Η ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ ΕΚΦΡΑΣΗ ΣΤΗ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ ΤΗΣ ΥΣΤΕΡΗΣ ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑΣ

ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΚΟΛΩΝΑΣ | Η Μακεδονία στο τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα συγκεντρώνει τα μεγαλύτερα αστικά κέντρα στο χώρο Δυτικά της Κωνσταντινούπολης και ένα από τα σημαντικότερα εμπορικά λιμάνια στην Ανατολική Μεσόγειο. Οι πόλεις της Μακεδονίας, που διοικητικά υπάγονται στα δύο βιλαέτια της Θεσσαλονίκης και τον Μοναστηρίου, βρίσκονται σε ιδιαίτερα πλεονεκτική θέση να εκμεταλλευτούν τα αποτελέσματα των μεταρρυθμίσεων που επιχειρούνται στην οθωμανική αυτοκρατορία.

Η περίοδος της δυτικοποίησης στην οθωμανική αυτοκρατορία χαρακτηρίζεται από την αδυναμία της να ακολουθήσει την τεχνική και επιστημονική ανάπτυξη των δυτικών κρατών: παράλληλα ο συσχετισμός δυνάμεων και η μακρόχρονη αναμέτρηση με τη Δύση έκαναν έντονη την ανάγκη για μεταρρυθμίσεις και υιοθέτηση των θεσμών και των μεθόδων, που είχαν κάνει παντοδύναμες τις ευρωπαϊκές χώρες.

Το 1839 δημοσιεύεται το αυτοκρατορικό διάταγμα Χάτι σεριφ τον Γκιουλχανέ, που αποτελεί την πρώτη θεσμοθέτηση αυτών των μεταρρυθμίσεων (Tanzimat), οι οποίες επικυρώνονται και τίθενται σε ευρύτερη εφαρμογή το 1856 με τη θέσπιση ενός άλλου σημαντικού διατάγματος, γνωστού ως Χάτι χουμαγιούν.
Το Παρθεναγωγείο Κοζάνης (Αρχείο 4ης Εφορίας Νεωτέρων Μνημείων)
Το Ελληνικό Γυμνάσιο Θεσσαλονίκης (αρχείο Γ. Μέγα).
Η Ιωαννίδειος Αστική Σχολή Θεσσαλονίκης.

Οι μεταρρυθμίσεις που εκτείνονται σε όλα τα επίπεδα της κοινωνικής ζωής, την οργάνωση της διοικητικής και οικονομικής λειτουργίας, το θεσμικό, δικαστικό, στρατιωτικό και κοινωνικό πλαίσιο, αποσκοπούν στον εκσυγχρονισμό τον κρατικού μηχανισμού στη δυτικοποίηση της κοινωνίας και στην απαλλαγή της νομοθεσίας και της παιδείας από το θρησκευτικό νόμοι.
Το Μαράσλειο Λύκειο (αρχαίο Γ. Μέγα)

Βασικός άξονας των μεταρρυθμίσεων είναι η χορήγηση ίσων δικαιωμάτων σε όλους τους κατοίκους της αυτοκρατορίας, ανεξάρτητα από το θρήσκευμα και την εθνικότητά τους, συγκεκριμένα, παραχώρηση σ' αυτούς τον δικαιώματος κυριότητας και διάθεσης ακίνητης περιουσίας εντός των ορίων της αυτοκρατορίας.
Σχέδιο του Λύσανδρου Καυταντζόγλου για το ελληνικό παρθεναγωγείο Μοναστηρίου.

Η εξίσωση των εθνικών θρησκευτικών μειονοτήτων με το μουσουλμανικό στοιχείο, η προστασία της τιμής και της περιουσίας των μελών τους, καθώς και η μεγαλύτερη ετοιμότητα αποδοχής εκ μέρους τους της δυτικοποίησης που επιχειρείται στο πλαίσιο των Tanzimat, τις τοποθετεί σε πλεονεκτική θέση.
Παπάφειο Ορφανοτροφείο (Αρχείο Γ. Μέγα)

Οι κοινότητες ως φορείς ευρωπαϊκών ιδεών και εξαιτίας των στενών σχέσεων με ομοεθνείς κοινότητες στις δυτικές χώρες, γνωρίζουν τον τρόπο εκμετάλλευσης των νέων οικονομικών συνθηκών και πρωτοστατούν στην εισαγωγή νέων προτύπων στους τομείς της εκπαίδευσης, της παροχής κοινωνικών υπηρεσιών και της κοινοτικής οργάνωσης και προγραμματισμού.
Η Μοδέστειος σχολή στο Πισωδέρι. (Αρχείο Μουσείου Μακεδονικού Αγώνα).

Παράλληλα, με γρήγορους ρυθμούς αυξάνεται ο αριθμός των υπηκόων και των προστατευόμενων των ευρωπαϊκών χωρών στην αυτοκρατορία. Σ' αυτό συντελεί η έλευση ανωτάτων κρατικών λειτουργών που συμμετέχουν στη διαδικασία τον εκσυγχρονισμού (νομομαθών, στρατιωτικών, εκπαιδευτικών), τεχνικών (μηχανικών και αρχιτεκτόνων), αλλά και πλήθους υπαλλήλων που επανδρώνούν τις διάφορες εταιρείες και οργανισμούς που ιδρύονται με την υποστήριξη ξένων κεφαλαιούχων και πιστωτικών ιδρυμάτων.
Το ελληνικό παρθεναγωγείο Μοναστηρίου, όπως τελικά πραγματοποιήθηκε (Αρχείο Μουσείο Μακεδονικού Αγώνα).

