ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΓΑΛΑΝΗΣ - Καλύτερη Λαμία

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΓΑΛΑΝΗΣ

ROBERT DOISNEAU O Δ. ΓΑΛΑΝΗΣ ΣΤΟ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ, 1948

Ο Γαλάνης θά 'χει καλά γεράματα. Έτσι γράφει ο βιογράφος του Γ. Πετρέας στο βιβλίο που είχε εκδώσει ο «Δίφρος» για τον Γαλάνη. Και είχε δίκιο γιατί ο καλλιτέχνης πέθανε στην πατρίδα του, την Ελλάδα. Το ξενιτεμένο παιδί, που γεννήθηκε στην Αθήνα την άνοιξη του περασμένου αιώνα (1879), ήρθε και έφυγε σαν χελιδόνι για να ξαναγυρίσει μια μέρα πάλι στην πατρίδα, σε αυτήν που πρωτοείδε το φως της ζωής. Ο πατέρας του από την Κύμη Ευβοίας δίδαξε σαν καθηγητής στην Πάτρα και πέθανε στην πρωτεύουσα το 1930. Ο νεαρός Γαλάνης αφού τελείωσε τις γυμνασιακές του σπουδές στο Πρακτικό Λύκειο, εισήχθη πρώτος στο Πολυτεχνείο για να σπουδάσει πολιτικός μηχανικός. Σπουδάζοντας μοίραζε τις ώρες του διαβάζοντας και παίζοντας όργανο. Αλλά εκείνο που τον τραβούσε περισσότερο ήταν η ζωγραφική. Έτσι αφοσιώθηκε ολόκληρα σε αυτήν. Βρίσκει εργασία σε καλλιτεχνικά περιοδικά και σε εφημερίδες της εποχής κάμνοντας συγχρόνως γνωριμίες με προσωπικότητες της Τέχνης και των γραμμάτων σαν τους Γαβριηλίδη, Άννινο, Σουρή, Λύτρα κ.λπ. Στο μεταξύ, όμως, όχι μόνο δεν παύει να εργάζεται αλλά εντείνει περισσότερο την καλλιτεχνική του δραστηριότητα και στη χαρακτική. Παίρνει μέρος σε ομαδικές εκθέσεις και γνωρίζει μεγάλη επιτυχία. 

Η ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΤΟΥ ΓΑΛΑΝΗ


Αλλά η πιο μεγάλη του επιτυχία εκείνο τον καιρό ήταν το πρώτο βραβείο σε γελοιογραφικό σχέδιο, που κέρδισε σε παρισινό διαγωνισμό. Το 1897 ξεσπά ο πόλεμος και ο Γαλάνης κρυφά από το σπίτι του αποφασίζει να φύγει για το μέτωπο με σκοπό να απεικονίσει τις μάχες των ηρώων μας. Δυστυχώς, η υποχώρηση τον προλαμβάνει και ο πόθος του να στείλει σχέδια μαχών έσβησε για πάντα. 
ΤΟ ΧΕΡΙ ΤΟΥ ΓΑΛΑΝΗ

Περί τα τέλη του φθινοπώρου, το 1899, ο Γαλάνης φθάνει στο Παρίσι, που η μοίρα του τού προόριζε για δεύτερη πατρίδα του. Εγκαταστάθηκε στην αρχή στο ξενοδοχείο (Henri IV) rue Gay Lussac, που ήταν στο Quartier latin. Μετά πήγε σε μία πανσιόν της Rue des Ecoles, για να μείνει αργότερα στη Rue Gurupagne Νo 9. Τότε ήταν που εργάζεται στο περίφημο περιοδικό το RIRE και στην JOURNAL DU DIMANCHE. Παράλληλα, παρακολουθεί μαθήματα στη Σχολή Καλών Τεχνών κοντά στο διάσημο τότε Cormon. Συνεχίζει τη συνεργασία του με περιοδικά κυρίως χιουμοριστικά (ας μην ξεχνούμε ότι ο Γαλάνης άρχιζε να ζωγραφίζει και να καταγίνεται με τη γελοιογραφία). Αυτός λοιπόν ο νέος χιουμορίστας με την τόση θέληση και ενεργητικότητα προσπαθεί να κατακτήσει το Παρίσι, που ήταν και το Παρίσι της belle epoque και σαν νέος Παρισινός Αριστοφάνης, να σατιρίσει τα πολιτικά και κοινωνικά ήθη της εποχής. Αλλάζει εργαστήριο. 
