Ο τέττιξ των Αθηναίων



Ένα από τα πράγματα που υπερηφανεύονταν οι αρχαίοι Αθηναίοι ήταν η αυτοχθονία τους δηλαδή ότι κατοικούσαν εξ αρχής στη γη των προγόνων τους, χαρακτηριστικό που και ο ιστορικός Θουκυδίδης τονίζει: «Στην Αττική όμως, που έμεινε τον περισσότερο καιρό χωρίς επαναστάσεις επειδή η γη της ήταν ισχνή, κατοικούσε συνέχεια ο ίδιος πληθυσμός.» [ Ιστορίαι 1.2.5].

Εικονογραφικά οι Αθηναίοι επικοινώνησαν την αυτοχθονία τους μέσα από την απεικόνιση του γνωστού σε όλους μας τζιτζικιού—στην αρχαία μας γλώσσα λέγεται τέττιξ—τόσο στο τετράδραχμο νόμισμά τους, όσο και στην τέχνη, όπως το παράδειγμα της άνω φωτογραφίας.


τέττιξ, -ῑγος, ὁ, 1. είδος ακρίδας, τζίτζικας, Λατ. cicada, έντομο που χαίρεται να απολαμβάνει τη ζέστη στους θάμνους, ο δε αρσενικός εκπέμπει οξύ τερέτισμα χτυπώντας την κατώτερη μεμβράνη του πτερυγίου του στον θώρακα, σε Ομήρ. Ιλ. κ.λπ. 2. χρύσεος τέττιγος, χρυσός τζίτζικας, που τον φορούσαν οι Αθηναίοι πριν τα χρόνια του Σόλωνα, ως σύμβολο του ισχυρισμού τους ότι είναι αὐτόχθονες (αυτή ήταν η υποτιθέμενη προέλευση του εντόμου), σε Αριστοφ., Θουκ.

Ένα πήλινο τζιτζίκι που έχει αποδοθεί πολύ φυσιοκρατικά από τον αγγειοπλάστη Σωτάδη κάθεται στον μελανόμορφο ομφαλό στο κέντρο μίας λευκής επιχρωματισμένης φιάλης στο εσωτερικό, ενώ στο εξωτερικό είναι διακοσμημένη με παράλληλες ραβδώσεις λευκού, μαύρου και ερυθρού χρώματος .

►◄

Οι πρώτες φιάλες -Κυκλαδικός πολιτισμός - Πρώιμη Εποχή του Χαλκού

Πρωτοκυκλαδική Ι - Φάση Πλαστηρά
3200 - 2800

Ημισφαιρική φιάλη χωρίς διαμορφωμένη βάση με οριζόντια αυλάκωση να τονίζει το χείλος και διάτρητη απόφυση στη μία πλευρά. Πρόκειται για χαρακτηριστικό τύπο φιάλης της Πρωτοκυκλαδικής Ι περιόδου. Σε αρκετά παραδείγματα του τύπου διατηρούνται ίχνη ερυθρού χρώματος στο εσωτερικό του αγγείου. Τα περισσότερα μαρμάρινα σκεύη των Κυκλάδων της Πρώιμης Εποχής του Χαλκού προέρχονται από τάφους. Καθώς, ωστόσο, ο αριθμός των τάφων που περιείχαν τέτοια αντικείμενα είναι μικρός, μπορούμε να υποθέσουμε ότι μόνον οι πιο εύποροι νησιώτες μπορούσαν να τα αποκτήσουν. Άλλωστε η διαδικασία λάξευσης του μαρμάρου για τη δημιουργία αγγείων πρέπει να ήταν χρονοβόρα και να απαιτούσε μεγάλη επιδεξιότητα. Συνεπώς, τα αγγεία θα πρέπει να θεωρούνταν αντικείμενα μεγάλης αξίας, αν και δεν είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε εάν χρησιμοποιούνταν στην καθημερινή ζωή ή ποια ακριβώς ήταν η λειτουργία τους στο πλαίσιο της ταφικής τελετουργίας.

Πρωτοκυκλαδική ΙΙ - Φάση Σύρου
2800 - 2300
Χαρακτηριστικό της Πρωτοκυκλαδικής ΙΙ περιόδου είναι ο μεγάλος αριθμός των παραλλαγών που παρατηρούνται στα σχήματα των αγγείων. Η βαθιά αυτή φιάλη είναι εφοδιασμένη με προχοή στη μια πλευρά και απόφυση που χρησίμευε ως λαβή στην άλλη. Στον πυθμένα του αγγείου διατηρείται παχύ στρώμα γαλάζιας χρωστικής ουσίας που προέρχεται από το ορυκτό αζουρίτης. Δεν είναι σαφές εάν το περιεχόμενο του αγγείου χρησιμευε ως πρώτη ύλη για τον χρωματισμό άλλων αντικειμένων - όπως επιτρέπει να υποθέσουμε η ύπαρξη της προχοής - ή απλά για καλλωπιστικούς σκοπούς. Πρόκειται, πάντως, για μια ακόμη σαφή ένδειξη της ευρείας χρήσης του χρώματος στις Κυκλάδες της Πρώιμης Εποχής του Χαλκού.

►◄


Η φιάλη ήταν ένα ευρύ, αβαθές αγγείο με ή χωρίς πόδι ή λαβές που η κύρια χρήση του ήταν ταφική για την προσφορά χοών (σπονδών) στους νεκρούς. Η μορφή του είναι παρόμοια με τις αντίστοιχες Περσικές ασημένιες και χρυσές φιάλες που χρησιμοποιούνταν για τελετουργική πόση και δίνονταν παραδοσιακά σαν δώρα από τον Πέρση βασιλιά στους διπλωμάτες ξένων χωρών ή στους απεσταλμένους των υποτελών βασιλείων.


