ΜΟΝΗ ΑΓΙΑΣ ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΣ ΒΑΣΙΛΙΚΩΝ

ΚΤΙΤΟΡΙΣΣΑ της παλαίφατης πατριαρχικής και σταυροπηγιακής Μονής της αγίας Αναστασίας, στα Βασιλικά, 30 περίπου χιλιόμετρα νοτιοανατολικά της Θεσσαλονίκης, είναι η αγία Θεοφανώ, γόνος πλούσιας και επιφανούς οικογένειας της Κωνσταντινουπόλεως και σύζυγος του αυτοκράτορος Λέοντος Στ' του Σοφού (886-912). Στη δεκαετία 880-890 ο Βασίλειος ο Μακεδών εξόρισε το γιο του Λέοντα, επί τρία χρόνια, στη Θεσσαλονίκη, όπου τον ακολούθησε και η Θεοφανώ. Επειδή η εξορία οφειλόταν σε δολοπλοκίες και συκοφαντίες αυλικών, ο αυτοκράτορας Βασίλειος, που εκτιμούσε ιδιαίτερα τη νύφη του Θεοφανώ, εξαιτίας της σεμνότητος και της αρετής της, τους παρεχώρησε κτήματά του στην περιοχή όπου η σημερινή Μονή. Τα κτήματα ονομάσθηκαν βασιλικά, εξ ου και το όνομα του σημερινού χωριού, που είναι κτισμένο στα κτήματα αυτά. Όταν έληξε η εξορία και ο Λέων Στ' ο Σοφός έγινε αργότερα αυτοκράτορας του Βυζαντίου, η Θεοφανώ «κατέστησε βασιλικό το μοναστήρι της αγίας Αναστασίας... και το ενίσχυσε οικονομικά με κτήματα και χρήματα (888) και για τούτο τιμάται και μνημονεύεται ως η πρώτη κτίτωρ της Μονής». Αφιέρωσε δε σ' αυτήν και την τιμία κάρα και το ένα πόδι της Αγίας. Δυστυχώς το χρυσόβουλλο με το οποίο συνόδευε τη δωρεά κατεστράφη κατά την πυρπόληση της Μονής το 1821. (Το ιερό σκήνωμα της Θεοφανούς, που η Εκκλησία την κατέταξε μεταξύ των αγίων, από το 1601 φυλάσσεται και διατηρείται ολόσωμο στην ΚΠολη, στον πατριαρχικό ναό του αγίου Γεωργίου). Αν και η Μονή τιμήθηκε τόσο πολύ από τη Θεοφανώ και από τους πατριάρχες και για το λόγο αυτό ήταν πλούσια σε σιγίλλια, χρυσόβουλλα, κειμήλια και βιβλιοθήκη, η πυρπόλησή της από τους Τούρκους το 1821, «ως τιμωρία για τη συμμετοχή της στην εξέγερση της Χαλκιδικής», μας στέρησε όλων εκείνων των πολύτιμων στοιχείων, που θα καθιστούσαν δυνατή την ακριβή περιγραφή της μακράς ιστορίας της, ιδίως από τον 9ο αιώνα ως το 16ο, οπότε έδρασε ο νέος κτίτοράς της άγιος Θεωνάς. Την περίοδο της ακμής της στα χρόνια του Βυζαντίου διαδέχθηκαν χρόνια παρακμής, ιδίως μετά το 1430, οπότε η Θεσσαλονίκη και η περιοχή της υποδουλώθηκαν στον Οθωμανό κατακτητή. Έτσι, όταν το 1525 έφθασε εκεί ο Θεωνάς με τη συνοδεία του για να μονάσουν, βρήκαν «ένα πεπαλαιωμένο και σεσαθρωμένο μονύδριο». Ο ζήλος και ο μόχθος τους έκαναν ώστε σε λίγα χρόνια να ανοικοδομηθεί εκ βάθρων ένα «μεγαλοπρεπές μοναστήρι, εφάμιλλο των μεγάλων μονών». 0 ηγούμενός του Θεωνάς αργότερα εξελέγη αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης. Επί ηγουμενίας του η Μονή έφθασε σε τέτοια ακμή, ώστε ο αριθμός των μοναχών να ανέλθει στους 150, να κτισθούν εκτός αυτής εννέα παρεκκλήσια, να αποκτήσει μέσα στη Θεσσαλονίκη τα μετόχια της Παναγίας της Δεξιάς και της Υπαπαντής, να οργανωθεί μέσα στη Μονή «σχολείο» για την εκπαίδευση των μοναχών και νέων της περιοχής, καθώς και «νοσοκομείο» του αγίου Θεωνά. Μετά την οσιακή κοίμησή του (μάλλον το 1541) το τίμιο λείψανό του βρέθηκε, όταν έγινε εκταφή, άφθαρτο και μυροβόλο και σήμερα το μεγαλύτερο μέρος του φυλάσσεται σε ειδική λάρνακα στη Μονή, επιτελώντας πολλά θαύματα, όπως και αυτό της αγίας Αναστασίας. Και μετά τον άγιο Θεωνά, τον δεύτερο κτήτορα, η Μονή συνέχισε την ένδοξη παρουσία της στο μοναχικό στίβο. Αδελφοί της διακρίθηκαν στην άσκηση και τα Γράμματα. Απέκτησαν σχέσεις με τις ομόδοξες χώρες του Βορρά, κυρίως Ρουμανία και Ρωσία, όπου η Μονή είχε κτήματα και μετόχια. Στην πλουσιότατη βιβλιοθήκη της είχαν αποθησαυρισθεί σπάνια και πολύτιμα βιβλία, κώδικες, χειρόγραφα, σιγίλλια, χρυσόβουλλα κ.