ΚΥΡΙΕΣ ΤΟΥ ΠΑΡΙΣΙΟΥ

Η διεύθυνση του αναθέτει πλήρη εικονογράφηση και στενότερη συνεργασία όσον αφορά στο χιουμοριστικό τομέα. Εν τω μεταξύ η αγάπη του για το Παρίσι όλο και μεγαλώνει. Παντρεύεται τη Fany Bauvie που θα μείνει πιστή κοντά του έως το θάνατο του. Ταξιδεύει στη Γερμανία όπου ο δαιμόνιος αυτός καλλιτέχνης κατορθώνει να συνεργασθεί με περιοδικά κύρους όπως το BERLI NACHEL κ.λπ. Παράλληλα δε καταγίνεται σε διακοσμήσεις εσωτερικών επαύλεων. Το 1909 ξαναγυρίζει στο Παρίσι. Εγκαθίσταται στη Montmartre. Γεννιέται και ο μικρός Ιωάννης Σεβαστιανός. Συνδέεται φιλικά με τους μεγάλους Pablo Picasso, Henri Matisse, Raoul Dufy, Fernand Léger, Maurice Utrillo, André Derain από τους οποίους μάλιστα και επηρεάζεται, όσον αφορά την τεχνική. Επίσης, γνωρίζεται με ανθρώπους των γραμμάτων που συχνάζουν στο καλλιτεχνικό κέντρο DOME όπως οι Daraques, Freuret, Roger Allart κ.λπ. Όλες αυτές οι γνωριμίες του ζυμώνουν το ταλέντο και δέχεται τις επιδράσεις κυρίως των Rembrand και Goya από τους παλαιούς, ή μάλλον τους θαυμάζει όπως θαυμάζει εξίσου τους Bach και Mozart στη Μουσική. Λαμβάνει μέρος στα επίσημα Salons του Παρισιού σαν το Φθινοπωρινό, το Nationale, των Γάλλων Καλλιτεχνών, των Ανεξαρτήτων κ.λπ. Ένα χρόνο από τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο ο Γαλάνης εικονογραφεί βιβλία όπως DES NUITS D' OCTOBRE του Gerard de Nerval, επιμελείται των εκδόσεων GALLIMARD έτσι που να επισημοποιηθεί η θέση του σαν χαράκτης. Την εποχή αυτή, που είναι η εποχή του 1914, δηλαδή του Α' Παγκοσμίου Πολέμου. (Τότε διηγούνται και το εξής ανέκδοτο. Όταν δηλ. ο Γαλάνης παρουσιάσθηκε στη μονάδα κατατάξεως τον χαρακτήρισε η επιτροπή σαν παιδί αμούστακο, που λίγο κόντεψε να μην τον δεχθούνε στο στρατό, όπως μου έλεγε στο Παρίσι ο γιατρός Σάλτας που ήταν μέλος της εξεταστικής επιτροπής. Η αγάπη του όμως για τη Γαλλία τους συνεκίνησε και τον κατέταξαν στην Λεγεώνα των ξένων σαν ξένης εθνικότητος που ήταν). Στην Avinion όπου γυμνάζεται δεν παραλείπει τις ελεύθερες ώρες του να κάμνει ωραιότατες γκραβούρες από τα ανάκτορα των Παππών. Μετά τον πόλεμο πραγματοποιεί την πρώτη του Έκθεση που γίνεται στο Παρίσι στην Γκαλερί (de dicorne) με πρόλογο τον Α. Malraux με μεγάλη επιτυχία. Επακολούθησαν οι εκθέσεις των Βρυξελλών, Ν. Υόρκης, Αθηνών, ξανά στο Παρίσι με κριτικό κύρους τον Andie Salmon. Φιλοτεχνεί πολλές προσωπογραφίες κυριών, γνωρίζεται με τον Ψυχάρη, τον Edgar Germain Hilaire Degas, με πρίγκιπες και με πρωθυπουργούς, διδάσκει στην Ακαδημία ζωγραφικής των A L’ Hote και Ransson, στη Σχολή des Arts decoratifs κ.