Δ.ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΥ – » Μέγα Λεξικόν της Ελληνικής γλώσσης »

Πώς όμως συνδέεται η αυτοχθονία των Αθηναίων με το τζιτζίκι που βρέθηκε όντως σε ταφή;...
Το χαρακτηριστικό που έκανε το τζιτζίκι το καταλληλότερο σύμβολο για να διαφημίσει την αθηναϊκή αυτοχθονία ήταν ο ίδιος ο κύκλος της ζωής του, ο οποίος όπως σημειώνει και ο Πλάτωνας στο Συμπόσιο ήταν γνωστός, αφού το σκάψιμο στο χώμα για την εύρεση των προνυμφών του τζιτζικιού ήταν όχι μόνο δημοφιλής ασχολία για να περάσει η ώρα, αλλά και θεωρούνταν ιδιαίτερη λιχουδιά.

Τα στάδια μεταμόρφωσης του εντόμου από προνύμφη σε πλήρες τζιτζίκι πραγματοποιούνται κάτω από το έδαφος και διαρκούν αρκετά χρόνια πριν μετατραπούν σε κανονικές νύμφες. Με το πέρας του χρόνου μόλις μεταμορφωθεί σε πλήρες έντομο, «γεννιέται» ουσιαστικά μέσα από το χώμα το τζιτζίκι.
[ΣΣ από τα 2500 είδη τέττιγος στον ελληνικό χώρο το είδος παραμένει υπό το έδαφος 4 έτη ]

Μία ιδεολογική ιδιοποίηση τον κύκλο ζωής του τζιτζικιού για έναν Αθηναίο της εποχής του Περικλή σηματοδοτούσε την αυτοχθονία του και αποτελούσε μέρος της ταυτότητάς του. Επίσης αναφέρεται πως κάποιοι Μαραθωνομάχοι φορούσαν καρφίτσες στο σχήμα τζιτζικιού.


  Ευσταθίου διακόνου [Eustathiou diakonou epi tōn deēseōn kai maistoros tōn rētorōn, tou ..., Τόμος 2 σελ 857]


Αν και δε γνωρίζουμε αν αυτοί οι λεγόμενοι από τις πηγές «τεττιγοφόροι» συνδέονται με την αυτοχθονία, σίγουρα μεταγενέστερες πηγές όπως ο Θουκυδίδης και ο Αριστοφάνης θεωρούσαν πως όσοι έφεραν διακοσμητικά τζιτζίκια στα ενδύματά τους ήταν έκφραση πολιτικού συντηρητισμού και σε σύμπνοια με τα αριστοκρατικά ιδεώδη.
Στην Αρχαιολογία, ο Θουκυδίδης αναφέρεται σε εκείνους τους ευκλεείς ήρωες, που ήταν ευρύτερα γνωστοί ως Μαραθωνομάχοι, και οι οποίοι κατέληξαν να αποτελούν ένα πανίσχυρο σύμβολο του Χρυσού Αιώνα της Ελλάδας. Μέσω αυτών των έμμεσων νύξεων προσφέρεται στους σύγχρονους μελετητές μια σπάνια ευκαιρία για βαθύτερη επίγνωση των αθηναϊκών κοινωνικών ηθών και προσδοκιών, καθώς επίσης επιτυγχάνεται αναφορά στην αδιάρρηκτη σχέση μεταξύ του απαράμιλλου θριάμβου στον Μαραθώνα και της πανίσχυρης αθηναϊκής δημοκρατικής ιδεολογίας.
Πράγματι, πριν ο Θουκυδίδης αναφερθεί στη Μάχη του Μαραθώνος στο πρώτο του Βιβλίο, εκθέτει πώς οι Αθηναίοι υιοθέτησαν έναν τρυφηλότερο τρόπο ζωής, αφού εγκατέλειψαν την μάλλον απολίτιστη συνήθεια να φέρουν όπλα (Α 6.3-4):

Ἐν τοῖς πρῶτοι δὲ Ἀθηναῖοι τόν τε σίδηρον κατέθεντο καὶ ἀνειμένῃ τῇ διαίτῃ ἐς τὸ τρυφερώτερον μετέστησαν· καὶ οἱ πρεσβύτεροι αὐτοῖς τῶν εὐδαιμόνων διὰ τὸ ἁβροδίαιτον οὐ πολὺς χρόνος ἐπειδὴ χιτῶνάς τε λινοῦς ἐπαύσαντο φοροῦντες καὶ χρυσῶν τεττίγων ἐνέρσει κρωβύλον ἀναδούμενοι τῶν ἐν τῇ κεφαλῇ τριχῶν∙ ἀφ’ οὗ καὶ Ἰώνων τοὺς πρεσβυτέρους κατὰ τὸ ξυγγενὲς
ἐπὶ πολὺ αὕτη ἡ σκευὴ κατέσχεν. μετρίᾳ δ’ αὖ ἐσθῆτι καὶ ἐς τὸν νῦν τρόπον πρῶτοι Λακεδαιμόνιοι ἐχρήσαντο καὶ ἐς τὰ ἄλλα πρὸς τοὺς πολλοὺς οἱ τὰ μείζω κεκτημένοι ἰσοδίαιτοι μάλιστα κατέστησαν.

