ΤΟ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟ ΖΗΤΗΜΑ

Γράφει η ΜΑΡΙΑ ΝΥΣΤΑΖΟΠΟΥΛΟΥ-ΠΕΛΕΚΙΔΟΥ
Το «Μακεδονικό Ζήτημα» που έχει πάρει σήμερα επικίνδυνες διαστάσεις, δεν είναι μόνο πρόβλημα της εποχής μας: χρονολογείται ήδη από το 19ο αι. και συγκεκριμένα αμέσως μετά την Ελληνική Επανάσταση. Αρχικά το ζήτημα ανέκυψε από την πλευρά των Βουλγάρων, που στην προσπάθεια τους για εθνική αποκατάσταση, πρόβαλαν εδαφικές διεκδικήσεις στη Μακεδονία. Οι βουλγαρικές εθνικιστικές τάσεις ενισχύθηκαν σημαντικά με την ίδρυση της βουλγαρικής Εξαρχίας (1870)1 και κυρίως με τη Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου (Μάρτιος 1878), που προσαρτούσε τη βόρεια και κεντρική Μακεδονία στη Βουλγαρία. Βέβαια η Συνθήκη του Βερολίνου (Ιούνιος/Ιούλιος 1878) αποκατέστησε την οθωμανική κυριαρχία στην περιοχή, αλλά η πρόσκαιρη παραχώρηση στους Βουλγάρους μακεδόνικων εδαφών ενθάρρυνε τις διεκδικήσεις, ενώ η ίδρυση της Βουλγαρικής Ηγεμονίας (1885) δημιούργησε νέα κέντρα προπαγάνδας, που στα τέλη του αιώνα οδήγησαν στην ίδρυση της Εσωτερικής Μακεδονικής Επαναστατικής Οργάνωσης (ΕΜΕΟ, 1893) και της Κεντρικής Επιτροπής (1895), οι οποίες εγκαινίασαν συστήματα βίας και ένοπλης επέμβασης, με την ανοχή συχνά των οθωμανικών αρχών.
Από τα τέλη του 19ου αι. χρονολογούνται επίσης από την πλευρά της Σερβίας οι προσπάθειες ελεύθερου διαδρόμου και προσεταιρισμού των σλαβόφωνων της ΒΔ. Μακεδονίας με διείσδυση στην Εκκλησία και στην εκπαίδευση, και οι διεκδικήσεις των Ρουμάνων για τους βλαχόφωνους Έλληνες, αλλά και των Αλβανών, που στα τέλη του 19ου αι. περιέλαβαν στο αυτονομιστικό τους πρόγραμμα και τα βιλαέτια Μοναστηρίου και Θεσσαλονίκης. Η κρίση εντάθηκε στις αρχές του 20ού αι. και οδήγησε στο Μακεδονικό Αγώνα (1904-1908), και στους δύο Βαλκανικούς Πολέμους (1912-1913), που είχαν ως αποτέλεσμα την απελευθέρωση της Μακεδονίας από τον τουρκικό ζυγό και την αναγνώριση της υπεροχής του Ελληνισμού στην περιοχή, με την προσάρτηση του μεγαλύτερου μέρους της Μακεδονίας στην Ελλάδα. Οι βουλγαρικές επιδιώξεις συνεχίστηκαν με άλλες μορφές την εποχή του Μεσοπολέμου αλλά και μετά το Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Τότε όμως ανέκυψε μια νέα, ριζικά αναθεωρημένη, γιουγκοσλαβική πολιτική με την εφαρμογή ενός ολοκληρωμένου προγράμματος, που επεδίωκε να προβάλει την ύπαρξη ενός ξεχωριστού Μακεδονικού έθνους. Σήμερα, μετά τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας, το πρόβλημα έγινε οξύτερο από τη στιγμή που η άλλοτε αυτόνομη δημοκρατία των Σκοπίων ζητά να αναγνωριστεί από τη διεθνή κοινότητα ως ανεξάρτητο κράτος με το ψευδεπίγραφο όνομα της Μακεδονίας. Εδώ θα επιχειρήσω να δώσω μια ενημερωτική και, όσο το δυνατόν, κατατοπιστική ιστορική θεώρηση του προβλήματος, όπως παρουσιάζεται σήμερα.
Α
TO ΙΣΤΟΡΙΚΟ TOY ΖΗΤΗΜΑΤΟΣ ΚΑΙ Η ΘΕΣΗ ΤΩΝ ΣΚΟΠΙΩΝ
Μετά το τέλος του Α' Παγκοσμίου Πολέμου, το 1918, επιτεύχθηκε η ένωση των Γιουγκοσλαβικών Λαών σε ένα κράτος, με το όνομα «Βασίλειο των Σέρβων, Κροατών και Σλοβένων», που το 1931 μετονομάστηκε σε «Βασίλειο της Γιουγκοσλαβίας». Αξίζει να σημειωθεί ότι η δημιουργία αυτού του κράτους, που δεν είχε εθνική ομοιογένεια, αλλά και η στήριξη του αργότερα, είναι κυρίως έργο της Γαλλίας και της γαλλικής εξωτερικής πολιτικής: η Γαλλία, υποστηρίζοντας την ίδρυση ενός ισχυρού κράτους στο νευραλγικό αυτό χώρο, ενός κράτους συμμαχικού και φορέα της πολιτικής της, αποσκοπούσε να δημιουργήσει φραγμό στην επέκταση αρχικά της Αυστρίας και να αποτρέψει αργότερα τη γερμανική επιρροή. Μετά το τέλος του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, στα πλαίσια της αναδιοργάνωσης του ως τότε κράτους της Γιουγκοσλαβίας σε Ομόσπονδη Λαϊκή Δημοκρατία, ιδρύθηκαν στις 31 Ιανουαρίου 1946 έξι λαϊκές δημοκρατίες (που αργότερα μετονομάστηκαν σε σοσιαλιστικές): της Σλοβενίας, της Κροατίας, της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης, του Μαυροβουνίου, της Σερβίας και της Μακεδονίας. Αυτή η διαίρεση ουσιαστικά έθιγε τη Σερβία: ενώ η Σλοβενία και η Κροατία διατήρησαν την ενότητα τους, η Σερβία διασπάστηκε σε τρείς αυτόνομες δημοκρατίες και δύο, αργότερα αυτόνομες, επαρχίες και συρρικνώθηκε. Ήταν πιθανότατα η απάντηση της Κροατίας για την ηγετική θέση που κατείχε η Σερβία και παλιότερα και κυρίως την εποχή του Μεσοπολέμου - θέση που βασιζόταν στην ιστορική παράδοση και στους αγώνες του Σερβικού λαού. Με την ίδρυση της αυτόνομης δημοκρατίας της Μακεδονίας, η οποία κάλυπτε το 10,5% της συνολικής έκτασης της Γιουγκοσλαβίας και έχει πληθυσμό σήμερα 2.000.000 περίπου, η Γιουγκοσλαβική κυβέρνηση επιδίωξε: α) Να ενισχύσει τη Νότια Γιουγκοσλαβία, ώστε να κατορθώσει να απομακρύνει αποτελεσματικά κάθε βουλγαρική επίδραση ή βλέψη σε αυτή την περιοχή - γιατί αναμφισβήτητα η βουλγαρική παρουσία εκεί ήταν έντονη και οι φιλοβουλγαρικές τάσεις ισχυρές, β) Να καταστήσει τη Μακεδονία, στο σύνολο της - δηλ. όχι μόνο τη Γιουγκοσλαβική - συνδετικό κρίκο για τη δημιουργία μιας Ομοσπονδίας των Βαλκανικών λαών. Το δεύτερο αυτό στόχο είχε επιδιώξει και η Βουλγαρία την εποχή του Μεσοπολέμου. Στα απομνημονεύματα του Χρήστου Τατάρτσεφ, προέδρου της Κεντρικής Επιτροπής της ΕΜΕΟ, σημειώνεται (Σόφια 1928): «Σκεφθήκαμε ότι μια αυτόνομη Μακεδονία μπορούσε αργότερα να ενωθεί ευκολότερα με τη Βουλγαρία, ή, αν αυτό ήταν απραγματοποίητο, θα μπορούσε να καταστεί ενοποιητικός σύνδεσμος μιας ομοσπονδίας των Βαλκανικών Λαών». Μετά το Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, ο Στάλιν προσπάθησε να δημιουργήσει μια Ομοσπονδία των Βαλκανικών κρατών και, εντάσσοντας σε αυτή και την Ελλάδα, να διεισδύσει στο Αιγαίο - μια Ομοσπονδία, στην οποία η Σοβιετική Ένωση θα είχε τον πλήρη έλεγχο. Στην προσπάθεια του αυτή, επειδή η Μακεδονία αποτελούσε το μήλο της έριδος και αιτία προστριβών ανάμεσα στη Γιουγκοσλαβία και τη Βουλγαρία, επιχείρησε με το σχέδιο Στάλιν-Τίτο-Ντιμιτρώφ να χρησιμοποιήσει τη Μακεδονία ως συνδετικό κρίκο, αποσπώντας την από τις δύο χώρες που τη διεκδικούσαν. Μετά τη ρήξη όμως του Τίτο με τη Σοβιετική Ένωση, ο Γιουγκοσλάβος ηγέτης υιοθέτησε το σχέδιο του Στάλιν προς ίδιον όφελος, απομακρύνοντας βέβαια τη Βουλγαρία. Το τμήμα που αποτέλεσε, το 1946, τη Γιουγκοσλαβική Μακεδονία ονομαζόταν ως τότε «Νότιος Σερβία» ή «Βάρνταρσκα Μπανόβινα». Σήμερα οι Γιουγκοσλάβοι την αποκαλούν «Μακεδονία του Βαρδάρη» (Vardarska Makedonia), ενώ την ελληνική την ονομάζουν «Μακεδονία του Αιγαίου» (Egeiska Makedonia) και το βουλγαρικό τμήμα «Μακεδονία του Πιρίν» (Pirinska Makedonia). Στη νεοσύστατη αυτή λαϊκή δημοκρατία θέλησαν να δώσουν χωριστή πολιτική και εθνική υπόσταση. Τα μέσα που χρησιμοποίησαν ήταν τα ακόλουθα:
Χωριστή κρατική οργάνωση: Όλα τα τοπικά κρατικά όργανα, που δημιουργήθηκαν, με κέντρο τα Σκόπια, μέσα στα πλαίσια της ομοσπονδιακής κυβέρνησης της Γιουγκοσλαβίας, ονομάστηκαν «Μακεδόνικα»: «Μακεδονική κυβέρνηση», «Μακεδονική βουλή» κλπ. Έτσι ο όρος απέκτησε μια νέα πολιτική και κρατική διάσταση, που με τον καιρό τείνει να καθιερωθεί.
