ΤΡΟΦΩΝΙΟΣ - Ο ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΤΗΣ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΑΣ ΘΕΟΣ ΤΗΣ ΜΑΝΤΙΚΗΣ

Γράφει ο Γ. Κατσιμπάρδης (1939 - 2018)
Εισαγωγή
Θα ξεκινήσω με τούτη την παραδοχή, που αποτελεί μαζί και μια μικρή εξομολόγηση. Όταν αποδέχτηκα την τιμητική πρόταση που μου έγινε από την οργανωτική επιτροπή του «Συμποσίου», να κάνω μια εισήγηση με θέμα τον πολιτισμό της αρχαίας Λιβαδειάς, μου ήταν αδύνατο να φανταστώ πως θα χρειαζόταν, όχι μόνο να διατρέξω έναν ιδιαίτερα μακρύ μυθολογικό και ιστορικό λαβύρινθο αλλά ότι, στο τέλος του, θα βρισκόμουν μπροστά στην πλήρη επιβεβαίωση μιας αντίληψης, σύμφωνα με την οποία, στους βασικούς μύθους, που αναφέρονταν στους πρωτοπόρους αρχιτέκτονες Τροφώνιο και Αγαμήδη, έγινε, πολύ μεταγενέστερα, μια παράξενη λογοτεχνική παρέμβαση [1]· μια παρέμβαση που, όμως, αλλοίωσε κάπως την ωραία εικόνα η οποία είχε δημιουργηθεί, τουλάχιστον από το 800 π.Χ. και είχε διατηρηθεί μέχρι τους πρώτους μεταχριστιανικούς αιώνες, για τους αδελφούς αυτούς [2] που συνέδεαν τα σημαντικότερα γένη του Ορχομενού και της Λιβαδειάς.
Αποτελεί συνεπώς πρόσθετο χρέος μου να παρουσιάσω όλα τα στοιχεία που με οδήγησαν στην επιβεβαίωση αυτή, αρχίζοντας από τον Όμηρο και καταλήγοντας - μέσω του Πινδάρου και του Πλουτάρχου - στον Παυσανία, που φιλολογικά χρεώνεται τη συγκεκριμένη παρέμβαση. Από εκεί και πέρα θα μπορέσω ευκολότερα, πιστεύω, να καταδείξω, μέσα στα πλαίσια των δικών μου δυνατοτήτων, τη μεγάλη προσφορά ιδιαίτερα του Τροφωνίου στο βοιωτικό και γενικότερα στον αρχαιοελληνικό πολιτισμό.
Ύμνοι του Ομήρου για τους αρχιτέκτονες Τροφώνιο και Αγαμήδη
Ας πάρουμε όμως τα πράγματα με τη σειρά τους. Ο πρώτος ποιητής της αρχαιότητος που αναφέρθηκε στο μύθο του Τροφωνίου, ήταν ο Όμηρος, Με δεκαπέντε στίχους τους οποίους παρέθεσε στο έργο του «Ύμνοι του Απόλλωνα», περιέγραψε πρόσωπα και γεγονότα που άλλοι θα χρειάζονταν σελίδες ολόκληρες για να τα παρουσιάσουν. Από αυτούς λοιπόν τους τόσο προσεγμένους στίχους (του) μαθαίνουμε πως ο Τροφώνιος και ο συνεργάτης του Αγαμήδης δεν ήταν απλά και μόνο οι αρχιτέκτονες που κατασκεύασαν τον πρώτο λιθόκτιστο ναό του Απόλλωνα των Δελφών, αλλά ότι υπήρξαν πρωτίστως εκείνοι που εισήγαγαν μια καινούργια (για την εποχή τους) τεχνική, της κατασκευής δηλαδή δημοσίων οικοδημάτων από λαξευμένες πέτρες. Γράφει, συγκεκριμένα, ο Όμηρος [3]:

«Εδώ αποφάσισε ο άναξ Φοίβος Απόλλων / ναό να φτιάξει λαξευτό και είπε αυτά τα λόγια: / Λοιπόν εδώ φρονώ περικαλλή ναό να ιδρύσω / να ’ναι χρηστήριο στους ανθρώπους που για χάρη μου εσαεί / εδώ εκατόμβες θα προσφέρουν τελεσφόρες, / όσοι στην πλούσια κατοικούνε Πελοπόννησο / και όσοι στην Ευρώπη και στα περίβλεπτα νησιά / χρησμό ζητώντας· και αυτούς όλους αλάνθαστα / θα χρηματοδοτώ μέσα στον πλούσιο ναό. / Αυτά σαν είπε έθεσε τα θεμέλια ο Φοίβος Απόλλων / πλατιά και σ’ έκταση πολύ μακριά - κι έπειτα πάνω τους / πέτρινο τοποθέτησε κατώφλι ο Τροφώνιος και ο Αγαμήδης / οι γιοί του Εργίνου [4], οι προσφιλείς στους αθάνατους θεούς. / Και τότε γένη ανθρώπων αναρίθμητα χτίσανε το ναό [5] / με λίθους λαξευτούς για να ’ναι πάντα αξιο - ύμνητος».

Βαθύς γνώστης της ελληνικής μυθολογίας, ο Ι. Θ. Κακριδής [6], βασιζόμενος προφανώς (και) στους ωραίους αυτούς στίχους του Ομήρου, σημειώνει: «Μας μιλούν (οι μύθοι της Βοιωτίας) για τους Μινύες (...). Για τον βασιλιά τους (τον Μινύα) με τη δόξα και τα πλούτη του στον Ορχομενό και για τους άξιους τεχνίτες εκείνου του τόπου, τον Τροφώνιο και τον Αγαμήδη, που έχτισαν τα πιο θαυμαστά οικοδομήματα».
Ύμνοι και από τον Πίνδαρο, όπως τους διέσωσε ο Πλούταρχος
Όμως, αν ο Όμηρος ήταν ο αρχαιότερος επικός ποιητής που είχε κάνει λόγο για το έργο του Τροφωνίου και του Αγαμήδη, ο Βοιωτός (Θηβαίος) Πίνδαρος θεωρείται ο πρώτος από τους Λυρικούς που - τρεις και πλέον αιώνες μετά τον Όμηρο - είχε και αυτός ασχοληθεί με τις δύο σπουδαίες μυθικές προσωπικότητες της Λιβαδειάς. Το γεγονός βέβαια αυτό δεν το πληροφορούμαστε από σωζόμενο άσμα του, ή, έστω, από ένα απόσπασμα κάποιας ωδής που του έφτασε μέχρι την εποχή μας· το μαθαίνουμε από τα όσα έγραψε, έξι περίπου αιώνες αργότερα, ο επίσης Βοιωτός (Χαιρωνεύς) βιογράφος και φιλόσοφος Πλούταρχος, επικαλούμενος στίχους του Πινδάρου.

Σε μια περικοπή, λοιπόν, του έργου του «Παραμυθητικός προς Απολλώνιο» ο Πλούταρχος διέσωσε και αξιοποίησε την πληροφορία (του Πινδάρου), σύμφωνα με την οποία οι Ελληνες των κλασικών χρόνων είχαν για τον Τροφώνιο και τον Αγαμήδη, την ίδια αντίληψη με τους προγόνους τους των γεωμετρικών και αρχαϊκών χρόνων: τους θεωρούσαν δηλαδή από τις ιδιαίτερα αγαπητές προσωπικότητες, τους υμνούσαν για τις εξαιρετικές τους δυνατότητες να κατασκευάζουν δημόσια οικοδομήματα από λαξευτό λίθο, λάτρευαν ιδιαίτερα τον Τροφώνιο για τη σοφία και τη δύναμη που είχε και, πάντως, σε καμία περίπτωση δεν τους χρέωναν με διαρρήξεις θησαυροφυλακίων σαν κι αυτή που περιέγραψε, μερικές δεκαετίες μετά τον Πλούταρχο, ο Παυσανίας στα «Βοιωτικά» του, όπως θα δούμε λίγο πιο κάτω.

Μάλιστα ο, κατά τον Γ. Κορδάτο [7], γίγαντας αυτός της πολυγραφίας και της πολυγνωσίας, ο Πλούταρχος, στηριζόμενος στην παλαιότερη εκδοχή του Πινδάρου, για το πώς αντιμετώπισε ο Απόλλωνας τους κατασκευαστές του ναού του, Τροφώνιο και Αγαμήδη, βρήκε την ευκαιρία να δώσει και τη δική του απάντηση στο βασανιστικό (ακόμη και σήμερα) ερώτημα για το τι είναι, τελικά, ο θάνατος (καλό ή κακό για τους ανθρώπους;). Γράφει συγκεκριμένα [8]: «... Ο θάνατος, και εάν φαίνεται ότι μας μεταφέρει εις άλλον τόπον, δεν είναι κακόν μάλλον είναι καλόν, όπως απέδειξε ο Πλάτων. Διά τούτο και ο Σωκράτης εξαιρετικώς θαυμάσια είπε προς τους δικαστές του ταύτα: Το να φοβάται τις τον θάνατον, ώ άνδρες, τίποτε άλλο δεν είναι παρά να νομίζει ότι είναι σοφός, ενώ δεν είναι». Και ο Πλούταρχος συνεχίζει: «Λέγουν δε ότι αυτά (τα περί του ότι ο θάνατος είναι καλό) τα βεβαιώνουν οι ίδιοι οι θεοί. Διότι από τους πατέρας μας έχουμε ακούσει ότι πολλοί, εις ανταμοιβήν της ευσέβειας των έλαβον, ως δώρον πολυτιμότατον από τους θεούς, τον θάνατον». Μάλιστα, ο βοιωτός φιλόσοφος, παραθέτει στη συνέχεια ως τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα «ανταμοιβής με θάνατο» - αυτά που αναφέρονται στους μύθους των Αργείων για τον Κλέοβι και τον Βίτωνα [9] και των Βοιωτών για τον Αγαμήδη και τον Τροφώνιο, υπογραμμίζει δε καταλήγοντας τα εξής: [10] «Και περί του Αγαμήδου και του Τροφωνίου ο Πίνδαρος αναφέρει ότι, όταν έκτισαν τον εν Δελφοίς ναόν και εζήτησαν από τον Απόλλωνα να πληρωθούν τους μισθούς των, αυτός υπεσχέθη ότι θα τους πληρώσει μετά επτά ημέρας, τους συμβούλευσε δε εν τω μεταξύ να διασκεδάζουν. Εκείνοι συμμορφώθηκαν προς τη διαταγή του θεού και την έβδομη ημέραν κοιμηθέντες δεν εξύπνησαν πλέον» [11].

Δείχνουν όλα αυτά ότι, σε ένα βάθος χρόνου δέκα και πλέον αιώνων, όλοι οι μεγάλοι ποιητές και λογοτέχνες του αρχαίου κόσμου - από τον Όμηρο και τον Πίνδαρο μέχρι και τον Πλούταρχο - τιμούσαν και υμνούσαν τον Τροφώνιο και τον Αγαμήδη για την αξία και την εξαιρετική προσφορά τους στα κοινά, γι’ αυτό και κανένας τους δεν έγραψε κάτι αρνητικό για τη ζωή και το έργο τους.
Ο Παυσανίας επαινεί και αυτός τους δύο αρχιτέκτονες από τη Λιβαδειά
Ο Παυσανίας (και όταν βρέθηκε στο μαντείο με τα ιερά και τα αγάλματα του Τροφωνίου στη Λιβαδειά, στην προσπάθειά του να συγκεντρώσει στοιχεία για να ολοκληρώσει τα «Βοιωτικά» του, αλλά και όταν «ανέβηκε» στους Δελφούς για να γράψει τα «Φωκικά»), καταπιάστηκε και αυτός, όπως ήταν φυσικό, με το μύθο του Τροφωνίου. Μάλιστα, στην αναφορά του για το ναό του Απόλλωνα έκανε μια ιδιαίτερα γλαφυρή και ενδιαφέρουσα ανάλυση, σχετικά με τις πανάρχαιες μεθόδους και τις τεχνικές που είχαν χρησιμοποιηθεί κατά καιρούς για την ανέγερση του σπουδαίου αυτού μνημείου, η οποία αποτελεί και μια επίσημη αναγνώριση της καθοριστικής συμβολής του Τροφωνίου και του Αγαμήδη στον τομέα των κατασκευών. Σύμφωνα λοιπόν με την εξιστόρηση του Παυσανία, που ουσιαστικά ταυτίζεται με εκείνη του Ομήρου, οι δύο αρχιτέκτονες από τη Βοιωτία ήταν εκείνο που εισήγαγαν τη νέα μέθοδο ανοικοδόμησης δημόσιων κτιρίων από λαξευμένους λίθους. Γράφει συγκεκριμένα: [12]: «Ο πιο παλιός ναός του Απόλλωνα λένε ότι έγινε από δάφνη των Τεμπών. Ο ναός ο ίδιος είχε τη μορφή μιας καλύβας [13]. Οι Δελφοί λένε πως ο δεύτερος ναός έγινε από μέλισσες, με κερί μελισσών και φτερά [14]. Αυτόν τον έστειλε στους υπερβόρειους ο Απόλλωνος (...). Πως ο τρίτος ναός έγινε από χαλκό δεν είναι καθόλου παράξενο, συνεχίζει ο Παυσανίας [15], εξηγώντας ευθύς αμέσως τις διχογνωμίες που υπήρχαν ως προς την καταστροφή του: «Σχετικά με τον τρόπο που συνέπεσε να εξαφανισθεί ο (τρίτος αυτός) ναός δεν βρήκα σύμφωνες τις απόψεις. (Άλλοι) λένε πως έπεσε μέσα σε χάσμα της γης, (ενώ) άλλοι υποστηρίζουν πως έλιωσε από φωτιά». Αμέσως μετά ο σπουδαίος αυτός λογοτέχνης από τη Μικρά Ασία έρχεται στον τέταρτο ναό, που κατασκεύασαν οι δύο αρχιτέκτονες από τη Λιβαδειά. Σημειώνει (παρ. 13): «Τον τέταρτο ναό τον έχτισαν ο Τροφώνιος και ο Αγαμήδης. Αναφέρεται πως ο ναός αυτός ήταν λίθινος [16] καταστράφηκε (δε) από φωτιά όταν στην Αθήνα επώνυμος άρχοντας ήταν ο Ερξικλείδης [17], κατά το πρώτο έτος της πεντηκοστής όγδοης Ολυμπιάδας. «Στο χτίσιμο του λίθινου ναού (του Απόλλωνα των Δελφών) από τον Τροφώνιο και τον Αγαμήδη» διευκρινίζει ο Νίκος Παπαχατζής [18] «είχε συνεργαστεί, κατά τον Ομηρικό Ύμνο 294 κ.π., και ο ίδιος ο Απόλλωνος (...). Πιστεύεται ότι ο ναός αυτός ήταν ο αρχαιότερος που έφεραν σε φως οι ανασκαφές, χρονολογείται δε γύρω στα μέσα του 7ου π.Χ. αιώνα. Είναι μικρότερος από τον σωζόμενο, χτισμένος (δε) με πωρόλιθο».