Επίσης, η εισαγωγή ξένης τεχνολογίας και τεχνογνωσίας, η ίδρυση τεχνικών λυκείων και τεχνικών στρατιωτικών σχολών, η ίδρυση της Σχολής Καλών Τεχνών και η θέσπιση νέων οικοδομικών κανονισμών, δημιουργούν τις προϋποθέσεις για μια σειρά επεμβάσεων που αποβλέπουν στον εκσυγχρονισμό της λειτουργίας των πόλεων και την κατασκευή ενός δικτύου νέων κτιριακών τύπων που έρχονται να καλύψουν νέες λειτουργικές και στεγαστικές ανάγκες.
Η Κεντρική Αστική Σχολή Κρουσόβου (Αρχείο Μουσείου Μακεδονικού Αγώνα).

Οι επεμβάσεις αυτές συνοψίζονται στη χάραξη και διάνοιξη οδικών αρτηριών, στην κατασκευή σιδηροδρομικών δικτύων και σταθμών, στην κατασκευή λιμανιών, στη δημιουργία δικτύων υποδομής και αστικών εξυπηρετήσεων και τέλος στις επεκτάσεις και τις δυνατότητες επανασχεδιασμού του πολεοδομικού ιστού. Συγκεκριμένα, από το 1874 ως το 1896 ολοκληρώνεται η σιδηροδρομική σύνδεση της Θεσσαλονίκης με το Βελιγράδι, το Μοναστήρι και την Κωνσταντινούπολη, ενώ το 1896 αρχίζει στη Θεσσαλονίκη και η κατασκευή τον λιμανιού από την «Εταιρεία Κατασκευής και Εκμετάλλευσης τον Λιμένα Θεσσαλονίκης», καθώς και η αναμόρφωση της γύρω περιοχής ως βασική λειτουργική του επέκταση. Η εγκατάσταση δημοτικής αρχής στα μεγάλα αστικά κέντρα από το 1869 και μετά πρωτοστατεί στην προσπάθεια του εκσυγχρονισμού φροντίζοντας για την καθαριότητα, την ασφάλεια και τον εξωραϊσμό των πόλεων. Ιδρύει υπηρεσίες οδικής καθαριότητας, δημοσίου φωτισμού και ασχολείται με την επίστρωση και συντήρηση των δρόμων, την κατασκευή πεζοδρομίων και τη δενδροφύτευση κεντρικών αρτηριών. Παράλληλα, εννοούνται οι επεκτάσεις εκτός των τειχών (Θεσσαλονίκη, Καβάλα) ενώ οι συχνές πυρκαγιές που πλήττουν τα ιστορικά κέντρα των πόλεων (Μοναστήρι, Θεσσαλονίκη, Σέρρες, Βέροια) δίνουν την ευκαιρία για τον επανασχεδιασμό του καμένου τμήματος και την εφαρμογή πλήρους πολεοδομικού σχεδίου. 'Οσον αφορά τους νέους κτιριακούς τύπους που συναντούμε στα μεγάλα αστικά κέντρα, και ιδιαίτερα τα δημόσια κτίρια, θα μπορούσαμε να τα χαρακτηρίσουμε ως επαναστατικά, τόσο ως προς το βαθμό απαλλαγής τους από προηγούμενους τύπους και μορφές, όσο και ως προς τη νέα σχέση μεγέθους, κλίμακας και ένταξης στο αστικό τοπίο. Τα κτίρια που οφείλονται στην κρατική πρωτοβουλία αντικατοπτρίζουν το νέο πνεύμα της δημόσιας διοίκησης και τις αυξημένες ανάγκες για τη στέγαση ενός πλήθους υπηρεσιών και οργανισμών που δημιουργούνται ή αναμορφώνονται. Η παιδεία απελευθερωμένη από το νόμο του Κορανίου εκσυγχρονίζεται. Το κράτος ιδρύει τα πρώτα « ρουσδίε», σχολεία δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, ενώ τα «ιδαδιέ», μέσες προπαρασκευαστικές σχολές, αποτελούν πρότυπα εκπαιδευτικά ιδρύματα στις μεγάλες πόλεις της αυτοκρατορίας. Στη Θεσσαλονίκη, το Διοικητήριο (1891), το Αυτοκρατορικό Λύκειο (1887), το Στρατηγείο (1903), το Δημοτικό Νοσοκομείο (1902), το Τελωνείο (1911), στο Μοναστήρι το Διοικητήριο και η Αυτοκρατορική Τεχνική Σχολή, τα Διοικητήρια των Σερρών και της Βέροιας, το νοσοκομείο της Δράμας αποτελούν δείγματα της βούλησης τον κράτους και της δημοτικής αρχής για μια διαφορετική αντιμετώπιση της αρχιτεκτονικής των δημοσίων κτιρίων. Κι όπως αναφέρει ο G. F. Abbott στα 1903, πολλά από «αυτά τα κτίρια είναι τελείως μοντέρνα και δεν έχουν κανένα τουρκικό χαρακτηριστικό». Οι αλλοεθνείς κοινότητες, σε μια προσπάθεια επικράτησης και ανταγωνισμού στον ευρύτερο χώρο της Μακεδονίας, διεκδικούν μεγαλύτερες οικονομικές ενισχύσεις από τις μητροπόλεις τους και προχωρούν στην ανέγερση των δικών τους ιδρυμάτων με σκοπό την προβολή της παρουσίας τους και την αύξηση της επιρροής τους στις πόλεις, αλλά και την ενδοχώρα. Κύριο μέλημά τους, εκτός από την ίδρυση εκκλησιών, είναι η ανέγερση σχολείων, νοσοκομείων, ορφανοτροφείων και διοικητικών κτιρίων. Απελευθερωμένα από τους οικοδομικούς περιορισμούς που επέβαλαν οι παλαιοί οθωμανικοί κώδικες, τα κτίρια αυτά υψώνονται σε όλες τις πόλεις ανεξάρτητα από τα θρησκευτικά ή πνευματικά κέντρα κάθε κοινότητας. Ιδιαίτερος ζήλος καταβάλλεται για την ανέγερση σχολείων, όπου κάθε κοινότητα, μέσα από τα εκπαιδευτικά προγράμματα και την επιλογή της βασικής γλώσσας διδασκαλίας, επιθυμεί να δηλώσει την εξάρτησή της από κάποιο δόγμα, ή την αντίθεσή της προς τα σχολεία τον οθωμανικού δημοσίου και των άλλων κοινοτήτων. 