λπ. Στις 27 Νοεμβρίου, το 1940, δηλαδή στο Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, το καράβι που κυβερνούσε ο γιος του Σεβαστιανός τορπιλίζεται και ο καπετάνιος βρίσκει ηρωικό θάνατο. Ακολουθεί τότε μία θλιβερή περίοδος για τον Γαλάνη. Πολύ καιρό απομονώνεται με μόνο σύντροφο το αγαπημένο του αρμόνιο και μόνες τις αναμνήσεις του τού χαμένου παιδιού του. Αρχίζει να ζητά καταφύγιο στους οραματισμούς του έτσι που να καταπιαστεί πάλι με τη δουλειά του, που ο πόλεμος και ο θάνατος του γιου του τού 'χαν στερήσει. Τότε μια χαρά και μια ικανοποίηση τον ξαναζωντανεύει γιατί το 1946 ο καλλιτέχνης μας διορίζεται καθηγητής της Χαρακτικής στη Σχολή Καλών Τεχνών του Παρισιού, τιμή σπάνια για ξένο καλλιτέχνη. Επακολουθεί η εκλογή του παμψηφεί ως ακαδημαϊκού εις το Ινστιτούτο της Γαλλίας Σχετικά με την εκλογή του οι φίλοι διηγούνται ένα νόστιμο επεισόδιο. Ο Γαλάνης δεν είχε μάθει την εκλογή του στην Ακαδημία παρά μόνο τη νύχτα της ίδιας ημέρας και μάλιστα μέσα σε τρομερές συνθήκες οι φίλοι του, που περίμεναν ανυπόμονα έξω από την αίθουσα των συνεδριάσεων και έμαθαν με χαρά τους την εκλογή του Γαλάνη σε μία από τις έδρες των 40 Αθανάτων, έκαναν αμέσως και δική τους συνεδρίαση. Σ' αυτήν κατέστρωσαν το σχέδιο σύμφωνα και με μια παλαιά παράδοση, της αναγγελίας της εκλογής του στο νέο ακαδημαϊκό. Πήραν, λοιπόν, τη φιλαρμονική του Gen Baul και όλοι τους μαζί έφθασαν το βράδυ κάτω από τα παράθυρα του Γαλάνη. Εκεί η μπάντα άρχισε να παίζει το πένθιμο εμβατήριο του Chopin. (Σημειώνω, ότι ο Chopin ήταν το ίνδαλμα των συνθετών για τον Γαλάνη και συχνά έπαιζε στο πιάνο του τα μουσικά κομμάτια του). Όταν εισήλθαν στο ατελιέ του με φιλιά και συγχαρητήρια ο Γαλάνης ψύχραιμος τους σταμάτησε και με χιούμορ τους είπε: «Περιττόν κύριοι, κατάλαβα. Όλα τελείωσαν. Έγινα ακαδημαϊκός». Παρασημοφορείται με το χρυσούν μετάλλιο της πόλεως των Παρισίων και με το παράσημο της Λεγεώνος της Τιμής. Επαναλαμβάνει τα ταξίδια, κάμνει διαλέξεις εικονογραφεί τον ΟΙΔΙΠΟΔΑ ΤΥΡΑΝΝΟ και τα ΘΕΟΚΡΙΤΟΥ ΕΙΔΥΛΛΙΑ, φιλοτεχνεί σειρά γραμματοσήμων, επισκέπτεται την Ελλάδα όπου του αποδίδονται εξαιρετικές τιμές, παρασημοφορείται από το βασιλέα, του γίνονται δεξιώσεις προς τιμήν του, τιμητικές εκδηλώσεις κ.λπ. Πέθανε φτωχός, γιατί ουδέποτε αγάπησε το χρήμα. Κοντά του μέχρι τις τελευταίες του στιγμές βρισκόταν η αγαπημένη του σύζυγος. Η κυβέρνηση του έκανε κηδεία δημοσία δαπάνη και φίλοι του τον αποχαιρέτησαν με δάκρυα στα μάτια. Ο Γαλάνης μεγάλωσε άνετα στο πατρικό εύπορο σπίτι του, με τη στοργική παρακολούθηση των γονέων του, που είχαν αυστηρές αρχές. Δύο πράγματι αναμφισβήτητα γεγονότα, τα οποία