκανα θυμάμαι, μια φιγούρα που ήταν σαν ρομπότ. Δεν μου άρεσε και την πέταξα πίσω από το παραβάν. Κάποιος την μάζεψε, δεν ξέρω ποιος. Νομίζω, ο Δημητρέας. Ο ίδιος έλεγε πως είχε έρθει μια μέρα σπίτι μου και με είδε στην αυλή να ζωγραφίζω, ιδρωμένος, επάνω σ' ένα τελάρο και οτι η γιαγιά μου μού φώναζε και μου ξαναφώναζε, να σταματήσω, για να ξεκουραστώ. Δεν το θυμάμαι όμως εγώ αυτό. Ίσως έκανα μονόζυγο... Γιατί, ήταν τότε που γυμναζόμουνα στον Πανελλήνιο Σύλλογο και εκεί είχα γνωρίσει πολλά παιδιά που ερχόντουσαν'στην αυλή μου και σηκώναμε βάρη. Μαζί ήτανε και ο αδελφός μου, που έγινε πιανίστας. Έτσι ζωγράφισα μια σειρά από έργα με βαρητζήδες.
Πήγαινα στον Άη-Γιάννη τον Καρέα και στην Καισαριανή και ζωγράφιζα τα βουνά. Ο Βογιατζής κρατούσε τα καβαλέτα και τα κουτιά, γιατί πηγαίναμε με τα πόδια και αυτός ήταν ο πιο δυνατός. Πολλές φορές έκλαιγα, κρυφά, γιατί δεν μπορούσα να καταλάβω, τί ήταν ζωγραφική. Μου άρεσε όμως ν' απλώνω ένα χρώμα έντονο, ένα κόκκινο ή ένα μπλε, σε μια μεγάλη επιφάνεια, που να παριστάνει κάτι. Όταν ζωγράφιζα τα μοντέλα, στην Σχολή, δεν αισθανόμουνα τίποτα. Μόνο την πρώτη μέρα, όταν το πράγμα ήταν φρέσκο. Μετά τελείωνα το έργο και δεν έβλεπα πια το μοντέλο. Ήταν σαν να μην υπήρχε. Ποτέ μου δεν κατάφερα να το σχεδιάσω, όταν το κοιτούσα. Άμα το έκανα από μνήμης, ήταν ωραίο. Έτσι λοιπόν, αποφάσισα να ζωγραφίζω ότι μου ερχόταν στη φαντασία. Ρωτούσα τον φίλο μου τον Κτενά:

-Από μοντέλο ή χωρίς μοντέλο;

