Η ΜΕΤΑΒΑΣΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ ΣΤΟ ΜΕΣΑΙΩΝΑ

γράφει η Πολύμνια Αθανασιάδη
«Το Κονσέρτο». Ψηφιδωτό δάπεδο με παράσταση γυναικών μουσικών από τη Μαριαμένη της Συρίας, 4ος αι. (Μουσείο Hama). 

Η Ύστερη Αρχαιότητα είναι ένα πρωτεϊκό μέγεθος που στη μεγαλύτερή του έκταση καλύπτει την ευρύτερη περιοχή της Μεσογείου από το τέλος του 2ου προχριστιανικού ως τα μέσα του 8ου αι. Αυθαίρετα με τα μέτρα της παραδοσιακής ιστορίας, τα γεωγραφικά και χρονικά αυτά όρια είναι γεννήματα αντίδρασης στις συμβάσεις της γεγονοτολογικής και άτεγκτα περιοδολογικής προσέγγισης. Αλλά όχι μόνο. Τα κίνητρα της νέας διαίρεσης δεν πηγάζουν από εριστική ή διορθωτική έστω διάθεση· είναι η φυσική απόληξη μιας αβίαστης ερευνητικής περιπλάνησης στον χώρο της πνευματικής ιστορίας, όπου μια σύμπτωση μεταβολών και νεωτερισμών αναδεικνύει το τέλος του 2ου π.Χ. αι., σε καθοριστικό μιλιάριο αλλαγής. Η αναβίωση του πυθαγορισμού και η συνακόλουθη εμφάνιση του «θείου ανδρός» ως καίριου παράγοντα του κοινωνικού τοπίου γύρω στα 100 π.Χ., η μεταμόρφωση των μυστηρίων της ελληνιστικής Ανατολής από τοπικές λατρείες σε οικουμενικά μηνύματα λύτρωσης και η διάλυση των ελληνιστικών φιλοσοφικών σχολών, σηματοδοτούν ένα «τέλος εποχής» και παράλληλα μιαν απαρχή με ανύποπτες προεκτάσεις για τις τύχες της ανθρωπότητας. Αντίστοιχα το 762, όταν με την ίδρυση της Βαγδάτης το κέντρο βάρους της νεαρής ισλαμικής αυτοκρατορίας μεταφέρεται από τις κοσμοπόλεις της ελληνίζουσας Ανατολής στην περιοχή που είχε παραδοσιακά αποτελέσει τον σκληρό πυρήνα του σασανίδειου Ιράν, σημαίνει μια στροφή και μιαν ενσυνείδητη απάρνηση της ελληνιστικής πολιτιστικής «κοινής», τελευταίος μέτοχος της οποίας υπήρξε το ισλάμ των Ομμεϋαδών. Ανάμεσα στα δύο απώτατα αυτά όρια εκτείνεται ο χώρος όπου συντελέστηκαν η ψυχική και πνευματική μεταστροφή του αρχαίου ανθρώπου στον μεσαιωνικό αλλά και η μεταποίηση του αστικού και αγροτικού τοπίου της Μεσογείου μέσα από τον σύντονο μετασχηματισμό των πολεοδομικών προτύπων και αρχιτεκτονικών μορφών, των πολιτειακών και κοινωνικών θεσμών, της εκπαιδευτικής και πολιτικής ιδεολογίας. Η ιστοριογραφική ορθοδοξία των ημερών μας απεχθάνεται τα ορόσημα και τις τομές, πάνω απ’ όλα όμως απορρίπτει τις αξιολογήσεις με αποτέλεσμα να αρνείται την έννοια της παρακμής και κατάρρευσης των πολιτισμικών οικοδομημάτων. Η ροή του ιστορικού χρόνου αντιμετωπίζεται ως ενιαία: μέσα σ’ ένα ευρύ πλαίσιο, η αέναη μεταμόρφωση του οποίου είναι τόσο ανεπαίσθητη όσο και η καθημερινή μεταβολή στη μορφή ενός ανθρώπου, συντελούνται οι διαδικασίες της αλλαγής με επώδυνα αργόσυρτους ρυθμούς. Στο τέλος όμως η μεταμόρφωση έχει επέλθει. Στη συγκεκριμένη περίπτωση ανάμεσα στον 2ο μ.Χ. και τον 7ο αι. (όρια σημαντικά στενότερα από αυτά που ορίζονται παραπάνω) έχει συντελεστεί η τριχοτόμηση της πολιτισμικά ενιαίας Μεσογείου των Αντωνίνων στον ισλαμικό, τον βυζαντινό και τον λατινικό κόσμο, ενώ ο ανθρωποκεντρικός κόσμος της ελληνορωμαϊκής οικουμένης έχει παραχωρήσει τη θέση του στο θεοκρατικό σύμπαν του χριστιανικού και του ισλαμικού μεσαίωνα. Πότε και πώς συνέβη αυτό; Ποια γέφυρα προσπόρισε τη μετάβαση από την ανθρωποκεντρική στη θεοκεντρική αντίληψη ζωής; Η γέφυρα αυτή είναι η ύστερη αρχαιότητα, χώρος συνωστισμού, σύγκρουσης αλλά και σύγκρασης νοοτροπιών και τρόπων ζωής. Άνθρωποι με πολύτροπες καταβολές και οράματα βρέθηκαν στοιβαγμένοι πάνω στην επίπεδη επιφάνεια που, με το πολιτικό σχήμα της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και τη σημαία της οικουμενικότητας, κατέλυε ή «ερμήνευε» τη διαφορετικότητά τους σύμφωνα με ρευστούς κανόνες και περιστασιακά κριτήρια. Εκτεθειμένος στα αντιφατικά πνεύματα που τώρα σάρωναν το κατάλυμα του, ο καθένας πρόβαλλε τη δική του αντίσταση όπως και όσο μπορούσε· ώσπου από την πολυφωνία της διαμαρτυρίας γεννήθηκε η συμφωνία για τη νέα τάξη της γης και του ουρανού. «Συμφωνία του Μεταξύ» είναι ο τίτλος που θα διάλεγα αν μου ζητούσαν να χρησιμοποιήσω μια μουσική μεταφορά για να περιγράψω τη μετάβαση από την πολιτεία των ανθρώπων στην «πολιτεία του Θεού», από τη δημοκρατική στη μοναρχική διακυβέρνηση της γης και του ουρανού. Και θα πρόσθετα πως το μείζον θέμα σ’ αυτή τη σύνθεση είναι αυτό του μεσάζοντα, του Μεσσία, και μεσίτη στον οποίον ο άνθρωπος της ρωμαϊκής οικουμένη εμπιστεύεται το κλειδί της ύπαρξής του.