Η ανάμνηση των πρώτων κατασκευών στους Δελφούς, σημειώνουν οι διακεκριμένοι Γάλλοι φιλόλογοι R. Martin (καθηγητής του Πανεπιστημίου των Παρισίων) και Η. Metzger (καθηγητής του Πανεπιστημίου της Λυών) [19], διατηρήθηκε ολοζώντανη και από τον Στέφανο Βυζάντιο. Σύμφωνα με την περιγραφή του αυτή «το άδυτο σχηματίζεται από πέντε συγκεντρωμένους βράχους, έργο του Αγαμήδη και του Τροφωνίου, των δύο αρχιτεκτόνων που κατασκεύασαν επίσης τον τέταρτο ναό (του Απόλλωνα) από πέτρα και που σηματοδότησαν, στην ιστορία των Ελλήνων αρχιτεκτόνων, τα πρώτα οικοδομήματα θρησκευτικού χαρακτήρα από πέτρα».

Αν έτσι έχουν τα πράγματα - αν δηλαδή, ο Τροφώνιος και ο Αγαμήδης υπήρξαν πράγματι οι πρώτοι που ανήγειραν ναούς με σκαλιστές πέτρες [20] και, συνεπώς, ήταν οι εφευρέτες μιας νέας τεχνικής στην κατασκευή οικοδομημάτων, όπως υποστηρίζουν πολλοί σύγχρονοι μελετητές [21], τότε μπορούμε βάσιμα να υποθέσουμε ότι οι αρχιτέκτονες αυτοί ήταν οι κύριοι εκφραστές και εκπρόσωποι μιας ολόκληρης σχολής - μιας άριστα οργανωμένης δηλαδή συντεχνίας, που είχε αναπτυχθεί στην περιοχή του Ορχομενού και της Λιβαδειάς περί το τέλος των γεωμετρικών χρόνων, συναποτελούνταν δε από ταλαντούχους μηχανικούς και εργατοτεχνίτες, οι οποίοι αφού ειδικεύτηκαν στην οικοδόμηση ιερών ναών, και άλλων δημοσίων κτιρίων, από λαξευμένες πέτρες, μπόρεσαν και αντικατέστησαν αρχαιότερες τεχνικές ανέγερσης τέτοιων μνημείων από ξύλα ή κλαδιά ή πηλό (πλίνθους) ή χαλκό. Και ήταν εκείνος ο μεγάλος για την εποχή τους εκσυγχρονισμός που έκανε περιζήτητους τους επικεφαλείς της συνολικής προσπάθειας (δηλαδή τον Τροφώνιο και τον Αγαμήδη), των οποίων η φήμη ξεπέρασε τα όρια της Βοιωτίας.

Όμως ο Παυσανίας - για να γυρίσουμε ξανά σε αυτόν - δεν σταμάτησε στη διατύπωση του τόσο σημαντικού ιστορικού της κατασκευής του ναού του Απόλλωνα των Δελφών και της σημασίας της πιο πάνω καθοριστικής παρέμβασης του Τροφωνίου και του Αγαμήδη. Κατά την προσφιλή του μέθοδο προχώρησε και σε επίδειξη των πολλών γνώσεων (του) που ξέρουμε ότι διέθετε. Συγκεκριμένα, θέλοντας να αξιοποιήσει κάποιον αιγυπτιακό μύθο για το Ραμσή, τον οποίο προφανώς είχε διαβάσει στις «Ιστορίες» του Ηροδότου, έκανε μια προσπάθεια να εμφανίσει γεγονότα που πραγματεύονταν ο μύθος αυτός, ότι είχαν συμβεί, δήθεν, στη Βοιωτία με τον Τροφώνιο και τον Αγαμήδη, δημιουργώντας όμως έτσι ένα αναπάντεχο μυθολογικό, ιστορικό και ως ένα βαθμό και ηθικό πρόβλημα - πλήγμα για την πολιτιστική ταυτότητα της Βοιωτίας των προϊστορικών χρόνων και της Λιβαδειάς ιδιαίτερα.
Ο μύθος του Ηροδότου για το θησαυροφυλάκιο του Ραμσή και ο Παυσανίας
Πριν όμως αναφερθούμε στη λογοτεχνική αυτή παρέμβαση του Παυσανία, είναι χρήσιμο να θυμίσουμε τον κορμό τουλάχιστον του αιγυπτιακού μύθου με την άγρια ομορφιά, που κέντριζε τόσο πολύ το ενδιαφέρον των ανθρώπων, πριν αλλά και μετά το 444 π.Χ., (οπότε ο Ηρόδοτος τον περιέλαβε στις «Ιστορίες» του)· ενός μύθου ο οποίος, σύμφωνα με όσα αναφέρει ο Frazer [22], «γνώρισε» πάνω από είκοσι οκτώ (28) παραλλαγές, σε όλα τα μέρη του κόσμου, ανάμεσα στις οποίες και τούτη εδώ του Παυσανία, όπως θα δούμε παρακάτω.

Είχε γράψει λοιπόν ο Ηρόδοτος [23]: «Τον Αιγύπτιο Πρωτέα διεδέχθη εις την βασιλείαν, έλεγον οι ιερείς, ο Ραμψίνιτος (...).

Αυτός ο βασιλεύς είχε τόσα μεγάλα πλούτη εις άργυρον, ώστε κανένας από τους βασιλείς που έζησαν μετ’ αυτόν να μη μπορέση να τον ξεπεράση, ούτε και να τον πλησιάση καν. Κ’ επειδή αυτός ήθελε να διαφυλάττη εν ασφαλεία τους θησαυρούς του, λέγουν, ότι διέταξε και έκτισαν ένα λίθινον οίκημα (...). Αλλά ο τεχνίτης που το έκτιζε έβαλε κακό στο νου και εσοφίσθη τα εξής: Τα εκανόνισε έτσι, ώστε ένα απ’ τους λίθους να μπορούν εύκολα να τον βγάλουν από τον τοίχον δύο άνθρωποι και ένας μόνος. Όταν ετελείωσε η κατασκευή του οικήματος, ο μεν βασιλεύς, μου έλεγαν, απεταμίευσε εκεί μέσα τους θησαυρούς του και άμα πέρασε κάμποσος καιρός, ο οικοδόμος, που ήτο περί τα τέλη της ζωής του, εκάλεσε κοντά του τα τέκνα του (διότι είχε δύο) και τους εξέθεσε πως, φροντίζων διά το μέλλον τους, διά να έχουν τα μέσα να ζουν πολυτελώς, έκαμε το τέχνασμα κατά την οικοδομήν του βασιλικού θησαυροφυλακίου. Και όταν τους εξήγησε με σαφήνειαν όλα όσα έπρεπε να γνωρίζουν, διά να βγάζουν τον λίθον, τους έδωσε τα μέτρα του και τους είπε ότι, αν τηρούν επιμελώς ό,τι τους έλεγε, θα είναι οι διαχειρισταί των χρημάτων του βασιλέως. Και εκείνος μεν, έλεγαν, πέθανε, και δεν πέρασε καιρός και τα παιδιά του άρχισαν τη «δουλειά». Ήλθαν νύκτα εις το ανάκτορον, εύρηκαν τον λίθον εις το οίκημα και χωρίς δυσκολία τον μετακίνησαν με τα χέρια τους, και έβγαλαν και πήραν μεγάλα ποσά χρημάτων».

«Έτυχε όμως» - συνεχίζει ο Ηρόδοτος - «ν’ ανοίξη ο βασιλεύς (την επόμενη ημέρα) το οίκημα και κατεπλάγη, σαν είδε πως έλειπαν χρήματα από τα αγγεία - αλλά δεν ήξαιρε σε ποιόν να το αποδώση, αφού και αι σφραγίδες ήσαν ανέπαφες και το οίκημα κλειδωμένο. Επειδή όμως το άνοιξε και δύο και τρεις φορές και έβρισκε ότι όλο και λιγόστευαν τα χρήματα (διότι οι κλέπται δεν έπαυαν την διαρπαγήν), λέγουν, ότι έκαμε ιδού τι: έδωσε εντολή να κατασκευάσουν παγίδας και να τας στήσουν γύρω εις τα αγγεία που περιείχον τα χρήματα. Και όταν ήλθαν οι κλέφτες, όπως και πρώτα, και ο ένας τους εισέδυσε μέσα, μόλις επλησίασε εις το αγγείο που ήθελε, νάτος και πιάσθηκε αμέσως εις την παγίδα· όταν όμως αντελήφθη ποιά ήτο η θέσις του, εφώναξε αμέσως τον αδελφόν του, του παρέστησε πως είναι τα πράγματα, και του είπε να μη χάση καιρό παρά να χωθή μέσα και να του αποκόψη το κεφάλι, διά να μην τον ιδούν εκείνον, τον αναγνωρίσουν, ποιος καλά τα λέει, τον άκουσε και έκαμε ό,τι του είπε και αφού ετοποθέτησε εις τον τόπον του τον λίθον, εγύρισε στο σπίτι του φέρων την κεφαλήν του αδελφού του».

