ΓΕΝΑΡΧΕΣ ΤΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΤΕΧΝΗΣ

ΓΡΑΦΕΙ Ο ΧΡΥΣΑΝΘΟΣ ΧΡΗΣΤΟΥ | Η σύγχρονη κυπριακή τέχνη ανοίγει με λίγες αλλά χαρακτηριστικές προσπάθειες προδρομικών καλλιτεχνικών που έρχονται στον κόσμο τον δέκατο ένατο αιώνα. Σ’ αυτούς ανήκουν καλλιτέχνες σαν τον Φασουλιού, για τον οποίο δεν ξέρουμε σχεδόν τίποτα, και τον Βρυωνίδη (1882-1958), του οποίου λίγα και όχι σημαντικά έργα είναι γνωστά. Ακόμη ιδιαίτερα πρέπει να σημειωθεί ο Μιχαήλ Κκάσσιαλος (1885-1974), ο πιο σημαντικός εκπρόσωπος της απλοϊκής ζωγραφικής στην Κύπρο. Επίσης, ο Νίκος Νικολαΐδης, πεζογράφος και ζωγράφος (1884 -1956) που ασχολήθηκε ιδιαίτερα και με την αγιογραφία.

Η πιο σημαντική φυσιογνωμία της καθαρά προδρομικής αυτής γενιάς είναι αναμφίβολα ο Ιωάννης Κισσονέργης (1889-1963), τον οποίο έχουμε τη δυνατότητα να γνωρίσουμε καλύτερα τώρα χάρη στη μονογραφία-λεύκωμα που κυκλοφόρησε το 1992 στη Λευκωσία. Δημιουργός και δάσκαλος ο Κισσονέργης, καθηγητής Τέχνης στο Παγκύπριο Γυμνάσιο από το 1916, θα παίξει σημαντικό ρόλο όχι μόνο με το έργο του αλλά και τη διδασκαλία του. Είναι δε χαρακτηριστικό ότι οι δύο από τους τρεις πατέρες της σύγχρονης κυπριακής τέχνης, ο Διαμαντής και ο Κάνθος, ήσαν μαθητές του στο Παγκύπριο Γυμνάσιο.

Όπως αναφέρει ο Κάνθος, «ο Κισσονέργης ήταν δάσκαλός μου και του Διαμαντή». Κοντά στον Κισσονέργη ασφαλώς μαθήτεψαν και άλλοι καλλιτέχνες της ίδιας γενιάς. Με ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την τοπιογραφία και την ηθογραφία, ο Κισσονέργης κινείται σε μια κατεύθυνση στην οποία συνδυάζονται ρεαλιστική περιγραφή και στοιχεία της ζωγραφικής του υπαίθρου και σε μερικές περιπτώσεις δίνει έργα και στο κλίμα των εμπρεσιονιστικών τάσεων.

Ουσιαστικά, η σύγχρονη κυπριακή τέχνη ανοίγει με καλλιτέχνες που έρχονται στον κόσμο τις πρώτες δεκαετίες του εικοστού αιώνα. Με προσπάθειες που διακρίνονται για μια σειρά γενικών χαρακτηριστικών που θα επηρεάσουν λιγότερο ή περισσότερο αυτούς που θα ακολουθήσουν, χωρίς όμως και να γίνουν εμπόδιο στην ανεξάρτητη και προσωπική τους πορεία.
ΠΟΡΤΡΕΤΟ ΤΗΣ ΑΓΝΗΣ ΤΣΟΛΑΚΙΔΟΥ, ΑΝΙΨΙΑΣ ΤΟΥ ΖΩΓΡΑΦΟΥ I. ΚΙΣΣΟΝΕΡΓΗ. ΛΑΔΙ ΣΕ ΜΟΥΣΑΜΑ, 25,5X22,5 ΕΚ. ΣΥΛΛΟΓΗ ΝΤΙΝΟΥ ΚΑΚΟΓΙΑΝΝΗ.
Ο ΤΗΛΕΜΑΧΟΣ ΚΑΝΘΟΣ (ΑΡΙΣΤΕΡΑ) ΜΕ ΤΟΝ ΣΤΕΝΟ ΤΟΥ ΦΙΛΟ ΑΔΑΜΑΝΤΙΟ ΔΙΑΜΑΝΤΗ, ΣΤΟΝ ΚΗΠΟ ΤΟΥ ΣΠΙΤΙΟΥ ΤΟΥ.
ΚΙΣΣΟΝΕΡΓΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ. «ΤΗΣ ΚΕΡΥΝΕΙΑΣ».
ΑΥΤΟΠΡΟΣΩΠΟΓΡΑΦΙΑ ΤΟΥ ΙΩΑΝΝΗ ΚΙΣΣΟΝΕΡΓΗ, 1920, ΜΟΛΥΒΙ.