Ιδιαίτερη γλώσσα: Με το Γιουγκοσλαβικό Σύνταγμα αναγνωρίστηκε ως επίσημη γλώσσα μια τοπική διάλεκτος, ονομάστηκε «Μακεδονική» και θεωρήθηκε ισότιμη με τη σερβοκροατική και τη σλοβένικη. Η διάλεκτος αυτή, που ως τότε θεωρούνταν διάλεκτος της βουλγαρικής γλώσσας, «αποκαθάρθηκε» από στοιχεία γλωσσικά που μπορούσαν στο μέλλον να δημιουργήσουν αμφισβητήσεις και έγινε η επίσημη γλώσσα της περιοχής και η γλώσσα που διδάσκεται από τότε στα σχολεία. Έτσι, όποια και αν ήταν η γλώσσα ή η διάλεκτος που μιλούσαν στο σπίτι τους τα παιδιά, άρχισαν να εθίζονται και να χρησιμοποιούν αυτή τη γλώσσα. Η νέα μεταπολεμική γενιά της περιοχής απέκτησε έτσι ένα νέο γλωσσικό όργανο, που επιβλήθηκε «εκ των άνω», από την κρατική βούληση και από πολιτική σκοπιμότητα.
Ανεξάρτητη Εκκλησία: Παρά το γεγονός ότι η κομμουνιστική κοσμοθεωρία δεν δέχεται τη θρησκεία, το θρησκευτικό συναίσθημα ήταν βαθύτατα ριζωμένο στους κατοίκους της περιοχής και η Εκκλησία ήταν στενά δεμένη με την ιστορική τους παράδοση. Γι' αυτό το 1964, με την παρέμβαση του κόμματος, ιδρύθηκε «Αυτοκέφαλη Μακεδονική Εκκλησία», με έδρα την Αχρίδα, παρά τις έντονες αντιδράσεις του Σερβικού Πατριαρχείου. Η χειραφέτηση αυτή αποτέλεσε κατάφωρη παραβίαση των νομικών κανόνων της Ορθόδοξης Εκκλησίας, και έγινε για να ενισχυθεί η αυτονομία της «Μακεδονίας» απέναντι στη Σερβία-αυτονομία που εκφραζόταν με το σύνθημα «ένα Κράτος, μία Εκκλησία, ένα Έθνος».
Χωριστή εθνότητα: Για να ικανοποιηθεί αυτό το τρίτο σημείο, αλλά και για να εδραιωθεί η πολιτική τους υπόσταση και να ενισχυθούν οι γενικότερες πολιτικές τους επιδιώξεις, ήταν απαραίτητο να αποκτήσει ο πληθυσμός της περιοχής τη συνείδηση ότι οι Μακεδόνες, στο σύνολο τους, αποτελούν χωριστή εθνότητα. Για το σκοπό αυτό επιδίωξαν να διαμορφώσουν και να δώσουν στους κατοίκους της Νότιας Γιουσκοσλαβίας μια «Μακεδονική» εθνική συνείδηση. Στην προσπάθεια τους αυτή ήταν απαραίτητο να προβληθεί ένα ξεχωριστό ιστορικό παρελθόν, να «κατασκευασθεί» μια «Μακεδονική» ιστορία. Για το σκοπό αυτό επιστρατεύθηκαν οι ιστορικοί και ιδρύθηκε στα Σκόπια το «Ίδρυμα Εθνικής Ιστορίας», που αμέσως στελεχώθηκε με πολλούς επιστήμονες, οι οποίοι άρχισαν να πραγματοποιούν εκτεταμένες έρευνες σε βιβλιοθήκες και αρχεία, να συγκεντρώνουν ένα τεράστιο υλικό και να εκδίδουν με εντυπωσιακό ρυθμό βιβλία και περιοδικά. Με τις μελέτες και τις εκδόσεις τους επιχείρησαν να ανακατασκευάσουν και να επανερμηνεύσουν τα ιστορικά δεδομένα, ώστε να ανταποκρίνονται στους στόχους τους.
Πρώτος στόχος τους ήταν να αποκόψουν κάθε δεσμό των λεγομένων «Μακεδόνων» με τους Βουλγάρους, αλλά και με τους Σέρβους, και να πείσουν το λαό ότι ανήκει σε μια χωριστή σλαβική εθνότητα, τη «Μακεδονική». Έτσι έπρεπε να απαλλαγεί η ιστορία της περιοχής, όπως και η γλώσσα, όχι μόνο από κάθε βουλγαρικό αλλά και από κάθε σερβικό στοιχείο. Όλα τα βουλγαρικά και τα σερβικά ιστορικά δεδομένα που συνδέονταν με αυτό το χώρο - είτε πρόκειται για ιστορικά γεγονότα, είτε για πρόσωπα, είτε για δραστηριότητες και έργα πνευματικά - έπρεπε να μετονομασθούν σε «μακεδονικά», για να μπορέσουν να ενταχθούν στη «Μακεδονική» ιστορία που τώρα κατασκευαζόταν, ή, αν δεν συμφωνούσαν με το νέο ιστορικό σχήμα και τις νέες κατευθυντήριες γραμμές, να αποκηρυχθούν ως εχθρικά. Δεύτερος στόχος ήταν ο αφελληνισμός της Μακεδονίας και της Μακεδονικής ιστορίας με την ελαχιστοποίηση της ελληνικής παρουσίας σε αυτό το χώρο και με παρερμηνεία ή φαλκίδευση του ρόλου και ειδικότερα της πνευματικής προσφοράς του Ελληνισμού, του ορθόδοξου ελληνικού κλήρου και των ελληνικών σχολείων. Τρίτος στόχος ήταν η έρευνα, κατασκευή και προβολή της ιστορικής εξέλιξης του λεγόμενου «Μακεδονικού λαού», με σκοπό να αποδειχθεί η ξεχωριστή εθνική ταυτότητα των «Μακεδόνων», αλλά και η συνοχή και η συνέχεια τους από την αρχαιότητα ως σήμερα. Τέταρτος στόχος ήταν η δημιουργία μιας Μεγάλης Ιδέας18, που θα ευαισθητοποιούσε τα πλήθη. Έτσι οι ιστορικοί των Σκοπίων άρχισαν να διακηρύσσουν ότι η Μακεδονία, στο σύνολο της, είναι χώρα σλαβική και ως προς την ιστορική της παράδοση και ως προς την εθνική της σύσταση. ΓΓ αυτό έπρεπε να ενωθεί και να αποτελέσει ένα ενιαίο κρατικό σχήμα. Μετά το Β' Παγκόσμιο Πόλεμο ένα μόνο τμήμα της, το γιουγκοσλαβικό, αποκαταστάθηκε εθνικά στα πλαίσια της Γιουγκοσλαβικής Ομοσπονδίας. Τα άλλα δύο, η Μακεδονία του Αιγαίου και η Μακεδονία του Πιρίν, θα έπρεπε να αποκατασταθούν με τη σειρά τους, δηλαδή να ενωθούν με τη Γιουγκοσλαβική Μακεδονία. Από εδώ αρχίζει μια έντονη παραποίηση όχι μόνο των ιστορικών δεδομένων αλλά και των σύγχρονων αριθμητικών στοιχείων και στατιστικών, που αναφέρονται στη σύνθεση του πληθυσμού της Ελληνικής Μακεδονίας. Το ιστορικό σχήμα που κατασκεύασαν και προβάλλουν οι ιστορικοί των Σκοπίων είναι σε γενικές γραμμές το ακόλουθο: Καθώς η εμφάνιση και εγκατάσταση των Σλάβων στην περιοχή συντελέστηκε κατά τους Μέσους Χρόνους, οι Σλάβοι των Σκοπίων δεν μπορούσαν να προβάλουν αρχαίες περγαμηνές σε αυτό το χώρο. Από την άλλη πλευρά επειδή η ιστορία της Αρχαίας Μακεδονίας και το έργο του Μ. Αλεξάνδρου ήταν παγκόσμια γνωστά και είχαν μεγάλη απήχηση, αποτελούσαν ισχυρό