'Ολες όμως ανεξαιρέτως έχουν ως κύρια φροντίδα τους την εγκατάσταση των σχολείων σε νεόδμητα κτίρια, που εκπληρούν όλους τους σύγχρονους για την εποχή κανόνες της σχολικής υγιεινής. Τα σημαντικότερα από τα εκπαιδευτικά ιδρύματα που οφείλονται σε πρωτοβουλία των ελληνικών κοινοτήτων της Μακεδονίας, αλλά και σε κληροδοτήματα Ελλήνων ευεργετών και για τα οποία διαθέτουμε εικονογραφικό υλικό είναι τα ακόλουθα. Στη Θεσσαλονίκη, το Ελληνικό Γυμνάσιο (1893) σε σχέδια του Κ. Κοκκινάκη, η Ιωαννίδειος Αστική σχολή (1908), η Κεντρική Αστική Σχολή (1908) σε σχέδια τον Β. Παιονίδη, το Μαράσλειο Λύκειο (1904) σε σχέδια τον Απ. Γρεκού, η Αστική σχολή Αναλήψεως (1910) και το Παπάφειο Ορφανοτροφείο (1893-1903) σε σχέδια τον Ξ. Παιονίδη. Στο Μοναστήρι, η Κεντρική Αστική Σχολή και το ελληνικό παρθεναγωγείο, στο Κρούσοβο επίσης Κεντρική Σχολή (1901) και παρθεναγωγείο, στο Πισοδέρι η Μοδέστειος Ελληνική Σχολή Θηλέων, τα Εκπαιδευτήρια της Φλώρινας, το Βαλταδώρειον Γνμνάσιον (θεμ. 1899) και το Δρίζειον Παρθεναγωγείον (1911-1914) στην Κοζάνη, το ημιγυμνάσιο της Βέροιας, στη Νάουσα το Σεφέρτζειον (1897) και η ελληνική σχολή που θεμελιώθηκε το 1911 σε σχέδια τον Απ. Γρεκού, το Τραμπάτζειον Γυμνάσιον (1888) στη Σιάτιστα, η αστική σχολή Ζουπανίου (Πενταλόφου) που κτίζεται στα 1910-1911, το Θωμαΐδειον Διδακτήριον και το Μουσίκειον Παρθεναγωγείον στη Βλάστη, το Γυμνάσιο και το Οικοτροφείο Τσοτυλίου (1873), τα ελληνικά σχολεία της Νιζόπολης, τα Τσούφλια εκπαιδευτήρια στη Γευγελή (1889), τα ελληνικά σχολεία Λιτοχώρου (1907), Κατερίνης (1906), Γουμένισσας (1894) και Λαγκαδά (1911), το τελευταίο σε σχέδια του Παιονίδη, το ημιγυμνάσιο Στρώμνιτσας, το ημιγυμνάσιο και η Αστική Σχολή Μελενίκου, τα εκπαιδευτήρια της Τζουμαγιάς (Ηράκλειας), της Νιγρίτας (1904), του Παππά (1906) και της Προσοτσάνης το ελληνικό παρθεναγωγείο Σερρών, τα εκπαιδευτήρια της ορθοδόξου ελληνικής κοινότητας Δράμας (1909-11), το Αναγνωστήριο της Χωριστής, το σχολείο του Δοξάτου και τα σχολεία Πολυγύρου (1909), Ορμυλίων και Βασιλικών που εντάσσονται στο ευρύτερο πρόγραμμα του μητροπολίτη Χαλκιδικής Ειρηναίου για την ανέγερση σειράς διδακτηρίων στη Χαλκιδική, σύμφωνα με σχέδια τον εκ Κασσανδρείας αρχιτέκτονα Παιονίδη. Η πνευματική κίνηση είναι έντονη και το έργο των εκπαιδευτηρίων συμπληρώνουν και ενισχύουν οι διάφοροι σύλλογοι και όμιλοι, οι εφημερίδες που κυκλοφορούν σε διάφορες γλώσσες και οι λέσχες που πληθαίνουν και αποτελούν τόπους συνάθροισης της ελίτ του πνεύματος και των επιχειρήσεων. Γνωστότερες ανάμεσά τους, η Ελληνική Λέσχη Μοναστηρίου (1908-12) και η Νέα Λέσχη Καβάλας που κτίστηκε το 1909 σε σχέδια του αρχιτέκτονα Απ. Γρεκού (1907-13). Εκτός από τα εκπαιδευτικά ιδρύματα, ένας νέος κτιριακός τύπος που συναντούμε για πρώτη φορά σε πόλεις της Μακεδονίας είναι αυτός τον νοσοκομείου. Ας σημειωθεί ότι και στη Δύση η τυπολογία των νοσοκομείων, όπως και των σχολείων, εξελίσσεται και εξειδικεύεται για να ανταποκριθεί στις νέες αντιλήψεις για τις συνθήκες νοσηλείας και εκπαίδευσης και εξοπλίζεται με ό,τι απαιτούν οι σύγχρονες επιστημονικές προδιαγραφές. Σε πρωτοβουλία των ελληνικών κοινοτήτων οφείλονται τρία από τα σημαντικότερα νοσοκομεία της Μακεδονίας: το Θεαγένειο νοσοκομείο Θεσσαλονίκης που κτίστηκε στα 1892 σε σχέδια τον Ε. Τσίλλερ, και τα ελληνικά νοσοκομεία Μοναστηρίου και Σερρών (1885-15). Οι ορθόδοξοι ναοί που κτίζονται την εποχή αυτή δεν παράγουν νέες τυπολογίες. Ωστόσο επωφελούνται από την κατάργηση των δεσμευτικών οικοδομικών διατάξεων που ίσχυαν πριν από τις Tanzimat και υψώνονται σε περίοπτες θέσεις τόσο μέσα στον παραδοσιακό πυρήνα όσο και στις επεκτάσεις των πόλεων και τις νέες συνοικίες. Παράλληλα, απομακρύνονται από τον κλασικό τύπο της ξυλόστεγης βασιλικής των χρόνων της Τουρκοκρατίας και ακολουθούν πρότυπα λόγιας αρχιτεκτονικής στη διαμόρφωση των όψεών τους . Ενδεικτικάθ' αναφέρουμε, στη Θεσσαλονίκη τον 'Αγιο Νικόλαο τον Τρανό, το μητροπολιτικό ναό του Γρηγορίου του Παλαμά (1891-1914) σε σχέδια των Ε. Τσίλλερ και Ξ. Παιονίδη και τους Ι.Ν. Αγίας Τριάδας (1889), Αναλήψεως (θεμ. 1894) και Αγίας Παρασκευής (θεμ. 1897-16). Επίσης τον 'Αγιο Γεώργιο στην Κορυτσά, την Αγία Τριάδα στη Γευγελή (1908-17, τον Ι.