Η ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΗ ΜΕΤΟΙΚΗΣΗ ΤΩΝ ΖΕΡΙΚΑΙΩΝ ΣΤΗ ΛΙΒΑΔΕΙΑ ΜΕΤΑ ΤΟ 1944 ΚΑΙ Η ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΗ ΣΥΝΥΠΑΡΞΗ ΤΟΥΣ ΜΕ ΤΟΥΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΕΣ

Εισήγηση του Παπα-Λουκά στο πλαίσιο του Συμποσίου «Λιβαδειά: Χθες, Σήμερα, Αύριο», στις 6-9-1997, στο συνεδριακό κέντρο Κρύας, Λιβαδειά από τον Πρωτοπρεσβύτερον Λουκά Κ. Κορογιάννο.
Όταν τον ΙΔ' αιώνα έγινε η κάθοδος των Αρβανιτών στην Ελλάδα, εγκαταστάθηκαν πολλοί Αρβανίτες παντού, αλλά και στις παρυφές του Ελικώνα στη Βοιωτία.

Τα ψηλώματα όμως που βρίσκονται στην καρδιά του Ελικώνα, σε 1.200 μ. περίπου έμειναν ακατοίκητα. Έπρεπε να βρεθούν οι «Σκιπτάριδες» που θα πει αετοί για να κατοικήσουν στις αετοφωλιές του. Και αυτοί οι αετοί που γάντζωσαν και κατοίκησαν στις κακοτράχαλες κορφές του Ελικώνα ήταν οι Ζερικαίοι. Εδώ δεν θ’ ασχοληθούμε με την φυλετική καταγωγή των Αρβανιτών και την ελληνικότητα τους. Και εάν ακόμα δεν δεχθούμε ότι πρόκειται για αρχαιότατο ελληνικό φύλο, είμαστε υποχρεωμένοι να δεχθούμε ότι είχαν αναπτύξει απολύτως ελληνική συνείδηση, και σε τούτο δεν υπήρχαν ούτε υπάρχουν διαφωνίες μεταξύ των ιστορικών.

Σήμερα, 54 ολόκληρα χρόνια μετά το ολοκαύτωμα των Ζερικιών, η Λιβαδειά μετράει καλωσορίσματα και αποχαιρετισμούς. Βλέπει, ακούει, εκφράζει, μαθαίνει και σωπαίνει και βαδίζει.

Και εγώ ως ελάχιστος Ζερικαίος υπακούοντας στη φωνή των πατεράδων μου και των παππούδων, έρχομαι στην πληγωμένη Λιβαδειά του ’44, και τη δημιουργική συνύπαρξή τους με τους Λειβαδίτες.

Στις αρχές της δεκαετίας του ’40, οι πεντακόσιες περίπου φαμίλιες των Ζερικαίων, ήξεραν σε καιρούς δύσκολους και χαλεπούς πως ζωή είναι τελικά ό,τι ζούμε με πάθος. Γι’ αυτό και οι Ζερικαίοι, άνθρωποι της αλήθειας και του μόχθου —αγρότες, τσοπάνηδες και βαλμάδες— καλλιεργούσαν τα αρειβένια χωράφια του Ελικώνα, έβοσκαν τα γιδοπρόβατά τους στην Παλιομηλιά, στο Σπενέκο, την Κιάφα και τον Μπομπόκο. Άναβαν το κερί τους στη χάρη του Βουνενιώτη ασκητή Αϊ-Νικόλα, έπιναν υποχρεωτικά το ποτήρι τους, στη χαρά του κάθε συγχωριανού τους, τραγουδούσαν «εν κυμβάλοις ευήχοις» στα καρποθέρια, και στα πανηγύρια της πικρής και ξωτάρικης ζωής τους, και έπιναν από το «καθαρό νερό της βρυσομάνας παράδοσης»: Ο Θεός, ο Άνθρωπος και ο Αγώνας.

Λένε πως τα όμορφα χωριά, όμορφα καίγονται: εάν αυτό είναι αλήθεια τότε όμορφα καίγονται μόνον για τα φασιστικά κατοχικά στρατεύματα του Χίτλερ, που μαζί με τα χωριά, καίγανε και την ελπίδα του λαού μας για τη ζωή.