Όπως σημειώσαμε ήδη, ο παράξενος αυτός αιγυπτιακός μύθος για το Ραμσή και τους κατασκευαστές και διαρρήκτες του θησαυροφυλακίου του, προκάλεσε το ενδιαφέρον και του σπουδαίου μικρασιάτη περιηγητή Παυσανία ο οποίος, επτά περίπου αιώνες μετά τον Ηρόδοτο, προσπάθησε να τον προσαρμόσει στις μυθικές παραδόσεις της Βοιωτίας [24], προσθέτοντας τα εξής, σε όσα ο ίδιος είχε γράψει για τους κατασκευαστές του ναού των Δελφών: [25] «Ο Τροφώνιος, λένε πώς ήταν γιός του Απόλλωνα και όχι του (Ορχομένιου) Εργίνου, πράγμα που και εγώ προσωπικά το δέχομαι και όποιος πήγε για χρησμό στον Τροφώνιο. Λένε πώς αυτοί (δηλ. ο Τροφώνιος και ο Αγαμήδης) όταν μεγάλωσαν έγιναν δεινοί στο να κάνουν ιερά στους Δελφούς. Έχτισαν επίσης και το θησαυροφυλάκιο του Υριέα [26]. Στο θησαυροφυλάκιο αυτό έβαλαν έναν από τους λίθους κατά τέτοιο τρόπο ώστε να μπορούν αυτοί να το αφαιρούν απέξω. Έτσι έπαιρναν κάθε φορά ένα μέρος από τους θησαυρούς, που ο Υριεύς έβαζε εκεί. Ο Υριεύς έμεινε άναυδος βλέποντας τις κλειδωνιές και τις σφραγίδες του άθιχτες, ενώ οι θησαυροί διαρκώς ελλατώνονταν. Έστησε λοιπόν, πάνω από τα δοχεία, μέσα στα οποία είχε το ασήμι και το χρυσάφι του, παγίδες ή συσκευές προορισμένες να πιάσουν όποιον μπει μέσα και αγγίξει τους θησαυρούς. Μπήκε ο Αγαμήδης και πιάστηκε. Ο Τροφώνιος όμως του έκοψε το κεφάλι, για να μην τον βασανίσουν όταν ξημερώσει, αλλά και να μην αποκαλυφθεί πως συμμετείχε και ο ίδιος στην τολμηρή επιχείρηση. Τον Τροφώνιο άνοιξε η γη και τον κατάπιε, εκεί που είναι ο λεγόμενος λάκκος του Αγαμήδη, στο άλσος της Λιβαδειάς και μια στήλη κοντά στο λάκκο» [27].
Οι επιπτώσεις από τη μετάπλαση του μύθου του Ηροδότου
Η αντιπαραβολή των δύο κειμένων - του Ηροδότου από τη μια μεριά και του Παυσανία από την άλλη - που αναφέρονται στο μύθο της διάρρηξης θησαυροφυλακίων, δείχνει καθαρά ότι βρισκόμαστε μπροστά σε μια πιθανότατη παράφραση, από τον Παυσανία, εκείνων που είχε γράψει ο Ηρόδοτος ή καλύτερα μπροστά σε μια προσπάθεια του πρώτου να προσαρμόσει διηγήσεις που αφορούσαν το βασίλειο του Αιγυπτίου Ραμσή, στα Ελληνικά και, πιο συγκεκριμένα, στα Βοιωτικά δρώμενα. Και το ερώτημα που προκύπτει αβίαστα είναι τούτο: Είχε, άραγε, επιπτώσεις για την περιοχή της Λιβαδειάς η μετάπλαση που έγινε από τον Παυσανία, και ποιες ήταν αυτές;

Όπως όλοι γνωρίζουμε ο Παυσανίας έγραψε τις περίφημες «Περιηγήσεις» του, για την Ανατολική Στερεά Ελλάδα και την Πελοπόννησο, προς το τέλος του δεύτερου μεταχριστιανικού αιώνα. Όπως επίσης όλοι αναγνωρίζουμε τα έργα του αυτά δεν διαβάστηκαν απλά και μόνο από τις νεότερες γενιές· μελετήθηκαν (ιδιαίτερα μάλιστα από τους ειδικούς) στην κυριολεξία λέξη προς λέξη, αφού πέρα από τα αξιολογότατα μυθολογικά και ιστορικά στοιχεία που περιείχαν - αποτελούσαν και ένα σπάνιο και συνολικό «οδηγό» για το που ακριβώς βρίσκονταν αρχαίες πολιτείες, ναοί, ιερά και άλλα πολύτιμα αντικείμενα, πολλά από τα οποία ήρθαν έτσι στο φως και διασώθηκαν. Σημαίνουν όλα αυτά ότι οι «Περιηγήσεις» του Παυσανία ήταν σε διαρκή χρήση από τους νεότερους συγγραφείς και βέβαια από όλους εκείνους τους φιλόλογους και τους ιστορικούς, οι οποίοι καταπιάστηκαν με τη σύνταξη των διαφόρων Λεξικών και Εγκυκλοπαιδειών που χρησιμοποιούνται μαζικά κατά τις τελευταίες δεκαετίες.

Αποτέλεσμα: Σε όποια από τα συγγράμματα ή βιβλία αυτά κι αν ανατρέξει κανείς, στη λέξη «Τροφώνιος» ή «Αγαμήδης» [28], δεν θα δυσκολευτεί να διαπιστώσει ότι εκείνο που κυριαρχεί δεν είναι η αρχαιότερη και συνεπώς και εγκυρότερη εκδοχή του Ομήρου, του Πινδάρου και του Πλουτάρχου για τον ήρωα - θεό Τροφώνιο, αλλά η πολύ μεταγενέστερη και τόσο αμφιλεγόμενη, άποψη του Παυσανία [29], για τον κατασκευαστή-διαρρήκτη.

Έτσι όμως έγινε ζημιά· και έγινε ζημιά γιατί, ενώ για χίλια και πλέον χρόνια ο Τροφώνιος και ο Αγαμήδης κατατάσσονται ανάμεσα στους ευεργέτες των ανθρώπων - ο δε Τροφώνιος λατρευόταν, όπως θα δούμε, αρχικά ως μια από τις πιο απόμακρες αλλά τόσο ελκυστικές χθόνιες θεότητες και αργότερα ως ισότιμος με τον Δία οι μεταγενέστεροι διαβάζοντας αυτά τα περί κλοπής του θησαυροφυλακίου του Υριέα επηρεάζονταν (και εξακολουθούν να επηρεάζονται ακόμη και σήμερα) αρνητικά.

Οφείλουμε συνεπώς χωρίς κανένα ενδοιασμό να απομονώσουμε από τα «Βοιωτικά» του Παυσανία τα περιστατικά που αναφέρονται τόσο στην κατασκευή και τη διάρρηξη του θησαυροφυλακίου του Υριέα από τον Τροφώνιο και τον Αγαμήδη, όσο και στον αποκεφαλισμό του δεύτερου από τον πρώτο, γιατί είναι εντελώς αντίθετα προς τα ήθη, τα έθιμα και γενικότερα τον πολιτισμό των αρχαίων Ελλήνων. Παράλληλα έχουμε χρέος να σταθούμε σε εκείνα κυρίως τα στοιχεία που έχει διασώσει η αρχαιότερη μυθική παράδοση γι’ αυτούς και το περίφημο βοιωτικό μαντείο τους, το οποίο έφερε το όνομα του Τροφωνίου (για ορισμένους μαζί και του Απόλλωνα). Σε αυτόν τον ιερό τόπο «μεταφερόμαστε» αμέσως τώρα, για να μπορέσουμε έτσι να μάθουμε πως βρέθηκε επικεφαλής του ένας αρχιτέκτονας, όπως ήταν ο Τροφώνιος.
«Χθόνιος Τροφώνιος» και «Τροφώνιος Δίας»
«Το μαντείο της Λιβαδειάς», σημειώνει ο Ν. Παπαχατζής [30], «ήταν φημισμένο, ως ένα από τα πέντε σημαντικότερα μαντεία της Ελλάδας, ήδη από το 550 π.Χ., οπότε ο Κροίσος το συμβουλεύτηκε μαζί με το μαντείο των Δελφών, των Αβών της Φωκίδας, της Δωδώνης και του Αμφιάραου (...). Εβδομήντα χρόνια αργότερα το μαντείο του Τροφωνίου συμβουλεύτηκε επίσης και ο Μαρδόνιος (πριν από την περίφημη μάχη των Πλαταιών του 479 π.Χ.), μαζί με εκείνα του Πτώου Απόλλωνα (του Ακραιφναίου) και του Αμφιάραου της Θήβας». Και ο Ν. Παπαχατζής (ο εγκυρότερος, ίσως, σχολιαστής του Παυσανία) καταλήγει: «Οπωσδήποτε, αν το μαντείο (του Τροφωνίου) επέζησε και τον 3ο μ.Χ. αιώνα [31], οπότε οι οπαδοί της παλαιός θρησκείας ήταν ακόμη πολλοί, είναι αδύνατο να διέφυγε από τους αυστηρούς κατά της ειδωλολατρίας νόμους του Θεοδοσίου Α' και ιδίως των εγγονών του Θεοδοσίου Β' και (της) Πουλχερίας» [32].

Να θυμίσουμε εδώ ότι ορισμένοι αρχαίοι ιστορικοί και λογοτέχνες, όπως για παράδειγμα ο Ξενοφών, ο Πολύβιος, και ο Πλούταρχος, αναφέρουν ότι το μαντείο αυτό του Τροφωνίου είχαν συμβουλευθεί, εκτός από τον Κροίσο και τον Μαρδόνιο και άλλες διακεκριμένες προσωπικότητες του τότε γνωστού κόσμου, όπως για παράδειγμα ο Αριστομένης, ο Επαμεινώνδας, ο Φίλιππος Β', καθώς και ο Αιμίλιος Παύλος.

Ερχόμαστε τώρα να εξετάσουμε για ποιό λόγο είχε κατασκευαστεί το μαντείο του Τροφωνίου στη Λιβαδειά τόσο κοντά δηλαδή σ’ εκείνο των Δελφών. Πρόκειται για ένα ζήτημα, μαζί και ερώτημα, με ξεχωριστό ενδιαφέρον στο οποίο όμως δεν μπορούμε να δώσουμε σίγουρη και επιστημονικά θεμελιωμένη απάντηση, για τον απλούστατο λόγο ότι δε διαθέτουμε ασφαλείς πληροφορίες. Δε μας μένει λοιπόν παρά να αφήσουμε τη φαντασία μας να δουλέψει, στηριγμένη όμως έστω και στα λίγα - διάσπαρτα από εδώ και από εκεί - στοιχεία που μας παρέχουν οι διάφοροι μελετητές.

Οι δύο αρχιτέκτονες λοιπόν από την Λιβαδειά, ο Τροφώνιος και ο Αγαμήδης, καθώς είχαν καταφέρει να γίνουν γνωστοί σε όλη την Ελλάδα με τα σπουδαία οικοδομήματα που είχαν φιλοτεχνήσει (το ανάκτορο του Αμφιτρύωνα και της Αλκμήνης στη Θήβα, το ναό του Ποσειδώνα στην Αρκαδία, το θησαυροφυλάκιο του Αιγέα στην Ήλιδα, το ναό του Απόλλωνα στις Παγασές [33]), κλήθηκαν κάποια στιγμή στους Δελφούς, προκειμένου να αναλάβουν την οικοδόμηση του καινούργιου ναού του θεού Απόλλωνα. Συμφώνησαν με τους ιερείς του μαντείου στα επιμέρους ζητήματα και άρχισαν δουλειά, μεταφέροντας από τη Λιβαδειά ολόκληρο τον τεχνολογικό εξοπλισμό και το πολυάνθρωπο συνεργείο τους. Εργάστηκαν (εκεί) σκληρά για αρκετά χρόνια και τελικά ολοκλήρωσαν ένα θρησκευπκό οικοδόμημα εντελώς διαφορετικό από κάθε προηγούμενο. Ήταν δε αυτός ο καινούργιος ναός τόσο ωραίος που ο θεός Απόλλωνος ενθουσιάστηκε και τους χάρισε, ως δώρο εξαιρετικό, το θάνατο - σύμφωνα με την εκδοχή του εκεί ιερατείου - «ανοίγοντας» έτσι και τη διαδικασία της θεοποίησής τους. Τι σήμαινε, όμως, για τους ανθρώπους της εποχής εκείνης - και, το κυριότερο, πότε και κάτω από ποιες προϋποθέσεις γινόταν - η θεοποίηση [34] κάποιου θνητού; Να ακόμη ένα ιδιαίτερα δύσκολο αλλά ταυτόχρονα και ελκυστικό ερώτημα στο οποίο μπορούμε να απαντήσουμε, ίσως, παίρνοντας για παράδειγμα τους τρεις πιο επώνυμους μυθικούς ήρωες της ελληνικής αρχαιότητας, τον Προμηθέα, τον Ηρακλή και τον Κάδμο.

Όπως είναι γνωστό ο Προμηθέας και ο Ηρακλής είχαν προσφέρει ανεκτίμητες υπηρεσίες στην ανθρωπότητα. Για τα επιτεύγματά τους δεν υπάρχει έστω και ένας ποιητής ή ιστορικός ή λογοτέχνης του αρχαίου κόσμου που να μην έχει γράψει επαινετικά λόγια, ενώ πολλοί μεταγενέστεροι στήριξαν μελέτες και βιβλία ολόκληρα πάνω στις εφευρέσεις και τους άθλους τους. Παρ’ όλα αυτά ούτε ο Προμηθέας ούτε ο Ηρακλής θεοποιήθηκαν. Βέβαια και οι δύο τους έφτασαν στην «τάξη» των ημίθεων, όμως θεότητες και μάλιστα κοσμημένες με το όνομα του Δία, δεν αναδείχθηκαν όπως ο Τροφώνιος.