Ν. των Εισοδίων της Θεοτόκου στη Χωριστή (1906), τον ΕΝ Ευαγγελίστριας στο Σιδηρόκαστρο (1907)19, τον 'Αγιο Αθανάσιο στην Πεντάπολη (1911) και τον 'Αγιο Παύλο στην Καβάλα (θεμ. 1905). Στο σημείο αυτό θα πρέπει να γίνει ιδιαίτερη μνεία για τα Μητροπολιτικά μέγαρα που ανεγείρονται σε διάφορες πόλεις της Μακεδονίας και αποτελούν μαζί με τους ναούς και τα σχολεία έναν από τους πνευματικούς πυρήνες των ελληνικών κοινοτήτων. Σημαντικότερα από αυτά ήταν τα μητροπολιτικά μέγαρα Φλώρινας και Θεσσαλονίκης. Το τελευταίο μάλιστα, κτισμένο στα 1892 σε σχέδια τον Ερ. Τσίλλερ, αποτελούσε μαζί με το μητροπολιτικό ναό και το ελληνικό προξενείο την τριλογία των αρχιτεκτονικών έργων τον Γερμανού αρχιτέκτονα στη Θεσσαλονίκη. Ο 19ος είναι ο κατ' εξοχήν αιώνας των κρατικών, δημοτικών, κοινοτικών, αλλά και ιδιωτικών δημοσίων κτιρίων. Τράπεζες, εμπορικές στοές, εργοστάσια, ξενοδοχεία και μεγάλα καταστήματα είναι οι ναοί τον νέου πολιτισμού που υπακούει στους νόμους της μεταπρατικής κοινωνίας. Η λειτουργία τους υπαγορεύει την εισαγωγή νέων τεχνικών και η χρήση τον μετάλλου στην κατασκευή γενικεύεται. Καινούργιες τυπολογίες διαμορφώνονται και σύγχρονα αρχιτεκτονικά ρεύματα από την Ευρώπη έρχονται να καλύψουν τις όψεις των νέων κτιρίων εκφράζοντας μέσα από την ποικιλία των μορφολογικών εκδοχών που προσφέρουν, τη σημασία του νεωτεριστικού τους ρόλου. Τα δραστήρια μέλη των ελληνικών κοινοτήτων πρωτοστατούν στη διαδικασία του κτιριολογικού εκσυγχρονισμού και διακρίνονται και στον ιδιωτικό τομέα ανεγείροντας μερικά από τα σπουδαιότερα κτίρια της εποχής. Αναφέρουμε ενδεικτικά τις στοές Κύρτση και Τουρπάλη, το ξενοδοχείο Splendid Palace τον Κ. Ρώμπαπα (1908) και το Ζυθοποιείο Νάουσα των αδελφών Γεωργιάδη (1912) στη Θεσσαλονίκη, το κτίριο της Οθωμανικής Τράπεζας στο Μοναστήρι, τα βαμβακοκλωστήρια των Λόγγου-Κύρτση-Τουρπάλη (1874) και Μπίλη-Τσίτση (1891) στη Νάουσα και το νηματουργείο Γρ. Τσίτση και Σία στην ‘Εδεσσα. Σύγχρονη είναι και η ανέγερση μιας σειράς πολυτελών επαύλεων στα μεγαλύτερα αστικά κέντρα της Μακεδονίας που αναδεικνύουν τη συμμετοχή των ελληνικών κοινοτήτων στην ανανέωση των τύπων και των μορφών στον τομέα της κατοικίας. Στη Θεσσαλονίκη ιδιαίτερα, και κατά μήκος της λεωφόρου των Εξοχών, κεντρικού άξονα της νεοσύστατης συνοικίας Χαμηδιέ, μπορεί κανείς να παρατηρήσει τις κατοικίες επιφανών μελών της ελληνικής κοινότητας, αποκλειστικά σχεδόν σε σχέδια τον Ξ. Παιονίδη (οικίες Χρ. Γεωργιάδη, Περ. Χατζηλαζάρου). Η εισαγωγή ξένων ρυθμών και η χρησιμοποίησή τους στην αρχιτεκτονική των δημοσίων κτιρίων ήταν, ήδη από τα μέσα τον 18ου αιώνα δείγμα πολιτικής αναγκαιότητας για την οθωμανική ηγεσία. Ο γαλλικός κλασικισμός ήταν ο ρυθμός που έδωσε τα πρώτα μορφολογικά πρότυπα στη νεότερη αρχιτεκτονική της Κωνσταντινούπολης και διαμόρφωσε το γνωστό τουρκομπαρόκ στιλ, με κύριο χαρακτηριστικό την υπερβολική χρήση της καμπύλης και του διακόσμου. Το τουρκομπαρόκ θ’ αποτελέσει μία από τις πηγές έμπνευσης του εκλεκτισμού που εισάγεται και χρησιμοποιείται ευρύτατα στο οθωμανικό κράτος στην πορεία τον εκσυγχρονισμού του. Ο εκλεκτισμός, στην περίπτωση αυτή, δεν αντιπαρατίθεται στο ρομαντικό κλασικισμό ή τις άκαμπτες μορφές τον ιστορισμού, στενά συνδεδεμένου με την ιστορική ακρίβεια και την αναπαράσταση του παρελθόντος, αλλά χρησιμοποιείται στη διαμόρφωση του κελύφους νέων κτιριακών τύπων, σε σύμπνοια με την αρχιτεκτονική επικαιρότητα και την αντίθεση προς την προηγούμενη «παραδοσιακή» μορφολογία. Σύμφωνα με τον ορισμό τον εκλεκτισμού, συνθετικές αρχές, αρχιτεκτονικά στοιχεία και διάκοσμος, που ιστορικά ανήκουν σε διαφορετικές εποχές και διαφορετικά είδη κτιρίων, μεταφέρονται και συνυπάρχουν σε νέους τύπους, όπου αλληλοεπιδρούν, ομογενοποιούνται και αφομοιώνονται τελικά σ' ένα ενιαίο σύνολο, ιδιαίτερης συμβολικής αξίας, ενταγμένο στο νέο πρόγραμμα και αντιπροσωπευτικό της εποχής και του φορέα που το παρήγαγε. Στον ευρύτερο χώρο της Μακεδονίας, ο εκλεκτισμός αποτελεί μία τομή με τη μεταβυζαντινή αρχιτεκτονική παράδοση, ενώ οι μορφές που προτείνει ανάγονται σε τύπους κτιρίων που πρωτοεμφανίζονται στις μεγάλες πόλεις ως απόρροια των διοικητικών μεταρρυθμίσεων και του πολεοδομικού εκσυγχρονισμού. Τα δημόσια κτίρια, τόσο του οθωμανικού Δημοσίου, όσο και των ελληνικών κοινοτήτων, ως οι πλέον δραστήριες και δημιουργικές στην παραγωγή αρχιτεκτονικού έργου, εντάσσονται ισότιμα στα ευρύτερα πλαίσια τον εκλεκτισμού και παρουσιάζουν κοινά χαρακτηριστικά όσον αφορά την αρχιτεκτονική σύνθεση, δηλ. μια αυστηρή συμμετρία ως προς κεντρικούς και πλάγιους άξονες οι οποίοι συντελούν στην ιεράρχηση των όψεων και την κλιμάκωση των όγκων. Οι όψεις τους ορίζονται από μία δυναμική εναλλαγή πρωτευόντων και δευτερευόντων στοιχείων, δηλ. στοιχείων που έχουν άμεση σχέση με τη δομή του κτιρίου και την αρχιτεκτονική σύνθεση (ανοίγματα, κλιμακοστάσια, υποστυλώματα, εξώστες, απολήξεις, εσοχές και προεξοχές) και στοιχείων που αρθρώνονται στα προηγούμενα, και τα οποία οι αρχιτέκτονες χειρίζονται με μεγαλύτερη ελευθερία (πλαίσια ανοιγμάτων, υπέρθυρα, αετώματα, διαχωριστικές ταινίες, γείσα). Η σημασία των δευτερευόντων στοιχείων εξαρτάται από το βαθμό συμμετοχής τους στη μορφολογική οργάνωση της όψης και στις ρυθμολογικές εναλλαγές των κενών και των πληρών, αλλά και από το σύστημα αναφοράς από το οποίο προέρχονται, καθώς οι αρχιτέκτονες φροντίζουν να αποδώσουν, μέσα από τις επιλεκτικές δυνατότητες του εκλεκτισμού την ιδιαίτερη ταυτότητα κάθε φορέα εξουσίας, δημόσιου ή ιδιωτικού. 