Στα μάτια όμως, ενός οκτάχρονου παιδιού, που θέλει να ζήσει ελεύθερο, για να προσφέρει αργότερα ένα ποτήρι δροσιστικό νερό στους κουρασμένους γονείς τους, η καμένη Εκκλησία, το γκρεμισμένο Σχολείο και το σπασμένο κλαρίνο, είναι θυμός, είναι χολή, είναι δάκρυα...

Το φθινόπωρο του ’43 οι Γερμανοί πυρπόλησαν το χωριό και λεηλάτησαν τα αντιστασιακά λημέρια των Ζερικαίων. Τα Ζερίκια είχαν πληρώσει ακριβά την αγάπη τους για τον άνθρωπο και το πάθος τους για τη λευτεριά.

Οι Ζερικαίοι, λόγω της ιδιαιτερότητας του τόπου καταγωγής των, ήταν άνθρωποι σκληροί, αδούλωτοι, ανυπόταχτοι, φιλελεύθεροι στο φρόνημα, φιλοπόλεμοι και αντιστασιακοί.

Για τους Ζερικαίους ήταν «τραγούδι ο πόλεμος και το τουφέκι γλέντι». Πατριώτες! Αγωνιστές! και απ’ ότι μας πληροφορούν τα Αρχεία και οι Ιστορικοί, πολλοί Ζερικαίοι έλαβαν μέρος στον αγώνα κατά των Τούρκων καταταγμένοι στο Αρματολίκι του Διάκου στη Λιβαδειά, και που αργότερα τα κορμιά τους έγιναν λίπασμα και λίπαναν το δέντρο της Λευτεριάς του Έθνους.

Μπροστάρηδες οι Ζερικαίοι, σε όλους τους αγώνες του Έθνους, ταμπουρώνονταν σε μετερίζια, αγναντεύοντας το γλυκοχάραμα της λευτεριάς...

Μικρό παιδί τότε το 1944, θυμάμαι, στην πλατεία του χωριού, συνάχτηκαν ρακένδυτοι αντάρτες Ζερικαίοι, κρατώντας μια μεγάλη Ελληνική Σημαία και θα κατέβαιναν λέει στη Λιβαδειά, για να παρελάσουν και να γιορτάσουν εκεί τη Λευτεριά της Πατρίδας μας. Θυμάμαι το χωριό μετά το ολοκαύτωμα... Τόπος δακρύων και θρήνων. Φωνές αγωνίας, εξευτελισμού και απόγνωσης. Τρομαγμένες αλλά και περήφανες ανθρώπινες σκιές, βρέχουν με τα δάκρυά τους, το καπνισμένο ροδάμι της πέτρινης γης. Και ψάχνουν στον ανταριασμένο ουρανό του Ελικώνα, το αστέρι που θα τους δείξει το δρόμο... Υψώνουν τα χέρια τους πρός το Θεό και βλέπουν το βουνό να χαμηλώνει και να φαίνεται η Λιβαδειά...

Όταν οι Ζερικαίοι χτύπησαν την πόρτα της Λιβαδειάς, η πόρτα ήταν κλειδωμένη. Δεν τους περίμεναν; Δεν τους ήθελαν; Δεν ξέρω. Όμως μπροστά στην ντομπροσύνη, το πάθος και την καθαρή ματιά, των «ξεριζωμένων της Σαρακίνας» του Ελικώνα η πόρτα από το φόβο της άνοιξε μοναχή της. Έπρεπε να λάμψει ό ήλιος της δικαιοσύνης, πάνω από τους αχυρώνες και τους σταύλους της Λιβαδειάς (τα πρώτα προσωρινά καταλύματα των Ζερικαίων) για να καταλάβουν οι Λειβαδίτες πως οι «έσχατοι» του Ελικώνα ήταν οι «πρώτοι» της ζωής.

Καιροί δύσκολοι... Χωρίς ψωμί, χωρίς δουλειά. Μοναδική πολυτέλεια το λίγο πετρέλαιο από το μονοπώλιο που θα χρησίμευε στη συνέχεια για εντριβή, για βεντούζες των αρρώστων και για το λυχνάρι της νύχτας.