λπ. που καταστράφηκαν το έτος 1821. Σουλτανικά φιρμάνια αναφέρονταν στα πολλά και πλούσια κτήματα της Μονής στη Χαλκιδική, τη Θεσσαλονίκη και τη Βλαχία, τα οποία και διέθεσε για την ευόδωση του αγώνος για την απελευθέρωση της Μακεδονίας, κατά το κίνημα της Χαλκιδικής (1821). Ήταν τέτοια η μανία των Τούρκων εναντίον της που τη λεηλάτησαν και την πυρπόλησαν, διασκορπίζοντας τους μοναχούς της. Έκτοτε άρχισε η παρακμή της, από την οποία δεν μπόρεσαν οι επιστρέψαντες το 1832 και μετά μοναχοί να τη συνεφέρουν, με αποτέλεσμα στο τέλος του 19ου αιώνος να μειωθεί σημαντικά και ο αριθμός τους, ώσπου τα τελευταία χρόνια είχε πέσει στους 3. Πρόσφατα, όμως, άρχισε η ανοδική της πορεία και ο αριθμός τους έφθασε τους 10. Ένα σημαντικό κεφάλαιο στην ιστορία της Μονής αποτελεί η ίδρυση και λειτουργία σ' αυτήν της «Εκκλησιαστικής Σχολής Αγίας Αναστασίας», από το 1920 ως το 1971. Ιδρυτής της ο μητροπολίτης Κασσανδρείας Ειρηναίος. Αρχικά ως ιεροδιδασκαλείο, μετέπειτα ως ιερατική σχολή, πρόσφερε στέγη, τροφή και μόρφωση σε χιλιάδες φτωχά αλλά φιλομαθή παιδιά της Μακεδονίας, κυρίως, πολλά από τα οποία διακρίθηκαν στο στίβο της ιεροσύνης και της εκπαιδεύσεως. Είπε και έγραψε επιγραμματικά ο νυν ηγούμενος της Μονής, μητροπολίτης Μιλήτου Απόστολος Βούλγαρης: «Η μονή... συνδέθηκε στενά με τη Μακεδονία και την ιστορία της. Η προστάτις και πάτρων αγία Αναστασία... έδρασε και σκόρπισε την αγάπη της στη Θεσσαλονίκη και στην περιοχή της. Η πρώτη κτίτωρ αγία Θεοφανώ... της έδωσε την πρώτη αίγλη και τις πρώτες δυνατότητες, κατά την περίοδο των Μακεδόνων αυτοκρατόρων. Ο άγιος Θεωνάς την ανύψωσε σε μεγαλύτερη ακόμη ακμή και την κατέστησε πνευματικό και εθνικό κέντρο της περιοχής κατά την Τουρκοκρατία. Το 1821 έγινε ολοκαύτωμα και θυσία για την ελευθερία της Μακεδονίας μας. Και στα νεώτερα χρόνια έδωσε την τελευταία ικμάδα για να σπουδάσουν και να αναδειχθούν οι νέοι της Μακεδονίας. Τώρα βρίσκεται σε περισυλλογή και σε συγκέντρωση... Προσεύχεται, νοικοκυρεύεται, ετοιμάζεται και ελπίζει... Ίσως ο Θεός την καλέσει σε νέο ξεκίνημα και νέα άνθηση». Σύμφωνα με τους οραματισμούς του, προγραμματίζεται η ανέγερση των υπόλοιπων κτισμάτων, έτσι ώστε να δοθεί εκ νέου η μορφή που είχε η Μονή το 1525, επί αγίου Θεωνά, η αξιοποίηση των υπογείων χώρων που ανάγονται στον 11ο αιώνα και η ανέγερση συνεδριακού Κέντρου. Με τον τρόπο αυτό το οικουμενικό πατριαρχείο θα χρησιμοποιήσει το μοναστήρι και για την επίτευξη των πνευματικών στόχων του. Στην Αγία Αναστασία ανήκουν τα μετόχια Επανωμής (κτίσμα κατά την κτιτορική επιγραφή του αγίου Θεωνά), το οποίο ανακαινίζεται και θα μετατραπεί σε πνευματικό-πολιτιστικό Κέντρο, της Νέας Σικυώνος Χαλκιδικής και της αγίας Τριάδος, στους πρόποδες του «Μεγάλου Βουνού» της Μονής, όπου βρίσκεται ο παραδοσιακός οικισμός της Αγίας Αναστασίας. Μεταξύ των τίμιων λειψάνων, πλην του κιίτορος αγίου Θεωνά και της αγίας Αναστασίας της Φαρμακολυτρίας, συγκαταλέγονται αυτά των τριών νεομαρτύρων -της συνοδείας του Θεωνά- Ιακώβου του Γέροντος του εκ Καστορίας, Ιακώβου του διακόνου και Διονυσίου του μοναχού. Οι νυν αδελφοί της Μονής διακονούν και στο ιεροκηρυκτικό, το κατηχητικό και το ιεραποστολικό έργο. Στον ξενώνα παρέχεται φιλοξενία στους προσκυνητές, ενώ στην έκθεση διατίθενται είδη ευλαβείας, εικόνες κ.λπ.


from ανεμουριον https://ift.tt/3oGNHJl
via IFTTT
Από το Blogger.