επέδρασαν εις τον καθ' όλο βίον του καλλιτέχνη. Η αυστηρότητα του πατέρα από ένα μέρος δημιούργησε τον μαθηματικό και η στοργή της μάνας από το άλλο καλλιέργησαν τον καλλιτέχνη, το μουσικό, τον χαράκτη, το γελοιογράφο. Ο Γαλάνης αισθάνθηκε και εμελέτησε και απέδωσε το χρώμα και τη μελάνη μ' επιστημονική να πούμε επίγνωση, στηριγμένη πάνω στην εμπειρία της εποχής, έτσι που να ξεφεύγουν από κάθε συνηθισμένη κοινοτοπία και που να δείχνουν μια δυνατή ιδιοσυγκρασία ζωγράφου. Ό,τι ο Bach εις την μουσική κατορθώνει με τη fuga επαναλαμβάνει το αυτό θέμα εις άλλους τόνους και άλλες αρμονίες, ηδυνήθη να επιτυχή ο Γαλάνης διά των χρωμάτων. Ο Γαλάνης μοιάζει με τους ερευνητές, τους μεγάλους προδρόμους, χωρίς τους οποίους η τέχνη χάνει τον δρόμο της σε οιαδήποτε εποχή και σε οιονδήποτε τόπον. Πολυμαθής και ονειρώδης, νοσταλγός και περήφανος ανήκει στη γενιά των μεγάλων κλασικών του εικοστού αιώνα. Έχουν γραφεί τόσα πολλά για τη μεγάλη τέχνη του Γαλάνη, ώστε δεν μπορούμε να παραθέσουμε εδώ, παρά μόνο μερικά χαρακτηριστικά αποσπάσματα από τις κριτικές των καλύτερων ειδικών, που όλοι τους θαυμάζουν το ταλέντο και το έργο του: ...Γιατί ο Γαλάνης είναι ξυλογράφος όπως είναι και ζωγράφος, δηλαδή με την ίδια τέχνη και την ίδια μεγαλόπνοη σφραγίδα: τη μορφολογική και γραμμική ισορροπία, τη βαθιά έννοια και γνώση της αρμονίας. Και είναι ξυλογράφος γιατί είναι ζωγράφος. Η μαγική γοητεία των ξυλογραφημάτων και των χαλκογραφημάτων, που πηγάζει από το ότι βρίσκει κανένας μέσα σ' αυτά το σχεδιαστή, που η μόνη ανησυχία και έγνοια της ψυχής του είναι η μορφή. Ο Γαλάνης δημοσίευσε το 1919 ένα λεύκωμα με τέσσερα ξυλογραφήματα που δείχνουν την πραγματοποίηση, την τελείωση των προσπαθειών που επί τόσα περασμένα χρόνια έκαμε ακούραστα. Τα τέσσερα ξυλογραφήματα αυτά, αυτές οι τέσσερις nature morte, εκτός μίας, είναι σκαλισμένες σύμφωνα με κάποια ακουαρέλα του Picasso, έχουν σύνθεση σύμφωνη με το σκοτεινόχρωμο, το μαύρο εκείνο τόνο που έγινε πια δικός του, τόνος του Γαλάνη, στις αρχές της ξυλογραφικής του τέχνης.  Οι άσπροι και μαύροι τόνοι παίζουν κι αρμονίζονται αληθινά, ελεύθερα, χωρίς καμιά ψεύτικη ή τεχνητή τεχνοτροπία. Το φως ζώνει τα πράγματα ή τις μορφές που παίρνουν μορφή και σχήμα μόνο από τη σκιά. Ο Γαλάνης γνωρίζει πολύ καλά τη Λυωνέζικη και Γερμανική Σχολή του XVI και XV αιώνα, αλλ' αν θαυμάζει τους παλαιούς δασκάλους αυτής της τέχνης, δεν έχει την αδυναμία να τους μιμηθεί και η τόσο σοφή πρώτη του ξυλογραφική τεχνοτροπία είναι, με ό,τι κι αν λένε, βαθιά πρωτότυπη. Η υστερότερη, όμως, τέχνη του είναι το ίδιο κι αυτή βαθιά κι