Κάτι ανάλογο είχε συμβεί και με τον Θηβαίο γενάρχη Κάδμο. Υπήρξε ο ιδρυτής της επτάπυλης Θήβας, ο εφευρέτης της γραφής (έφερε στην Ελλάδα τα φοινικικά γράμματα, αναφέρει ο Ηρόδοτος), ο κατασκευαστής πολλών ιερών, ναών, υδραγωγείων και περιτειχίσεων, ο επινοητής της εξόρυξης και επεξεργασίας του χρυσού, ο δάσκαλος της μουσικής τέχνης (που έφερε στην Ελλάδα τη χρήση της λύρας, όπως σημειώνουν αρκετοί συγγραφείς [35]). Παρ’ όλα αυτά ούτε ο Κάδμος θεοποιήθηκε. Αναβαθμίστηκε βέβαια, με το να τιμάται ως ο πατέρας της Σεμέλης, η οποία είχε αποκτήσει (με το Δία) το θεό Διόνυσο και, επίσης, ως ο σύζυγος μιας γυναίκας, της Αρμονίας, που ήταν κόρη δύο θεών (του Άρη και της Αφροδίτης). Ιδιαίτερη μνεία γινόταν επίσης στο γεγονός ότι ο ίδιος ο Δίας υπήρξε εκείνος που πάντρεψε τον Κάδμο [36] και έφερε γι’ αυτό, για πρώτη και μοναδική φορά όλους τους θεούς από τον Όλυμπο κάτω στη γη, στη Θήβα, για να παραστούν στη γαμήλια τελετή [37]. Όμως ούτε ο Κάδμος λατρεύτηκε ποτέ ως μια - έστω και τοπική - θεότητα. Αντιμετωπίστηκε και αυτός πάντα ως κοινός θνητός, προς το τέλος δε της ζωής τους με ιδιαίτερη σκληράδα όπως φαίνεται και από το κλείσιμο της τραγωδίας «Βάκχες» (όπου ο Ευρυπίδης επαναφέρει την πρωιμότερη εκδοχή, σύμφωνα με την οποία υπήρχε απόφαση του θεού Διονύσου, ο Κάδμος και η γυναίκα του Αρμονία, να εξοριστούν στην Ιλλυρία [38].

Ποιό, λοιπόν, ήταν εκείνο το στοιχείο που έλειπε από τον Προμηθέα, τον Ηρακλή και τον Κάδμο ή, καλύτερα, σε ποιά βάση θεμελιώθηκε η θεοποίηση του Τροφωνίου, που αναδείχτηκε, αρχικά, ως θεός της θεραπευτικής, της γονιμότητας και της μαντικής, για να μετεξελιχθεί - κατά τους κλασικούς χρόνους - σε θεότητα συνώνυμη του Δία, ως «Τροφώνιος Δίας»; Να ένα ακόμη συναρπαστικό ερώτημα που όμως μπορεί να απαντηθεί σωστά μόνο αν, στην αρχική εκδοχή που παρουσίασε ο Όμηρος για τον Τροφώνιο και τον Αγαμήδη, συνυπολογίσουμε και όσα έγραψε ο Πίνδαρος, για το ότι δηλαδή και οι δύο τους είχαν τύχει ξεχωριστής αντιμετώπισης από τον Απόλλωνα, σε σχέση με την κορυφαία διαδικασία του θανάτου τους [39].

Σύμφωνα λοιπόν με την αντίληψη αυτή η σπάνια προσφορά των μηχανικών Τροφωνίου και Αγαμήδη - που ουσιαστικά έβαλαν τα θεμέλια της αρχιτεκτονικής στις κατασκευές λιθόκτιστων ναών και άλλων δημοσίων οικοδομημάτων - και βέβαια ο μύθος για το πως ο Απόλλωνας τους «χάρισε», ως ανταμοιβή των υπηρεσιών τους προς τον ίδιο και κατ’ επέκταση προς την ανθρωπότητα, το θάνατο, πρέπει να ήταν οι πυρήνες των σκέψεων που οδήγησαν τους ανθρώπους των πολύ μακρινών εκείνων χρόνων, να τους αναδείξουν σε χθόνιες θεότητες [40]. Το ότι μάλιστα οι σχετικές μαντικής (επικεφαλής του μαντείου των Δελφών), τον Απόλλωνα, εξηγεί και το πώς οι κάτοικοι της Λιβαδειάς σκέφτηκαν να δημιουργήσουν και στην περιοχή τους, τόσο κοντά δηλαδή στους Δελφούς, ένα ακόμη μαντείο· ένα σπουδαίο μνημείο που οι λογοτεχνικές αναφορές, σημειώνει ο καθηγητής της Αρχαίας Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο του Δουβλίνου H.W. Parke [41], δείχνουν ότι λειτούργησε ήδη από τον 6ο π.Χ. αιώνα. Και δεν είναι καθόλου τυχαίο το γεγονός ότι το ιερό αυτό ήταν γνωστό και ως Μαντείο του «Τροφωνίου Απόλλωνα», όπως υποστηρίζουν ορισμένοι [42]· του Απόλλωνα που υπήρξε ο κατεξοχήν εξουσιαστής και του αρχαιότερου, παρακείμενου μαντείου των Δελφών.

Κατοχή όμως μαντείου σήμαινε τότε δύναμη, δυνατότητα προσφοράς - μέσω και της χρηματοδότησης - στην αναπαραγωγή, την υγεία ακόμη και στη ζωή των ανθρώπων. Και ο μυθικός Τροφώνιος φαίνεται ότι συγκέντρωνε όλες τις πιο πάνω ικανότητες, κατείχε δηλαδή αυτή τη σοφία, με την αρχαιοελληνική έννοια του όρου, που τον βοηθούσε να προλέγει, να προειδοποιεί, να συμβουλεύει, να θεραπεύει. Βέβαια τόσο οι φιλόλογοι και οι ιστορικοί όσο και οι αρχαιολόγοι απορούν γιατί δεν έχει βρεθεί ακόμη κανένα αγγείο, ή ειδώλιο ή άγαλμα, που να απεικονίζει την πρωϊμότερη μορφή του, η οποία, κατά τον Ι. Θ. Κακριδή [43], «ήταν φιδόμορφη, κι αυτό γιατί συχνά εμφανιζόταν και ως ήρωας και ως θεός» ενώ, σύμφωνα με άλλους συγγραφείς, συνδέονταν και με συμβολισμούς γύρω από την γονιμότητα [44], (όπως υποδηλώνει και το όνομά του) και, επίσης, σχετικούς με τη θεραπευτική [45].

Όμως, εάν θελήσουμε να υποθέσουμε ότι στο μέλλον θα βρεθεί μια σχηματοποιημένη μορφή του Τροφωνίου, ειδικότερα των κλασικών χρόνων, αυτή μάλλον θα σκιαγραφεί την εικόνα ενός σοφού-εφευρέτη, που έκανε τους ανθρώπους της εποχής αυτής - ακριβώς επειδή έδιναν ξεχωριστή βαρύτητα στην ανέγερση λαμπρών, δημόσιας χρήσης, οικοδομημάτων και τιμούσαν τους κατασκευαστές τους - να τον αναβαθμίσουν, ως «Τροφώνιο Δία». Έτσι ο χθόνιος αυτός θεός του μαντείου, Τροφώνιος, αναδείχτηκε, όπως σχολιάζει ο Ευάγγελος Πανέτσος [46], σε θεό εφάμιλλο των δώδεκα του Ολύμπου, και (έτσι) αποδόθηκε στις επόμενες γενιές, που τον ανέφεραν, ως τον «ήρωα της Λιβαδειάς» - καθώς σημειώνει η φιλολογική ομάδα του «Κάκτου» - που κατείχε το πασίγνωστο μαντείο, είχε δε τη μεγάλη φήμη του «ιδιαίτερα ως αρχιτέκτονας» [47].

Όμως όλα αυτά, τα σχετικά με τις προτιμότερες και τόσο αινιγματικές τελετουργίες, που γίνονταν προς τιμή του θεού-προστάτη της Λιβαδειάς, καθώς επίσης και οι εκδηλώσεις που οργανώνονταν εκεί, στο όνομά του, κατά τους κλασικούς και τους ελληνιστικούς χρόνους, δεν αποδεικνύουν μόνο τη μεγάλη αξία και προσφορά του Τροφωνίου. Βεβαιώνουν και κάτι ιδιαίτερα σημαντικό: ότι δηλαδή οι κάτοικοι της Λιβαδειάς ήταν κατά την αρχαιότητα εξαιρετικά ευλαβείς. Σέβονταν τους θεούς (τους), εκτελούσαν τις καθιερωμένες ιεροτελεστίες, πρόσφεραν τις καθορισμένες θυσίες και γενικά τηρούσαν τους τύπους λατρείας τους κληροδοτημένους από τους προγόνους τους με τρόπο, όμως, που δεν τους ανάγκαζε να γίνονται κομφορμιστές. Σε αντίθεση, δηλαδή, με τα μέλη του ιερατείου του παρακείμενου μαντείου του Τροφωνίου - τα οποία είχαν συγκεκριμένα οικονομικά συμφέροντα - οι απλοί πολίτες, σε ένα βάθος χρόνου, δεν ακολούθησαν απαρέγκλιτα την αρχαιότερη παράδοση και κατά τους επόμενους αιώνες μετά τους ελληνοπερσικούς πολέμους και μέχρι το 400 μ.Χ. περίπου, οπότε καταστράφηκε, και έτσι έκλεισε, το μαντείο [48]. Και αυτό φάνηκε καθαρά από το ότι αποδέχτηκαν και τον επόμενο θρησκευτικό εκσυγχρονισμό που, ως κίνημα πίστης στους νεότερους θεούς του Ολύμπου, συνήγειρε όλους τους Έλληνες κατά τους κλασικούς χρόνους. Γι’ αυτό και προχώρησαν στην αναβάθμιση της αρχικής θεότητας του «Χθόνιου Τροφωνίου», θεσμοθετώντας λατρευτικές εκδηλώσεις προς τιμή του «Τροφωνίου Δία».

Έχουμε τώρα, πιστεύω, μια καλή εξήγηση για το πώς ο Τροφώνιος - ο πρωταρχικός και τόσο απόμακρος αυτός θεός της γονιμότητας, της θεραπευτικής, του κάτω κόσμου και της μαντικής - αναδείχθηκε, με το πέρασμα του χρόνου, σε ουράνιο (Ολύμπιο) θεό [49]. Αυτό μας βοηθάει να κατανοήσουμε και το ότι κατά την κλασική εποχή, η αρχική και παλαιότερη γιορτή «Ερκύνεια», που γινόταν στη Λιβαδειά, προς τιμή μιας ομώνυμης (χθόνιας) τοπικής θεότητας, επισκιάστηκε από τις εκδηλώσεις «Βασίλεια», οι οποίες θεσμοθετήθηκαν τον 4ο π.Χ. αιώνα, προς τιμή του «Τροφωνίου Δία» ή «Τροφωνίου Βασιλιά». Γράφει σχετικά ο Νίκος Παπαχατζής: [50] «Η λατρεία του Δία Βασιλιά, δεν ήταν παλιά στη Λιβαδειά. Παλαιότερη είναι η λατρεία του Τροφωνίου, ενός χθόνιου θεού, ο οποίος αργότερα ταυτίστηκε με το «Χθόνιο Δία» ως «Δίας Τροφώνιος». Άλλη μορφή του ύψιστου θεού (όχι χθόνια) είναι ο «Ζεύς Βασιλεύς» (ο ουράνιος ή ολύμπιος Ζεύς), ο οποίος τιμήθηκε τελευταίος στο σημερινό λόφο του Προφήτη Ηλία. Προς τιμή του «Δία Βασιλιά», υπήρχε στη Λιβαδειά (μετά το 371 π.Χ.) γιορτή με αγώνες, ονομαζόμενη «Βασίλεια», γνωστή και από επιγραφές». Και ο Ν. Παπαχατζής καταλήγει: «Κατά τη γιορτή αυτή υπήρχε πομπή από παρθένες κανηφόρες (η αναφερόμενη από τον Πλούταρχο στην αρχή των Διηγήσεων, παρθένος Αριστόκλεια από τον Αλίαρτο είχε λουσθεί στις πηγές της Έρκυνας προκειμένου να «κανηφορήσει τω Διί τω βασιλεί»). Οι απελευθερωμένοι δούλοι αφιερώνονταν στο Δία Βασιλιά και στον Τροφώνιο...».

Οι εκδηλώσεις αυτές συγκέντρωναν στη Λιβαδειά διαγωνιζόμενους αθλητές (ως επί το πλείστον ιππείς) και μουσικούς και, βέβαια, πάρα πολλούς επισκέπτες, απ’ όλη την Ελλάδα.
Το άντρο του Τροφωνίου
Με δεδομένη τη διπλή θα έλεγε κανείς θεοποίηση του Τροφωνίου (πρώτα «Χθόνιος Τροφώνιος» και αργότερα «Τροφώνιος Δίας»), αξίζει να προχωρήσουμε σε μια διερεύνηση για το που ακριβώς ήταν οι χώροι λατρείας του και συγκεκριμένα το άντρο όπου δίνονταν οι χρησμοί [51] και βέβαια ο ναός, στον οποίο διοργανώνονταν, αργότερα άλλες νεότερες τελετουργίες.