εμπόδιο στην προπαγάνδα τους. Γι' αυτό θεωρήθηκε αναγκαίο να αμφισβητηθεί ο ελληνικός χαρακτήρας της αρχαίας Μακεδονίας. Έτσι, διακηρύσσουν ότι οι αρχαίοι Μακεδόνες δεν ήταν Έλληνες αλλά φύλο ιλλυρικό. Η άρχουσα τάξη εξελληνίστηκε με τον καιρό, αλλά ο λαός παρέμεινε «μακεδόνικος» δηλαδή ιλλυρικός, μη ελληνικός. Ο Αλέξανδρος δεν ήταν Έλληνας, δεν διέδωσε τον Ελληνικό πολιτισμό, αλλά «το όνομα της Μακεδονίας». Την εποχή των διαδόχων, επειδή χρησιμοποιήθηκαν πολλοί Έλληνες ως δούλοι και μισθοφόροι στρατιώτες, άρχισε σταδιακά ο εξελληνισμός της περιοχής, ιδίως στα ανώτερα στρώματα. Στους Μέσους Χρόνους τον 6ο-7ο αι. οι Σλάβοι εγκαταστάθηκαν στη Μακεδονία, όπου, κατά τη θεωρία των Σκοπίων, εξόντωσαν μεγάλο μέρος του γηγενούς πληθυσμού και τους υπόλοιπους τους αφομοίωσαν. Έτσι μέσα σε λίγα χρόνια η Μακεδονία έγινε σλαβική. Επειδή ακριβώς οι γηγενείς αυτοί πληθυσμοί δεν ήταν ελληνικοί αλλά ιλλυρικοί, οι Σλάβοι που εγκαταστάθηκαν στη Μακεδονία ενώθηκαν με αυτό το μη ελληνικό στοιχείο και έτσι απέκτησαν ρίζες αρχαίες, ανεξάρτητες από κάθε ελληνική παρουσία. Έτσι οικειοποιούνται όχι μόνο την ιστορία αλλά και τα έργα του πολιτισμού που συνδέονται με αυτό το χώρο. Παράλληλα, οι ιστορικοί των Σκοπίων περιορίζουν και τη βουλγαρική παρουσία, γιατί υποστηρίζουν ότι η επέκταση του Α' Βουλγαρικού κράτους σε εδάφη μακεδόνικα ήταν πρόσκαιρη και επιφανειακή και δεν μπόρεσε να εκβουλγαρίσει τους «Μακεδόνες», που παρέμειναν χωριστό σλαβικό φύλο. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Σαμουήλ, που κατόρθωσε με επανάσταση να δημιουργήσει ένα ανεξάρτητο κράτος, με κέντρο αρχικά τη δυσπρόσιτη περιοχή της ΒΔ. Μακεδονίας. Ο Σαμουήλ ανακηρύχθηκε «βασιλεύς των Βουλγάρων» (977-1014), και εξελίχθηκε σε επικίνδυνο αντίπαλο του Βυζαντίου και του βυζαντινού αυτοκράτορα Βασιλείου Β' του Βουλγαροκτόνου. Κατά τους ιστορικούς των Σκοπίων, το κράτος του Σαμουήλ ήταν «Μακεδονικό», αφού οι Σλάβοι-Μακεδόνες ήταν το κυρίαρχο εθνικό στοιχείο, και δεν είχε καμία σχέση με τους Βουλγάρους. Ο Σαμουήλ, που γνωρίζουμε ότι ήταν γιος βυζαντινού αξιωματούχου, ήταν «Μακεδόνας» αφού ήταν ηγεμόνας ενός «Μακεδονικού» κράτους. Ωστόσο, όπως παρατηρούν και οι Βούλγαροι, ο Βασίλειος Β' ονομάστηκε Βουλγαροκτόνος και όχι Μακεδονοκτόνος. Οι ιστορικοί των Σκοπίων ισχυρίζονται ακόμη ότι ο Κωνσταντίνος-Κύριλλος και ο Μεθόδιος, οι δύο απόστολοι των Σλάβων, ήταν «Μακεδόνες», άρα Σλάβοι, αφού γεννήθηκαν στη Θεσσαλονίκη, όπου τότε «ο γηγενής πληθυσμός ήταν σλαβικός και όπου όλοι μιλούσαν μια καθαρά σλαβική γλώσσα»25. Γι' αυτό και η γλώσσα στην οποία βάσισαν το αλφάβητο τους οι δύο αδελφοί ήταν η «σλαβομακεδονική» η «πρωτομακεδονική». Επομένως, οι σημερινοί Γιουγκοσλάβοι Μακεδόνες είναι κατ' ευθείαν απόγονοι αυτών των «Πρωτομακεδόνων», οι οποίοι διέδωσαν τα γράμματα και τον πολιτισμό σε όλο το σλαβικό κόσμο. Πρέπει να σημειωθεί ότι οι όροι «Σλάβοι - Μακεδόνες», «Πρωτομακεδόνες» είναι εφεύρημα των Σκοπίων και δεν μαρτυρούνται σε καμιά πηγή της εποχής ούτε έχουν προταθεί από άλλους συγγραφείς. Όσο για τα έργα της τέχνης, αρχιτεκτονικής και ζωγραφικής, που δημιουργήθηκαν σε αυτό το χώρο, προβάλλονται ως έργα μιας ξεχωριστής «Μακεδονικής» τέχνης, παρόλο που και ο ρυθμός και η τεχνοτροπία τους είναι καθαρά βυζαντινοί. Την εποχή της τουρκοκρατίας, υποστηρίζουν ότι, για λόγους πολιτικούς και κοινωνικούς και κυρίως εξαιτίας της πολιτικής της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, που διέκρινε τους υπηκόους του κράτους με βάση τη θρησκεία και όχι την εθνική καταγωγή, όπως και εξαιτίας των προνομίων του Οικουμενικού Πατριαρχείου και της αφομοιωτικής δύναμης του ελληνικού κλήρου, έσβησε η ιστορική μνήμη των «Σλάβων - Μακεδόνων» και μαζί της και η εθνική τους συνείδηση. Επειδή, πολλά επίσης προνόμια βρίσκονται στα χέρια των Ελλήνων, πολλοί «Σλάβοι-Μακεδόνες» αναγκάσθηκαν να εμφανίζονται ως Έλληνες. Την εποχή των αγώνων για την ανεξαρτησία και την εθνική αποκατάσταση οι «Σλαβομακεδόνες» πολέμησαν στο πλευρό των Ελλήνων. Δεν διστάζουν μάλιστα να οικειοποιηθούν και επώνυμους ήρωες, όπως τον Μάρκο Μπότσαρη, που τον εμφανίζουν ως «Μακεδόνα» και τον ονομάζουν Μάρκο Μπότσβαροτ από το Περλεπέ!!! Η εθνική αφύπνιση του «Μακεδονικού λαού» άρχισε, κατά τους ιστορικούς των Σκοπίων, τις πρώτες δεκαετίες του 19ου αι. και κορυφώθηκε στα τέλη του αιώνα με την ίδρυση της Μακεδονικής Επανάστασης Οργάνωσης (ΕΜΕΟ) το 1893, και στις αρχές του 20ού αι. με τον ένοπλο αγώνα. Τότε οι Σλαβομακεδόνες διεξήγαγαν «πολυμέτωπο» αγώνα εναντίον Ελλήνων, Βούλγαρων και Σέρβων και των αντίστοιχων γειτονικών κρατών, αλλά και εναντίον της Οθωμανικής αυτοκρατορίας και του κοινωνικού συστήματος που αυτή εκπροσωπούσε. Ο αγώνας αυτός απέβλεπε στη δημιουργία ενός ανεξάρτητου μακεδόνικου κράτους, αλλά ο στόχος τους τότε δεν επιτεύθηκε. Μόνο το 1944 ελευθερώθηκε ένα τμήμα της Μακεδονίας και αποτέλεσε αυτόνομη δημοκρατία στα πλαίσια της Γιουγκοσλαβικής Ομοσπονδίας. Αυτό σε γενικές γραμμές είναι το σχήμα που προβάλλουν οι ιστορικοί των Σκοπίων, όπου φαίνεται σε όλη την έκταση η παραχάραξη της Ιστορίας, η παραποίηση και αλλοίωση των ιστορικών δεδομένων.