Όμως οι Ζερικαίοι δεν το έβαλαν κάτω. Σύνθημά τους το ξαναζωντάνεμα. Μέσα από τις στάχτες του πολέμου και τις αντίξοες συνθήκες διαβίωσης, ένα ήταν το όνειρό τους: να επιζήσουν και να δημιουργήσουν...

Λαός πεισματάρης και εργατικός. «Τράπηκε ανά τας οδούς και τας ρύμας» της πόλεως, και της περιοχής ζητώντας δουλειά. Ανασκουμπώθηκε με το ίδιο μεράκι, ολόκληρη η φαμίλια του κάθε Ζερικαίου, κάνοντας τη νύχτα μέρα, για να καλυτερεύσει τη μοίρα της.

Θυμάμαι... μέσα σ' ένα κλίμα αλληλοβοήθειας τους Ζερικαίους να κάνουν τις καλύβες της Λιβαδειάς σπίτια. Άνδρες, γυναίκες, παιδιά... άμμος, χαλίκι, τσιμέντο, φτυάρια, χαρμάνια... για την αυθαίρετη ταράτσα της νύχτας. Κι ύστερα το κλέφτικο και ο τσάμικος της ημέρας, με την ιδιαίτερη χαρά και ικανοποίηση, πως ένας ακόμη Ζερικαίος απέκτησε κονάκι για τη φαμίλια του. Αλήθεια, πόσο μεγάλη ήταν η χαρά του μπαρμπα-Κώστα, του πατέρα μου, —Θεός σ’χωρέστον— όταν μέσα σε ένα πανηγύρι εθελοντικής προσφοράς οι συμπατριώτες μας σπάγανε τα χαρμάνια για την αυθαίρετη ταράτσα και του δικού μου σπιτιού. Ένα μεγάλο συγκινητικό και πρωτόγνωρο μήνυμα αλληλεγγύης, που πιστεύω πως συμβαίνει σπάνια σε παγκόσμιο επίπεδο.

Οι άνθρωποι που άλλοτε χάραξαν με το υνί της ψυχής τους τον Ελικώνα ήταν τώρα αποφασισμένοι να κάνουν «τα έσχατα παρόντα» και τα κατάφεραν.

Καί το κυριότερο: βλέποντας οι Λειβαδίτες τους γλεντηστάδες της Ειρήνης να ανακαινίζουν με τον τίμιο ιδρώτα τους, ολόκληρη τη Λιβαδειά, μεταμελήθηκαν «επί την σκληροκαρδία αυτών» και άνοιξαν την πόρτα της καρδιάς τους για να προσφέρουν στους Ζερικαίους «γην και ύδωρ».

Λειβαδίτες και Ζερικαίοι: Συνυπάρχουν και δημιουργούν. Χτίζουν αντάμα τον καινούργιο υλικό και πνευματικό κόσμο, γιατί είναι κοινός ό δρόμος, κοινός πόνος, κοινή η χαρά «εν τω συνδέσμω της Ειρήνης». Θυμάμαι... σήμερα που τα πανηγύρια σκολάσανε στους γάμους Λειβαδιτών με Ζερικιωτοπούλες και αντιστρόφως, τα ατέλειωτα γλέντια στις αυλές της Λιβαδειάς... Εκεί που οι λαϊκοί οργανοπαίχτες μας, ψυχαγωγούσαν και μάθαιναν στο λαό μας ιστορία, με τους τραγουδιστάδες, με το κλαρίνο, το λαούτο και τα βιολιά... Εκδηλώσεις όμορφες, γεμάτες ’Ορθοδοξία και 'Ελλάδα.

ΛΙΒΑΔΕΙΑ! Μια πόλη στην καρδιά της Ρούμελης, με ιστορία χιλιάδων χρόνων, με πλούσιες και γόνιμες εκτάσεις, με άφθονα τρεχούμενα νερά... που δρόσισαν αρματωλούς και κλέφτες, και ξεδίψασαν διανοούμενους, λόγιους και καθαρούς ανθρώπους.