Ο αρχικός τόπος λατρείας του Τροφωνίου ήταν ο χώρος που βρίσκεται στη δυτική πλευρά των πηγών του ποταμού της Έρκυνας, ακριβώς κάτω από τα ερείπια του κάστρου (που κατασκευάστηκε, αιώνες μετά, στον παρακείμενο λοφίσκο). Συμφωνούν σ’ αυτό όλοι οι αρχαίοι συγγραφείς και οι σύγχρονοι ειδικοί (αρχαιολόγοι κ.λ.). Για το άντρο όμως του μαντείου οι γνώμες που διατυπώνονται είναι διαφορετικές. Ο Παυσανίας για παράδειγμα υποστηρίζει στα Βοιωτικά [52] του ότι το μαντείο ήταν εκεί κοντά, ακριβώς πάνω από τις πηγές της Έρκυνας («έστι δε το μαντείο υπέρ άλσος, επί του όρους») και φαίνεται έτσι να θεωρεί ότι ο ναός βρισκόταν μέσα στο χώρο ο οποίος, όπως σημειώνουμε πιο κάτω, περιτειχίστηκε αργότερα από τους Φράγκους και τους Καταλανούς. Ο Ν. Παπαχατζής υιοθετεί την άποψη (αυτή) του Παυσανία, σύμφωνα με την οποία το μαντείο ήταν στο λόφο πάνω από την Έρκυνα, με το επιπρόσθετο επιχείρημα ότι η απόσταση του άλλου, υψηλότερου λόφου, του Προφήτη Ηλία, είναι πολύ μεγάλη και (συνεπώς) ήταν αδύνατο να γινόταν μετακίνηση ιερής πομπής από τις πηγές της Έρκυνας, όπου οργανώνονταν οι πρώτες ιεροτελεστίες (καθαρμοί), μέχρι το λόφο αυτό [53]. Αντίθετα οι αρχαιολόγοι Ε. Βάλλας και Ν. Φαράκλας υποστηρίζουν ότι το μαντείο βρισκόταν στον Προφήτη Ηλία, γεγονός που επιβεβαιώνεται από την ανακάλυψη, εκεί, μιας φρεατόσχιμης, σχεδόν κυκλικής κατασκευής (διαμέτρου 1,90 μ, βάθους 3,5 μ.), που βρίσκεται σε μικρή απόσταση και νοτιοδυτικά των λειψάνων του ναού του «Δία Βασιλέα», την οποία και θεωρούν στοιχείο του αρχαίου μαντείου [54].

Όμως το περίφημο αυτό μαντείο δεν αποτελούσε το μοναδικό τόπο λατρείας του Τροφωνίου κατά τη διάρκεια της χιλιετίας που προηγήθηκε μέχρι και την οριστική επικράτηση του χριστιανισμού. Υπήρξε και άλλος χώρος που τον συναποτελούσαν ναοί και ιερά, τα οποία κατασκευάστηκαν μεταγενέστερα (ίσως μετά τον 4ο π.Χ. αιώνα) στο λόφο του Προφήτη Ηλία, με πιο σημαντικό το ναό του «Τροφωνίου Δία ή Βασιλιά». «Το ναό αυτό τον είδα να τον έχουν αφήσει ατελείωτο, εξαιτίας του μεγέθους του ή των αλλεπάλληλων πολέμων», σημειώνει ο Παυσανίας. «Τα σωζόμενα κατάλοιπα από τον υπό κατασκευή αυτό ναό», διευκρινίζει ο Ν. Παπαχατζής [55], «ήταν από εκλεκτό ασβεστόλιθο, λατομημένο επί τόπου, το δάπεδο ήταν στρωμένο με ογκώδεις πωρόλιθους, η δε εργασία που είχε προηγηθεί μπορεί να χαρακτηριστεί ως εξαιρετικά επιμελημένη. Δείχνουν όλα αυτά» - συνεχίζει ο Ν. Παπαχατζής - «μια ακόρεστη φιλοδοξία των Λεβαδέων να χτίσουν εξαιρετικά μεγάλο ναό, σε τόσο μεγάλη απόσταση από την πόλη τους». Και καταλήγει: «Αν ο ναός τελείωνε θα ήταν ένα από τα σημαντικότερα μνημεία της ελληνικής αρχιτεκτονικής».
Ιερά άλλων θεών και αγάλματα του Τροφωνίου στη Λιβαδειά
Βέβαια στη Λιβαδειά, όπως σε όλες σχεδόν τις ελληνικές πόλεις της αρχαιότητας, δεν υπήρχαν ναοί και ιερά προς τιμή μιας μόνο θεότητας, όπως ήταν αυτή του Τροφωνίου. Είχαν κατασκευαστεί εκεί και πολλά ακόμη μνημεία, αφιερωμένα σε πλήθος άλλων θεών και θεαινών. Ιδιαίτερα ξεχώριζαν το ιερό της Δήμητρας Ευρώπης, η οποία σύμφωνα με τις τοπικές παραδόσεις είχε αναθρέψει τον Τροφώνιο, ο ναός της «Κόρης καλουμένης Θήρας», καθώς επίσης και ο ναός του «Κρονήδη Δία», όπου διακρίνονταν τα αγάλματα του Κρόνου, της Ήρας και του Δία. Υπήρχε ακόμη και ένας ναός του Απόλλωνα, ενώ μέσα στο περίβολο του κάστρου [56] (ακριβώς πάνω από τις πηγές της Έρκυνας), είχαν κατασκευαστεί ιερά του «Διονύσου», του «Πάνα», του «Ερμή», της «Αρτέμιδος» και της «Αγαθής Τύχης».

Αξιοσημείωτο είναι τέλος και το γεγονός ότι τους χώρους του μαντείου του Τροφωνίου κοσμούσαν, τουλάχιστον μέχρι και τον 5ο μεταχριστιανικό αιώνα, θαυμάσια αγάλματα του θεού, έργα ονομαστών καλλιτεχνών. Ανάμεσά τους ξεχώριζε εκείνο που είχε φιλοτεχνήσει ο Δαίδαλος [57] από τη Σικυώνα, ο οποίος βρέθηκε στο κορύφωμα της δόξας του κατά τις αρχές του 4ου π.Χ. αιώνα, ήταν δε ο δημιουργός και ενός σπουδαίου αγάλματος του Ηρακλή στη Θήβα [58]. Επίσης, πάνω από τις πηγές της Έρκυνας υπήρχε και άλλο άγαλμα του Τροφωνίου, χρονολογούμενο γύρω στα 340 με 330 π.Χ. Αναφερόταν ως έργο του Πραξιτέλη, του περίφημου δηλαδή γλύπτη της αρχαιότητας που χρησιμοποιούσε ως μοντέλο του - όταν φιλοτεχνούσε γυναικεία αγάλματα - την περίφημη εταίρα Φρύνη, καταγόμενη από τις Θεσπιές της Βοιωτίας (στους κατοίκους της οποίας είχε χαρίσει ένα από τα πιο αγαπημένα του έργα, τον «Έρωτα»).
Λιβαδειά: Μια πόλη που ευημερούσε
Ένα σημαντικό στοιχείο, που βεβαιώνεται από πολλούς σύγχρονους συγγραφείς είναι ότι, όχι μόνο το μαντείο αλλά και η ίδια η πόλη του Τροφωνίου, η Λιβαδειά, είχε καταφέρει να διατηρήσει, μέχρι και τους πρώτους μεταχριστιανικούς χρόνους, υψηλότατο βαθμό ευημερίας, κάτι που δεν συνέβαινε με άλλες πιο ονομαστές πολιτείες της Ανατολικής Στερεάς Ελλάδας, όπως ήταν για παράδειγμα η Αθήνα, η Θήβα και ο Ορχομενός. Γράφει για το θέμα αυτό ο Παυσανίας: [59] «Κατά τα άλλα η πόλη είναι ευπαρουσίαστη (...) με υψηλή στάθμη ευημερίας». Η αρχαία Λιβαδειά - εξηγεί ο Νικ. Παπαχατζής [60] - «ήταν στα χαμηλότερα μέρη της σημερινής πόλης, καθώς και στη δεξιά όχθη του ρέματος της Έρκυνας (...). Το ρωμαϊκό λουτρό που ανάσκαψε το 1956 ο (Έφορος Αρχαιοτήτων) Ιωάν. Θρεψιάδης, κοντά στο οποίο βρέθηκαν τοίχοι από δημόσια οικοδομήματα του 4ου π.Χ. αιώνα, καθώς και των ελληνιστικών χρόνων, βρισκόταν στην Αγορά της αρχαίας πόλης, η οποία φαίνεται ότι συνέπιπτε με τη σύγχρονη Αγορά. Το πλησιέστερο δημόσιο οικοδόμημα διακρίνεται, κοντά στα ανασκαφθέντα οικοδομικά λείψανα και ήταν το «Μητρώο» της Λιβαδειάς, που δεν το αναφέρει ο Παυσανίας, είναι όμως γνωστές οι αναθηματικές επιγραφές με την ένδειξη «Μητρί Μεγάλη». Το ανάγλυφο, παρίστανε τη θεά, όπως παριστανόταν και στο «Αθηναϊκό Μητρώο». Στο οικοδόμημα αυτό, που ήταν αφιερωμένο προφανώς στη θεά Κυβέλη, υπήρχαν τα αρχεία της πόλης, ανάλογα με εκείνα της αρχαίας Αθήνας.
Επίλογος
Το συμπέρασμα που βγαίνει από όλα όσα εκθέσαμε παραπάνω, είναι ότι ο Τροφώνιος και ο Αγαμήδης υπήρξαν οι πιο φωτισμένες και πιο προβεβλημένες προσωπικότητες της αρχαίας Λιβαδειάς. Ιδιαίτερα ο Τροφώνιος, με την σοφία του - που τον είχε αναδείξει σε ζωοφόρα θεότητα της γονιμότητας, της θεραπευτικής και της μαντικής - κυρίως όμως με τη γενικότερη συμβολή του ως εφευρέτης μιας νέας, για την εποχή του, αρχιτεκτονικής στην κατασκευή δημοσίων οικοδομημάτων, που τον καθιέρωσε ως «Τροφώνιο Δία», πρόσφερε πάρα πολλά στην αέναη προσπάθεια ίων κατοίκων της Βοιωτίας και πιο συγκεκριμένα της Λιβαδειάς για την κατάκτηση αυτού του ανώτερου πολιτισμού που συνολικά τον αποκαλούμε αρχαιοελληνικό. Όμως η πολύπλευρη και πολυσήμαντη αυτή προσφορά (του) δεν ήταν και, δυστυχώς, δεν είναι ακόμη και σήμερα ιδιαίτερα ορατή, καθώς πάρα πολλά πράγματα καλύπτονται από τη γιγάντια σκιά τριάντα ολόκληρων αιώνων, στην οποία προστίθενται κάθε τόσο διάφορες παραμορφωτικές φωτοσκιάσεις, όπως αυτή του μύθου του Παυσανία, που αλλοιώνουν σε σημαντικό βαθμό τη θαυμάσια εικόνα του Τροφωνίου. Ελπίζω ότι η εργασία αυτή θα συμβάλλει ώστε, εκείνα ακριβώς τα σημεία από τη μυθολογία και την ιστορία της Λιβαδειάς που έχουν παραλλάξει τις μορφές των βασικών ηρώων της και ιδιαίτερα του Τροφωνίου, να γίνουν περισσότερο προσιτά, και το κυριότερο, να αποτελέσουν αντικείμενο μιας πιο εξειδικευμένης επιστημονικής έρευνας, με στόχο την καλύτερη αξιολόγηση και αξιοποίησή τους.

1. Το θέμα αυτό το είχε θέσει, πολύ περιεκτικά, σε μια από τις υποσημειώσεις του, ο Νίκος Παπαχατζής στο βιβλίο του Παυσανίου Ελλάδος Περιήγησις, «Βοιωτικά - Φωκικά», Εκδ. 1969, σελ. 215, σημ. 3

2. Στα «Σχόλια» της φιλολογικής ομάδας του «Κάκτου» (βλ. Στράβων: «Γεωγραφικά 9», σελ. 223, αριθμ. 197), αναφέρεται ότι ο Αγαμήδης ήταν πατέρας του Τροφωνίου. Άλλοι τον θεωρούν θείο του.

3. βλ. «Ομηρικοί Ύμνοι», σε μετάφραση Δ. Π. Παπαδίτσα - Ελένης Λαδιά, Βιβλ. «Εστίας» 1977, σελ. 55 (στιχ. 285 έως 299).

4. Ο Όμηρος εδώ υιοθετεί την (αρχαιότερη) εκδοχή ότι ο Τροφώνιος και ο Αγαμήδης ήταν γιοι του Ορχομένιου βασιλιά Εργίνου. Ο Παυσανίας, αντίθετα, υποστηρίζει ότι ο Τροφώνιος ήταν γιος του Απόλλωνα (βλ. Παυσανίου «Βοιωτικά» , κεφ. 27, παρ. 5).

5. Η φράση αυτή ενισχύει την άποψη ότι ο Τροφώνιος και ο Αγαμήδης ήταν αρχιτέκτονες, επικεφαλής μιας πολυάριθμης ομάδας ειδικευμένων τεχνιτών από τη Λιβαδειά, που πρώτοι ανακάλυψαν και εφάρμοσαν την τέχνη της κατασκευής οικοδομημάτων με λαξευμένους λίθους (βλ. σχετικά παρακάτω σελ. 6,8,9,10 και 20).