Οι μυστηριακές θρησκείες

Οι μυστηριακές θρησκείες του ελληνιστικού κόσμου αρθρώνουν το μήνυμά τους στο δογματικό ιδίωμα ενός θεού-λόγου, ο οποίος πεθαίνει και ανασταίνεται για τη σωτηρία των πιστών του· μια θεολογία με πλατωνικό υπόβαθρο -ο ελληνισμός- τους χρησιμεύει ως ερμηνευτικό πλαίσιο. Η θεολογική αυτή «Κοινή», που διαμορφώνεται ανάμεσα στον 2ο και τον 5ο αι. μ.Χ. απαλλάσσει τους θεούς των εθνών από την τοπικότητά τους και, μεθερμηνεύοντας τους καταστατικούς μύθους τους, τους εντάσσει σε ένα οικουμενικό σχήμα με πολυθεϊστική βάση και μονοθεϊστική κορυφή. 
Ο θρίαμβος της Κυβέλης και του Άττη. Αργυρό πινάκιο, τέλος 4ου αι. Η σύνθεση αλληγοριοποιεί την αντινομία της νεοπλατωνικής σκέψης Αιών-Χρόνος, ενώ ο μύθος του έρωτα του Άττη για τη Μητέρα των Θεών συμβολίζει την αναζήτηση του ανθρώπου, την αμφιταλάντευση, τον θάνατο και την ανάσταση της ψυχής. Έργο από τη Β. Ιταλία. Μιλάνο, Αρχαιολογικό Μουσείο. 