'Ετσι στα κτίρια του οθωμανικού Δημοσίου τα μπαρόκ αετώματα στον άξονα της εισόδου δεν προβάλλουν τον ιδιαίτερο χαρακτήρα των κτιρίων, αλλά πιστοποιούν τη μορφολογική ενοποίηση που επιλέγουν οι δημόσιοι φορείς για την καταξίωση της αναμορφωμένης παρουσίας τους στα πλαίσια ενός συνταγματικού κράτους, σε συσχετισμό πάντοτε με τη Δύση και την αρχιτεκτονική επικαιρότητα. Αντίστοιχα, ο όψιμος νεοκλασικισμός που υιοθετείται στα περισσότερα από τα κτίρια των ελληνικών κοινοτήτων, με τη συγκεκριμένη αρχιτεκτονική έκφραση υπογραμμίζει τις καταβολές των ελληνικών κοινοτήτων και ενισχύει τη συμβολική αξία του κτιρίου. Αν η τυπολογία σε όλα σχεδόν τα κτίρια της εποχής είναι κοινή (συμμετρική κάτοψη, τριμερής κατανομή του όγκου, κεντρικός ή πλάγιοι άξονες), το μορφολογικό λεξιλόγιο που χρησιμοποιείται στα κτίρια της ελληνικής κοινότητας, με δάνεια από τους κλασικούς ρυθμούς και την αναγέννηση (ιωνικοί κίονες και ψευδοκίονες, τριγωνικά αετώματα, παραστάδες, φουρούσια, γεισίποδες, ακροκέραμα και μπαλουστράδες), διαφοροποιεί έντονα τα κτίρια αυτά από τις υπόλοιπες μορφολογικές εκδοχές της αρχιτεκτονικής της πόλης: την υπάρχουσα δηλ. μεταβυζαντινή «παραδοσιακή» αρχιτεκτονική, το νεομπαρόκ εκλεκτισμό των κτιρίων του τουρκικού Δημοσίου, αλλά και τις μορφολογικές επιλογές των άλλων κοινοτήτων. Μέσα από την υιοθέτηση προτύπων από τη σύγχρονη νεοελληνική αρχιτεκτονική τα κτίρια αυτά. προσφέρουν στις πολυάριθμες ελληνικές κοινότητες, εκτός από την ελπίδα και τη δυνατότητα σύνδεσης με το ένδοξο παρελθόν της φυλής, την καταξίωσή τους στην πολυεθνική κοινωνία των μεγάλων αστικών κέντρων. Παράλληλα όμως είναι η πρώτη φορά που δίνεται τόση προσοχή στη λειτουργικότητα του κτιρίου, μέσα στα πλαίσια βέβαια των γενικών συνθετικών αρχών της αρχιτεκτονικής του 19ου αιώνα και της συμμετρίας που επιβάλλουν στην κάτοψη. Για πρώτη φορά χρησιμοποιούνται ειδικά κτίρια για τη στέγαση των σχολείων, ενώ οι τύποι του προγράμματος Καλλία που εφαρμόζονται από το 1898 στα διδακτήρια του ελληνικού κράτους επηρεάζουν σταδιακά την τυπολογία στα σχολικά κτίρια ολόκληρης της ελληνικής επικράτειας. Πρόκειται για νεοκλασικά κτίρια με μία, δύο, τέσσερις και έξι τάξεις αντίστοιχα. Παρά το ότι η κάτοψη δεν έχει αυστηρή συμμετρία, η όψη εμφανίζεται οργανωμένη ως προς κεντρικόν άξονα, με αέτωμα, στέγη, προστώο ή στοά, ανάλογα με το μέγεθος του σχολείου-τύπου. «Η Ελλάς απ' άκρον εις άκρον θα κοσμείται δια σχολείων τελειοτάτων, τόσον υπό την άποψιν της υγιεινής και της παιδαγωγικής, όσον και υπό την άποψιν της εξωτερικής αυτής Ελληνικής Αρχιτεκτονικής, απλής και απέριττου, αλλά χαριεστάτης και λίαν προσφιλούς δια σχολεία...», αναφέρει στα 1898 ο ποιητής Γ. Δροσίνης. Αρκετά από τα νέα σχολικά κτίρια που κτίζονται στη Μακεδονία μετά το 1898 είναι φανερά επηρεασμένα από τα σχολεία του Καλλία και ιδιαίτερα αυτά που το μέγεθός τους επέτρεπε μια μεγαλύτερη προσαρμογή στον αντίστοιχο κτιριακό τύπο (σχολεία Πενταλόφου, Στρώμνιτσας, Τζουμαγιάς, Νιζόπολης, Μουσίκειο Παρθεναγωγείο Βλάστης). Στην πλειοψηφία τους όμως τα σχολεία των ελληνικών κοινοτήτων είναι κτίρια μεγάλης κλίμακας και μόνον αφετηρίες ως προς τη διαμόρφωση των όψεων θα μπορούσε ν' αναζητήσει κανείς στους τύπους τον Καλλία. Το Αρσάκειο (1846) και το Τοσίτσειο (1858), έργα τον Θεσσαλονικέα αρχιτέκτονα Λύσανδρου Καυταντζόγλου (18111883), είναι αυτά που λειτούργησαν ως βασικά αρχέτυπα για την ερμηνεία των κλασικών ρυθμών σε πολλά από τα σχολικά κτίρια της περιόδου που εξετάζουμε (Μαράσλειο λύκειο, Ιωαννίδειος Αστική Σχολή, σχολείο Νιγρίτας κ.α.). 'Αλλωστε από τα τελευταία έργα του ιδίου τον Καυταντζόγλου ήταν τα σχέδια για το Παρθεναγωγείο τον Μοναστηρίου (1881)32. Τα σχέδια δεν πραγματοποιήθηκαν, πιστοποιούν ωστόσο τη στενή επαφή των ελληνικών κοινοτήτων με την αρχιτεκτονική επικαιρότητα και τα τεκταινόμενα στο ελληνικό κράτος. Αλλά και ο Τσίλλερ, συνεργάτης τον Καυταντζόγλου στο Τοσίτσειο εργάζεται στη Θεσσαλονίκη, όπου αναλαμβάνει την οικοδόμηση των κτιρίων της ελληνικής κοινότητας μετά την πυρκαγιά τον 1890 (Μητροπολιτικός ναός, ελληνικό προξενείο, μητροπολιτικό μέγαρο, Θεαγένειο νοσοκομείο).
Άποψη της Νιζόπολης, όπου διακρίνεται το ελληνικό σχολείο και η εκκλησία (Αρχείο Γ. Μέγα).