Αυτός γελούσε. Νόμιζε οτι αστειευόμουνα. Τώρα ζωγραφίζω και με τους δύο τρόπους. Είχα κάνει αρκετά έργα, παραμορφωμένα ανθρωπάκια, με κάτι μικρά καπέλα. Ένα δειλινό είχα τελειώσει ένα πολύ ωραίο, πράσινο, έργο και το άφησα στην αυλή του σπιτιού μου για να στεγνώσει. Ήλθε όμως ο γαλατάς, το πέρασε για χαλί και σκούπισε πάνω σ' αυτό τα παπούτσια του... Το τί έγινε μετά, δεν περιγράφεται. Όλη η αυλή γέμισε με πράσινα πατήματα. Αυτό επιβεβαίωσε οτι κάνω ρεαλιστική ζωγραφική. Αφού και ο γαλατάς είχε ξεγελαστεί!
Αλλά δεν μου έφτανε αυτή η ικανοποίηση. Ήθελα, οπωσδήποτε, να δείξω και αλλού αυτά που έκανα. Είχα ακούσει οτι στην οδό Βουκουρεστίου υπήρχε μια γκαλερί που εξέθετε πράγματα περίεργα. Σκέφτηκα, λοιπόν, να πάω ώς εκεί, για να δω τί γίνεται. Πήρα το τρόλεϋ από το Σταθμό Λαρίσης, κατέβηκα στο Σύνταγμα και ανηφόρισα την Βουκουρεστίου. Οι ποιητές στο "Μπραζίλιαν" έπιναν τον καφέ τους. Δεν τους ήξερα ακόμη τότε. Ούτε το "Μπραζίλιαν" ήξερα. Γνώριζα μόνον τον Σαχτούρη και την Βακαλό. Αυτοί οι δύο πρώτοι, με σημαδέψανε. Ο Σαχτούρης ήταν ήδη φίλος μου και τα ποιήματά του με εμπνέανε. Κρατούσε πάντα μια τσάντα σχολική. Όταν μια φορά τον ρώτησα, τί την ήθελε την τσάντα, μου είπε, για να βάζει μέσα το σακκουλάκι με τον καφέ. Η Βακαλό πάλι, άμα είδε τη ζωγραφική μου, της άρεσε και άρχισε να με υποστηρίζει. Γι' αυτό απέκτησα εχθρούς. Μια μέρα πήγα στην γκαλερί "Ζυγός". Κατεβαίνω τα σκαλιά και δεξιά κάτω, πίσω από ένα γραφείο, βλέπω έναν κύριο μικρόσωμο, μελαχρινό, τον Φραντζεσκάκη. θα πρέπει να ήταν, τότε, περίπου 35 χρονών κι εγώ 22. Μόλις με είδε, νομίζω πως του φάνηκα περίεργος ή και αστείος. Τον πλησίασα και έκανα να του πω πως ήμουν ζωγράφος κτλ. Αλλά μάλλον ψέλιζα κι εκείνος δεν με καταλάβαινε. Ήθελα να του εξηγήσω, πως με είχε στείλει σ' αυτόν ο Σαχτούρης και πως η δουλειά μου ήταν κάτι φιγούρες παραμορφωμένες, όχι όμως προς το κακό, που έμοιαζαν με τραπουλόχαρτα - ρηγάδες, βαλέδες κτλ. - κολλημένες στον τοίχο. Φαίνεται πως ο Φραντζεσκάκης ξεκαρδιζόταν, από μέσα του, στα γέλια, αλλά δεν το έδειχνε. Τον καταλάβαινα και ήθελα κι εγώ να γελάσω, αλλά κρατιόμουνα, γιατί τότε θα γελούσαμε και οι δύο και θα χανόταν η σοβαρότης. Η συνάντηση εκείνη έμελλε να εξελιχθεί σε μια φιλία και μάλιστα δημιουργική. Γιατί ο Φραντζεσκάκης πραγματοποιούσε τις ιδέες του, όσο επαναστατικές και αν ήταν. Είχε μια σκέψη γεμάτη φαντασία, που έφθανε μέχρι εκεί που δεν έπαιρνε, θέλω να πω, δεν εδίσταζε να βγάζει στην επιφάνεια ό, τι περνούσε μπροστά από άλλους απαρατήρητο, ή και πολλές φορές περιφρονημένο, και να το παρουσιάζει με τον κατάλληλο τρόπο. Μεγάλο μέρος της ημέρας μου το περνούσα στους δρόμους, όπου περιπλανιόμουνα, κοιτώντας μέσα στις αυλές με τις σιδεριένιες πόρτες, τις σκάλες και τις μαύρες γάτες που τρέχανε εδώ κι εκεί. Πήγαινα συχνά στην Κολοκυνθού, στην οδό Αλκαμένους, στην οδό Εξηκίου κτλ., που τελικά έχουν αποτυπωθεί στην μνήμη μου, σαν δρόμοι φαντάσματα και τους ζω ακόμη. Τώρα εκεί έχουν χτισθεί πολυκατοικίες, με τέντες και διαμπερή διαμερίσματα... Κάθε φορά που επιστρέφω στην Αθήνα, μου αρέσει να κοιμάμαι στην γωνιά μου, κοντά στις ρίζες, να κρυώνω και λίγο, χωρίς καλοριφέρ.

ΠΛΟΕΣ VΙΙΙ PLOES ΤΟ ΑΤΕΛΙΕ ΤΗΣ ΚΑΛΛΙΘΕΑΣ ΒΑΣΙΛΗΣ ΣΠΕΡΑΝΤΖΑΣ ΝΙΚΟΣ ΣΤΕΦΑΝΟΥ ΑΛΕΚΟΣ ΦΑΣΙΑΝΟΣ ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΚΕΙΜΕΝΩΝ ΚΑΙ ΕΚΘΕΣΗ ΑΘΗΝΑ ΣΧΙΝΑ ΑΝΔΡΟΣ 2002 ΙΔΡΥΜΑ ΠΕΤΡΟΥ ΚΑΙ ΜΑΡΙΚΑΣ ΚΥΔΩΝΙΕΩΣ


from ανεμουριον https://ift.tt/2Nspp5A
via IFTTT
Από το Blogger.