Ιωάννης Κισσονέργης
1889. Ο Ιωάννης Κισσονέργης γεννήθηκε στη Λευκωσία. Ο πατέρας του ήταν εκπαιδευτικός και πρωτοψάλτης στην εκκλησία της Φανερωμένης. Φοίτησε στο Παγκύπριο Γυμνάσιο.
1907. Αποφοιτά από το γυμνάσιο και λίγο αργότερα, αφού είχε ήδη πεθάνει ο πατέρας του, πήγε να σπουδάσει Ιατρική στην Αθήνα.
1912-1913. Οι Βαλκανικοί πόλεμοι διέκοψαν τις σπουδές του και τον έφεραν εθελοντή γιατρό με τον Ελληνικό Ερυθρό Σταυρό σε νοσοκομείο της Θεσσαλονίκης. Με τη λήξη του πολέμου αφοσιώθηκε στη ζωγραφική και παρακολούθησε μαθήματα σχεδίου στην ΑΣΚΤ.
1914-1915. Συνεργάστηκε με πολλές εφημερίδες ως σκιτσογράφος. Προσεβλήθη από φυματίωση.
1916. Επιστροφή στην Κύπρο. Διορίζεται καθηγητής του μαθήματος Ιχνογραφίας στο Παγκύπριο Γυμνάσιο.
1925. Παντρεύτηκε την Κατίνα Σέργιου, διδασκάλισσα από το Ριζοκάρπασο.
1929-1930. Εικονογράφησε, μαζί με τον Θ. Δάλτα, το ναό της Φανερωμένης.
1931. Εξέθεσε έργα του για πρώτη φορά στην πρώτη «Κυπριακή Καλλιτεχνική Έκθεση».
1932-1934. Παρουσίασε δουλειά στη δεύτερη και τρίτη «Κυπριακή Καλλιτεχνική Έκθεση».
1936. Αναγκάστηκε να υποβάλει παραίτηση, ύστερα από δεκατετραετία θητεία στο Παγκύπριο Γυμνάσιο.
1936-1952. Διδάσκει στην Αγγλική Σχολή Λευκωσίας.
1946. Τύπωσε, σε ένα μικρό λεύκωμα, 15 ασπρόμαυρα σκίτσα που είχαν θέμα τη ζωή της Κύπρου.
1953. Στα 64 χρόνια του ο Κισσονέργης αποφάσισε να μεταναστεύσει στη Νότιο Αφρική. Οργάνωσε την τελευταία του έκθεση στο Nicosia Club, με πενήντα υδατογραφίες. Οι Άγγλοι παρεμποδίζουν την έκθεση, τα έργα έμειναν απούλητα. Ο Κισσονέργης -μαιτρ της ακουαρέλας- εγκατέλειψε απογοητευμένος τον τόπο του και δεν ξαναγύρισε ποτέ.
1963, Ιανουάριος. Άφησε την τελευταία του πνοή στο Γιοχάνεσμπουργκ.
Όπως έχει ήδη σημειωθεί, «η σύγχρονη κυπριακή τέχνη συγγενεύει με τη νεοελληνική, με κοινά χαρακτηριστικά των δύο τη λιτότητα στα μοτίβα, την αίσθηση ισορροπίας, την αποφυγή των ακροτήτων» και άλλα. Με τους καλλιτέχνες των πρώτων δεκαετιών, η κυπριακή τέχνη παραμένει πιστή στα καθιερωμένα θέματα, ηθογραφικά, ιστορικά, τοπιογραφικά, προσωπογραφία, νεκρή φύση, το μορφοπλαστικό της λεξιλόγιο βασίζεται στις παραστατικές αξίες, με μια περιορισμένη τάση για σχηματοποίηση, σε μερικές περιπτώσεις.

Η σύνθεση είναι μελετημένη και ο χώρος καλά οργανωμένος, ενώ η χρωματική γλώσσα παραμένει συγκρατημένη. Αυτό που σημειώνεται εύκολα είναι η χρησιμοποίηση, στο ένα ή άλλο σημείο, στοιχείων της βυζαντινής παράδοσης, τόσο στον γενικό προσανατολισμό όσο και στο ρόλο του χρώματος, όπως και τύπων της λαϊκής τέχνης, ακόμη και σε προσπάθειες δημιουργών που έχουν κάνει σπουδές σε ξένα καλλιτεχνικά κέντρα. Και, αναμφίβολα, με τους Διαμαντή, Γεωργίου και Κάνθο, έχουμε τις πιο σημαντικές και χαρακτηριστικές φυσιογνωμίες της περιόδου αυτής, τους δημιουργούς «πατέρες» της κυπριακής τέχνης.

Οι τρεις έρχονται στον κόσμο την πρώτη δεκαετία του αιώνα και κινούνται σε διαφορετικές κατευθύνσεις, θεματογραφικά και στυλιστικά. Με τον πρώτο έχουμε τον καλλιτέχνη που ενδιαφέρεται περισσότερο για την ανθρώπινη μορφή και τα ηθογραφικά και ιστορικά θέματα, τον δεύτερο με τα ιστορικά, τα θρησκευτικά και τα συμβολικά, τον τρίτο με την τοπιογραφία.