Β
ΟΙ ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ ΤΩΝ ΠΗΓΩΝ ΚΑΙ ΤΑ ΠΟΡΙΣΜΑΤΑ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ
Πριν επιχειρήσω να δείξω ποια είναι η ιστορική πραγματικότητα με βάση τα δεδομένα των πηγών, θα ήθελα να τονίσω ότι η όλη θέση των Σκοπίων βασίζεται σε δύο σοβαρότατα μεθοδολογικά σφάλματα. Το πρώτο αφορά στους όρους Μακεδονία-Μακεδόνες, που οι ιστορικοί των Σκοπίων χρησιμοποιούν με έννοια εθνική, ενώ είναι οι όροι καθαρά γεωγραφικοί, όπως είναι π.χ. οι όροι Ηπειρώτης ή Πελοποννήσιος. Στα έργα που εκδίδονται στα Σκόπια και κυρίως στην «Ιστορία του Μακεδονικού έθνους» χρησιμοποιούν έντεχνα τους όρους άλλοτε Σλάβοι-Μακεδόνες και άλλοτε απλώς Μακεδόνες, ώστε να προκαλέσουν σύγχυση και τελικά να γίνουν αποδεκτοί οι όροι Μακεδονία-Μακεδόνες ως δηλωτικοί μιας χωριστής εθνότητας. Ωστόσο ποτέ οι όροι αυτοί δεν απέκτησαν εθνική σημασία. Ούτε παλαιότερα ούτε στους νεώτερους χρόνους: στις πηγές, στους περιηγητές, στα διπλωματικά έγγραφα, στις απογραφές της Οθωμανικής αυτοκρατορίας κλπ. ο όρος Μακεδονία δηλώνει πάντα τον κάτοικο της Μακεδονίας - ουσιαστικά τον Έλληνα κάτοικο, γιατί τους Βουλγάρους κατοίκους της Μακεδονίας τους ονόμαζαν συνήθως «Βουλγαρομακεδόνες» δηλαδή Βουλγάρους της Μακεδονίας, για να τους διαστείλουν από τους Βουλγάρους της Βουλγαρίας και της Βουλγαρικής Ηγεμονίας. Εξάλλου, το γεγονός ότι χρησιμοποιούνται οι όροι Βουλγαρομακεδόνες και Σλαβομακεδόνες και όχι Ελληνομακεδόνες προϋποθέτει ακριβώς και ταυτόχρονα αποδεικνύει την ελληνικότητα της Μακεδονίας, γιατί ο όρος ενέχει αφ' εαυτού την έννοια της ελληνικής καταγωγής των κατοίκων αυτής της περιοχής. Το δεύτερο μεθοδολογικό σφάλμα αναφέρεται στην επέκταση στο χώρο και στο χρόνο μιας συγκεκριμένης και τοπικά περιορισμένης εθνικής ομάδας. Ξεκινώντας δηλαδή από την λεγόμενη Γιουγκοσλαβική Μακεδονία, που θεωρείται στην πλειοψηφία της σλαβική, επεκτείνουν αυτή τη δεδομένη εθνική σύσταση σε όλη τη Μακεδονία και σε όλους τους αιώνες της ιστορίας της, σαν να ήταν ένα σταθερό και αμετακίνητο στοιχείο, που δεν επηρεάστηκε από τα τεράστιας σημασίας ιστορικά γεγονότα που συνέβησαν σε αυτό το νευραλγικό χώρο της Βαλκανικής. Παρατηρώ επίσης ότι, ενώ σε ορισμένες περιόδους της Ιστορίας (Ελληνιστικούς χρόνους, Τουρκοκρατία κ.α) αναγκάζονται να δεχθούν, ως ένα σημείο, - τον εξελληνισμό της περιοχής, έστω και αν τον αποδίδουν σε ανυπόστατες αιτίες - την αμέσως επόμενη περίοδο αυτός ο ελληνικός ή εξελληνισμένος πληθυσμός φαίνεται να εξαφανίζεται ή να περιορίζεται στο ελάχιστο, και κυριαρχούν και πάλι οι μη Έλληνες «Μακεδόνες». Επίσης πρέπει να σημειωθεί ότι γεωγραφικά τα όρια της Μακεδονίας και κατά την Αρχαιότητα και στους νεώτερους χρόνους δεν ταυτίζονται με τα όρια της Μακεδονίας, όπως την εννοούν οι ιστορικοί των Σκοπίων. Η Μακεδονία, η «μείζων Μακεδονία» -όπως την ονομάζει ο καθηγητής Απ. Βακαλόπουλος - δηλαδή αυτή που ξεπερνά τα όρια της σημερινής ελληνικής Μακεδονίας, εκτείνεται:
νότια: ως τα όρη Χάσια, τα Καμβούνια και τον Όλυμπο και ως το Αιγαίο,
δυτικά: ως την Πίνδο
ανατολικά: ως τον ποταμό Νέστο και βόρεια: ως την Αχρίδα - Στρώμνιτσα - Μελένικο
Είναι βέβαια αυτονόητο ότι στη μακρόχρονη ιστορία της περιοχής τα διοικητικά όρια δεν ήταν πάντα ίδια και αμετακίνητα: διευρύνονταν ή περιορίζονταν ανάλογα με τα ιστορικά δεδομένα κάθε εποχής. Ωστόσο, πρέπει να σημειωθεί ότι βόρεια η Μακεδονία ποτέ δεν ξεπερνούσε τη γραμμή Αχρίδας - όρους Μπαμπούνα - Στρωμνίτσας - Νευροκοπίου (βλ. σχετικά χάρτη). Επομένως η σημερινή Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Μακεδονίας μόνο ένα μικρό τμήμα του Μακεδονικού χώρου περιλαμβάνει: η περιοχή των Σκοπίων δεν ανήκε στη Μακεδονία αλλά στην παλαιά Σερβία, όπως παρατηρούσε στην αρχή του αιώνα (1907) και ο Σέρβος ανθρωπογεωγράφος J. Cvijic. Επομένως η χρήση του γεωγραφικού όρου «Μακεδονία» για βορειότερες περιοχές είναι αντίθετη προς την ιστορική πραγματικότητα. Τα γεωγραφικά αυτά όρια δείχνουν ακριβώς ότι τα 7/10 της Μακεδονίας βρίσκονται σήμερα στην Ελλάδα και μόνο ένα μικρό τμήμα εντάσσεται στη Νότια Γιουγκοσλαβία και τη ΝΔ. Βουλγαρία. Ύστερα από αυτές τις βασικές επισημάνσεις, θα επιχειρήσω να παρουσιάσω, πολύ σύντομα βέβαια, τα δεδομένα των πηγών και τα πορίσματα της επιστημονικής έρευνας.
1
ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ
Οι αρχαίοι Μακεδόνες ήταν αναμφισβήτητα φύλο ελληνικό. Είτε είναι δωρικό ή βορειοδυτικό φύλο, συγγενές των Ηπειρωτών, όπως τείνουν σήμερα να δεχθούν, είτε αιολικό, συγγενές των Αιολέων της Θεσσαλίας, η ελληνικότητα τους δεν αμφισβητείται σοβαρά στις ημέρες μας. Οι αρχαίοι Μακεδόνες βρίσκονταν αρχικά εγκαταστημένοι στη ΒΔ. Μακεδονία. Από κει επεκτάθηκαν στην εύφορη πεδιάδα του Αλιάκμονα, όπου, αφού απώθησαν ή υπέταξαν ιλλυρικά και θρακικά φύλα, ίδρυσαν το Μακεδονικό κράτος. Αργότερα οι βασιλείς της Μακεδονίας επεκτάθηκαν ως τον Στρυμόνα. Η επί αιώνες σχετική απομόνωση τους στη χώρα που φέρει το όνομα τους συνετέλεσε αποφασιστικά ώστε να διαμορφωθούν σε μια αυτόνομη ενότητα, κοινωνική και πολιτική, χωρίς μεγάλη επίδραση των άλλων Ελλήνων και επομένως χωρίς την πολιτιστική ανάπτυξη των νοτιότερων περιοχών. Για την ελληνικότητα των αρχαίων Μακεδόνων μαρτυρούν οι αρχαίες πηγές και συνηγορούν τα πορίσματα της γλωσσολογίας, που βασίζονται στη μελέτη του γλωσσικού μακεδόνικου ιδιώματος. Από τους αρχαίους ιστορικούς πρώτος ο Ηρόδοτος αναφέρει τους Μακεδόνες και τους θεωρεί χωρίς δισταγμό Έλληνες: «Ἓλληνες δέ εἶναι τούτους τούς ἀπό Περδίκκεῳ γεγονότας, κατά περ αὐτοί λέγουσι, αὐτός τε οὓτε τυγχάνω ἐπιστάμενος καί δη καί ἐν τοῖσι ὁπἰσθεν λόγοισι ἀδεποδείξω...» (V,22,l). Ο ίδιος ιστορικός παρουσιάζει τον βασιλέα των Μακεδόνων Αλέξανδρο Α' (-+ 495-450/440), δεσπόζουσα μορφή της Μακεδονικής ιστορίας τον 5ο αι., να λέει την εποχή των Περσικών πολέμων: «αὐτός τε γάρ Ἓλλην γένος εἰμί τὠρχαῖον, καί άντ' ἐλεύθερης δεδουλωμένην οὐκ ἂν ἐθέλοιμι ὁράν τήν Ἑλλάδα» (IX, 45,1-2)38. Για την ελληνικότητα των Μακεδόνων μαρτυρούν επίσης άμεσα ή έμμεσα ο Θουκυδίδης, και αργότερα ο Αρριανός, ο Πολύβιος, ο Τίτος Λίβιος και άλλοι. Στην αρχαιότητα ουδέποτε τέθηκε θέμα εθνικότητας των Μακεδόνων, ακριβώς γιατί ήταν Έλληνες. Οι ιστορικοί των Σκοπίων έχουν ευρύτατα εκμεταλλευτεί το γεγονός ότι ο Δημοσθένης αποκαλεί τον Φίλιππο «βάρβαρο». Ωστόσο η λέξη δεν σήμαινε πια αυτή την εποχή μόνο τον ξένο, τον αλλόγλωσσο αλλά και τον απολίτιστο. Ο Αθηναίος Δημοσθένης θεωρούσε κατώτερο πολιτιστικά τον βασιλέα της Μακεδονίας. Εξάλλου δεν