«Οι Αθηναίοι ήσαν οι πρώτοι που έπαψαν να οπλοφορούν και άρχισαν να ζουν πιο άνετα και ευχάριστα και δεν είναι πολύς καιρός που οι γεροντότεροι πλούσιοι Αθηναίοι έπαψαν να φορούν μακριούς χιτώνες από λινάρι και να χτενίζουν τα μαλλιά τους σε κότσο, στερεώνοντάς τον με καρφίτσες που είχαν σχήμα τζίτζικα. Τούτο είχε επικρατήσει και στους Ίωνες που είναι φυλετικά συγγενείς με τους Αθηναίους. Εξάλλου οι Λακεδαιμόνιοι πρώτοι μεταχειρίστηκαν απλά ρούχα,τα ίδια που φορούν και σήμερα, και οι πλουσιότεροί τους ζούσαν κι αυτοί όπως ο πολύς λαός».


Αντίθετα προς την ευρύτερα διαδεδομένη πρακτική, οι γέροντες αριστοκράτες της Αθήνας — τυπικά ταυτισμένοι με τους γενναίους άνδρες των ημερών της μάχης του Μαραθώνος, τους Μαραθωνομάχους — φορούσαν λινούς χιτώνες και έστηναν έναν κότσο στα μαλλιά που τον συγκρατούσαν με χρυσές τεττιγόμορφες καρφίτσες 6. Ευνόητο είναι ότι συρμοί και τάσεις επικρατούσαν και ατονούσαν ανάλογα με τις κοινωνικές αλλαγές. Στα χρόνια της μεγάλης ακμής της Αθήνας, οι πλούσιοι γέροντες ακολουθούσαν έναν λιγότερο επιδεικτικό τρόπο ντυσίματος, που έμοιαζε περισσότερο με την αυστηρή μόδα που επικρατούσε ανάμεσα στους Σπαρτιάτες.

Ο Αριστοφάνης στους Ιππής του (στ. 1321-1334) και στις Νεφέλες (στ. 984-986) παρέχει επαρκή τεκμήρια της στενής σχέσης μεταξύ της παραδοσιακής πολυτελούς ενδυμασίας και των Μαραθωνομάχων, ενώ δεν φείδεται εγκωμίων για το παλαιό σύστημα εκπαίδευσης που διέπλαθε
ρωμαλέους, φιλότιμους και ενάρετους πολίτες7. Ειδικότερα, στους Ιππής (στ. 1329-1334),

ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ
Ἱππῆς
ΧΟ. ὦ ταὶ λιπαραὶ καὶ ἰοστέφανοι καὶ ἀριζήλωτοι Ἀθῆναι,
1330δείξατε τὸν τῆς Ἑλλάδος ἡμῖν καὶ τῆς γῆς τῆσδε μόναρχον.
ΑΛ. ὅδ᾽ ἐκεῖνος ὁρᾶν τεττιγοφόρος, τἀρχαίῳ σχήματι λαμπρός·
οὐ χοιρινῶν ὄζων, ἀλλὰ σπονδῶν, σμύρνῃ κατάλειπτος.
ΧΟ. χαῖρ᾽, ὦ βασιλεῦ τῶν Ἑλλήνων· καί σοι ξυγχαίρομεν ἡμεῖς·
τῆς γὰρ πόλεως ἄξια πράττεις καὶ τοῦ ᾽ν Μαραθῶνι τροπαίου.

ΧΟΡ. Ω Αθήνα, λιόλαμπρη και ιοστέφανη και ζηλεμένη όσο καμιά, [1330] δείξε μας τον αυτοκράτορα της Ελλάδας και του τόπου μας. (Εμφανίζεται ο Δήμος, ανανεωμένος και λαμπρός).
ΑΛΛ. Νά τος, μπρος στα μάτια σας εκείνος, με το χρυσό τζιτζίκι στην κόμη, λάμπει μες στην παραδοσιακή του στολή. Δεν μυρίζει πια κοχλίδια, ψήφους δικαστικούς, αλλά σταλαγμούς ειρήνης, μυρωμένος πλούσια με σμύρνα.
ΧΟΡ. Χαίρε, των Ελλήνων ο βασιλιάς! κι η χαρά σου χαρά μας· γιατί η ευτυχία σου είναι βραβείο που τ᾽ άξιζε η πόλη και το τρόπαιο του Μαραθώνα....


Βλ. επίσης Gomme 1945: 100-103∙ Hornblower 1991: 25-27.

7. Βλ. Sommerstein 19972 ad 1325 και 1331∙ Sommerstein 20074 ad 984

με σχετική βιβλιογραφία. Πρβλ. επίσης O’Regan 1992, ιδίως 89-105∙ Bowie
1993: 58-59 και 201∙ MacDowell 1995: 80-149.

Ανδρέας Γ. Μαρκαντωνάτος - Επιστημονική Επετηρίς 1 (2016)



Τέλος αξίζει να σημειωθεί η σχέση του τζιτζικιού και η επιλογή του να κοσμήσει ένα αγγείο που είχε τελετουργική ταφική χρήση.