Αδαμάντιος Διαμαντής

Με τον Αδαμάντινο Διαμαντή, που γεννήθηκε το 1900, σπούδασε στο Βασιλικό Κολέγιο του Λονδίνου και μοιράστηκε με τον Henri Moore το πρώτο βραβείο σχεδίου της σχολής, οργάνωσε το Μουσείο Λαϊκής Τέχνης της Κύπρου και δίδαξε σαράντα χρόνια καθηγητής τέχνης στη Λευκωσία, έχουμε ένα μεγάλο δημιουργό και δάσκαλο. Και διαπιστώνεται εύκολα ότι από τις πρώτες ακόμη προσπάθειές του, ο Διαμαντής ενδιαφέρεται για την ερμηνεία της οπτικής πραγματικότητας και την απόδοση της ανθρώπινης μορφής.

Γεώργιος Πωλ Γεωργίου

«Ο ΓΕΩΡΓΙΟΥ», ΓΡΑΦΕΙ ΤΟ 1950 Ο J.D. BEARLEY, «ΕΡΧΕΤΑΙ ΑΠΟ ΜΙΑ ΜΑΓΙΚΗ ΠΟΛΗ, ΤΗΝ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ, ΕΚΕΙ ΠΟΥ Η ΔΥΤΙΚΗ ΕΥΡΩΠΗ ΣΥΝΑΝΤΑΤΑΙ ΚΑΙ ΣΜΙΓΕΙ ΜΕ ΤΗΝ ΑΝΑΤΟΛΗ, ΜΙΑ ΓΑΛΛΙΚΗ ΓΟΤΘΙΚΗ ΠΟΛΗ ΦΥΤΕΜΕΝΗ ΣΤΗΝ ΑΝΑΤΟΛΗ. ΓΙ’ ΑΥΤΟ ΟΙ ΠΙΝΑΚΕΣ ΤΟΥ ΕΧΟΥΝ ΦΟΝΤΟ ΤΟΝ ΠΕΡΙΦΗΜΟ ΚΑΘΕΔΡΙΚΟ ΤΗΣ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΤΟΥ 14ΟΥ ΑΙΩΝΑ. Ο ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΕΙΝΑΙ ΤΕΚΝΟ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΣΥΓΧΡΟΝΩΣ ΤΗΣ ΔΥΤΙΚΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ. Ο ΠΑΡΑΞΕΝΟΣ ΚΑΙ ΚΑΡΠΟΦΟΡΟΣ ΑΥΤΟΣ ΣΥΝΔΥΑΣΜΟΣ ΔΙΝΕΙ ΞΕΧΩΡΙΣΤΟ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ ΣΤΗ ΔΟΥΛΕΙΑ ΤΟΥ. ΑΥΤΑ ΠΟΥ ΒΛΕΠΟΥΜΕ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΤΟΠΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ, ΕΙΝΑΙ ΕΝΑ ΟΡΑΜΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ, ΕΝΑ ΟΡΑΜΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ».
Ο Γεώργιος Πωλ Γεωργίου γεννήθηκε στην Αμμόχωστο στις 22 Σεπτεμβρίου 1901. Πατέρας του ήταν ο έμπορος Πολύβιος Γεωργίου και μητέρα του η Καριολίτσα Κλεόπα  επτανησιακής καταγωγής. Φοίτησε στο Δημοτικό Σχολείο Αμμοχώστου και στη συνέχεια στο Σχολαρχείο Αμμοχώστου και στο Παγκύπριο Γυμνάσιο. Σπούδασε νομικά στο Middle Temple του Λονδίνου και επέστρεψε στην Κύπρο το 1933. Εργάστηκε για λίγο σε ναυτιλιακό γραφείο και παράλληλα ασκούσε το επάγγελμα του δικηγόρου. Παντρεύτηκε την Trudie Richly από την Αυστρία. Πολύ γρήγορα όμως αποφάσισε ότι δεν τον ενδιέφερε «να παίρνει τα πεντοσέλινα των χωρικών» και παράτησε το δικηγορικό επάγγελμα για να αφιερωθεί σταδιακά στη ζωγραφική. Τα πρώτα έργα του ήταν τέμπερες «Η εκκλησία της Περιστερώνας», «Η Αγία Σοφία της Αμμοχώστον». Το 1941 εκθέτει, για πρώτη φορά, έργα του στην έκθεση ζωγραφικής του συλλόγου ΑΠΟΕΛ στη Λευκωσία. Στη διάρκεια του πολέμου ζωγραφίζει τα πολεμικά πλοία που πηγαινοέρχονται στο λιμάνι. Τέτοια έργα είναι «Για το ΕΙ Alamein από την Αμμόχωστο», «Ελληνικά Ναρκαλιευτικά στο λιμάνι Αμμόχωστόν», κ.ά. Στη δεκαετία του ’50, ο Γεωργίου αρχίζει να εκθέτει τόσο στην Κύπρο όσο και το εξωτερικό: Οξφόρδη (1950), Παρίσι (1953), Μιλάνο (1956), Ιεροσόλυμα (1959), Αθήνα (1960). Η τελευταία του έκθεση γίνεται στο Κυπριακό Μουσείο το 1963. Μνημειακά έργα του είναι τα «Κύπρια Σάγα  (1956), «Τα Φυλακισμένα Μνήματα» (1958), ο «Αχυρώνας του Λιοπετρίου» (1959). Ο θάνατος της γυναίκας του το 1965 στο Λονδίνο είναι μεγάλο πλήγμα για το ζωγράφο. Ένας πόνος στο χέρι τον εμποδίζει να ζωγραφίσει. Το 1972 βαριά άρρωστος μπαίνει στο νοσοκομείο Λευκωσίας. Πέθανε τον Αύγουστο του 1972, αφήνοντας πίσω του σημαντικό έργο. Αγάπησε με πάθος την Αμμόχωστο, τα μεσαιωνικά τείχη, το λιμάνι, την παλιά συνοικία μέσα στα τείχη, όπου μισοχαλασμένες εκκλησίες, οικόσημα, αψίδες μαρτυρούσαν το κλέος άλλων εποχών. «Ερείπια ναών, σωμάτων και ψυχών, Φαμαγκούστα παλιό λιμάνι της Κύπρου» ήταν το έργο που έγραψε για την πόλη. Χάθηκε και αυτό το 1974 μαζί με πολλούς πίνακές του που έμειναν στο πατρικό του σπίτι, που το διατήρησε αναλλοίωτο, με το ψηλό το κυπαρίσσι στην αυλή και το λουλακί μπαλκόνι που έβλεπε στην οδό Ερμού...
«ΓΕΡΟΚΑΒΑΛΛΑΡΗΣ», ΞΥΛΟΓΡΑΦΙΑ, 1931. ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΤΗΛΕΜΑΧΟΥ ΚΑΝΘΟΥ. ΣΥΛΛΟΓΗ ΤΟΥ ΖΩΓΡΑΦΟΥ.