Σε αυτή την πυραμίδα οι θεοί σωτήρες του αρχαίου κόσμου -ο Μίθρας, ο Άττης ή ο Ηρακλής- καταλαμβάνουν το μεσαίο διάζωμα, είναι μεσίτες ανάμεσα στον άνθρωπο και τον Θεό, ρόλο που αποδίδει αναμφίλεκτα η εικαστική γλώσσα της εποχής, η αισθητική δηλαδή «Κοινή» της ύστερης αρχαιότητας. Αλλά τα πυραμιδοειδή θεολογικά οικοδομήματα των όψιμων αρχαίων χρόνων δεν στεγάζουν μόνο τους θεούς των Ελλήνων και των βαρβάρων. Σε διάφορα αυστηρά ιεραρχημένα, αλλά συναρτώμενα κατά πρόοδον, επίπεδα, φιλοξενούν επίσης αγγέλους, δηλαδή αγγελιαφόρους από τον χώρο της σιγής, όπου έχει πλέον αποχωρήσει ο ένας υπερβατικός Θεός. Όσο πιο απρόσιτο γίνεται το ανώτατο Ον, τόσο πιο πολύ έρχονται οι «άγγελοι» να κατοικήσουν ανάμεσα στους ανθρώπους. Ο ένας Θεός, όπως τον ορίζει η ύστερη αρχαιότητα ανεξάρτητα από θρησκεία και πίστη, είναι ένα απόλυτο. Το να προσπαθείς να συλλάβεις αυτό το απόλυτο με το μυαλό ή την καρδιά είναι -για να μιλήσουμε τη γλώσσα του τελευταίου διαδόχου της πλατωνικής Ακαδημίας, του Δαμάσκιου- μια ανυπόφορη ωδίνη που δεν θα καταλήξει ποτέ σε τοκετό. Κι όπως την ιλιγγιώδη απόσταση ανάμεσα στον κοινό θνητό στη βάση και τον βασιλέα στην κορυφή της διοικητικής πυραμίδας γεφυρώνουν οι μεσάζοντες της νέας κοσμικής ιεραρχίας, έτσι και το χάσμα ανάμεσα στον ένα Θεό και τον όλο και πιο μοναχικό άνθρωπο της ομοιογενούς οικουμένη έρχονται να γεφυρώσουν οι άγιοι και οι προφήτες των υστερορωμαϊκών θρησκειών -του ελληνισμού, του χριστιανισμού, του ισλάμ. Στη βάση αυτής της εξέλιξης βρίσκεται η σταθερή ήδη από τα ελληνιστικά χρόνια μετατόπιση του κέντρου βάρους από το ίδρυμα και τους θεσμούς στον άνθρωπο. Οι επιβλητικές παρουσίες των πανάρχαιων ναών παύουν λίγο-λίγο να συγκινούν και τη θέση τους στην καρδιά των ανθρώπων καταλαμβάνει ο συνάνθρωπος που σαν δάσκαλος και «θεουργός» φέρνει παρηγοριά κι ανοίγει τον δρόμο προς τη σωτηρία -η παρουσία του είναι άμεση- δεν είναι ανώνυμος ή μακρινός σαν τους θεούς του κλασικού κόσμου, είναι παρών, βρίσκεται εκεί για να παρηγορήσει αλλά και να ερμηνεύσει την ύπαρξη, δίνοντας λύση στα καθημερινά προβλήματα και απάντηση στα μεταφυσικά. Στον ένα Θεό της ουράνιας πυραμίδας ανταποκρίνεται ο εις βασιλεύς της διοικητικής πυραμίδας. Ο ανώτατος άρχων της ύστερης ρωμαϊκής (ή πρωτοβυζαντινής) αυτοκρατορίας λειτουργεί ως σύμβολο του μεταφυσικού άρχοντα αλλά και ως τοποτηρητής του στον κόσμο των ορατών. Η απολυταρχία τόσο του αιώνιου όσο και του εφήμερου κυρίαρχου της οικουμένης (την οποίαν αποδίδει με αναμφίσημη λακωνικότητα ο τίτλος του ισλαμικού χαλίφη), αντιστοιχεί στην απολυταρχία της βασιλίδας των πόλεων: στη θέση των πολλών ισότιμων πόλεων, που είχε κληροδοτήσει η Ελλάδα στη Ρώμη, το γεωγραφικό και διοικητικό τοπίο του τέλους της αρχαιότητας έχει να επιδείξει μια και μόνη οικουμενική πρωτεύουσα. Από τη σκοπιά των συρρικνούμενων επαρχιακών αστικών κέντρων το φαινόμενο αυτό περιγράφεται ως η αγροτοποίηση της αυτοκρατορίας. Και πράγματι· σ’ ένα στερέωμα από το οποίο έχουν εκλείψει οι πόλεις τόσο ως φορείς και σύμβολα πολιτισμού, όσο και ως χώροι διοικητικής αποκέντρωσης, λάμπει τώρα ένας και μόνος ήλιος, θαμπώνοντας με το υλικό και πνευματικό φως που εκπέμπει. 