Ο Ησίοδος στο «Ἔργα καὶ Ἡμέραι» για να περιγράψει το ιδιαίτερο τραγούδι του τζιτζικιού το παρομοιάζει με τον ήχο που κάνουν τα υγρά όταν χύνονται στο χώμα:
[…] το τζιτζίκι βουερόπάνω στο δέντρο καθισμένο οξύ τραγούδι χύνει συνεχώς
απ᾽ τα φτερά του κάτω, την ώρα του θέρους τού κοπιαστικού [στιχ. 582-584]

Όταν λοιπόν κάποιος χρησιμοποιούσε τη συγκεκριμένη φιάλη και την έγερνε σε γωνία για να προσφέρει χοές στους νεκρούς, το πήλινο τζιτζίκι με λίγη φαντασία ζωντάνευε και τραγουδούσε και αυτό με τη σειρά του «οξύ τραγούδι να χύνει συνεχώς απ’ τα φτερά του κάτω» όπως περιγράφει ο Ησίοδος. Αυτός ο ήχος κούμπωνε συμβολικά τόσο με τη χρήση της φιάλης ως ταφικό αγγείο, αλλά και με τη τόσο στενή σύνδεση του τζιτζικιού με το έδαφος, εκεί που το ίδιο μεταμορφωνόταν από νύμφη σε ένα ενήλικο έντομο, αλλά και το μέρος που φιλοξενούσε τους νεκρούς.


[Το εσωτερικό Αττικής οριζόντιας ραβδωτής φιάλης με πήλινο τζιτζίκι στον ομφαλό της. Στο εξωτερικό της φέρει την υπογραφή του αγγειοπλάστη Σωτάδη, περ. 460π.Χ Σήμερα στο Μουσείο Καλών Τεχνών στη Βοστώνη, ΗΠΑ]

Η φιάλη ήταν ένα ευρύ, αβαθές αγγείο, με ή χωρίς πόδι. Συχνά είχε ένα κεντρικό «ομφαλό». Ο ομφαλός χρησίμευε ως υποδοχή των δακτύλων, κατά τη χοή, αν βέβαια το αγγείο δεν είχε λαβές.Πρωτοεμφανίστηκε στην Κόρινθο στις αρχές του 6ου αιώνα κι αργότερα στην Αττική. Συνήθως ήταν μεταλλικό. Το χρησιμοποιούσαν κυρίως για τις σπονδές και λιγότερο για πόση.


Η λέξη χοές παράγεται από το ρήμα χαίειν, που σημαίνει χύνω κάτι σε ποσότητα. Οι χοές σαν προσφορά απευθυνόταν στους νεκρούς. Το υγρό χυνόταν από ειδικά σκεύη στο χώμα ή στον τύμβο. Χοές νηφάλιες ονομάζονταν οι χοές εκείνες που εξαιρούσαν τον οίνο (χοαί νηφάλιοι ή άοινοι). Αυτές ήταν από νερό (τέτοιες έκανε η Ηλέκτρα στον τάφο του Αγαμέμνονα στις Χοηφόρους του Αισχύλου) ή από γάλα και μέλι. Οι χοές συνδέονται συχνά με τα εναγίσματα, τις προσφορές δηλαδή καθαγιασμένων τροφών στον τάφο του νεκρού. Με χοές τιμούσαν τις Μούσες, τις Νύμφες και τις Ερινύες.


Χάλκινη φιάλη. 6ος αιώνας π.Χ. Τελετουργικό κύπελλο που χρησιμοποιούνταν για σπονδές προς την θεά. Ευρήματα από τον Ναό της Δήμητρας και Κόρης. Αρχαιολογικό Μουσείο Άμφισσας, Φωκίδα


Oι σπονδές συνδέονταν κυρίως με τις αιματηρές θυσίες, υπήρχαν όμως και αυθύπαρκτες. Οι σπονδές συνόδευαν επίσης και ιεροτελεστίες της καθημερινής ζωής. Καθημερινά γίνονταν σπονδές το πρωινό και το δειλινό (Ησίοδος), πριν την κατάκλιση (Όμηρος), πριν τα γεύμαα κτλ.
Τις πιο πολλές φορές γίνονταν σπονδές νερωμένου κρασιού, άκρατου οίνου, γάλακτος ή μείγματος κρασιού, νερού και μελιού.
Στις σπονδές, από ένα ρηχό κύπελλο με κρασί ή άλλο υγρό, έχυναν στο έδαφος ή στο βωμό την ποσότητα που αναλογούσε στους θεούς, ενώ παράλληλα προφερόταν μια προσευχή και το υπόλοιπο το έπιναν ο ένας μετά τον άλλο οι συμμετέχοντες.
Δεν ήταν πάντα απαραίτητη η κατανάλωση του υγρού των σπονδών. Η σπονδή του όρκου δεν άφηνε κανένα υγρό στη φιάλη (επίπεδο κύπελλο χωρίς βάση που το χρησιμοποιούσαν στις σπονδές), ενώ στο τέλος της σπονδής του όρκου έσπαζαν τη φιάλη στο έδαφος. Η λέξη στον πληθυντικό (σπονδαί) υποδήλωνε τη συμμαχία.