Βασικά χαρακτηριστικά της ζωγραφικής του γλώσσας είναι μια μόνιμη τάση αναγωγής του ατομικού στο τυπικό και την έμφαση στο ουσιαστικό, η περιορισμένη σχηματοποίηση και η μνημειακότητα των μορφών, η σαφήνεια της οργάνωσης και η ευγένεια του χρώματος.

Είναι, περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, ένας επικός της κυπριακής ζωγραφικής και μας έχει δώσει σύνολα που διακρίνονται για τη ρωμαλεότητα των μορφών, την πηγαιότητα και την αμεσότητα της εκφραστικής του γλώσσας, την αλήθεια των διατυπώσεών του. Με τη σειρά «Αγωνίες» και το μεγάλο του έργο ο «Κόσμος της Κύπρον» -μήκος 17,52, ύψ. 1,75- μεγάλο, όχι μόνο με τις διαστάσεις του, αλλά για τον πλούτο και το χαρακτήρα της εκφραστικής του γλώσσας. Με τον «Κόσμο της Κύπρον», ο Διαμαντής έχει δώσει ένα από τα πιο σημαντικά έργα όχι μόνο της κυπριακής αλλά και όλης της ευρωπαϊκής τέχνης. Πρόκειται για έργο που -με τον επικό χαρακτήρα και την έμφαση στο καθολικό, τις μορφές και το χώρο, το σχέδιο και το χρώμα διασπά τόσο τα τοπικά όσο και τα χρονικά πλαίσια και με την έμφαση στις καθαρά ζωγραφικές αξίες- μεταβάλλεται σε μια συγκλονιστική μαρτυρία κάθε περιοχής του κόσμου μας που αντιμετωπίζει τα προβλήματα του πολέμου και της καταστροφής.
«ΞΕΤΕΛΕΨΕ ΚΙ Ο ΜΟΝΟΓΕΝΗΣ» (ΔΙΑ ΧΕΙΡΟΣ ΤΟΥ ΤΑΠΕΙΝΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ). ΛΑΔΙ ΣΕ ΞΥΛΟ, 220X124 ΕΚ. ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΠΙΝΑΚΟΘΗΚΗ ΡΟΔΟΥ.

Πωλ Γεωργίου

Μια διαφορετική περίπτωση έχουμε με τον Γεώργιο Πωλ Γεωργίου, που γεννήθηκε το 1901, που έκανε σπουδές στην Αγγλία, αλλά είναι ουσιαστικά αυτοδίδακτος. Γιατί, αν και ενδιαφέρεται και αυτός για την ανθρώπινη μορφή, βρίσκει τον καλύτερο εαυτό του στα θρησκευτικά θέματα και τους συμβολικούς τύπους.

Ουσιαστική αφετηρία της ζωγραφικής του γλώσσας είναι η βυζαντινή τέχνη, την οποία πλουτίζει με κατακτήσεις και χαρακτηριστικά του ευρωπαϊκού μανιερισμού, ενώ επηρεάζεται ιδιαίτερα από το έργο του Δομήνικου Θεοτοκόπουλου.