Πώς μπορούσαν οι Ζερικαίοι να μην εκμεταλλευτούν όλα ετούτα τα καλά; Το ανήσυχο πνεύμα τους δεν τους άφησε να ανακαινίζουν μόνον υλικά τη Λιβαδειά με τους πολλούς εργολάβους, οικοδόμους και επαγγελματίες που διέθεταν, αλλά στράφηκαν με ξεχωριστή επιμέλεια και πρός τα γράμματα. Εκμεταλλεύθηκαν με ιδιαίτερη οξυδέρκεια τα μέσα εκπαίδευσης, που υπήρχαν και υπάρχουν στη Λιβαδειά. Συνηθισμένη στις κακουχίες, τη φτώχεια και τη στέρηση η Ζερικιώτικη Νεολαία, ρούφηξε όπως το σφουγγάρι το νερό, τη μάθηση με αποτέλεσμα σήμερα να κοσμούν τη Λιβαδειά ευυπόληπτοι πολίτες, άνθρωποι που δίνουν ζωή και κίνηση σε τούτο τον όμορφο τόπο: Κληρικοί, Γιατροί, Νομικοί, Καθηγητές, Δάσκαλοι, Καλλιτέχνες, Δημόσιοι Λειτουργοί, Επαγγελματίες και Επιτυχημένοι Επιχειρηματίες. Ζερικαίοι με αξιόλογη πνευματική και υλική προσφορά. Η παρουσία των Ζερικαίων στον πνευματικό, κοινωνικό, οικονομικό και πολιτιστικό στίβο της Λιβαδειάς υπήρξε «σχολείο δημιουργικότητας για τους Λειβαδίτες με τους όποιους μέχρι σήμερα συμπορεύονται την οδό της αλήθειας για τον Θεό, την Πατρίδα και τον Άνθρωπο».

Τρία ήταν τα βασικά χαρακτηριστικά γνωρίσματα της προσωπικότητας των Ζερικαίων, που σαν έκφραση ζωής, έγραψαν ιστορία στη μεταπολεμική κοινωνία της Λιβαδειάς.

Η ντομπροσύνη, η δικαιοσύνη, η αξιοσύνη. Ντομπροσύνη και δικαιοσύνη για την αλήθεια του Θεού και του συνανθρώπου. ’Αξιοσύνη για το ψωμί και το κουμάντο της φαμίλιας τους.

Φοβάμαι πως, εάν ήθελα να μιλήσω εκτενέστερα για την αξιοσύνη των ακούραστων Ζερικαίων μόνον τα λόγια του ποιητή θα μπορούσαν να εκφράσουν και να περιγράφουν τα έργα της ζωής τους, διότι: «Τα σπλάχνα τους και η θάλασσα ποτέ δεν ησυχάζουν».

Ζερικαίοι, περήφανη ράτσα, του «ναι» και του «όχι». Άνθρωποι που δεν φοβήθηκαν τη δουλειά, γιατί την έκαναν προσευχή τους, στο χωράφι, στο γιαπί, στο τραγούδι, στην ευχή, στη χαρά, στο πανηγύρι, και γενικότερα στον αγώνα της ζωής.

Όλοι εμείς παιδιά των ξεριζωμένων Ζερικαίων εις μνημόσυνον όλων εκείνων που λείπουν από κοντά μας, και που αναπαύονται στην αιωνιότητα, εναποθέτουμε τα λόγια τούτα, γαρύφαλο στον τάφο τους. Αισθανόμαστε απέραντη ευγνωμοσύνη σ’ Αυτούς, που «Ώσπερ πελακάν την πλευράν αυτών ετίτρωσκον», για να δώσουν σ’ εμάς με το αίμα τους πνοή, και να μας καταστήσουν ικανούς στη ζωή, να μπορούμε να αντιμετωπίζουμε τις πολύπλευρες συμπληγάδες της.

Επίσης χρέος μας είναι, να πούμε κι ένα μεγάλο ευχαριστώ στη Λιβαδειά. Την πόλη των δυνατοτήτων και των εύκαιριών.


from ανεμουριον https://ift.tt/314OXMS
via IFTTT
Από το Blogger.