ενδιαφέρουσα. Αποκαλύπτεται μέσα σ' αυτή πιο επιδέξιος, πιο σοφός στα βαθιά και παιχνιδιάρικα μυστικά του κορμιού και κανένα πια μυστικό της τέχνης δεν του είναι άγνωστο. Ξέρει να περιορίζει το ταλέντο του στις στενές διαστάσεις μιας επικεφαλίδας, ενός διακοσμητικού κλισέ, ενός κεφαλαίου γράμματος και το ισορροπημένο, το ενιαίο και ευλύγιστο ταλέντο του ομορφαίνει τόσες και τόσες εκδόσεις... (Georges Gabory «Galanis», Paris, 1926). Γοητευμένος, έκθαμβος, συνεπαρμένος ένας από κάποιο έργο, θέλει να γνωρίσει εκείνον που το έφτιαξε. Και μια μέρα τον βλέπει, έρχεται σε επαφή, του μιλάει... μα τότε το είδωλο γκρεμίζεται. Οι θαυμαστές του Γαλάνη δεν πρόκειται να υποστούν μια παρόμοια απογοήτευση. Η φυσική του υπόσταση, ο τρόπος της ζωής του, το οικογενειακό του περιβάλλον, συνθέτουν την πιο τέλεια αρμονία με τη γοητεία και την έκταση της τέχνης του. Η εξέλιξη του υπέροχου ταλέντου του ως ζωγράφου - χαράκτου και η σταδιοδρομία του πραγματοποιούνται με τους ίδιους ακριβείς, ευγενικούς και μετρημένους ρυθμούς. Από την μποέμικη ζωή της Monmartre ως την Ακαδημία, από το «Assiette au Beurre» ως τα πιο πρόσφατα αριστουργήματα, που ένα ένδοξο πια χέρι χάραξε στο ξύλο και το χαλκό, είναι αυτός ο ίδιος ο Γαλάνης, με την ίδια του τη μετριοφροσύνη, την ίδια του σοβαρή και διακριτική ειρωνεία, τη θερμή φιλοφροσύνη του και τη διαρκή του αξιοπρέπεια. Όπως και ο Jean Moréas «ο Αθηναίος, τιμή των Γαλατών», ο Γαλάνης, Έλλην την καταγωγή, ήλθε νεότατος στο Παρίσι, όπου σε λίγο τα σχέδια που έδινε στις εικονογραφημένες εφημερίδες της εποχής «επέσυραν την προσοχήν». Από τότε, διαμορφώνοντας συνεχώς μια προσωπική του τεχνοτροπία, όπου η ρομαντική του ευαισθησία εναρμονίζεται έξοχα με τον κλασικό ρυθμό, δεν έπαυσε να πλουτίζει τον γαλλικό θησαυρό της εστάμπ και του βιβλίου, με πολυάριθμα εξαίσια έργα, όπου η μαεστρία του επιτυγχάνει μιαν υπέροχη χάρη. (Roger Allard «Album de la Mode du Figaro», Paris, 1946.). Ο Γαλάνης συμμετέχει στον αιώνα του σαν ουμανιστής. Ανήκει στη γενιά των μεγάλων κλασικών του 20ού αιώνα, όπως ο Andre Gide, για την αγάπη του στο ανθρώπινο κάλλος, τη λογική και καθαρή φόρμα του, τον παγανιστικό αισθησιασμό του, το μέτρο και το ρυθμό της τεχνικής του έκφρασης. Στη διάσπαση των οπτικών στοιχείων της εικόνας, που μας κληροδότησε ο μεσογειακός ουμανισμός, ο Γαλάνης αντιδρά με μια ανασύνθεση. Ο αιώνας του διαλύει την κλασική συζυγία του ερωτικού με το λογικό στοιχείο. Ο Matisse αντιπροσωπεύει το πρώτο, ο Picasso, το δεύτερο στη σύγχρονη γαλλική τέχνη. Ο Γαλάνης, με την ήρεμη ανεξιθρησκία ενός γνήσιου ουμανιστή, έμεινε έξω από τη σύγκρουση.