Μάλιστα, σε μερικές από τις πιο σημαντικές του προσπάθειες, κατορθώνει να συνδυάσει, με γόνιμο τρόπο, στοιχεία της γοτθικής καλλιτεχνικής παράδοσης με τύπους του μανιερισμού, και χαρακτηριστικά της βυζαντινής ζωγραφικής με αναζητήσεις του γερμανικού εξπρεσιονισμού.

Χαρακτηριστικές αρετές της εκφραστικής του γλώσσας είναι η ποιότητα του σχεδίου και η δύναμη υποβολής του χρώματος, η ικανότητά του αναγωγής του κοινού και του καθημερινού στο τυπικό και το υπερβατικό και η διεύρυνση του περιεχομένου των μορφών του με συμβολικές αξίες. Και δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο Γεωργίου κατορθώνει πάντα να δίνει έργα που επιβάλλονται στο θεατή με την εσωτερικότητα του χρώματος και την ασφάλεια της οργάνωσης και, πολύ περισσότερο, με τον σε πολλές περιπτώσεις ερμητικό και υπαινικτικό χαρακτήρα των διατυπώσεών του.

Τηλέμαχος Κάνθος

Με τον Τηλέμαχο Κάνθο -γεννήθηκε το 1910- δημιουργό και δάσκαλο και αυτόν, πολλά χρόνια καθηγητή Τέχνης σε σχολεία της Κύπρου που σπούδασε στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας ζωγραφική και χαρακτική, έχουμε μια άλλη κατεύθυνση. Με τον Κάνθο, που ενδιαφέρεται για όλες τις θεματογραφικές περιοχές, έχουμε και τον καλλιτέχνη που θα δώσει τις πιο σημαντικές και ολοκληρωμένες προσπάθειές του στην τοπιογραφία. Δημιουργός που δέχεται καθοριστικά στοιχεία από τον Κωνσταντίνο Παρθένη, τον οποίο είχε δάσκαλο στη Σχολή Καλών Τεχνών, και τον Σεζάν, που γνώρισε νωρίς το έργο του, ο Κανθός θα προχωρήσει γρήγορα σε ένα καθαρά προσωπικό εκφραστικό ιδίωμα που βασίζεται στο ρόλο των χρωματικών αξιών.

Τηλέμαχος Κανθός
«ΑΥΤΟΠΡΟΣΩΠΟΓΡΑΦΙΑ» ΤΟΥ ΤΗΛΕΜΑΧΟΥ ΚΑΝΘΟΥ, 1938. ΜΟΛΥΒΙ. ΣΥΛΛΟΓΗ ΤΟΥ ΖΩΓΡΑΦΟΥ.
1910. Γεννιέται στην Άλωνα της επαρχίας Λευκωσίας. Πατέρας του ο δημοδιδάσκαλος και ερασιτέχνης ζωγράφος Χριστόδουλος Κάνθος.
1923-29. Φοιτά στο Γυμνάσιο Αμμοχώστου.
1929. Γράφεται στη Σχολή Καλών Τεχνών του Πολυτεχνείου. Στη σχολή έχει καθηγητές τους Ουμβέρτο Αργυρό, Δημήτριο Μπισκίνη και Σπύρο Βικάτο· συμφοιτητές τους Καπράλο  Τάσσο, Μόραλη, Τσαρούχη, Αδαμαντοπώλη  Δανιήλ, Εγγονόπουλο.
1931. Πρώτη ατομική έκθεση στην «Εμπορική Λέσχη», στη Λευκωσία.
1932. Διακόπτει, λόγω οικονομικών δυσκολιών, τις σπουδές του. Γνωρίζει τον Αδαμάντινο Διαμαντή και εργάζεται ως καθηγητής Τέχνης στο Γυμνάσιο Αμμοχώστου.
1934. Επιστρέφει ξανά στην Αθήνα. Δάσκαλοι του οι Μπισκίνης  Βικάτος και Κεφαλληνός.
1936-39. Εργάζεται στο εργαστήριο Γραφικών Τεχνών Ασπιώτη ΕΛΚΑ  στην Αθήνα, και στην Κέρκυρα.
1939, Οκτώβριος. Με την έκρηξη του πολέμου επιστρέφει στην Κύπρο.
1940. Τρίτη ατομική έκθεση στη Λευκωσία.
1942-1950. Συνεργάζεται με το Θέατρο «Λυρικό», που ίδρυσαν οι Μόντης  Λυμπουρίδης και Μουσουλίδης  ως σκηνογράφος και ενδυματολόγος. Ταξιδεύει στην Αγγλία, τη Γαλλία και την Ιταλία.
1950, Σεπτέμβριος. Διορίζεται στο Παγκύπριο Γυμνάσιο.
1952. Παντρεύεται τη Ζωή Χαρικλείδου.
1959. Αναδρομική έκθεση στη Λευκωσία.
1960-1974. Ζωγραφίζει μερικά από τα ωραιότερα έργα του: «Βαθυγάλανος ουρανός», «Λιτά τοπία», κ.ά.
1964. Ιδρύει το Επιμελητήριο Καλών Τεχνών Κύπρου.
1972. Ατομική έκθεση στην Αθήνα.
1974-1978. Στρέφεται στη χαρακτική. Ξυλογραφίες με τίτλο «Σκληροί Χρόνοι».
1978. Ζωγραφίζει την ποιητική σειρά ελαιογραφιών με θέμα την αυλή του και γενικό τίτλο «Παραλλαγές από μία αυλή».
1979. Βραβεύεται από την Ακαδημία Αθηνών για τη συνολική προσφορά του στην τέχνη.
1981-82. Ζωγραφίζει το «Τρίπτυχο του 1974 - Η φυγή».
1982. Αναδρομική έκθεση στην Εθνική Πινακοθήκη Ελλάδας.
1984-89. Εκθέσεις του σε Αλεξάνδρεια, Αθήνα, Λευκωσία.
1991. Συμμετέχει σε ομαδική έκθεση στο Βουλιδιών Ίδρυμα, στη Θεσσαλονίκη.
1993. Πεθαίνει στις 18 Νοεμβρίου.
ΚΑΝΘΟΣ ΤΗΛΕΜΑΧΟΣ. «ΜΑΥΡΟΙ ΚΟΡΜΟΙ, ΚΟΚΚΙΝΕΣ ΑΜΥΓΔΑΛΙΕΣ, ΑΙΓΕΣ». ΛΑΔΙ ΣΕ ΚΑΜΒΑ, 109X86 ΕΚ.
«ΕΣ ΑΕΙ...», 1957. Η ΘΥΣΙΑ ΤΟΥ ΓΡΗΓΟΡΗ ΑΥΞΕΝΤΙΟΥ. ΛΑΔΙ ΣΕ ΞΥΛΟ, 220X123 ΕΚ. ΕΡΓΟ ΤΟΥ Π. ΓΕΩΡΓΙΟΥ. ΣΥΛΛΟΓΗ ΙΔΡΥΜΑΤΟΣ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΜΑΚΑΡΙΟΥ

Ο Ντάρελ για τον Γεωργίου

Το στοιχείο της φαντασίας είναι δυνατό στο έργο του (Γεωργίου Πωλ Γεωργίου) και απ’ αυτή την άποψη αισθάνεται κανείς πως η οπτική του αίσθηση για τον κόσμο είναι μάλλον εκείνη της Κεντρικής Ευρώπης παρά της Μεσογείου και ότι κάποτε βρίσκεται πιο κοντά στον κόσμο του Ιερώνυμου Μπος. Μπορεί, για παράδειγμα, να είναι πολύ σκληρός προς την πραγματικότητα, να την αλλοιώνει και να τη συμπιέζει μέχρις ότου η τελική σύνθεση να ικανοποιεί την αίσθηση που έχει για την αλήθεια, και τα ποικίλα στοιχεία του πίνακα να είναι δεμένα με τη σταθερή συνοχή μιας χιονόσφαιρας. Η παλέτα του επίσης είναι υπερβολικά ιδιοσυγκρασιακή στην κλίμακά της και αποδίδει τέλεια την ασυνήθιστη αίσθηση του χρώματος του κυπριακού τοπίου, τους ωχρούς τόνους του πράσινου και του χρυσού, και το ξεθωριασμένο μπλε του ανατολίτικου ουρανού, που δεν έχει τη βιολετιά λάμψη του αττικού ουρανού και πάντοτε φαίνεται “ελαφρά θαμπωμένο από το δικό του μπλε”. Όσο ζωντανό και γεμάτο κίνηση κι αν είναι το έργο του, είναι ταυτόχρονα γεμάτο από τους υποτονισμούς μιας ήσυχης και προσεκτικής ενδοσκόπησης. Ο Γεωργίου εργάζεται πάρα πολύ γρήγορα και η παραγωγή του είναι σημαντική. Αντίθετα, στην ομιλία και στις κινήσεις του είναι αργός και πάντοτε δίνει την εντύπωση μιας βαθυστόχαστης επιφυλακτικότητας. Έχει ψυχικές μεταπτώσεις, όπως όλοι οι καλλιτέχνες, και είναι θαυμάσιος όταν περιφρονεί. Μα όλοι εκείνοι που τον ξέρουν καλά, τον λατρεύουν όταν αφήνει την επιφυλακτικότητα και γίνεται ένας ευχάριστος, πνευματώδης σύντροφος, σαν παιδί, ένας πότης καλών κρασιών, ένας εραστής καλών τραγουδιών. Το να ταξιδέψει κανένας μαζί του στην Κύπρο είναι μια θαυμάσια εμπειρία που ο καθένας θα ’θελε να απολαύσει· γιατί ξέρει το νησί του με πάθος και με κάθε λεπτομέρεια και μπορεί να μεταδώσει τον ενθουσιασμό του. Έργα του βρίσκονται σ’ όλες τις μεγάλες συλλογές και σπάνια διακεκριμένος καλλιτέχνης περνά από την Κύπρο χωρίς να επισκεφθεί τον Γεωργίου στην Αμμόχωστο. Είναι ένα είδος πατριάρχη της τέχνης στη μεριά αυτή του κόσμου». Απρίλιος 1955.
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΠΩΛ ΓΕΩΡΓΙΟΥ. ΑΠΟ ΤΗ ΣΕΙΡΑ «ΕΚΚΛΗΣΙΕΣ». ΛΑΔΙ ΣΕ ΚΑΜΒΑ.