Ο Τσίλλερ ο οποίος έχει σφραγίσει με την παρουσία του τη νεοελληνική αρχιτεκτονική του τελευταίου τετάρτου του 19ου αιώνα, εισάγει το νεοκλασικισμό στη Θεσσαλονίκη, όπου συνεργάζεται με το νεαρό τότε Ξ. Παιονίδη που μόλις έχει τελειώσει τις σπουδές του στο Μόναχο. Ο Παιονίδης έχει λοιπόν όλα τα εχέγγυα να καταστεί σε σύντομο χρονικό διάστημα ο επίσημος αρχιτέκτων της ελληνικής κοινότητας. Συναγωνίζεται τον κατά πολύ μεγαλύτερό του και ήδη καταξιωμένο αρχιτέκτονα Βιταλιάνο Ποζέλλι, εφόσον κτίζει για το οθωμανικό Δημόσιο τα Διοικητήρια Σερρών και Μοναστηρίου, ενώ η ειδησεογραφία της εποχής τον θέλει αρχιτέκτονα όλων των ελληνικών σχολικών κτιρίων κατά τα τελευταία χρόνια της Τουρκοκρατίας.
Το ημιγυμνάσιο Βέροιας.

Ο Απόστολος Γρεκός, απόφοιτος της Ecole Speciale στο Παρίσι (1900) είναι ο νεότερος από τους αρχιτέκτονες που ασχολούνται με το σχεδιασμό σχολικών κτιρίων και ακολουθεί χωρίς ιδιαίτερες παρεκκλίσεις την πορεία εφαρμογής του όψιμού αθηναϊκού νεοκλασικισμού, ένα νεοκλασικισμό δηλαδή λιγότερο άκαμπτο και με έντονα τα νεοαναγεννησιακά στοιχεία, ακόμη και σε κτίρια με τελείως διαφορετική λειτουργία (Νέα Λέσχη, Ζυθοποιείο Νάουσα).