Στο βάθος της αντιδικίας διέκρινε τα στοιχεία μιας ενότητας. Ο απόγονος αυτός του Πλάτωνος ήταν σε θέση να καταλάβει γιατί ο Andre Gide είχε γράψει τον ίδιο καιρό, δύο έργα τόσο αντιφατικά μεταξύ τους: τον «Ανηθικιστή» και τη «Στενή Πύλη». Μήπως δεν υπήρχε το προηγούμενο παράδειγμα του Συμποσίου και του Φαίδωνος; Η κλασική σκέψη που συμφιλίωσε το ερωτικό ένστικτο με τον ορθό λόγο, τη διονυσιακή έξαρση με την απολλώνεια γαλήνη, την ιωνική θηλύτητα με τον δωρικό ανδρισμό, αναζήτησε στην τέχνη πάντα μια συναίρεση των κινητήριων αυτών δυνάμεων της ανθρώπινης ψυχής. ...Ο κλασικισμός του Γαλάνη δεν μπορούσε ν' αφήσει έξω από τη μεγάλη συζυγία, του ορθολογισμού με τον αισθησιασμό, το γούστο των πρωτόγονων. Και το αγκάλιασε. Η σύνθεση του αποτελεί έτσι μια ισορρόπηση των τριών βασικών στοιχείων του κλασικού ιδανικού: του ζωντανού αισθήματος για τη φύση, του ορθού λόγου και της αγάπης για τις τέχνες του παρελθόντος. Με την ίδια αγάπη ο Γαλάνης ζήτησε να συλλάβει, στη χαρακτική και στο λάδι, τις άπειρες ιδιομορφίες του φυτικού κόσμου. Το μάτι μου χάνεται την ώρα αυτή στο μακρινό ορίζοντα ενός αγροτικού τοπίου του, που το γεφυρώνει, σαν φωτεινό πέταλο, το ουράνιο τόξο. Είναι μια ξυλογραφία, που αγαπά πολύ και ο ίδιος. Η φυτεία είναι πλούσια και πολύμορφη στο έργο αυτό. Θάμνοι, δέντρα, σπαρτά μια αγροτική έπαυλη, ένας νερόμυλος και η γη με τις γυναικείες καμπύλες της, τα πλούσια γαλακτερά στήθη της, οργανωμένη από τον ανθρώπινο έρωτα για τη ζήση. Πάνω από το πλαστικό σώμα της ειδυλλιακής και σιωπηλής αυτής γης του Γαλάνη σκύβει ο ουρανός με ξαναμμένο το πρόσωπο. Έχει ακόμη τον πυρετό της υγρής επαφής μαζί της. Τα σύννεφα του στροβιλίζονται σαν κύματα ανεμοδαρμένης θάλασσας. Το σκαφίδι του Γαλάνη τραγούδησε πάνω στο ξύλο αυτό όλες τις νότες μιας βαγκνερικής συμφωνίας... (Άγγελος Προκοπίου «Galanis», Αθήνα, 1946). Γεννημένος καλλιτέχνης, σαφής, ολοκληρωμένος, με εξαιρετική αίσθηση της πλαστικότητας και που δίνει πρωτεύουσα θέση στο σχέδιο με επιτυχία, ο Γαλάνης δεν έφθασε αμέσως στην γκραβύρ. Ήταν ζωγράφος όταν ήλθε στο Παρίσι. Πέρασε από το ατελιέ Κορμόν και τη Σχολή Καλών Τεχνών, για ένα μικρό διάστημα, όσο του χρειάσθηκε να διαπιστώσει ότι η διδασκαλία εκεί δεν ανταποκρινότανε ούτε στις τάσεις του, ούτε στην αισθητικότητα του. Ρίχνεται τότε στο χιουμοριστικό σχέδιο και γίνεται γρήγορα ένας πασίγνωστος και περιζήτητος γελοιογράφος... ...Τα ενδιαφέροντα του, οι σκέψεις του, οι μεγάλες του προτιμήσεις, εκδηλώνονται φυσιολογικά στην τέχνη του και προκαλούν τη συγκίνηση μας. Γεωμετρία, αρμονία, σύνεσις, γνώσις της τεχνικής, αυτά είναι τα κλειδιά. Έτσι, μπορεί να κάνει έξοχες συνθέσεις, μέσα στο νόημα αυτού που λέμε: επιτυχημένες εκφράσεις... ... Γι' αυτόν η τέχνη είναι ένα μέσο να πει ότι αγαπά τις ομορφιές του κόσμου και ότι τις απολαμβάνει πλούσια. Το λέει με την καθαρή γλώσσα της τέχνης του, στην οποία προστίθεται μια έμπνευσις ευγενική και απαλή...

ΚΩΣΤΑΣ ΓΙΑΝΝΑΚΟΣ
ΕΛΛΑΔΑ 20ος ΑΙΩΝΑΣ
ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΗ
ΑΘΗΝΑ


from ανεμουριον https://ift.tt/2Jdldqs
via IFTTT
Από το Blogger.