Έτσι, με αφετηρία την οπτική πραγματικότητα και περισσότερο το φυσικό χώρο, μας δίνει έργα που διακρίνονται για την καθαρά ποιητική φωνή τους. Η σύνθεσή του βασίζεται περισσότερο στα οριζόντια στοιχεία και τον ελεύθερο ορίζοντα, το μορφοπλαστικό του λεξιλόγιο στα καμπυλόμορφα θέματα και την περιορισμένη σχηματοποίηση, η χρωματική του γλώσσα είναι προσανατολισμένη στην αξιοποίηση των φωτεινών και ανοιχτών τόνων, τα σύνολά του είναι λυρικά, αισιόδοξα και ποιητικά. Και ενώ οι πιο χαρακτηριστικές προσπάθειές του κινούνται κοντά στον φωβισμό και τον εξπρεσιονισμό, είναι πάντα η καθαρά προσωπική εκφραστική του γλώσσα που δίνει τον τόνο. Σε έργα που διακρίνονται για τη γνησιότητα και αμεσότητα της φωνής του, την ειλικρίνεια και την ποιότητα των διατυπώσεών του.

Ενδιαφέροντες καλλιτέχνες

Κοντά στους τρεις αυτούς δημιουργούς πατέρες της κυπριακής ζωγραφικής, έχουμε και μια μεγάλη ομάδα άλλων καλλιτεχνών, που έρχονται στον κόσμο την πρώτη δεκαετία του εικοστού αιώνα και πλουτίζουν με τις κατακτήσεις τους την κυπριακή ζωγραφική. Είναι ο Τάκης Φραγκούλης, που γεννήθηκε το 1900, σπούδασε στην Αθήνα και μας έχει δώσει έργα που συνδυάζουν ρεαλιστικά χαρακτηριστικά και τύπους του κυβισμού. Είναι ο Σολωμός Φραγκουλίδης, που γεννήθηκε το 1902, που σπούδασε και αυτός στην Αθήνα και τα έργα του κινούνται στο κλίμα του ρεαλισμού και του ακαδημαϊσμού.

Είναι ο Βίκτωρ Ιωαννίδης (γεννήθηκε το 1903), που σπούδασε και αυτός στην Αθήνα, και μας έχει δώσει έργα που διακρίνονται και την οξύτητα του σχεδίου του και το συχνά ποιητικό και ονειρικό κλίμα της ζωγραφικής του.

Είναι ακόμη «η πρώτη Κύπρια που τόλμησε να διαβεί τα σύνορα της πατρίδας της και να σπουδάσει σε σχολή καλών τεχνών», η Λουκία Νικολαΐδου-Βασιλείου, που γεννήθηκε το 1909 και σπούδασε ζωγραφική στο Παρίσι.

Σε σημαντικές προσπάθειές της, που έγιναν γνωστές τα τελευταία χρόνια, διαπιστώνει κανείς ότι ενδιαφέρεται για όλες τις θεματογραφικές περιοχές, συνδυάζοντας με θαυμάσιο τρόπο στοιχεία τοπικής κυπριακής παράδοσης με κατακτήσεις των νέων τάσεων. Στις πιο σημαντικές εργασίες της διαπιστώνεται εύκολα η χρησιμοποίηση στοιχείων της ζωγραφικής του Σεζάν, με φωβιστικούς και κυβιστικούς τύπους.

Σε όλες, πάντως, τις προσπάθειές της κάνει εντύπωση η πηγαιότητα και η εκφραστική δύναμη της ζωγραφικής της, η ευγένεια των χρωμάτων και η ποιότητα του σχεδίου της.

Τις κατακτήσεις των δημιουργών πατέρων της κυπριακής τέχνης καθώς και τις αναζητήσεις των άλλων καλλιτεχνών της ίδιας περιόδου θα τις συνεχίσουν αυτοί που έρχονται τα χρόνια που ακολουθούν.

Καλλιτέχνες της δεύτερης δεκαετίας και του μεσοπολέμου, καθώς και οι νεώτεροι της μεταπολεμικής γενιάς. Αυτοί δεν θα περιοριστούν μόνο στη χρησιμοποίηση και την αξιοποίηση των κατακτήσεων των δασκάλων τους, αλλά θα κινηθούν και σε άλλες κατευθύνσεις. Έτσι θα διευρύνουν και θα πλουτίσουν την σύγχρονη κυπριακή τέχνη και θα την κάνουν ικανή να εκφράσει τις συναντήσεις και τις ανησυχίες τους, τους φόβους και τις ελπίδες τους.