Ο Πλάτωνας άλλωστε παρομοίαζε τα τζιτζίκια με τις Σειρήνες, που το τραγούδι τους είναι γοητευτικό ακόμα και για τους νεκρούς.
Το τζιτζίκι είναι ένα σύμβολο πρόσφορο σε ποικίλες ερμηνείες, παραβολές και συμβολισμούς. Από τον συκοφαντημένο για τη ρέμπελη του φύση στον Αίσωπο τζίτζικα –αλλά και στον Λαφονταίν που μετέφερε υποδειγματικά τον αρχαίο μύθο σε ποίημα–, μέχρι το διάλογο του Πλάτωνα «Φαίδρο» και το μύθο του Σωκράτη με τα υπό την προστασία των Μουσών τζιτζίκια. Και από τον μύθο του Τιθωνού που τον μετέτρεψε ο Δίας σε έντομο, μετά από παράκληση της Ηούς, για να τον απαλλάξει από το μαρτύριο των γηρατειών, μέχρι τον Τζίτζικα μικρό θεό των Ανακρεόντειων λυρικών. Και από τον Ζακ Λακαριέρ που ιχνογραφώντας το ελληνικό καλοκαίρι δηλώνει πως ένας κόσμος χωρίς τζιτζίκια θα ήταν «μία Πυθία χωρίς χρησμούς» μέχρι τον Ελύτη όπου απαντώνται πολύ συχνά σαν μελωδικό συνακόλουθο της φυσιοκρατίας και της μεταφυσικής των αισθήσεών του



       Eustathiou diakonou epi tōn deēseōn kai maistoros tōn rētorōn, tou ..., Τόμος 2 σελ 859



Ο μύθος των τζιτζικιών
«μουσικὴν ποίει καὶ ἐργάζου». Φαίδων [60e].

Ο Φαίδων είναι άλλο ένα έργο του Πλάτωνα που εντάσσεται στην τετραλογία (Ευθύφρων, Κρίτων, Απολογία, Φαίδων) των διαλόγων που αναφέρονται στη δίκη και εκτέλεση του Σωκράτη.



Για να αναχαιτίσει ο Σωκράτης την επερχόμενη νύστα και αργίαν της διανοίας του συνομιλητή του, μέσα στην ενοχλητική πια ζέστη του θέρους, του προσφέρει ως «αναψυκτικό» αλλά και ως θεϊκή επιταγή το μύθο των τζιτζικιών, πείθοντας τον ότι, μιμούμενοι τα τζιτζίκια, επιτελούμε έργο που βρίσκεται κάτω από την προστασία των μουσών. [259b-259d]. 
Λένε δηλαδή ότι τα τζιτζίκια ήταν -έναν καιρό- άνθρωποι, από εκείνους που έζησαν πριν γεννηθούν οι Μούσες· αργότερα όταν γεννήθηκαν οι Μούσες και ακούστηκε για πρώτη φορά στον κόσμο το τραγούδι, μερικοί από τους παλιοκαιρίσιους εκείνους τόσο πολύ συναπάρθηκαν από το αναγάλλιασμα, που βάλθηκαν να τραγουδούν και αδιαφόρησαν για φαγητό και πιοτό, ώστε πέθαναν χωρίς να το καταλάβουνε ότι σωνότανε η ζωή τους.

Πέθαναν και μετά φάνηκε στο κόσμο η ράτσα των τζιτζικιών - δικό τους βλάστημα - και οι Μούσες τους δώσανε αυτή τη χάρη: να μην έχουν στη ζωή τους ανάγκη από τροφή, αλλά να τραγουδούν από τη στιγμή που γεννήθηκαν χωρίς να τρων και να πίνουν ως την ώρα του θανάτου τους· τότε πάνε και βρίσκουν τις Μούσες και τους φέρνουν τα νέα: ποιος από τους ανθρώπους που ζουν στον κόσμο μας τις δοξάζει και ποιαν ξεχωριστά από τις εννιά. 
Με όσα τους τους λένε, η Τερψιχόρη δείχνει μεγαλύτερη αγάπη σ΄ εκείνους που τη δοξάζουν με το χορό τους, η Ερατώ σ΄ όσους τη δοξάζουν με τους έρωτές τους και οι υπόλοιπες το ίδιο, ανάλογα με τη λατρεία που στην καθεμιά τους προσφέρουμε.
 Τέλος στην πρωτότοκη, την Καλλιόπη, και στην Ουρανία, τη δεύτερη έρχονται και τους λένε τα ονόματα εκείνων που περνούν τη ζωή τους δοσμένοι στη φιλοσοφία και δοξάζουν τη μουσική τέχνη, που βρίσκεται κάτω από την ιδιαίτερη προστασία τους· και τότε αυτές, καθώς έχουν να κάνουν περισσότερο απ΄ τις άλλες Μούσες με στοχασμούς πάνω σ΄ ότι συμβαίνει στα ουράνια, πάνω στα θεϊκά και τα ανθρώπινα, αφήνουν ν΄ ακουστεί η πιο αρμονική μελωδία. Πλάτωνος Μύθοι, μτφ. Ηλίας Σπυρόπουλος




O έρωτας του Τιθωνού και της Ηούς και ο μύθος του τζιτζικιού


Τιθωνοῦ γῆρας
«Με το τζιτζίκι είναι συνδεδεμένος και ο μύθος του Τιθωνού. Ο Τιθωνός ήταν θνητός που είχε γίνει αθάνατος από τους θεούς μετά από παράκληση της Ηούς, η οποία όμως ξέχασε να ζητήσει να παραμείνει και νέος. Όταν λοιπόν ο Τιθωνός έφθασε σε έσχατο γήρας, η Ηώς, που ως θεά ήταν αθάνατη και πάντα νέα, δεν μπορούσε πια να τον βλέπει. Τότε οι θεοί τον λυπήθηκαν και τον μεταμόρφωσαν σε ένα ζαρωμένο έντομο που μιλά ακατάπαυστα, το τζιτζίκι».