πρέπει να ξεχνούμε το φανατισμό και τον αττικό εθνικισμό του ρήτορα, ο οποίος αγωνιζόταν εναντίον του Φιλίππου, γιατί πίστευε ότι θα υποδούλωνε την υπόλοιπη Ελλάδα και την πόλη του και γιατί στο νέο πολιτικό σχήμα που επέβαλλαν οι Μακεδόνες, σχήμα ξένο προς την τότε κρατούσα αντίληψη της πόλης-κράτους, η Αθήνα δεν θα μπορούσε να διαδραματίσει ρόλο ηγετικό. Για την ελληνικότητα της γλώσσας των αρχαίων Μακεδόνων είχαν διατυπωθεί ορισμένες αμφιβολίες, κυρίως επειδή δεν έχουν ως τώρα βρεθεί κείμενα ή έστω ολόκληρες φράσεις σε Μακεδονική διάλεκτο. Σήμερα ωστόσο, ύστερα από συγκριτική μελέτη όλου του γνωστού γλωσσικού υλικού, οι γλωσσολόγοι, όπως και οι ιστορικοί, αποδέχονται τον ελληνικό χαρακτήρα της Μακεδονικής διαλέκτου. Τα επόμενα στοιχεία δείχνουν ότι πρόκειται για μια διάλεκτο της ελληνικής γλώσσας: Το ίδιο το όνομα των Μακεδόνων είναι ελληνικό: η λέξη μακεδνός μαρτυρείται ήδη στον Όμηρο (Οδ. η 106: οἶά τε φύλλα μακεδνῆς αἰγείροιο) και σημαίνει ψηλός, μακρύς, λυγερός. Ανήκει δηλ. το εθνώνυμο στα ονόματα εκείνα που δηλώνουν τα φυσικά χαρακτηριστικά ενός λαού. Επίσης τα κύρια ονόματα των αρχαίων Μακεδόνων, τα ονόματα θεών, μηνών, κ.α όπως και τα περισσότερα τοπωνύμια, είναι ελληνικά, σε Μακεδονική διάλεκτο, και δεν έχουν καμία ομοιότητα με τα θρακοϊλλυρικά. Οι ίδιες παρατηρήσεις ισχύουν και για το λεξιλογικό υλικό. Οι λέξεις σε μακεδονικό ιδίωμα που μας διασώθηκαν είναι σχετικά λίγες: γύρω στις 150, και παραδίδονται στον Αθηναίο ή βρίσκονται αποθησαυρισμένες στο Λεξικό του Ησύχιου, που τις άντλησε κυρίως από τον Μακεδόνα λεξικογράφο Αμερία. Πρέπει να σημειωθεί ότι οι αρχαίοι λεξικογράφοι τότε δεν κατέγραφαν όλες τις λέξεις μιας γλώσσας, ενός ιδιώματος, μιας διαλέκτου, αλλά εκείνες που παρουσίαζαν κάποια ιδιοτυπία ή δυσκολία στην κατανόηση. ΓΓ αυτό και καταγράφονται οι ξένες λέξεις και οι ιδιωματισμοί. Πολλές από τις λέξεις που αποθησαυρίστηκαν ως μακεδόνικες απαντούν σε όλες τις ελληνικές διαλέκτους, αλλά έχουν στα μακεδόνικα μια ιδιαίτερη σημασία και γι᾽ αυτό καταγράφονται από τους αρχαίους λεξικογράφους, όπως π.χ. η λέξη υπασπιστής. Οι λέξεις αυτές που παραδίδονται ως μακεδόνικες δεν έχουν καμιά ομοιότητα με τα θρακοϊλλυρικά. Το γλωσσικό μακεδόνικο υλικό (κύρια ονόματα, τοπωνύμια, προσηγορικά) συνηγορεί για τον ελληνικό χαρακτήρα της Μακεδονικής διαλέκτου: Η ετυμολογία των λέξεων είναι ελληνική, τα γνωρίσματα και τα φωνητικά πάθη κοινά της ελληνικής γλώσσας, το ίδιο και οι κλίσεις και οι καταλήξεις. Οι μελετητές των Σκοπίων επικαλούνται τη μαρτυρία του Πλουτάρχου ότι ο 'Αλέξανδρος «ἀνεβόα μακεδονιστί καλῶν τούς ὑπασπιστάς» (Πλουτάρχου, Αλέξ. 51,6), σαν απόδειξη ότι η γλώσσα που μιλούσαν οι Μακεδόνες στρατιώτες δεν ήταν ελληνική. Όμως εδώ η λέξη σημαίνει την τοπική διάλεκτο, όπως μαρτυρούν και οι αντίστοιχοι όροι δωριστί, αττικιστί, ιωνιστί κλπ, και όχι μια χωριστή, μη ελληνική γλώσσα. Άλλωστε την ελληνική γλώσσα διέδωσαν σε όλο τον κατακτημένο κόσμο ο Αλέξανδρος και οι Μακεδόνες, στην ελληνική εξηγούσε τις ξενόγλωσσες επιγραφές για να είναι κατανοητές στο στράτευμα του («την δέ ἐπιγραφήν άναγνούς ἐκέλευσεν ἑλληνικούς ὑποχαράξαι γράμμασιν»: Πλουτάρχου, Αλεξ. 69,4) και την ελληνική διέταξε να μάθουν οι τριάντα χιλιάδες επίλεκτοι Πέρσες («ἐκέλευσε γράμματα τε ἑλληνικά μανθάνειν καί μακεδονικοῖς ὃπλοις ἐντρέφεσθαι»: Πλουτάρχου, Αλέξ. 47,6). Το γεγονός ότι οι Μακεδόνες δεν άφησαν γραπτά μνημεία σε Μακεδονική διάλεκτο δεν αποτελεί απόδειξη της μη ελληνικότητας τους, όπως διατείνονται οι ιστορικοί των Σκοπίων. Πράγματι, δεν βρέθηκε ως τώρα καμιά διαλεκτική επιγραφή ή έστω μια φράση διαλεκτικού μακεδόνικου κειμένου. Όλες οι επιγραφές που βρέθηκαν στη Μακεδονία χρονολογούνται μετά τον 5ο αι. π.Χ., όταν οι Μακεδόνες χρησιμοποιούσαν πλέον, τουλάχιστο στο δημόσιο βίο, την αττική διάλεκτο. Όμως και άλλες περιοχές της Ελλάδος, αναμφισβήτητα ελληνικές, δεν άφησαν γραπτά μνημεία του 7ου ή ακόμα και του 6ου αι. Το πνευματικό θαύμα της Αθήνας είναι ξεχωριστό φαινόμενο και δεν μπορεί να αποτελέσει μέτρο σύγκρισης για άλλες περιοχές και μάλιστα για να εξαχθούν συμπεράσματα σχετικά με την εθνική καταγωγή των κατοίκων τους. Σημειώνω επίσης ότι οι πρόσφατες ανασκαφές της Βεργίνας έφεραν στο φως, εκτός από τα άλλα πολύ σημαντικά για την ιστορία της Μακεδονίας ευρήματα, και μια σειρά από επιτύμβιες ανεπίγραφες στήλες, που χρονολογούνται με βεβαιότητα στο δεύτερο μισό του 4ου και στις αρχές του 3ου π.Χ. αιώνα. Οι επιγραφές δεν έχουν ακόμη δημοσιευθεί, αλλά γνωρίζουμε από την περιγραφή του καθηγητή Μ. Ανδρόνικου ότι προσφέρουν μια πολύ σημαντική «συλλογή κοινών μακεδόνικων ονομάτων, ανδρικών και γυναικείων», που φθάνουν τα εβδομήντα πέντε. Τα ονόματα αυτά είναι όλα ελληνικά, όπως Αλκέτας, Άλκιμος, Δρύκαλος, Ξενοκράτης, Πευκόλαος, Πιερίων- εκτός από ένα (Αμάδοκος) που είναι θρακικό - και πολλά από αυτά είναι χαρακτηριστικά μακεδόνικα και άγνωστα στην Αττική, πράγμα που μαρτυρεί τη Μακεδονική τους παράδοση. Τα ονόματα αυτά αντικρούουν τη θεωρία ότι μόνο η άρχουσα τάξη είχε εξελληνιστεί, γιατί ακριβώς δεν ανήκουν στη βασιλική οικογένεια ούτε στους ευγενείς και την άρχουσα τάξη: είναι ονόματα απλών πολιτών και πολλά από αυτά μπορούν να αναχθούν ως τις αρχές του 4ου και τα τέλη του 5ου αιώνα. Επομένως, όπως επισημαίνει ο καθηγητής Μ. Ανδρόνικος, έχουμε «επιγραφική μαρτυρία... πως στα τέλη του 5ου π.Χ. αιώνα οι Μακεδόνες που ζούσαν στην πρώτη πρωτεύουσα του Μακεδονικού βασιλείου (στις Αιγές)... είχαν ελληνικά ονόματα». Επομένως και από την μαρτυρία των πηγών και από τη μελέτη του γλωσσικού υλικού συνάγεται αβίαστα ότι οι αρχαίοι Μακεδόνες ήταν φύλο ελληνικό. Η θεωρία ότι πρόκειται για μη ελληνικό πληθυσμό, του οποίου η άρχουσα τάξη εξελληνίστηκε δεν στηρίζεται πουθενά. Ο λαός της Μακεδονίας μιλούσε ελληνικά, μια ελληνική τοπική διάλεκτο. Γι' αυτό αργότερα μπόρεσε εύκολα να υιοθετήσει την αττική διάλεκτο. ΓΓ αυτό και μετά τη Ρωμαϊκή κατάκτηση η ελληνική γλώσσα διατηρήθηκε στην περιοχή, παρά την ξένη κυριαρχία και την έντονη παρουσία λατινόφωνων στρατιωτών και άλλων εκπροσώπων της Ρώμης. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι επιγραφές της ρωμαϊκής και πρώιμης βυζαντινής εποχής που βρέθηκαν στη Μακεδονία είναι ελληνικές - εκτός φυσικά από τις περιοχές όπου υπήρχε ρωμαϊκή αποικία, όπως π.χ. στους Φιλίππους, ενώ είναι λατινικές όσες βρέθηκαν βορειότερα. Η ελληνική γλώσσα ήταν βαθειά ριζωμένη, ήταν η γλώσσα του μακεδόνικου λαού και όχι μόνο της άρχουσας τάξης και της εξουσίας.