Σολωμός Φραγκουλίδης
ΦΡΑΓΚΟΥΛΙΔΗΣ ΣΟΛΩΜΟΣ, «ΑΝΑΦΟΡΑ». ΚΑΡΒΟΥΝΟ ΣΕ ΧΑΡΤΙ, 1945.
ΑΥΤΟΠΡΟΣΩΠΟΓΡΑΦΙΑ ΤΟΥ ΣΟΛΩΜΟΥ ΦΡΑΓΚΟΥΛΙΔΗ, 1940. ΛΑΔΙ ΣΕ ΞΥΛΟ, 49X43 ΕΚ. ΣΥΛΛΟΓΗ ΠΡΕΣΒΕΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ ΣΤΗΝ ΚΥΠΡΟ.

1902, 6 Αυγούστου. Ο Σολωμός Φραγκουλίδης γεννήθηκε στην Πάνω Ζώδια. Οι γονείς του ήταν φτωχοί αγρότες. Φοίτησε στο σχολείο του χωριού του και στο Παγκύπριο Γυμνάσιο.
1920. Πρώτα μαθήματα ζωγραφικής από τον Ηλία Καρίσσιεφ, Ρώσο πρόσφυγα ζωγράφο.
1921-1924. Δάσκαλος στο χωριό Αμπελικού.
1924. Γράφεται στη Σχολή Καλών Τεχνών στην Αθήνα, σε ηλικία 22 ετών. Δουλεύει στο εργαστήριο του Κώστα Σαλταφέρη  Δάσκαλοί του οι Γιώργος Ιακωβίδης  Γεώργιος Σκλαβούνος και Ζαχαρίας Παπαντωνίου.
1930. Αποφοιτά από τη Σχολή Καλών Τεχνών. Αναλαμβάνει να ζωγραφίσει το εικονοστάσι της Παναγίας του Αγρού.
1934. Τελείωσε την εργασία του στον Αγρό. Δεν μπόρεσε να βρει άλλη δουλειά στην Κύπρο και ξαναγύρισε στην Αθήνα, όπου βρήκε μια θέση στη Σιβιτανίδειο Σχολή. Χαρακτηρίστηκε βενιζελικός και απολύθηκε. Εργάστηκε στη συνέχεια στο Μουσείο Μπενάκη, όπου έκανε σχέδια για τους καταλόγους του μουσείου.
1936. Πρώτη ατομική έκθεση στον «Παρνασσό», ζωγραφίζει την «Έξοδο τον Μεσολογγίου», αυτό που σήμερα κοσμεί το Δημοτικό Μέγαρο Μεσολογγίου. Το ανάλογο έργο του Βρυζάκη είχε καεί.
1937-1940. Ζούσε κάνοντας ευκαιριακές δουλειές, τις ετικέτες της σοκολατοποϊίας Παυλίδη και άλλα παρόμοια.
1940-1944. Όταν ξέσπασε ο πόλεμος ζήτησε να πάει στο μέτωπο με την Πνευματική Επιστράτευση. Κατατάσσεται στο ΕΑΜ και η δουλειά του ήταν να σχεδιάζει αφίσες. Τις χάραζε σε λινόλεουμ και τις τύπωνε σε πολλά αντίτυπα. Το δωμάτιό του μετατράπηκε σε τυπογραφείο.
1944-1947. Έζησε την αγωνία των Δεκεμβριανών, τη στέρηση της μεταπολεμικής Ελλάδας. Δούλεψε στην εφημερίδα «Ελεύθερη Ελλάδα», κρατώντας το Αρχείο Φωτογραφιών.
1947. Επιστροφή στην Κύπρο. Απομόνωση και αυτοεξορία στο χωριό Καραβοστάσι, καλλιεργεί μανιτάρια και ζωγραφίζει τις συνθέσεις «Νύχτα στο καραβοστάσι», «Η καλύβα τον ψαρά», «Πέτρα τον Λιμνίτη , κ.ά. Την ίδια περίοδο, τη «Μεταμόρφωση τον Σωτήρος» για την Παναγία του Αγρού και τη σύνθεση «Καινή Διαθήκη».
1966. Εκθέτει στην «Πνευματική Στέγη», στη Αευκωσία. Ταξιδεύει στη Σοβιετική Ενωση.
1972. Έκθεση στο «Cumberland Hotel», με 25 ελαιογραφίες, στο Λονδίνο.
1974. Έκθεση στη γκαλερί «Αργώ», στη Λευκωσία.
1976. Πραγματοποιείται έκθεση 41 έργων του στη γκαλερί «Σκοπιά», στην οδό Σκουφά 10, στην Αθήνα.
1977. Έκθεση του στη γκαλερί «Ζυγός 2», στη Λευκωσία.
1981. Πέθανε στη Λευκωσία το Δεκέμβριο σε ηλικία 79 ετών. Χάρισε όλα τα έργα που είχε στην κατοχή του στο ελληνικό Δημόσιο.


from ανεμουριον https://ift.tt/3gZaHyU
via IFTTT
Από το Blogger.