Η Αστική Σχολή Μελενίκου (Αρχείο Μουσείου Μακεδονικού Αγώνα).

Εκτός από τα εκπαιδευτικά ιδρύματα, οι ελληνικές κοινότητες δίνουν ιδιαίτερη σημασία στην οικοδόμηση δικών τους νοσοκομείων, ακολουθώντας το παράδειγμα του οθωμανικού Δημοσίου, αλλά και των διαφόρων άλλων κοινοτήτων και θρησκευτικών αποστολών στα μεγάλα αστικά κέντρα της Μακεδονίας. Οι αρχιτέκτονες, στην προσπάθειά τους να ανταποκριθούν στις νέες απαιτήσεις περί υγιεινής, υιοθετούν τον τύπο του νοσοκομείου με πτέρυγες ή περίπτερα. Αυτό αποτελεί μία καινοτομία του 19ου αιώνα με στόχο τη μείωση του δείκτη μετάδοσης των μολυσματικών ασθενειών.
Εκπαιδευτήριο της ελληνικής κοινότητας Δράμας.

Η διάταξη των χώρων νοσηλείας λαμβάνει για πρώτη φορά υπ' όψη της τις σωστές συνθήκες ηλιασμού και αερισμού και ο εξοπλισμός τους θεωρείται πρωτοποριακός για την εποχή του (χειρουργείο, απολυμαντικός κλίβανος). Ωστόσο δεν λείπει η φροντίδα για τις επιμελημένες προσόψεις και τις διακοσμητικές λεπτομέρειες· τα νοσοκομεία δεν παύουν να είναι δημόσια κτίρια και να αντικατοπτρίζουν τις αρχές του εκλεκτισμού, στα ευρύτατα όρια του οποίου κινούνται όλες οι επιλογές των αρχιτεκτόνων.
Εκπαιδευτήριο της ελληνικής κοινότητας Δράμας.

Στο χώρο της εκκλησιαστικής αρχιτεκτονικής τα πράγματα είναι διαφορετικά· οι αρχιτέκτονες αμφιταλαντεύονται ανάμεσα στη ντόπια μεταβυζαντινή παράδοση, στενά συνδεδεμένη με τους ισχύοντες προ του Tanzimat οικοδομικούς περιορισμούς και στη λόγια αρχιτεκτονική που έρχεται από την Ευρώπη. Στην περίπτωση αυτή, η εκλεκτιστική πρακτική συνίσταται στην εφαρμογή νεοκλασικών όψεων σε ήδη γνωστούς και δοκιμασμένούς τύπους της βυζαντινής ναοδομίας κι ακόμη στην ενίσχυση της συμβολικής αξίας του τελικού προϊόντος με λεπτομέρειες από τη νεορωμανική και νεοβυζαντινή αρχιτεκτονική, που την εποχή αυτή γνωρίζει ιδιαίτερη άνθιση στη Γαλλία ( αρχιτέκτονες Α. Vaudoyer, Ρ. Abadie).
Το σχολείο του Δοξάτου.

Ο μητροπολιτικός ναός της Θεσσαλονίκης, έργο τον Ε Τσίλλερ, αποτελεί αντιπροσωπευτικό δείγμα αυτής της διεργασίας και δικαιώνει την έκπληξη που δοκιμάζει ο περιηγητής των αρχών τον αιώνα για τις «βαρειές καμπύλες τον Αγ. Γρηγορίου τον Παλαμά, δείγμα αυτής της νεοβυζαντινής αρχιτεκτονικής, όπου κάτω από τις νόθες μορφές, μπορεί κανείς ακόμη να γευθεί την ευγενή σύλληψη της αρχιτεκτονικής του άλλοτε».
Το ελληνικό νοσοκομείο Μοναστηρίου.

Στο χώρο των ιδιωτικών έργων ο αρχιτέκτων τον εκλεκτισμού, υπηρετώντας την απαίτηση τον πελάτη για μία ξεχωριστή εκπροσώπηση στη νέα εικόνα της πόλης, προσπαθεί, μέσα από κάποια μοντέλα αναφοράς και ανάλογα με τη συνθετική του ικανότητα, να φθάσει σε συνδυασμούς πρωτότυπους, διαφορετικούς κάθε φορά, που θα εξυπηρετούν τις σύγχρονες, αναβαθμισμένες, λειτουργικές και κατασκευαστικές ανάγκες, αλλά και θα αποδίδουν παράλληλα την επιδιωκόμενη μορφή και την προβλεπόμενη συμβολική αξία του κτιρίου. Η χρήση τον μεταλλικού σκελετού είναι πλέον γεγονός, ενώ δίνεται ιδιαίτερη σημασία στη λειτουργία, στο μηχανολογικό εξοπλισμό, στους νέους τρόπους δόμησης, στο κτιριολογικό πρόγραμμα, στον εκσυγχρονισμό της παραγωγής και τις συνθήκες εργασίας. Τα εργοστάσια, τα «βιομηχανικά παλάτια» της εποχής, και μαζί τους οι εμπορικές στοές, οι λέσχες και τα ξενοδοχεία αποτελούν μνημεία του αστικού εκσυγχρονισμού και σύμβολα της νέας εικονογραφίας της πόλης.
Ο μητροπολιτικός ναός Θεσσαλονίκης (Αρχείο Γ. Μέγα)