Επανάσταση στην παιδεία 

Ένας από τους λόγουs αυτής της μεταμόρφωσης είναι η επανάσταση που επέρχεται στην παιδεία. Είναι αλήθεια ότι τα διαμορφωμένα ήδη από τους ελληνιστικούς χρόνους προγράμματα διδασκαλίας μένουν ουσιαστικά αμετάβλητα σε ολόκληρη την περίοδο που μας απασχολεί, αυτό που αλλάζει όμως καθοριστικά είναι το πνεύμα και οι μέθοδοι προσέγγισής τους, με αποτέλεσμα ανάμεσα στον 2ο και τον 6ο αι. ο μέτοχος της εγκύκλιας παιδείας να αποβαίνει ο αντίποδας του εαυτού του. Μέσα σε τρεις ή τέσσερις αιώνες ο ανθρωποκεντρικός αστικός ευεργέτης των Αντωνίνειων χρόνων -ένας Ηρώδης του Αττικού- μεταμορφώνεται σε κρατικό ή εκκλησιαστικό υπάλληλο που, χωρίς την παραμικρή ενοχή ή λύπη, γυρνά την πλάτη στη γενέτειρα πόλη του με τα καταρρέοντα μνημεία ενός όλο και πιο άσχετου προς εκείνον παρελθόντος και σπεύδει να προσφέρει τις υπηρεσίες της κατά κόσμον παιδείας του στον Θεό και στην επίγεια εικόνα του -τον βυζαντινό βασιλέα. Η λογική της οικουμενικής μοναδικότητας χαρακτηρίζει εξίσου τις συγκεκριμένες και τις αφηρημένες εκφράσεις της νέας εποχής: σταδιακά η ιδεολογική πολυφωνία των πρώιμων αυτοκρατορικών χρόνων αντικαθίσταται από το κύρος του ενός και μόνου ιερού βιβλίου, άμεσου ή έμμεσου καρπού Θείας αποκάλυψης. Η μάχη των ερμηνειών που δίνεται στη συνέχεια γύρω από το ιερό κείμενο έχει ως μοναδικό στόχο τον αποκλεισμό του αντιπάλου και την καταξίωση της μιας και μόνης επίσημης ερμηνείας ως ορθής. Αποκρυσταλλωμένη σε δόγμα η «ορθή δόξα» αντιδιαστέλλεται ως προς κάθε άλλη εξηγητική απόπειρα, η οποία πλέον καταδικάζεται ως «αίρεση». Η διαδικασία αυτή δεν εξαντλείται στον χώρο των ιστορικά καταξιωμένων θρησκειών, όπως είναι ο χριστιανισμός και το ισλάμ, με τα κανονικά κείμενα της Καινής Διαθήκης και του Κορανίου και τις αντίστοιχες «ορθοδοξίες» τους. Διέπει εξίσου τον ελληνισμό, τη νεοπλατωνική δηλαδή θεολογία που παγκοσμιοποίησε τις τοπικές λατρείες και Θεοσοφίες της Ανατολής. Ως γνήσιο παιδί του αιώνα που τον γέννησε ο διάδοχος της Πλατωνικής Σχολής των Αθηνών Πρόκλος (410-485) συνήθιζε να λέει πως, αν ήταν στο χέρι του, θα κατέστρεφε όλη τη λογοτεχνική παραγωγή της αρχαιότητας εκτός από τα Χαλδαϊκά Λόγια (μια έμμετρη αποκάλυψη του 2ου μ.Χ.αι. που από τον Ιάμβλιχο και πέρα χρησίμευε ως Βίβλ0ς στους Νεοπλατωνικούς) και τον πλατωνικό Τίμαιο. Και είναι χαρακτηριστικό της θετικής σημασίας που αποδίδει στην ακραία λογοκριτική αυτήν αντίληψη ο διάδοχος του Πρόκλου Μαρίνος, ο οποίος διαλέγει αυτήν ακριβώς τη ρήση για να κλείσει τη βιογραφία του δασκάλου του. 
Ο Ηρακλής και η Λερναία Ύδρα. Ζωγραφική παράσταση από κατακόμβη της Via Latina της Ρώμης, 4ος αι. Ο παγανιστής ήρωας-σωτήρας της ανθρωπότητας συνεχίζει να αποτελεί και για τους πρώτους χριστιανούς το σύμβολο του ανθρώπου που κερδίζει την αθανασία ύστερα από έναν ενάρετο βίο. 