Λέγεται λοιπόν πως το τζιτζίκι ήτανε κάποτε άνθρωπος, ο Τιθωνός. Ο Τιθωνός κατά την ελληνική μυθολογία ήταν αδελφός του Πριάμου, γιος του βασιλιά της Τροίας Λαομέδοντα και της Στρυμούς. Λέγεται πως ήταν άνδρας έξοχης ομορφιάς, τον οποίο απήγαγε η Ηώ λόγω τού σφοδρού έρωτα που ένιωθε γι' αυτόν και από τον οποίο απέκτησε δύο γιους, τον Ημαθίωνα και τον Μέμνονα. Κατά μία άλλη εκδοχή ήτανε γιος τής Ηούς και του Κεφάλου και πατέρας τού Φαέθοντος. Ας πάρουμε όμως τον μύθο από την αρχή. 
Ορισμένοι μυθογράφοι υποστηρίζουν ότι ο Τιθωνός είχε στη γη και μία θνητή σύζυγο, την Κισσία. Ο Απολλόδωρος παραδίδει και τις δύο εκδοχές για τον Τιθωνό και τη σχέση του με την Ηώ, και μάλιστα στο ίδιο βιβλίο (3.12.3 και 3.14.3). Σύμφωνα λοιπόν με τη μία εκδοχή ο Τιθωνός ήταν γιος της Ηώς και του Αθηναίου Κέφαλου, γιου του Ερμή και της Έρσης. Η πιο διαδεδομένη εκδοχή εντάσσει τον Τιθωνό στον Τρωικό κύκλο και τον θεωρεί γιο του Λαομέδοντα και της Στρυμώς, κόρης του θεού ποταμού, ή της Πλακίας, κόρης του Οτρέα, ή της Λευκίππης.


Η Ηώ καταδιώκει τον Τιθωνό

Η Ηώ λοιπόν, ερωτεύτηκε τον Τιθωνό και τον απήγαγε  μαζί με τον Γανυμήδη, κατά μία εκδοχή, για να τους καταστήσει εραστές της. Ωστόσο, όταν ο Δίας κράτησε τον Γανυμήδη για τον εαυτό του. Η Ηώ τότε τον μετέφερε στην Ανατολική Αιθιοπία όπου ίδρυσε τα Σούσα. Επειδή όμως ο Τιθωνός, γιος του βασιλιά της Τροίας Λαομέδοντα (γιου του Ίλου, ιδρυτή της Τροίας, γιου του Τρώα, γιου του Εριχθόνιου, γιου του Δαρδάνου, γιου του Δία και της Ηλέκτρας) ήταν θνητός η Ηώ ζήτησε από τον Δία να γίνει αθάνατος και να ζήσει αιώνια. Αλλά όταν ζήτησε την χάρη της αθανασίας, ξέχασε να ζητήσει και αιώνια νεότητα. Απέκτησαν και δύο γιους μαζί, τον Μέμνονα και τον Ημαθίωνα.

Η Ηώ όπως είπαμε παρακάλεσε τον Δία να κάνει τον Τιθωνό αθάνατο, αλλά λησμόνησε να του ζητήσει να του χαρίσει και την αιώνια νεότητα, και έτσι ο Τιθωνός γέρασε πολύ, παρά τις προσπάθειες της Ηούς να τον κρατήσει νέο. Έτσι αρχικά, έζησαν ως ενθουσιώδεις εραστές, αλλά όταν τα μαλλιά του άρχισαν να ασπρίζουν, η Ηώς τον βαρέθηκε και παρότι τον φρόντιζε και έτρεφε με αμβροσία. Το Γήρας ήρθε σ’ αυτόν και σταδιακά έφθασε σε σημείο να μην μπορεί να κινηθεί. Ο Τιθωνός λοιπόν έφθασε σε έσχατο γήρας, κι έτσι η Ηώς, που ως θεά ήταν και αθάνατη και αιώνια στην ίδια ηλικία, δεν μπορούσε πια να τον βλέπει. Με την παράλειψη της Ηούς να ζητήσει από τους θεούς, μαζί με την αθανασία, και την αιώνια νεότητα, ο Τιθωνός δεν μπορεί να πεθάνει, αλλά βρίσκεται σε διαδικασία διαρκούς γήρανσης.  

Γέρος αδύνατος και εξασθενημένος,  έφτασε σε μεγάλη ηλικία μετά από παράκληση τής Ηούς, δεν διατήρησε όμως και την έξοχη ομορφιά του. Μόνο η φωνή του διατήρησε τη νεανικότητά της, γι’ αυτό και οι θεοί τον λυπήθηκαν και τον μεταμόρφωσαν σε τζιτζίκι. Σε ένα ζαρωμένο έντομο δηλαδή που απλώς μιλά ακατάπαυστα, ανίκανο για νεανική δράση. Ωστόσο, άλλοι υποστηρίζουν ότι η Ηώς διατήρησε την αγάπη της και ότι ουδέποτε ντράπηκε που κοιμόταν μαζί του, ζητώντας μάλιστα από τον Δία να τον μεταμορφώσει σε τέττιγα (τζιτζίκι).

Έτσι έμεινε και ως τις μέρες μας η έκφραση «ὑπὲρ τὸν Τιθωνὸν ζῆν» που λεγόταν για άνθρωπο που είχε φθάσει σε πολύ βαθιά γεράματα.   Σε μια προσπάθεια αποκωδικοποίησης του παραπάνω μύθου μας λέει ο Ρ. Γκρέιβς στο βιβλίο του Λευκή Θεά: "Ο μύθος του Τιθωνού και της Ηούς (Αυγής ή Αουρόρας) φαίνεται ότι προέρχεται από λανθασμένη ερμηνεία κάποιας ιερής απεικόνισης η οποία παρίστανε την Σελήνη-θεά πιασμένη χέρι-χέρι με τον Άδωνη, δίπλα στον ανατέλλοντα Ήλιο, σύμβολο της νιότης του και στο τζιτζίκι σύμβολο της καταστροφής που τον περίμενε."