6. βλ. Εκδοτική Αθηνών: Ελληνική Μυθολογία: «Οι Ήρωες», σελ. 69.

7. βλ. Γιάννη Κορδάτο, στην «Εισαγωγή» του έργου του Πλουτάρχου «Αγωγή των Παίδων», Βιβλιοθήκη Αρχαίων Συγγραφέων, I. Ζαχαρόπουλος, τομ. Γ, σελ. 27.

8. βλ. Πλουτάρχου: «Ηθικά», Βιβλιοθήκη Αρχαίων Συγγραφέων, I. Ζαχαρόπουλος, τομ. Γ, σελ. 149.

9. Η περίπτωση των Αργείων Κλεόβιδος και Βίτωνος αναφέρεται ως η πιο χειροπιαστή μιας μυθικής διήγησης (στη συγκεκριμένη περίπτωση από τον Ηρόδοτο), η οποία επιβεβαιώθηκε απόλυτα από αρχαιολογικά και επιγραφικά ευρήματα και ιδιαίτερα από τα αγάλματά τους, που ήρθαν στο φως κατά τις πρώτες ανασκαφές στους Δελφούς, περί τα τέλη του προηγούμενου αιώνα (βλ. «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους», Εκδ. Αθηνών, τόμ. Γ2, σελ. 439). Το ιστορικό της ανταμοιβής τους, με θάνατο, είναι, πολύ συνοπτικά, το εξής: Οι δύο αδελφοί, κατά τη διάρκεια μιας θρησκευτικής τελετής προς τιμή της Ήρας - και επειδή καθυστερούσαν να έρθουν οι «λευκοί ταύροι», προκειμένου να μεταφέρουν στο ναό τη μητέρα τους Κυδίππη, που ήταν ιέρεια της θεάς - «εζεύχθηκαν οι ίδιοι εις το άρμα». Η μητέρα τους, ικανοποιημένη, παρακάλεσε την Ήρα να τους ανταμείψει για την πράξη τους αυτή με τον καλύτερο τρόπο. Η θεά την άκουσε και (έτσι) πρόσφερε στους γιούς του, ως ανταμοιβή, το θάνατο, με τον ακόλουθο τρόπο: Μετά τις θυσίες και τις ευωχίες τους κοίμισε, και φρόνησε να μη ξυπνήσουν πλέον (βλ. Εκδ. «Ηλίου», Νεώτερον Ορθογραφικόν και Εγκυκλοπαιδικόν Επίτομον Λεξικόν, σελ. 2389).

10. Ο. π. σελ. 151.

11.0 Πίνδαρος, όπως και οι ορφικοί, θεωρεί ότι και μετά το θάνατο η ψυχή του ανθρώπου όχι μόνο εξακολουθεί να υπάρχει αλλά διατηρεί και κάτι το θεϊκό μέσα της. Σημειώνει ο Abel Zeanniere (βλ. «Πλάτων», σελ. 214), επικαλούμενος το «Θρήνο 2» του Πινδάρου, απόσπασμα το οποίο παραθέτει ο Πλούταρχος, και το «3ο Πυθικό»: «Ο ορφισμός δίνει στη λέξη ψυχή εντελώς καινούργιο νόημα. Ο Εμπεδοκλής πιστεύει στη μετεμψύχωση και δίνει στην ψυχή μια τελική συντήρηση, που της επιτρέπει ύστερα από πολλές ζωές μέσα σε διάφορα σώματα να καταλήξει στο θεϊκό». Το ίδιο πιστεύει και ο Πίνδαρος: «Όλων το σώμα το νικά ο παντοδύναμος θάνατος, μένει όμως ακόμα ζωντανή μια εικόνα του «είναι» μας, γιατί μόνο αυτή προέρχεται από τους θεούς», καταλήγει ο Zeaniniere, βοηθώντας μας έτοι να κατανοήσουμε ίσως καλύτερα το βαθύτερο νόημα του μύθου που αναφέρει ο Πίνδαρος για τον Τροφώνιο και τον Αγαμήδη, στους οποίους προσφέρθηκε ο θάνατος - ως δώρο - από το θεό Απόλλωνα.

12. βλ. Παυσανίου «Φωκικά», κεφ. 5, παρ. 9 έως και 13.

13. Η άποψη πως ο πολύ πρώιμος ναός του Απόλλωνα των Δελφών ήταν μια μικρή καλύβα από κλαδιά δάφνης, στηρίζεται κατά τον ο Νικ. Παπαχατζή (βλ. Παυσανίου Ελλάδος Περιήγησις, «Βοιωτικά - Φωκικά» Εκδ. Αθηνών, σελ. 228 σημ. 2), σε αναμνήσεις παλιές που συμφωνούν με τα πράγματα. Η ομαδική λατρεία γινόταν αρχικά σε υπαίθριους χώρους, όπου υπήρχαν βωμοί χωρίς λατρευτικά αγάλματα, αλλά μόνο ειδώλια. Όταν οι άνθρωποι άρχισαν να κατασκευάζουν λατρευτικά αγάλματα, επειδή ήταν ξύλινα (ξόανα), για να τα προφυλάσσουν από τη βροχή, επινόησαν μια στοιχειώδη στέγη γ! αυτά (μόνο), σαν τη μικρή καλύβα με κλαδιά που αναφέρει εδώ ο Παυσανίας. Από τη στοιχειώδη αυτή στέγη εξελίχθηκε ο ελληνικός ναός, ο οποίος όμως πάντα έμεινε κατοικία των θεών, και δεν έγινε χώρος ομαδικής λατρείας, όπως η χριστιανική εκκλησία. Χαρακτηριστική είναι και η παρακάτω εξιστόρηση του Φιλόστρατου (βλ. «Βίος Απολλώνιου Τυανέως» VIII), σχετικά με ένα ναό του, προτιμότερου από τον Απόλλωνα, θεού Διονύσου, στον Τμώλο της Λυδίας. Γράφει: «Λέγεται λοιπόν ότι ανεύρον ιερόν του Διονύσου, το οποίο ο ίδιος Διόνυσος κατασκεύασε δ! εαυτόν, και το οποίον περιβάλλεται γύρω - γύρω από δάφνες, αυταί υψούνται τόσον περίπου ό σο και ο περίβολος ενός ναού (...) Εντός δε του ναού έστησε ο θεός το άγαλμά του προβλέπων ότι με τον χρόνον τα δένδρα θα ηύξανον και θα κατασκεύαζον φυσικόν όροφον, ως και συνέβη πράγματι τώρα, ούτως ώστε, ούτε η βροχή, ούτε ο άνεμος να εισδύει εις το ιερόν».

14. Ο Στράβων στα «Γεωγραφικά» του (9,3,9) είχε γράψει σχετικά τον 1ο αιώνα π.Χ.: «Από τους ναούς (του Απόλλωνος) ο λεγόμενος Πτέρινος ας θεωρηθεί μυθικός. Ο δεύτερος (δηλαδή ο μη αμφισβητούμενος) λένε πως είναι έργο του Τροφωνίου και του Αγαμήδη, ενώ τον σημερινό τον έκτισαν οι Αμφικτύονες».

15. Μια ωραία ανάλυση για τη σημασία του ιστορικού αυτού της ανέγερσης του ναού του Απόλλωνα των Δελφών κάνει και ο σύγχρονός μας Παναγής Λεκατσάς (βλ. «Πίνδαρος», Εκδ. «Δίφρος», σελ. 310 (στιχ. 521).

16. Με την αναφορά του αυτή, σύμφωνα με την οποία μετά τον πρώτο ναό του Απόλλωνα των Δελφών (από κλαδιά), τον δεύτερο (από κερί μελισσών) και τον τρίτο (από χαλκό) ο τέταρτος ναός κατασκευάστηκε από λίθους, ο Παυσανίας από τη μια μεριά βεβαιώνει ότι ο ναός που κατασκεύασαν ο Τροφώνιος και ο Αγαμήδης ήταν περίπτερος και πώρινος με άδυτο (βλ. Παυσανίου Ελλάδος Περιήγησις, «Βοιωτικά - Φωκικά», Εκδ. Αθηνών, σελ. 313, σημ. 359), και από την άλλη αποκαλύπτει μια σπουδαία αλήθεια, που ήταν κρυμμένη (στην κυριολεξία) πίσω από τις μυθικές μας παραδόσεις, ότι δηλαδή ο Τροφώνιος και ο Αγαμήδης υπήρξαν εκείνοι οι αρχιτέκτονες και εφευρέτες οι οποίοι εισήγαγαν μια νέα τεχνολογία στις κατασκευές. Συγκεκριμένα ανήγειραν - για πρώτη φορά - οικοδομήματα, όχι από κλαδιά ή πηλό, ή χαλκό (όπως συνέβαινε μέχρι τότε), αλλά με την συναρμολόγηση λαξευμένων λίθων, γεγονός που αποτέλεσε, λίγο πριν το τέλος των γεωμετρικών χρόνων, τη μεγάλη επανάσταση στην αρχαιοελληνική αρχιτεκτονική, γύρω από την κατασκευή δημοσίων κτιρίων.

17. Ως ημερομηνία καταστροφής του ναού αυτού του Απόλλωνα των Δελφών υπολογίζεται με βάση τα παραπάνω - το 548 π.Χ. Στη συνέχεια κατασκευάστηκε νέος ναός, ο οποίος και αυτός κατεστράφη. Έτσι φτάσαμε στο 370 π.Χ. οπότε σχεδιάστηκε και άρχισε να οικοδομείται, σε δωρικό ρυθμό, ο ναός που, κατά κάποιο τρόπο, έχει διασωθεί μέχρι σήμερα, διαστάσεων 59,5 X 23,8 μ. (σχεδόν ίδιος σε μέγεθος με τον Παρθενώνα). Από τα αποφθέγματα που κοσμούν το αέτωμά του ξεχωρίζουν - για την διαχρονική και διατοπική τους αξία το «Γνώθι σ’ αυτόν» και το «Μηδέν άγαν».

18. βλ. Ν. Παπαχατζή, ο.π. σελ. 290, σημ. 1

19. βλ. R. Martin - Η. Metzger: «Η Θρησκεία των Αρχαίων Ελλήνων», Ινστιτούτο του Βιβλίου - Μ. Καρδαμίτσα (1992), σελ. 42.

20. βλ. σχετικά και Robert Flaceliere: «Μάντεις και Μαντεία στην Αρχαία Ελλάδα», I. Ζαχαρόπουλος, σελ. 35.

21. βλ. σχετικά και Εγκυκλοπαίδεια «Πάπυρος Λαρούς - Μπριτάνικα», τομ. 58, σελ. 144.

22. βλ. Ηροδότου «Ιστορίες», Βιβλιοθήκη Αρχαίων Συγγραφέων, Εκδ. I. Ζαχρόπουλος, τομ. 1ος, σελ. 434, σημ. 2.

23. βλ. Ηροδότου «Μούσαι», Βιβλιοθήκη Αρχαίων Συγγραφέων, I. Ζαχαρόπουλος, τομ. Γ. σελ. 435 κ.επ, μετάφραση Ευάγγ. Πανέτσου.

24. Όπως προαναφέραμε, δεν ήταν εντελώς ασυνήθιστο στην αρχαιότητα, ένας ποιητής ή ένας λογοτέχνης να αντιγράψει περιστατικά από τις μυθικές παραδόσεις μιας περιοχής και να τα προσαρμόζει στις παραδόσεις άλλης περιοχής, κατά κανόνα της δικής του. Πιο χαρακτηριστική - και ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα, για τους μελετητές της βοιωτικής μυθολογίας και ιστορίας - είναι η περίπτωση του Κορίνθιου επικού ποιητή, και Βακχιάδη, Εύμηλου, ο οποίος είχε πάει γύρω στα 750 π.Χ., στη Βοιωτία, είχε συγκεντρώσει στοιχεία που αναφέρονταν στην εκστρατεία των Μινυών του Ορχομενού, προς την Κοχλίδα του Εύξεινου Πόντου (Αργοναυτική Εκστρατεία), και τα είχε αξιοποιήσει, συνθέτοντας το έπος του «Κορινθιακά», με το οποίο και είχε παρουσιάσει, ούτε λίγο ούτε πολύ, την εποποιία αυτή των Μινυών, ως επίτευγμα των συμπατριωτών του, των Κορινθίων. «Το είχε κάνει αυτό» - σχολιάζουν η καθηγήτρια των Αρχαίων Ελληνικών στο Πανεπιστήμιο του Αονδίνου Easterling και ο Δ/'ντής του Κέντρου Ελληνικών Σπουδών της Ουάσιγκτον Κηοχ (βλ. Ρ.Ε. Easterling και B.M.V. Κηοχ, «Η ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Λογοτεχνίας», σελ. 155 και 156) - «για πατριωτικούς σκοπούς, και συγκεκριμένα για να εξυψώσει την Κόρινθο, που δεν είχε μεγάλο παρελθόν καθαγιασμένο στον μύθο (...). Η όλη πραγμάτευση της Εφύρης και του θρύλου των Αργοναυτών από τον Εύμηλο» - καταλήγουν οι πιο πάνω σπουδαίοι ξένοι φιλόλογοι - «φαίνεται ότι ήταν προαπαγανδιστική, και προφανώς ήταν επική παράδοση (...) για να δικαιολογήσει (ίσως) μια Κορινθιακή απαίτηση πάνω σε περιοχές της Μαύρης Θάλασσας».