Σε έναν κόσμο που ομοιογενοποιείται με ταχύτατους ρυθμούς, ο φιλόσοφος μεταμορφώνεται στον κοινόν της οικουμένης ιεροφάντην, όπως θα γράψει και πάλι ο Μαρίνος για τον Πρόκλο στο αγιολογικό κείμενο που αφιερώνει στον βίο και την πολιτεία του δασκάλου του. Ο βιογράφος έχει γίνει συναξαριστής. Χριστιανοί και πλατωνικοί γράφουν βίους αγίων, ακολουθώντας το μόνο αποδεκτό στον κόσμο τους πρότυπο. Παράλληλα, συντελείται μια άλλη μεταμόρφωση που αφορά όχι μόνο το παρόν αλλά και το συλλογικό παρελθόν: ανάμεσα στον 4ο και τον 6ο αι. οι ιστοριογράφοι αντικαθίστανται από τους εκκλησιαστικούς συγγραφείς. Ο Προκόπιος και ο Αγαθίας είναι οι τελευταίοι διανοούμενοι που καλλιεργούν το είδος της πολιτικής ιστορίας με πρωταγωνιστές του έργου τον πόλεμο και την ειρήνη. Στο μεταξύ έχει γεννηθεί ένα νέο είδος ιστορίας: η εκκλησιαστική. Η προϊστορία της ξεκινάει με το προπατορικό αμάρτημα και η κυρίως αφήγηση με την ενανθρώπιση του Χριστού. Αυτό το κοσμοϊστορικό γεγονός επιβάλλει μια νέα καθολική θεώρηση και ερμηνεία του ιστορικού γίγνεσθαι, το οποίο απλοποιείται σε ευθεία γραμμή. Τα ορόσημα της νέας Ιστορίας είναι οι χριστιανικοί διωγμοί και οι οικουμενικοί σύνοδοι, πρωταγωνιστές της οι επίσκοποι και οι αιρεσιάρχες. Συγχρόνως, σύμφωνα με τη νέα αρχή της γραμμικής προόδου, ό,τι έχει συμβεί πριν από τη χριστιανική αποκάλυψη αποτελεί απλή «προπαρασκευή». Στην κατακλείδα του εισαγωγικού σημειώματος θα ήταν χρήσιμη, αν όχι απαραίτητη, μια μεθοδολογική επισήμανση: στα κείμενα που μας έχουν αφήσει, οι άνθρωποι της ύστερης αρχαιότητας αυτοχαρακτηρίζονται ως πλατωνικοί ή χριστιανοί, μύστες της Ίσιδας ή Θιασώτες του Διονύσου, ηλιοδρόμοι ή υψισταριανοί και πολλά άλλα σε πολλαπλούς συνδυασμούς. Πουθενά όμως δεν μας λένε οι ίδιοι ότι είναι «ειδωλαλάτρες», «πολύθεοι» ή «εθνικοί». Οι όροι αυτοί ανήκουν στην πολεμική συνθηματολογία των χριστιανών οι οποίοι στον αγώνα τους για αναγνώριση και επικράτηση ομαδοποίησαν τους αντιφρονούντες. Αν όμως η έξωθεν μαζοποίηση ανθρώπων που ζούσαν στην κατεξοχήν πλουραλιστική και ανεξίθρησκη οικουμένη των πρώιμων και μέσων αυτοκρατορικών χρόνων αποτελεί μιαν από τις ατυχέστερες επιπτώσεις του θριάμβου του χριστιανισμού, επιβεβαιώνοντας το στερεότυπο ότι την ιστορία την γράφουν οι νικητές, η υπόμνηση του γεγονότος μπορεί τουλάχιστον σήμερα να λειτουργήσει ως κίνητρο και αφετηρία προβληματισμού.

Επτά Ημέρες
Η Καθημερινή
Αθήνα
2001


from ανεμουριον https://ift.tt/30wiG0w
via IFTTT
Από το Blogger.