Οι σπονδές
Οι σπονδές αποτελούν ένα σημαντικό μέρος των θυσιαστικών ιεροτελεστιών. Μπορούν επίσης να εμφανιστούν ως αυθύπαρκτα τελετουργικά.


Οι σπονδές συνοδεύουν τις ιεροτελεστίες της καθημερινής ζωής. Ο Ησίοδος επικαλείται τις σπονδές του πρωινού και του δειλινού. Ο Όμηρος μιλάει για τις σπονδές πριν από την κατάκλιση. Με σπονδές επίσης αρχίζουν τα γεύματα, εξιλαστήρια χειρονομία που έχει την ίδια αξία με την προσφορά στους θεούς των πρώτων καρπών της γης.
Σηματοδοτούν την έναρξη ή την κατάληξη μιας καθημερινής πράξης, θέτοντας αυτή την πράξη υπό την προστασία των Θεών, τους οποίους επικαλούνται ως μάρτυρες ή συνεργούς. Η σκηνή της «αναχώρησης του οπλίτη», όπου το νεαρό πολεμιστή πλαισιώνουν ένας γέροντας και μία γυναίκα, απεικονίζεται συχνά στα αττικά αγγεία της κλασικής περιόδου.
Ιδού μία χαρακτηριστική περιγραφή: «Στο κέντρο, βρίσκεται ένας οπλίτης ο οποίος σφίγγει το χέρι ενός γενειοφόρου και έχει μία σοβαρή έκφραση αποχαιρετισμού... Στα δεξιά, βρίσκεται μία γυναίκα η οποία κρατάει μια χύτρα κι ένα ρηχό κύπελλο, τα οποία είναι τελετουργικά εργαλεία των σπονδών. οιονεί απαραίτητα για να σηματοδοτήσουν μια αναχώρηση ή μια επιστροφή.


Η γυναίκα χύνει κρασί σε αυτό το ρηχό κύπελλο, ενώ η ποσότητα που αναλογεί στους θεούς χύνεται στο έδαφος και το υπόλοιπο προορίζεται να το πιουν ο ένας μετά τον άλλον οι συμμετέχοντες σε αυτή την τελετή.
Προβαίνοντας σε αυτή τη σπονδή, η οποία απαρτίζεται από το στοιχείο της προσφοράς στους θεούς και από το μοίρασμα μεταξύ των ανθρώπων, παρατηρούμε πώς ενισχύονται οι δεσμοί που ενώνουν τα μέλη μιας ομάδας μεταξύ τους, καθώς και οι δεσμοί που ενώνουν αυτή την ομάδα ανθρώπων με τους θεούς...»
Η σπονδή συνοδεύει επίσης το τυπικό ενός συμποσίου. Οπωσδήποτε οι σπονδές παίζουν σημαντικό ρόλο στις πανηγυρικές εκδηλώσεις, στις οποίες συμμετέχει όλη η πόλη. Με αυτό τον τρόπο επικυρώνονται συνθήκες και συμμαχίες. Ή λέξη σπονδή στον πληθυντικό (σπονδαί) υποδηλώνει τη «συμμαχία».

Η σπονδή συνίσταται στο να χυθεί ένα μέρος ενός υγρού πάνω σε ένα βωμό ή στο έδαφος ενόσω προφέρεται μια προσευχή. Τις πιο πολλές φορές γίνονται σπονδές νερωμένου κρασιού (αυτού δηλαδή που έπιναν καθημερινά), αλλά, σύμφωνα με άλλα τελετουργικά, γίνονταν επίσης σπονδές άκρατου οίνου, γάλακτος ή ακόμα ενός μείγματος κρασιού, νερού και μελιού.

Η διαδικασία σπονδής αναπαριστάνεται συνήθως στα αγγεία ως εξής: ένας άνδρας ή μία γυναίκα μεταγγίζουν ένα μέρος του περιεχομένου μιας οινοχόης (μία κανάτα κρασιού, ένα δοχείο μέσου μεγέθους, μικρότερο από τα αγγεία όπου αποθηκευόταν το νερωμένο κρασί και μεγαλύτερο από τα κύπελλα για ατομική χρήση) σε μία φιάλη (ένα επίπεδο κύπελλο χωρίς βάση το οποίο χρησιμοποιούταν στις σπονδές) κι έπειτα έχυναν ένα μέρος του περιεχομένου της φιάλης πάνω στο βωμό ή στο έδαφος. Μετά έπιναν το υπόλοιπο περιεχόμενο της φιάλης.
Αλλά μπορεί η σπονδή να μη συνοδεύεται από την κατανάλωση του υγρού των σπονδών. Η σπονδή άκρατου οίνου που επισφραγίζει τους όρκους δεν αφήνει καθόλου κρασί στη φιάλη για να το πιουν οι συμμετέχοντες. Στην Ιλιάδα, ο Αγαμέμνων αναφέρει, με αφορμή το τυπικό ενός όρκου: «το αίμα των αμνών, τις σπονδές άκρατου οίνου, τα χέρια σφιχτά. .» (Ιλιάς, Δ 159).