2
ΜΕΣΟΙ ΧΡΟΝΟΙ
Ο 6ος/7ος αι. είναι εποχή κρίσιμη για την χερσόνησο του Αίμου. Τον 6ο/7ο αι. εγκαταστάθηκαν οι Σλάβοι στη Βαλκανική και τούτο άλλαξε την εθνική φυσιογνωμία του βόρειου τμήματος της χερσονήσου, που σιγά-σιγά αποσπάσθηκε από το βυζαντινό κορμό. Ωστόσο νοτιότερα οι Σλάβοι δεν μπόρεσαν να αλλοιώσουν την εθνολογική σύσταση των ελληνικών περιοχών παρά τη μόνιμη εγκατάσταση σλαβικών ομάδων στον ελληνικό χώρο. Πράγματι στα τέλη του 6ου και κυρίως στις αρχές του 7ου αι. σλαβικές ομάδες προχώρησαν νοτιότερα και εγκαταστάθηκαν σε ελληνικά εδάφη, όπου ίδρυσαν σκλαβηνίες, δηλαδή νησίδες σλαβικές μέσα στο γηγενή ελληνικό πληθυσμό, ιδιαίτερα στη Δυτική Μακεδονία και τη Θεσσαλία. Λαός γεωργικός και κτηνοτροφικός καθώς ήταν, εγκαταστάθηκαν κυρίως στις πλαγιές των βουνών, λιγότερο στις πεδιάδες και πολύ σπάνια στις ακτές. Αλλά οι Σλάβοι αυτοί δεν εγκαταστάθηκαν σε ένα κενό, όπως ορισμένοι υποστήριξαν: βρήκαν ένα γηγενή ελληνικό πληθυσμό, που εξαιτίας των επιδρομών και των αναστατώσεων, είχε συγκεντρωθεί κυρίως στα αστικά κέντρα. Με τους ελληνικούς αυτούς πληθυσμούς, πολύ ανώτερους πολιτιστικά και πολιτικά, οι Σλάβοι έποικοι ήλθαν γρήγορα σε επικοινωνία, ανέπτυξαν μαζί τους σχέσεις και επηρεάστηκαν από αυτούς καίρια. Εξάλλου για την αφομοίωση και τον εξελληνισμό των επήλυδων, δεν πρέπει να παραβλέπεται η αποτελεσματική πολιτική των βυζαντινών αυτοκρατόρων, που με πολεμικές επιχειρήσεις αλλά κυρίως με μέτρα ειρηνικά πέτυχαν μέσα σε τρεις αιώνες να εντάξουν τους Σλάβους στο βυζαντινό σύστημα. Βασικό μέτρο της αυτοκρατορικής πολιτικής ήταν οι μετακινήσεις πληθυσμών, δηλαδή η μεταφορά ελληνικών πληθυσμών της Μ. Ασίας στις σκλαβηνίες της Ελλάδος και αντίστροφα Σλάβων του ελληνικού χώρου στη Μ. Ασία, όπου το ελληνικό στοιχείο ήταν εύρωστο και πολυάριθμο. Έτσι επιτεύχθηκε αραίωση του σλαβικού στοιχείου στον ελληνικό χώρο και η βαθμιαία αφομοίωση του από τον ελληνικό πληθυσμό. Η σχεδόν ολοκληρωτική έλλειψη καταλοίπων του σλαβικού υλικού πολιτισμού (ταφικά έθιμα, κατοικία, τεχνική και τύποι κεραμικής)55 μαρτυρεί γι' αυτή την αφομοίωση, η οποία δεν θα μπορούσε βέβαια ποτέ να επιτευχθεί χωρίς την παρουσία γηγενούς ελληνικού πληθυσμού. Παράλληλα, η νέα διοικητική οργάνωση των θεμάτων, που γενικότερα εφαρμόσθηκε αυτήν την κρίσιμη εποχή, ενίσχυσε την αυτοκρατορική εξουσία και έκανε πιο αποτελεσματικό τον έλεγχο των σκλαβηνιών: μεταξύ 680-685 ιδρύθηκε το «Θρακώον θέμα» και το 695 μνημονεύεται για πρώτη φορά το «θέμα Ελλάδος». Τον 9ο αι. η αναδιοργάνωση ενισχύθηκε ακόμη περισσότερο με την κατάτμηση σε μικρότερες διοικητικές ενότητες, που αποτελούσε γενικότερη τάση της εποχής: τότε ιδρύθηκε το «θέμα Μακεδονίας» με πρωτεύουσα την Αδριανούπολη (α' μνεία το 802), το «Θέμα Στρυμόνος» (πιθανότατα μεταξύ 842-850), που αρχικά ήταν κλεισούρα, και το «Θέμα Θεσσαλονίκης» (μαρτυρείται στα μέσα του 9ου αι.). Σημαντική υπήρξε σε αυτό τον τομέα η συμβολή της Εκκλησίας, που κατά τόπους αναδιοργανώθηκε και ενισχύθηκε ανάλογα, (αναφέρω ιδιαίτερα την' επισκοπή Αμφίπολης στις εκβολές του Στρυμόνα και την επισκοπή των Στόβων στη ΒΔ. Μακεδονία), για να μπορέσει να εντάξει στους κόλπους της τους Σλάβους εποίκους, ήδη πριν από τον επίσημο εκχριστιανισμό των Σλάβων από τον Κύριλλο και τον Μεθόδιο. Σχετικά με το έργο των δύο Θεσσαλονικέων αδελφών, η όλη επιχειρηματολογία των Σκοπίων δεν αντέχει στην παραμικρή κριτική. Για τους δύο αποστόλους των Σλάβων, το έργο και την εθνική τους καταγωγή υπάρχει μια τεράστια βιβλιογραφία, ώστε να είναι περιττή κάθε επανάληψη. Περιορίζομαι μόνο να υπογραμμίσω ότι οι δύο αδελφοί ήταν κατ' εξοχήν εκπρόσωποι του βυζαντινού πνεύματος, του αναγεννημένου μετά την Εικονομαχία ελληνικού και χριστιανικού πολιτισμού. Υπήρξαν αναμφισβήτητα εκφραστές της βυζαντινής πολιτικής και είχαν εξαιρετική ελληνική παιδεία και μεγάλη γλωσσομάθεια. Γι' αυτό είχαν αναλάβει και άλλες εκτός του σλαβικού κόσμου αποστολές (στους Άραβες και στους Χαζάρους) και είχαν έντονη συνείδηση της ελληνικότητας τους. Σήμερα ξένοι επιστήμονες σλαβικής καταγωγής τους θεωρούν Έλληνες. Όσο για τη γλώσσα, στην οποία βασίστηκε το σλαβικό αλφάβητο και στην οποία κήρυξαν το χριστιανισμό οι δύο αδελφοί, ασφαλώς δεν μπορούσε να είναι μια διάλεκτος «Μακεδονική», δηλαδή σλαβική της Μακεδονίας. Είναι αξιοσημείωτο ότι και οι Βούλγαροι από τη δική τους πλευρά διατείνονται ότι οι δύο απόστολοι δίδαξαν τη νέα θρησκεία στη βουλγαρική. Εκτός από το γεγονός ότι εκείνη την εποχή δεν είχαν ακόμη διαμορφωθεί με σαφήνεια οι θυγατρικές σλαβικές γλώσσες, ώστε να αποτελέσουν τη βάση για μια νέα γραπτή γλώσσα, δεν πρέπει να παραβλέπεται το βασικό γεγονός ότι ο Κύριλλος και ο Μεθόδιος εργάστηκαν στη μακρινή Μοράβια. Έμπειροι ιεραπόστολοι καθώς ήταν, δεν ήταν δυνατό να χρησιμοποιήσουν ένα ξένο προς τους Μοραβούς γλωσσικό ιδίωμα αλλά μια γλώσσα κατανοητή στο λαό της Μοραβίας, ώστε να έχουν την απήχηση και την επιτυχία που είχαν στο έργο τους: δίδαξαν τη νέα θρησκεία στην παλαιοσλαβική-μητέρα γλώσσα, κοινή τότε σε όλους τους Σλάβους, γι' αυτό και το έργο τους διαδόθηκε ταχύτατα σε όλο το σλαβικό κόσμο. Σε αυτή την παλαιοσλαβική-μητέρα γλώσσα και όχι σε «Μακεδονική» ή άλλη διάλεκτο, έγιναν οι πρώτες μεταφράσεις από τα ελληνικά στα σλαβικά ιερών κειμένων της Εκκλησίας, νομικών έργων κλπ. Συνοψίζοντας παρατηρούμε ότι κατά τους Μέσους Χρόνους Σλάβοι εγκαταστάθηκαν στη Μακεδονία, όπως και σε άλλες ελληνικές περιοχές, αλλά δεν μπόρεσαν να αλλοιώσουν την εθνική φυσιογνωμία της περιοχής, γιατί μετά τους τρεις κρίσιμους αιώνες (7ος-10ος αι.) το σλαβικό στοιχείο είχε κατά το μεγαλύτερο μέρος αφομοιωθεί. Τα Τακτικά του Λέοντος ΣΤ' του Σοφού στις αρχές του 10ου αι. αναφέρουν χαρακτηριστικά: «Ταῦτα δε (τά σλαβικά φύλα) ὁ ἡμέτερος ἐν θείᾳ τῇ λήξει γενόμενος πατήρ καί αὐτοκράτωρ Ρωμαίων Βασίλειος τῶν ἀρχαίων ἠθῶν ἒπεισε μεταστῆναι καί γραικώσας καί ἂρχουσι κατά τόν ρωμαϊκόν τύπον ὑποτάξας καί βαπτίσματι τιμήσας, τῆς τε δουλείας ἠλευθέρωσε τῶν ἑαυτών ἀρχόντων καί στρατεύεσθαι κατά τῶν Ρωμαίοις πολεμούντων ἐθνῶν ἐξεπαίδευσεν...». Ο Λέων αποδίδει βέβαια στον πατέρα του όλη την προσπάθεια της βυζαντινής εξουσίας που διήρκεσε τρεις αιώνες. Πάντως όμως στην εποχή του το έργο της αφομοίωσης είχε συντελεσθεί. Είναι χαρακτηριστικό ότι κατά την πρώτη πολιορκία της Θεσσαλονίκης από τους Τούρκους (1383-1387), οι βασιλεύς Μανουήλ Παλαιολόγος, στον «Συμβουλευτικόν προς τους Θεσσαλονικείς», προτρέπει τους κατοίκους να αγωνισθούν μέχρι θανάτου, γιατί αυτό επιτάσσει η ιστορική τους παράδοση: «ὃτι Ρωμαῖοι ἐσμέν, ὃτι ἡ Φιλίππου καί Αλεξάνδρου ἡμῖν ὑπάρχει πατρίς», τονίζει. Τούτο σημαίνει ότι και ο ίδιος και οι κάτοικοι είχαν συνείδηση της ιστορικής συνέχειας του Ελληνισμού και της ελληνικής τους καταγωγής που είχε τις ρίζες της στους αρχαίους χρόνους.