25. βλ. Ν. Παπαχατζή: Παυσανίου Ελλάδος Περιήγησις, «Βοιωτικά - Φωκικά», Εκδ. Αθηνών, σελ. 235 - 237.

26. Πρόκειται για έναν όχι ιδιαίτερα γνωστό βοιωτό ηγεμόνα, που είχε ιδρύσει κάποια πολίχνη στην οποία είχε δώσει και το όνομά του. Την πολίχνη αυτή ο μεν Στράβων (9, 404) την τοποθετεί στην Ταναγραία, ενώ πριν ανήκε στην Θηβαΐδα, άλλοι όμως θεωρούν ότι ήταν κοντά στο μικρό Βαθύ της Αυλίδας. Η πρώιμη ελληνική μυθολογία δεν ανέφερε τίποτα για το θησαυροφυλάκιο του Υριέα και τη δήθεν διάρρηξή του από τον Τροφώνιο και τον Αγαμήδη, όπως θα δούμε πιο αναλυτικά αμέσως παρακάτω.

27. Μπροστά στη στήλη αυτή όσοι στην αρχαιότητα έμπαιναν στο μαντείο του Τροφωνίου, για να ζητήσουν χρησμό, έκαναν θυσία (βλ. σχετικά παρακάτω, σελ. 23, σημ. 1).

28. βλ. α) Αλέξ. Ραγκαβή: «Λεξικό της Ελληνικής Αρχαιολογίας» του 1888, Εκδ. Κωνσταντινίδη, Τομ. Β, σελ. 13 97, β) Pierre Grimal: «Λεξικό της Ελληνικής και Ρωμαϊκής Μυθολογίας», Εκδ. Επιστημονικών Βιβλίων και Περιοδικών, Θεσ/νίκη 1991, σελ. 662, γ) Νέα Εγκυκλοπαίδεια «Πάπυρος Λαρούς - Μπριτάνικα», τομ. 58, σελ. 14, δ) «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους», Εκδοτ. Αθηνών, τομ. Α. σελ. 251 κ. αλλού.

29. Από τους νεότερους συγγραφείς ο Ι.Θ. Κακριδής δεν υιοθετεί a priori την εκδοχή του Παυσανία για την κλοπή του θησαυροφυλακίου του Υριέα από τον Τροφώνιο και τον Αγαμήδη και το θάνατό του εξ’ αιτίας αυτού του γεγονότος. Την αναφέρει, απλά, ως μια παραλλαγή της κύριας και πρωιμότερης διήγησης για την κατασκευή του ναού του Απόλλωνα και το θάνατό τους εκεί (βλ. σχετικά Εκδοτική Αθηνών, Ελληνική Μυθολογία, «Οι Ήρωες», σελ. 102 έως 103). Από τα Λεξικά και τις Εγκυκλοπαίδειες την άποψη του Παυσανία απορρίπτει (έμμεσα αλλά σαφέστατα) το «Επίτομο Εγκυκλοπαιδικό Λεξικό», Εκδ. «Ηλίου».

30. βλ. Ν. Παπαχατζή: Παυσανίου Ελλάδος Περιήγησις, «Βοιωτικά - Φωκικά», Εκδοτική Αθηνών, σελ. 244 σημ. 4 και σελ. 245.

31. Η διατύπωση από τον Ν. Παπαχατζή της αμφιβολίας αυτής - για το αν το μαντείο επέζησε μέχρι και τους πρώτους μεταχρισηανικούς αιώνες - εξηγείται ίσως από το γεγονός ότι είχε προφανώς υπήοψη του ότι το 86 π.Χ. το συγκεκριμένο ιερό λεηλατήθηκε βάναυσα και καταστράφηκε από το στρατηγό του Μιθριδάτη Αρχέλαο.

32. Ελάχιστες είναι οι πληροφορίες που έχουμε για το πώς - στην περιοχή αυτή της Λιβαδειάς και της Βοιωτίας γενικότερα, με τους αναρίθμητους αρχαίους ναούς, τα θαυμάσια ιερά, και τα τόσο ξακουστά μαντεία - επικράτησε, τελικά, ο χριστιανισμός στην πορεία των αιώνων που ακολούθησαν. Μια μόνο αμυδρή εικόνα παίρνουμε από το αρχείο του περιηγητή Ζακ Ζιρώ, το οποίο - σύμφωνα τουλάχιστον με όσα υποστηρίζει ο Κυριάκος Σιμόπουλος, στο βιβλίο του «Ξένοι ταξιδιώτες στην Ελλάδα: 333 μ.Χ. έως 1700» (βλ. σελ. 671 και 678) - φυλάσσεται στην Εθνική Βιβλιοθήκη των Παρισίων. Από τα όσα γράφει, λοιπόν, εκεί ο Γάλλος αυτός μαρκήσιος (που διετέλεσε και πρόξενος στην Αθήνα μετά το 1658), φαίνεται καθαρά ότι, μεσούσης της οθωμανικής κυριαρχίας (17ος αιώνας), η Λιβαδειά είχε εξελιχθεί σε ένα από τα σπουδαιότερα κέντρα του χριστιανισμού. Υπήρχε εκεί γράφει ο Ζιρώ - η μία από τις πέντε Μητροπόλεις της Ελλάδας. Συνεχίζοντας δε αναφέρει τούτο το αξιοπρόσεκτο: Ο Αρχιεπίσκοπος, που διόριζε τους πέντε Μητροπολίτες (της Λιβαδειάς, των Δελφών, της Αταλάντης, της Βουδουνίτσας και της Σκύρου), ονομαζόταν Αρχιεπίσκοπος Ελλάδος και Θηβών, διορίζονταν δε απ’ ευθείας από τον Πατριάρχη (της Κωνσταντινουπόλεως). Στη Θήβα υπήρχε Μητροπολίτης - Αρχιεπίσκοπος, ο οποίος όμως διοριζόταν απ’ ευθείας από το Πατριαρχείο. Το γεγονός ότι οι κάτοικοι της Λιβαδειάς ήταν κατά την εποχή αυτή οι ευλαβέστατοι και βαθύτερα θρησκευόμενοι χριστιανοί το επιβεβαιώνουν και άλλοι περιηγητές, όπως μας θυμίζει η Αιμιλία Γιαννακούρου - Χατζημανόλη, στο βιβλίο της «Η Λιβαδειά μετά τον Μεσαίωνα» (βλ. σελ. 10). Γράφει: «Οκτώ χρόνια μετά τον Evlia, το 1676, επισκέφτηκε τη Λιβαδειά ο Γάλλος γιατρός Spon. Εντύπωση προκάλεσε στον Spon ο μεγάλος αριθμός ημερών νηστείας για θρησκευτικούς λόγους. Μόνο 120 ημέρες το χρόνο ήταν ελεύθερες... και δεν εξαιρούνταν από τις νηστείες ούτε οι άρρωστοι, ούτε οι γέροι, ούτε και τα μικρά παιδιά».

33. Για το τελευταίο αυτό έργο βλ. Εγκυλοπαίδεια: Πάπυρος Ααρούς - Μπριττάνικα, τομ. 58, σελ. 144.

34. Στην «Εισαγωγή» του, στο έργο Φιλόστρατου «Βίος Απολλώνιου Τυανέως» (Εκδ. «Πάπυρος», σελ. 9) ο Αλ. Φιλαδελφεύς - αναφερόμενος σ’ έναν άλλο μάντη και σοφό του αρχαίου κόσμου τον Απολλώνιο, γράφει τούτα τα πολύ ενδιαφέροντα για το συγκεκριμένο θέμα της θεοποίησης: «Επί χιλιετίας όλοι οι ημέτεροι πρόγονοι, οι τοσούτον αναπτύξαντες παν ότι σχετίζεται με το πνεύμα και την ψυχήν, επίστευον εις τα μαντεία και τους χρησμούς, των οποίων το κύρος ήτο ουχί μόνον πανελλήνιον, αλλά και παγκόσμιον κατά τους προχριστιανικούς χρόνους. Ενεκα πάντως τούτων των λόγων δικαίως ο Απολλώνιος εθεοποιήθη και ζων και αποθανών, διότι ενόσω μεν έζη απήλαυσε μεγάλων τιμών, μετά θάνατον δε ελατρεύθη ως ήρωας και ως άγιος».

35. βλ. Νέα Εγκυκλοπαίδεια «Πάπυρος Ααρούς - Μπριτάνι - κα», τομ. 31, σελ. 129.

36. βλ. Pierre Grimae: «Λεξικό της Ελληνικής και Ρωμαϊκής Μυθολογίας», σελ. 109.

37. βλ. Roberto Calasso: «Οι Γάμοι του Κάδμου και της Αρμονίας», Εκδ. «Γνώση», σελ. 428.

38. βλ. Ευριπίδη: «Βάκχες», στίχοι 1330 έως 1337. Επίσης σχόλιο του Ευριπίδου: «Τρώαδες - Βάκχαι - Φοίνισσαι» (Βιβλιοθήκη Αρχαίων Συγγραφέων, I. Ζαχαρόπουλος, σελ. 14).

39. Τα φυσικά φαινόμενα - οι αστραπές, οι βροντές, οι κινήσεις των αστεριών και του ήλιου κ.λ. - ήταν τα πρώτα πράγματα που προκάλεσαν τον φόβο στον άνθρωπο, ο οποίος και άρχισε να τα φαντάζεται με ανθρώπινη μορφή και να τα θεοποιεί. Το ίδιο έγινε με τις «δυνάμεις» που επηρέαζαν τις παραγωγές του, τα ποτάμια, τις θάλασσες, τις λίμνες κ.λ. καθώς επίσης και με τα αγαθά τα οποία έχει περισσότερη ανάγκη για να μπορεί να ζει τα δημητριακά, τους καρπούς, τα ζώα, τα σταφύλια (κλήμα) κ.λ. - που και αυτά τα θεοποίησε και, με την πάροδο του χρόνου, φρόνησε να τα ανθρωπομορφίσει (θεά Γη, Δήμητρα, Διόνυσο κ.λ.). Κάπως έτσι άρχισε να δημιουργείται η θρησκευτική σκέψη των πρώτων ανθρώπων. Αργότερα όμως οι αρχές αυτές της «δημιουργίας» θεϊκών δυνάμεων, και της λατρείας τους, υπεισήλθαν στον ίδιο τον άνθρωπο και τον μυστηριώδη κόσμο της ψυχής του και, βέβαια, στο ανεξήγητο (τότε) φαινόμενο του θανάτου του. Έτσι δημιουργήθηκαν οι ήρωες, οι δαίμονες του κάτω κόσμου, οι χθόνιοι θεοί (βλ. σχετικά: Fustel de Coulagnes: «Η Αρχαία Πόλη» Εκδ. «Ειρμός»), που αρχικά λατρεύονταν σε διάφορα ανοίγματα της γης (χαράδρες, τάφρους, σπηλιές κ.λ.) και, αργότερα, σε ιερά και ναούς, συνήθως δε σε μαντεία, που οικοδομούνταν εκεί κοντά. «Το γνωστό μαντείο στη Λεβαδιά», υπογραμμίζει ο καθηγητής Νικ. Πλάτων (βλ. «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους», Εκδοτική Αθηνών, τομ. Α', σελ. 251), «φαίνεται ότι ήταν ένας θολωτός τάφος». Ένας τάφος, θα έλεγε κανείς, ανάλογος ή και όμοιος με τους λαξευτούς τάφους που αποτελούσαν εκτεταμένα νεκροταφεία, σε όλα τα μυκηναϊκά κέντρα.

40. Ο καθηγητής του Πανεπιστημίου της Σορβόνης, Robert Flaceliere - στο βιβλίο του «Μάντεις και Μαντεία στην Αρχαία Ελλάδα» (I. Ζαχαρόπουλος, σελ. 35) - εξηγεί, αναφερόμενος και σε ένα άλλο ονομαστό μάντη της αρχαιότητας: «Ο Αμφιάραος και ο Τροφώνιος είναι πρόσωπα μυθικά, αλλά όπως οι ετοιμοθάνατοι είναι προικισμένοι με προφητικές ικανότητες (...). Όλοι οι νεκροί, κυρίως όσοι υπήρξαν ισχυροί και αγαθοί και έγιναν «ήρωες», γνωρίζουν το μέλλον και μπορούν να το αποκαλύπτουν».

41. βλ. H.W. Parke: «Ελληνικά Μαντεία», Εκδόσεις Μ. Καρδαμίτσα 1979, σελ. 1115.