Το τελετουργικό σπάσιμο της φιάλης επισφραγίζει τη σχέση με τον κόσμο των χθόνιων δυνάμεων, οι οποίες είναι έτοιμες να εξαπολυθούν μαινόμενες για να τιμωρήσουν τον επίορκο.

Ένα άλλο είδος ιεράς σπονδής είναι οι χοές, από το ρήμα χέειν, που σημαίνει «χύνω σε ποσότητα». Οι χοές απευθύνονται κυρίως στους νεκρούς. Το υγρό χύνεται από τα ειδικά τελετουργικά σκεύη στο χώμα ή πάνω σε έναν τύμβο. Με αυτόν τον τρόπο συνάπτεται ένας δεσμός ανάμεσα στους νεκρούς και στους ζωντανούς. Πολύ συχνά εξαιρείται ο οίνος από τις χοές, οπότε αποκαλούνται χοαί νηφάλιοι ή άοινοι. Αυτές είναι από καθαρό νερό (σαν τις χοές που κάνεί η Ηλέκτρα πάνω στον τάφο του πατέρα της, του Αγαμέμνονα, στις Χοηφόρους του Αισχύλου) ή μπορεί ακόμα να είναι γάλα ή μέλι.
Συνδέονται μερικές φορές με τα έναγίσματα, τις προσφορές καθαγιασμένων τροφίμων πάνω στον τάφο ενός νεκρού. Πολλές φορές με τις χοές τιμώνται κάποιες θεότητες, όπως οι Μούσες, οι Νύμφες ή οι Ερινύες.
Στην Ολυμπία γινόταν κάθε μήνα μια θυσία πάνω σε όλους τους βωμούς του ιερού: «Οι Ηλείοι προσέφεραν θυμίαμα μαζί με σπόρους σιταριού ανακατεμένους με μέλι. τους οποίους έκαιγαν πάνω στο βωμό, στον οποίο έβαζαν κλαδιά ελιάς και έκαναν σπονδές με κρασί».
Ο Παυσανίας, που περιγράφει αυτή την τελετή, διευκρινίζει ότι είναι πανάρχαιο έθιμο. Αλλά στο βωμό των Νυμφών και των Δεσποίνων, διευκρινίζει επίσης ο Παυσανίας, δεν έχυναν κρασί, ούτε και στον κοινό βωμό όλων των Θεών.

Το παράδειγμα αποκαλύπτει την πολυπλοκότητα αυτών των τελετουργικών, των οποίων κάθε στοιχείο αποκτάει τη σημασία του σε σχέση τόσο με τις ιεροτελεστίες αυτές καθαυτές. όσο και με τις λειτουργίες ή τη φύση των τιμώμενων θεοτήτων.

ΤΕΛΟΣ



Βιβλιογραφία

01. Τα αρχαία ελληνικά αγγεία σχήματα και χρήσεις, Σταυρούλα Ασημακοπούλου, περ. Αρχαιολογία, τεύχη 29, 30, 31
02. Shapes and names of the Athenian vases, G. Richter
03. Πρώιμη ελληνική αγγειογραφία, J. Boardman, Ινστιτούτο του Βιβλίου - Α. Καρδαμίτσα
04. Αθηναϊκά μελανόμορφα αγγεία, J. Boardman, Ινστιτούτο του Βιβλίου - Α. Καρδαμίτσα
05. Αθηναϊκά ερυθρόμορφα αγγεία αρχαϊκή περίοδος, J. Boardman, Ινστιτούτο του Βιβλίου - Α. Καρδαμίτσα
06. Αθηναϊκά ερυθρόμορφα αγγεία κλασική περίοδος, J. Boardman, Ινστιτούτο του Βιβλίου - Α. Καρδαμίτσα
07. Ιστορία του ελληνικού έθνους, Εκδοτική Αθηνών, τ. Β, Γ2
08. Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Λαρούς Μπριτάνικα
09. Μ. Τιβέριος, Γιατί οι αρχαίοι «έβαζαν νερό» στο κρασί τους, επιφυλλίδα στην εφ. ΤΟ ΒΗΜΑ, 4 Ιουλίου 1999
10. Ελληνική τέχνη, Αρχαία Αγγεία, Μιχάλης Τιβέριος, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα, 1996

Δικτυογραφία

11. perseus.tufts.edu
12. beazley.ox.ac.uk/pottery/shapes
13.https://ift.tt/2DqkHCJ
14. https://ift.tt/3iJUtLr
15. https://ift.tt/1fKfnTc

  • Απόψεις και σκέψεις της Stavroulas Konstantopoulou -Στο  https://ift.tt/g8FRpY
  • Ανδρέας Γ. Μαρκαντωνάτος
  • http://users.sch.gr/
  • https://cycladic.gr/e
  • https://ift.tt/1CaaEnJ ΑΠΟ ΤΟ  «Η θρησκεία στις Ελληνικές Πόλεις της Κλασικής Εποχής» Louise Bruit Zaidman Pauline Schmitt Pantel. Εκδόσεις “Πατάκη”
  • [Πλάτωνος Μύθοι, μτφ. Ηλίας Σπυρόπουλος, εκδ. Ζήτρος σ. 172, 2003,]
  •  Eustathiou diakonou epi tōn deēseōn kai maistoros tōn rētorōn, tou ..., Τόμος 2 σελ 859
  • https://ift.tt/2i2whU2







from ΑΡΧΑΙΟΓΝΩΜΩΝ https://ift.tt/2DpEQc6
via IFTTT
Από το Blogger.