3
ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑ
Οι ιστορικοί των Σκοπίων κάνουν ένα τεράστιο ιστορικό σφάλμα, όπως ήδη σημείωσα, όταν παρουσιάζουν την εθνική σύνθεση και τη δημογραφική κατάσταση στης Μακεδονίας στατική και αναλλοίωτη. Τούτο γίνεται ακόμη πιο φανερό την εποχή της Τουρκοκρατίας, που κράτησε σχεδόν πεντακόσια χρόνια, κατά τη διάρκεια των οποίων έγιναν μεγάλες ανακατατάξεις και μετακινήσεις πληθυσμών. Αμέσως μετά την κατάκτηση της Μακεδονίας στα τέλη ήδη του 14ου αι. ομάδες Τούρκων μεγάλων γαιοκτημόνων αλλά και γεωργών και κτηνοτρόφων εγκαταστάθηκαν σε περιοχές της Μακεδονίας όπου τους προσέλκυσαν οι πλούσιες πεδιάδες της. Από την άλλη πλευρά, παρατηρείται αμέσως μετά την τουρκική κατάκτηση μια φυγή των Ελλήνων κατοίκων της Μακεδονίας, που εκδηλώνεται προς δύο κατευθύνσεις: Αρχικά προς τις ελεύθερες ακόμη ή φραγκοκρατούμενες ελληνικές περιοχές και μετά προς την Ιταλία και γενικά τη Δύση. Ανάμεσα σε αυτούς ήταν πολλοί επώνυμοι λόγιοι Μακεδόνες, που εργάστηκαν για τη διάδοση των ελληνικών γραμμάτων, όπως ο Θεόδωρος Γαζής, ο Ανδρόνικος Κάλλιστος κ.α. Ένα δεύτερο κύμα Ελλήνων στράφηκε προς τα ορεινά και απόκεντρα μέρη του εσωτερικού, όπου μακριά από τον έλεγχο του κατακτητή θα μπορούσαν να επιβιώσουν. Αυτό το δεύτερο κύμα ήταν περισσότερο πολυάριθμο και σημαντικό και προκάλεσε αληθινό ξερίζωμα την χριστιανικών πληθυσμών. Έτσι εξηγείται και η υπεροχή του μουσουλμανικού στοιχείου σε πολλές πόλεις αυτούς τους πρώτους αιώνες της Τουρκοκρατίας, όπως τουλάχιστον εμφανίζεται στα οθωμανικά έγγραφα. Από αυτούς τους Έλληνες φυγάδες συνοικίστηκαν τότε ορισμένα χωριά της Δυτικής Μακεδονίας και της Χαλκιδικής, εκεί όπου οι μεγάλες δασώδεις εκτάσεις, μακριά από τις κεντρικές οδικές αρτηρίες, πρόσφεραν φυσικό καταφύγιο. Αυτή η φυγή στο εσωτερικό της χώρας είχε τεράστια εθνική σημασία, γιατί εμπόδισε την εξωτερική μετανάστευση, διαφύλαξε την καθαρότητα του γένους και ευνόησε την ανάπτυξη του ελληνικού στοιχείου κατά τους πρώτους και πιο σκληρούς αιώνες της δουλείας. Ορισμένα από τα χωριά που τότε συνοικίστηκαν, όπως η Σιάτιστα, η Νάουσα και η Κοζάνη, κατόρθωσαν να εξελιχθούν σε σημαντικά κέντρα. Από τα τέλη όμως του 16ου αι. αρχίζει μια παλίνδρομη κίνηση - φαινόμενο που παρατηρείται και σε άλλες περιοχές του ελληνικού χώρου, όπως πχ. στην Ήπειρο- και που διήρκεσε όλο τον 17αι. Παρατηρείται δηλαδή μια κάθοδος των ελληνικών πληθυσμών από τα απομακρυσμένα καταφύγια τους προς ορισμένα παλαιά ή νέα εμπορικά κέντρα. Η κάθοδος αυτή ήταν παράλληλη με την ανάπτυξη του εμπορίου, την κάμψη της Οθωμανικής αυτοκρατορίας και τη γενικότερη οικονομική και πολιτιστική ανάπτυξη του Ελληνισμού. Η γενικότερη άνθηση επέφερε το 17ο αι. μια δεύτερη αποδημία των Ελλήνων, αυτή τη φορά προς τα βόρεια. Πολλοί Μακεδόνες τότε εγκαταστάθηκαν στη Σερβία, τη Βουλγαρία και τις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες, όπως και στην Αυστρία και την Ουγγαρία, όπου ίδρυσαν ισχυρές και ανθούσες ελληνικές παροικίες και συνέβαλαν αποφασιστικά στην ανάπτυξη του εμπορίου και της αστικής τάξης. Ιδιαίτερα στα Βαλκάνια ο Ελληνισμός αποτέλεσε μια «διαβαλκανική αστική τάξη»71, που συνέβαλε όχι μόνο στην οικονομική ανάπτυξη αυτών των περιοχών αλλά και στη διάδοση της ελληνικής παιδείας. Σε αυτές τις κινήσεις ο ρόλος των Μακεδόνων της διασποράς υπήρξε σημαντικός: Ενάμισυ περίπου εκατομμύριο Έλληνες από τη Μακεδονία μετανάστευσαν στη Βόρεια Βαλκανική και στην Κεντρική Ευρώπη. Και μόνον αυτός ο αριθμός αρκεί για να αντικρούσει τον ισχυρισμό των Σκοπίων ότι ο πληθυσμός της Μακεδονίας δεν ήταν ελληνικός. Αυτοί οι απόδημοι Μακεδόνες υπήρξαν στη νέα τους πατρίδα φορείς της ελληνικής πνευματικής κληρονομιάς και παράλληλα με τη δική τους οικονομική ανάπτυξη συνέβαλαν ουσιαστικά στην πρόοδο της ιδιαίτερης πατρίδας τους, από την οποία ποτέ δεν είχαν αποκοπεί. Ενώ πολλοί Έλληνες έπαιρναν το δρόμο προς το βορρά σε αναζήτηση καλλίτερων συνθηκών ζωής, Σλάβοι των Βαλκανίων, κυρίως Βούλγαροι, ακολουθούσαν την αντίθετη κατεύθυνση προς τα νότια. Οι Σλάβοι αυτοί ήταν εποχιακοί αρχικά τεχνίτες και γεωργοί, που τους προσέλκυσαν οι οικονομικές δυνατότητες και οι συγκριτικά καλύτερες συνθήκες ζωής του ελληνικού χώρου, όπου με τον καιρό εγκαταστάθηκαν. Το ρεύμα αυτό των Σλάβων μεγάλωσε τον 19ο αι. μετά την Ελληνική Επανάσταση, γιατί η Οθωμανική αυτοκρατορία, στην προσπάθεια της να εμποδίσει τη συνένωση της Μακεδονίας και των άλλων ακόμη υπόδουλων ελληνικών περιοχών με το ελεύθερο Ελληνικό κράτος, ευνόησε και σε μερικές περιπτώσεις υποκίνησε την εγκατάσταση σλαβικών πληθυσμών για να αλλοιώσει την εθνική σύσταση δηλαδή την ελληνικότητα της Μακεδονίας. Οι Σλάβοι αυτοί ήταν, κατά κύριο λόγο Βούλγαροι, οι οποίοι αναμείχθηκαν βαθμιαία με τους ολιγάριθμους Σέρβους. Κατά τον Σέρβο ανθρωπογεωγράφο J. Cvijic, η ανάμειξη αυτή δημιούργησε μια «άμορφη μάζα», που διατήρησε σποραδικά ίχνη σερβικών παραδόσεων, αλλά γενικά ήταν χωρίς εθνική συνείδηση: αυτά σημειώνει ο J. Cvijic σε μια εποχή έντονου εθνικισμού (1907,1918). Αυτή η «άμορφη μάζα» άρχισε στα τέλη της Τουρκοκρατίας να αποκτά συνείδηση βουλγαρική. Γι' αυτό και με την ανταλλαγή των πληθυσμών δήλωσαν ότι είναι Βούλγαροι και προτίμησαν να ενωθούν με τη νικημένη Βουλγαρία και όχι με τη νικήτρια και αναπτυσσόμενη τότε Γιουγκοσλαβία. Αξίζει να σημειωθεί ότι με τη Συνθήκη του Neuilly της 14/27 Νοεμβρίου 1919 περίπου 90.000 Βούλγαροι μετανάστευσαν από την Ελλάδα (Μακεδονία και Θράκη) στη Βουλγαρία, ενώ οι Έλληνες που ήρθαν από τη Βουλγαρία στην Ελλάδα έφθαναν τις 50.00078. Οι αριθμοί μιλούν εύγλωττα