Σ' αυτήν την περίπτωση, η επιλεκτική διάθεση των αρχιτεκτόνων περιορίζεται στη διακοσμητική επεξεργασία των υλικών κατασκευής και στον τονισμό κάποιων αξόνων που θα υποδηλώσουν τις οριζόντιες και τις κατακόρυφες υποδιαιρέσεις των όψεων. Κι εδώ κυρίαρχο ρόλο παίζουν οι αναφορές στον αθηναϊκό νεοκλασικισμό, προσαρμοσμένες ωστόσο στη ρυθμολογία των όψεων και το λειτουργικό διάγραμμα του κτιρίου· μοναδική εξαίρεση ίσως το ξενοδοχείο Splendid Palace τον Κ. Ρώμπαπα στη Θεσσαλονίκη, όπου ο διάκοσμος και οι περίτεχνες λεπτομέρειες επιβάλλονται στη μορφή τον κτιρίου και αποκαλύπτουν τη γοητεία που εξασκούσε ο εξωτισμός και η αποικιακή αρχιτεκτονική στη μορφολογική αντιμετώπιση των χώρων αναψυχής.
Ο Άγιος Νικόλαος Κρουσόβου (Αρχείο Μουσείου Μακεδονικού Αγώνα)

Στο χώρο της κατοικίας, οι ιδιοκτήτες των επαύλεων που οικοδομούνται στις νέες συνοικίες και στις επεκτάσεις των πόλεων εκπροσωπούν όλες τις κοινότητες. Η εθνική-θρησκευτική διαφοροποίηση δεν ισχύει στη χωρική εγκατάστασή τους εκτός του παραδοσιακού πυρήνα, είναι όμως φανερή στις προτιμήσεις τους ως προς τη μορφολογική αντιμετώπιση της κατοικίας τους. Για τον καθένα από αυτούς η αρχιτεκτονική δηλώνει, εκτός από άρνηση της παράδοσης, την εθνική τον ταυτότητα και την ατομική εκπροσώπηση στα πλαίσια μιας ισότιμης κυρίαρχης τάξης.
Ο Ιερός Ναός των Εισοδειών της Θεοτόκου στη Χωριστή.

Ο χειρισμός των όψεων, σύμφωνα με νεοαναγεννησιακά πρότυπα, στις οικίες Χρ. Γεωργιάδη και Περ. Χατζηλαζάρου στη Θεσσαλονίκη παραπέμπει σε μορφολογίες αντίστοιχες με αυτές της τελευταίας φάσης τον αθηναϊκού νεοκλασικισμού και δηλώνει εκτός από την επιθυμία για κοινοτική και προσωπική διαφοροποίηση, και το βαθμό εξάρτησης της κάθε κοινότητας από το αντίστοιχο εθνικό κέντρο. Ο ρόλος τον αρχιτέκτονα είναι δευτερεύων εφ' όσον ο ίδιος, και στη συγκεκριμένη περίπτωση ο Ξενοφών Παιονίδης, δε διστάζει να χρησιμοποιήσει εκ διαμέτρου αντίθετα μορφολογικά δάνεια στις επαύλεις που κτίζει για επιφανείς μουσουλμάνους και Εβραίους της πόλης.
Το Μητροπολιτικό μέγαρο Θεσσαλονίκης (Αρχείο Γ. Μέγα)

Ωστόσο, ο χειρισμός του εκλεκτικού λεξιλογίου, η κλιμάκωση των όγκων, και η ρυθμολογική οργάνωση των όψεων, μαρτυρούν την προσωπικότητα του έμπειρου καλλιτέχνη και την άνεσή του, να επιλέγει πρότυπα και μορφές και να τα μεταλλάσσει, ανάλογα με το αιτούμενο αποτέλεσμα, σε συνδυασμούς πρωτότυπους και αποκλειστικούς.
Η Νέα Λέσχη Καβάλας (Αρχείο ΕΛΙΑ)

Είναι λοιπόν φανερό ότι μέσα από την κοινοτική δομή και οργάνωση, ο Ελληνισμός της Μακεδονίας πρωτοστατεί στη διαδικασία του εκσυγχρονισμού που επιχειρείται στην οθωμανική αυτοκρατορία και ως φορέας παραγωγής αρχιτεκτονικού έργου συμμετέχει αποφασιστικά στη διαμόρφωση της νέας εικόνας των πόλεων.
Η στοά Τουρπάλη στη Θεσσαλονίκη (αρχείο Γ. Μέγα).

Υιοθετεί τις νέες τυπολογίες και κατασκευαστικές μεθόδους που έρχονται από την Ευρώπη, απευθύνεται στους διασημότερούς αρχιτέκτονες της εποχής, και επιβάλλει νέες προδιαγραφές στον εξοπλισμό και την υγιεινή των κτιρίων.Η αρχιτεκτονική ως έκφραση τον Ελληνισμού της Μακεδονίας, δηλώνει την ιδανική συνύπαρξη της σημαίνουσας κοινοτικής εκπροσώπησης στα πλαίσια μιας γενικότερης εκσυγχρονιστικής διαδικασίας και της δημιουργίας μιας σειράς αξιόλογων κτιριακών τύπων και μορφών.
Το ζυθοποιείο Νάουσα των αδελφών Γεωργιάδη.
Το βαμβακοκλωστήριο Λόγγου, Κύρτση και Τουρπαλη στη Νάουσα.

Τα κτίρια αυτά, εντασσόμενα στο αστικό ή φυσικό τοπίο, ενισχύουν τη συμβολική τους αξία και λειτουργούν ως δυναμικά σημεία αναφοράς και επαναπροσδιορισμού της εικόνας των πόλεων και των οικισμών της Μακεδονίας.

ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ - ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
ΣΥΛΛΟΓΙΚΟ ΕΡΓΟ
ΑΘΗΝΑ

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΘΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΗ
1995


from ανεμουριον https://ift.tt/3idPceG
via IFTTT
Από το Blogger.