42. βλ. Εγκυκλοπαίδεια ΔΟΜΗ, Εκδ. «Δομή», τόμ. 9ος, σελ. 287.

43. βλ. Εκδοτική Αθηνών: «Ελληνική Μυθολογία: Οι Ήρωες», τόμ. 3, σελ. 19.

44. Ο.π. σελ. 154.

45. «Με θεραπευτικές ιδιότητες» - σημειώνει ο Δ. Λυπουργής - (βλ. Ιστορία του Ελληνικού Εθνους, Εκδοτική Αθηνών, τομ. Γ2, σελ. 513), «ήταν προικισμένοι και ορισμένοι ήρωες - θεοί: οι Μελάμπους, ο Αμφιάραος, ο Τροφώνιος (η εγκοίμηση και η νηστεία ήταν τα βασικότερα στοιχεία στη θεραπευτική αγωγή που εφαρμοζόταν στα ιερά των δύο τελευταίων».

46. βλ. Ηροδότου: «Μούσαι», Βιβλιοθήκη Αρχαίων Συγγραφέων, I. Ζαχαρόπουλος, τόμ. Ο, σελ. 646 - 7.

47. βλ. Στράβωνος: Γεωγραφικά 9, Εκδ. «Κάκτος», σελ. 221, στίχ. 173.

48. Όλοι οι ειδικοί ερμηνευτές συμφωνούν ότι το μαντείο του Τροφωνίου μπορεί να μην ήταν το διασημότερο της Αρχαίας Ελλάδας (όπως για παράδειγμα των Δελφών ή της Δωδώνης) υπήρξε όμως το μακροβιότερο. Η δράση του αρχίζει, οπωσδήποτε, από τους αρχαϊκούς χρόνους και φτάνει μέχρι και τον 4ο μεταχριστιανικό αιώνα.

49. Για να κατανοήσουμε καλύτερα τη σημασία της μετεξέλιξης αυτής του Τροφωνίου - από χθόνια θεότητα που ήταν αρχικά («Χθόνιος Τροφώνιος»), σε θεό που έφερε το όνομα του επικεφαλής όλων των ουράνιων (Ολυμπίων) δυνάμεων («Τροφώνιος Δίας») - χρειάζεται να θυμηθούμε πρώτα το που αποσκοπούσαν οι τελετουργίες που οργανώνονταν από τις αρχαιότερες κοινωνίες των ανθρώπων για ορισμένους νεκρούς, ήρωες και χθόνιες θεότητες και στη συνέχεια, να αξιολογήσουμε τη μετατροπή που επέφεραν οι νεότερες τελετουργίες, εκείνες δηλαδή που καθιερώθηκαν, για τους «δώδεκα» του Ολύμπου. Η απόδοση, λοιπόν, τιμών στις χθόνιες θεότητες (με επικλήσεις, εξορκισμούς, θυσίες κ.λ.) είχαν ως αφετηρία τον φόβο, και σκόπευαν στον εξευμενισμό τους, για καλές παραγωγές ή για να μη συμβεί κάποιο κακό. Αντίθετα οι λατρευτικές εκδηλώσεις που γίνονταν για τους θεούς του Ολύμπου (τον Δία, τον Διόνυσο, τον Άρη, την Ήρα, την Αθηνά κ.λ.) απέβλεπαν στη δημοσιοποίηση (εκδήλωση) σεβασμού και ικανοποίησης, είχε δε ως βάση - όχι το φόβο για εκδίκηση αλλά - την αγάπη.

50. βλ. Ν. Παπαχατζή: Παυσανίου Ελλάδος Περιήγησις, «Βοιωτικά - Φωκικά», Εκδοτ. Αθηνών, σελ. 249, σημ. 4 και, πιο συγκεκριμένα, σελ. 251.

51. Για τον τρόπο που γινόταν η χρησμοδότηση στο μαντείο του Τροφωνίου, είχαν γράψει πολλοί συγγραφείς (βλ. Λουκιανό: Νεκρ. διάλ. 3,2 και Μεν. 22., Φιλόστρατος «Βίος Απολλώνιου Τυανέως» 8,19 Σχόλια στις «Νεφέλες» του Αριστοφάνη, στίχ. 508). Ομως εκείνος που έχει δώσει την πιο ολοκληρωμένη εικόνα της όλης προετοιμασίας και της κύριας διαδικασίας της χρησμοδότησης, ήταν ο Παυσανίας (βλ. «Βοιωτικά» κεφ. 39, παρ. 5 έως και 14. βλ. επίσης, αναλύσεις με εικόνες και σχεδιαγράμματα, Ν. Παπαχατζή: Παυσανίου Ελλάδος Περιηγήσεις «Βοιωτικά», Εκδ. Αθηνών, σελ. 244 έως 257). Με βάση όλα αυτά ο σπουδαίος φιλόλογος και καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Σορβόνης Robert Flace - liere (βλ. «Μάντεις και Μαντεία στην Αρχαία Ελλάδα». I. Ζαχαρόπουλος, σελ. 34), κάνει την παρακάτω μεστή, πολύ περιληπτική και ευκολονόητη περιγραφή, για το πως δίνονταν οι χρησμοί στο μαντείο της Λιβαδειάς. Αναφέρει: «Τελείως διαφορετική και μοναδική ήταν η μαντική μέθοδος που ήταν εν χρήση στη Λιβαδειά της Βοιωτίας, μέσα στο άντρο του Τροφωνίου... Το μαντείο του (λοιπόν αυτό) αποτελείτο από ένα σπήλαιο ή μάλλον από μια βαθιά χαράδρα στην πλαγιά του βουνού. Αυτό το άνοιγμα, κατά τα λεγάμενα του Παυσανία, ήταν ακριβώς τόσο φαρδύ, όσο αρκούσε να περάσει ένα ανθρώπινο σώμα. Ο επισκέπτης που κατόρθωνε να νικήσει το φόβο του υπόγειου ταξειδιού, ώφειλε πρώτα να προσφέρει πολλές θυσίες, κυρίως δε ένα μαύρο κριάρι. Τα σπλάχνα των θυμάτων έδειχναν στους ιερείς εάν ο Τροφώνιος θα εδέχετο ή όχι να δώσει χρησμό. Σε περίπτωση αποδοχής, ο πιστός ωδηγείτο από δύο νεαρά αγόρια στο ρυάκι της Ερκύνης, που έπλενε το σώμα του και «έκανε» εντριβή με λάδι: κατόπιν του έδιναν να πιει νερό από δύο πηγές, τη Λήθη και τη Μνημοσύνη. Μετά από αυτό κατέβαινε από μια σκάλα, έως το στόμιο της χαράδρας, κρατώντας σε κάθε χέρι ένα γλύκισμα με μέλι, που προωρίζετο, χωρίς αμφιβολία, για τα καταχθόνια τέρατα. Ξαφνικά χανόταν μέσα στο πιο βαθύ σημείο του άντρου, στο άδυτον, όπου ενόμιζε, από τα οράματα και τις φωνές, ότι του παρουσιάζετο ο Τροφώνιος. Ακολούθως ανέβαινε πάλι από τον ίδιο δρόμο ζαλισμένος (πλέον). Τελικά, καθισμένος πάνω στην έδρα της Μνημοσύνης, απαντούσε στους ιερείς, που τον ρωτούσαν τις εντυπώσεις του, τις οποίες (και) έπρεπε να γράψει, περιληπτικά, σε μια πλάκα».

52. βλ. Παυσανίου: «Βοιωτικά», κεφ. 39, παρ. 9.

53. βλ. Ν. Παπαχατζή: Παυσανίου Ελλάδος Περιήγησις: «Βοιωτικά - Φωκικά», Εκδοτ. Αθηνών, σελ. 254).

54. βλ. Αρχ. Αναλ. Αθηνών (1969), 228, 232, βλ. (επίσης) Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Λαρούς - Μπριττάνικα, τομ. 58, σελ. 144.

55. βλ. Ν. Παπαχατζή: Παυσανίου Ελλάδος Περιήγησις: «Βοιωτικά - Φωκικά», σελ. 249, σημ. 4.

56. Ο Γάλλος μεσαιωνολόγος Ruchon ισχυρίζεται ότι το κάστρο αυτό ήταν δημιούργημα των Φράγκων. Αντίθετα ο Άγγλος ιστορικός William Miller επιμένει ότι το κάστρο οικοδομήθηκε (μετά το 1311 μ.Χ.) από τους Καταναλανούς. Από τη μεριά του ο Θηβαίος ιστορικός Γ. Τσεβάς («Ιστορία των Θηβών και της Βοιωτίας») υποστηρίζει μια άλλη, θα έλεγε κανείς κάπως ενδιάμεση εκδοχή, σύμφωνα με την οποία το κάστρο είχε Βυζαντινή προέλευση, ολοκληρώθηκε δε αργότερα από τους Καταλανούς. Να σημειώσουμε εδώ ότι η Λιβαδειά, όπως και όλη η Βοιωτία, αλλά και η Φωκίδα, η Εύβοια και η Αττική, είχαν κατακτηθεί από τους Φράγκους περί το 1204, και βρισκόταν υπό την κατοχή τους για έναν και πλέον αιώνα. Όμως οι Φράγκοι έχασαν την κυριαρχία τους από τους Καταλανούς, οι οποίοι - μετά την αποτυχία τους να καταλάβουν την Κων/πολη και στη συνέχεια τη Θεσ/νίκη - στράφηκαν προς τη Στερεά Ελλάδα, όπου και (κατά τον Μάρτιο του 1311) νίκησαν τους Ενετούς (Φράγκους), στην περιοχή του Θούριου και της Χαιρώνειας (εκεί δηλαδή όπου αιώνες πριν - 388 π.Χ. - ο Μακεδόνας Φίλιππος Β' είχε λυγίσει τους Βοιωτούς και τους συμμάχους τους, τους Αθηναίους). Από την βορειοδυτική Κωπαΐδα οι Καταλανοί - μετά τη νίκη τους αυτή - κινήθηκαν νοτιότερα και έτσι κατάκτησαν τη Λιβαδειά, την Θήβα και την Αθήνα. «Τόσο κατά τη διάρκεια της μάχης όσο και κατά τη γενικότερη μεταβολή των κυριάρχων (Φράγκων - Καταλανών) οι Ελληνες έμειναν θεατές», σημειώνει με νόημα ο παραπάνω σπουδαίος ιστορικός William Miller (βλ. «Η Φραγκοκρατία στην Ελλάδα», Εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα, σελ. 287). Παρ’ όλα αυτά η εναλλαγή των κατακτητών προκάλεσε στους γηγενείς Έλληνες νέες συμφορές, τόσο γιατί με τους Φράγκους είχε βρεθεί κάποιο modus vivendi, όσο και διότι οι Καταλανοί ήταν άγριοι πολεμιστές, όπως φάνηκε και από τις καταστροφές που προκάλεσαν. «Όταν τα νέα για την συντριβή των Φράγκων από τους Καταλανούς στη βορειοδυτική Κωπαΐδα έφτασαν στη Θήβα», αναφέρει ο W. Miller, στον οποίο και ξαναγυρίζουμε (ο. π. σελ. 286), «οι κάτοικοι έφυγαν για το Νεγκροπόντε (όπως λεγόταν τότε η Χαλκίδα), όπου ήταν και ο βενετσιάνικος στόλος, εν αναμονή των τελικών εξελίξεων». Στη Λιβαδειά οι Καταλανοί μόλις μπήκαν άρχισαν «να βιάζουν και αρπάζουν, λεηλατούν και σκοτώνουν», ισχυρίζεται ο ημέτερος Δημ. Πάνου (βλ. «Οι Καταλανοί στη Βοιωτία», σελ. 51).

57. Αναφερόμενος στο άγαλμα αυτό του Τροφωνίου - το οποίο ο Παυσανίας το τοποθετεί ανάμεσα στις πηγές της Έρκυνας και στο Μαντείο - ο Ν. Παπαχατζής (ο. π. σελ. 254, σημ. 2) το χαρακτηρίζει ως «ξόανο αρχαιότροπο», θεωρεί δε ότι ήταν αφιέρωμα του ίδιου του καλλιτέχνη Δαίδαλου στο θεό Τροφώνιο.

58. βλ. Παυσανίου: «Βοιωτικά», κεφ. 4, παρ. 3.

59. βλ. Ν. Παπαχατζή: Παυσανίου Ελλάδος Περιήγησις, «Βοιωτικά - Φωκικά», Εκδοτική Αθηνών, σελ. 246.

60. Ο. π. σελ. 244 - 245 σημ. 4.
ΛΑΜΠΡΟΣ ΚΑΤΣΩΝΗΣ Τριμηνιαία Περιοδική Έκδοση Του Ομώνυμου Συλλόγου Λεβαδέων Αθήνα Έτος 11ο Αρ. Φύλλου 66 Ιανουάριος-Φεβρουάριος 1999


from ανεμουριον https://ift.tt/2Qf05R2
via IFTTT
Από το Blogger.