και για την περιορισμένη έκταση των βουλγαρικών εγκαταστάσεων στη Μακεδονία και για τη δύναμη του Ελληνισμού της διασποράς. Από τα παραπάνω γίνεται φανερό ότι την εποχή της Τουρκοκρατίας παρατηρείται μια μεγάλη κινητικότητα και δημογραφικές ανακατατάξεις. Η δημογραφική κατάσταση και η εθνική σύσταση κάθε πόλης, χωριού ή και περιοχής δεν ήταν σταθερή και αναλλοίωτη αυτή τη μακρά περίοδο της δουλείας. Το παράδειγμα του Μοναστηρίου είναι χαρακτηριστικό: Στην πόλη αυτή ως τα μέσα του Που αι. κατοικούσαν Βούλγαροι. Κατά το 18ο αι. όμως, και κυρίως μετά την καταστροφή της Μοσχόπολης (1769), κατέφυγαν εκεί πολλοί Έλληνες. Η συρροή ελληνικών πληθυσμών συνεχίστηκε και αργότερα, από την περιοχή κυρίως της Φλώρινας, και έτσι βαθμιαία υποχώρησε το βουλγαρικό στοιχείο και μεταβλήθηκε ριζικά η εθνική σύνθεση της πόλης. Το Μοναστήρι έγινε κέντρο ελληνικό, που η ακτινοβολία του απλώθηκε στις γύρω πόλεις και χωριά, όπου υπήρχαν ελληνικές κοινότητες (όπως στο Μεγάροβο, στο Τίρνοβο, στο Κρούσοβο και αλλού). Στη Μακεδονία κατοικούσαν βέβαια σλαβικοί ή σλαβόφωνοι πληθυσμοί, δίγλωσσοι συνήθως, όπως επίσης και Βλάχοι, δηλαδή βλαχόφωνοι Έλληνες, και Εβραίοι. Οι σλαβικοί αυτοί πληθυσμοί μιλούσαν ένα ιδίωμα που ήταν αποτέλεσμα της ανάμειξης των κατά τόπους Σλάβων εποίκων και είχε πολλά κοινά στοιχεία με τις δύο σλαβικές γλώσσες, τη σερβική και τη βουλγαρική. Πρέπει όμως να σημειωθεί ότι πολλοί από τους σλαβόφωνους αυτούς κατοίκους είχαν αναμφισβήτητα συνείδηση ελληνική, και πολέμησαν με τους Έλληνες στο Μακεδονικό Αγώνα και σε όλους τους απελευθερωτικούς πολέμους. Η ύπαρξη και άλλων εθνικών στοιχείων είναι φυσική σε μια ακραία περιοχή και σε μια εποχή που δεν υπήρχαν εθνικά σύνορα ούτε εθνικές αντιθέσεις. Αντίθετα, ένωνε Έλληνες και Σλάβους η κοινή αντίσταση στον κατακτητή και η κοινή θρησκεία και πίστη. Πάντως παρά την ύπαρξη και άλλων εθνικών ομάδων, ο ελληνικός πληθυσμός ήταν το κυρίαρχο στοιχείο στη Μακεδονία. Ιδιαίτερη Μακεδονική (σλαβική) εθνότητα ποτέ δεν υπήρξε. Μια τέτοια εθνότητα είναι εκτός ιστορικής πραγματικότητας. Η δικαιολογία των ιστορικών των Σκοπίων ότι για ποικίλους ιστορικούς λογούς οι Σλάβοι «Μακεδόνες» έχασαν κατά την εποχή της Τουρκοκρατίας την εθνική τους συνείδηση, καθώς και την ιστορική τους μνήμη δεν μπορεί σοβαρά να υποστηριχθεί. Οι λαοί δεν χάνουν την ιστορική τους μνήμη. Κάτω από τις ίδιες συνθήκες οι Σέρβοι διατήρησαν και την ιστορική του μνήμη και την εθνική τους συνείδηση, γιατί ακριβώς αποτελούσαν μια χωριστή εθνότητα με ιστορική παράδοση και ιστορικό παρελθόν. Για τους ίδιους λόγους οι Βούλγαροι, παρά την πνευματική σιωπή των πρώτων αιώνων της δουλείας και την ολοκληρωτική έλλειψη βουλγαρικών σχολείων, δεν έχασαν την εθνική τους υπόσταση. Εξάλλου στους απελευθερωτικούς αγώνες οι Μακεδόνες με τεράστιες θυσίες πολέμησαν για να ενωθούν με το ελεύθερο Ελληνικό Κράτος. Ποτέ δεν θέλησαν να ενωθούν με ένα κράτος σλαβικό, τη Σερβία π.χ., που και αυτή είχε με αγώνες κερδίσει την ελευθερία της. Οι διάφορες διεκδικήσεις, που εκφράστηκαν από τις επαναστατικές Επιτροπές του τέλους του 19ου αι., καθοδηγήθηκαν από ξένα κέντρα και δεν αντιπροσώπευαν τη βούληση της πλειονότητας των κατοίκων της Μακεδονίας. Προσθέτω ακόμη ότι κατά τη διάρκεια του Μακεδονικού Αγώνα (1904-1908) καθολική υπήρξε η συμμετοχή του γηγενούς πληθυσμού: όχι μόνο οι δάσκαλοι, ο κλήρος και γενικά η πνευματική ηγεσία, αλλά και οι έμποροι, οι τεχνίτες και γενικά οι αγρότες βοήθησαν ουσιαστικά και στήριξαν τον ένοπλο αγώνα. Χωρίς αυτή τη λαϊκή συμμετοχή θα ήταν αδύνατος ο αγώνας των ελληνικών στρατιωτικών σωμάτων. Με την ανταλλαγή των πληθυσμών (την αποχώρηση των Βουλγάρων και την επιστροφή των Ελλήνων της Βουλγαρίας, και κυρίως με την εγκατάσταση στη Μακεδονία ενός περίπου εκατομμυρίου Ελλήνων της Μ. Ασίας) το ελληνικό στοιχείο ενισχύθηκε σημαντικά. Από έρευνα που διενήργησε η Κοινωνία των Εθνών διαπιστώθηκε ότι το 1926 μόνο 5% του πληθυσμού της Μακεδονίας ήταν σλαβικής καταγωγής. Όπως διαπιστώνουν και ξένοι ειδικοί μελετητές, η Ελλάδα παρουσιάζει σήμερα τη μεγαλύτερη στα Βαλκάνια εθνική ομοιογένεια. Αντίθετα στη Δημοκρατία των Σκοπίων εθνική ομοιογένεια δεν υπάρχει: εκεί κατοικούν 600.000 περίπου Αλβανοί, 150.000 Τούρκοι, 100.000 Τσιγγάνοι, 200.000 περίπου Έλληνες, και βέβαια Βούλγαροι και Σέρβοι. Τρίτο σλαβικό εθνικό στοιχείο, «Μακεδονικό», δεν υπάρχει, παρόλο που το καθεστώς επέβαλε στους κατοίκους, άμεσα ή έμμεσα, να δηλώνουν «Μακεδόνες» και να μην αναφέρουν την πραγματική εθνική τους καταγωγή, αν ήθελαν να μην αντιμετωπίζουν αυτοί και τα παιδιά τους δυσκολίες στις σπουδές και στην επαγγελματική τους σταδιοδρομία. Επέτρεπαν, βέβαια, σε ένα πολύ μικρό ποσοστό Ελλήνων, Βουλγάρων ή και Σέρβων ακόμη να δηλώνουν την πραγματική τους καταγωγή, για να καταστήσουν πιο αληθοφανή την παραποίηση των στατιστικών στοιχείων. Είναι επομένως προφανές ότι ο σφετερισμός από τα Σκόπια του ονόματος της Μακεδονίας, πάνω στο οποίο έχουν στηρίξει όλη την προπαγάνδα τους αλλά και την εθνική τους υπόσταση, δεν ανταποκρίνεται ούτε καν στη δική τους ψευδεπίγραφη εθνική ταυτότητα, αφού το κρατικό αυτό μόρφωμα, δεν παρουσιάζει καμιά εθνική ομοιογένεια. Ο σφετερισμός του ονόματος, η «αντιποίηση σήματος», προσκρούει σε κάθε αρχή δικαίου και υποκρύπτει άλλες σκοπιμότητες, που θίγουν άμεσα τον Ελληνισμό.
ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ (ΙΣΤΟΡΙΑ) ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΘΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΗ 1995


from ανεμουριον https://ift.tt/2Eo1ZfC
via IFTTT
Από το Blogger.