ΤΟ ΠΡΑΞΙΚΟΠΗΜΑ ΤΗΣ 21ης ΑΠΡΙΛΙΟΥ

Τη νύχτα της 20ής προς 21η Απριλίου 1967 αποδείχθηκε με τον πιο δραματικό τρόπο ότι ο αμυντικός μηχανισμός του κοινοβουλευτικού-συνταγματικού πολιτεύματος στην Ελλάδα ήταν ανύπαρκτος. Μια σχετικά μικρή ομάδα μεσαίων αξιωματικών, τοποθετημένων σε θέσεις-κλειδιά του στρατεύματος, κατόρθωσε -μέσα σε λίγες ώρες- να ανατρέψει την κυβέρνηση, να εξουδετερώσει όλους τους κορυφαίους παράγοντες της πολιτικής ζωής, να συλλάβει χιλιάδες πολίτες, να θέσει υπό τον πλήρη έλεγχο της το στράτευμα και την κρατική μηχανή, και να πειθαναγκάσει τον θρόνο στην εγκαθίδρυση ανοιχτής στρατιωτικής δικτατορίας. Πρωταγωνιστές της εκτροπής ήταν ο συνταγματάρχης Πυροβολικού Γεώργιος Παπαδόπουλος (τοποθετημένος τότε στο Γενικό Επιτελείο Στρατού), ο ταξίαρχος Στυλιανός Παττακός (διοικητής του Κέντρου

Αθήνα, 21 η Απριλίου 1967, ώρα 9 το πρωί. Τανκς των πραξικοπηματιών συνταγματαρχών στη συμβολή των οδών Πειραιώς και Σωκράτους. Το στιγμιότυπο απαθανάτισε φωτογραφικά η εκδότης της «Καθημερινής» Ελένη Βλάχου, από το παράθυρο του γραφείου της στην εφημερίδα (Αρχείο «Κ») 

Εκπαιδεύσεως Τεθωρακισμένων [ΚΕΤ], στο Γουδί), ο συνταγματάρχης Νικόλαος Μακαρέζος (των οικονομικών υπηρεσιών του στρατεύματος), ο συνταγματάρχης Ιωάννης Λαδάς (διοικητής της ΕΣΑ) και ο συνταγματάρχης Δημήτριος Ιωαννίδης (διοικητής της Σχολής Ευελπίδων). Μυημένοι και μέτοχοι του όλου εγχειρήματος ήταν ελάχιστοι ακόμα αξιωματικοί του στρατού ξηράς (κυρίως μεσαία στελέχη), τοποθετημένοι σε χώρους ζωτικής σημασίας. Από την άλλη πλευρά, παθητικοί πρωταγωνιστές της ιστορικής εκείνης νύχτας υπήρξαν ο πρωθυπουργός και ηγέτης της ΕΡΕ Παναγιώτης Κανελλόπουλος (που θα συλληφθεί στο σπίτι του), ο 27χρονος βασιλιάς Κωνσταντίνος Β' (που θα αιφνιδιαστεί από το κίνημα και τελικά θα το «νομιμοποιήσει»), η ηγεσία των Ενόπλων Δυνάμεων (που θα εξουδετερωθεί εύκολα από τους κινηματίες) και η ηγεσία των κομμάτων της αντιπολίτευσης (που, παρά τις μέχρι τότε αντίθετες διακηρύξεις της, θα αποδειχθεί παντελώς ανέτοιμη να προβάλει έστω και στοιχειώδη αντίσταση στην εκτροπή). Η όλη επιχείρηση των συνταγματαρχών -βασισμένη κυρίως στο επιτελικό σχέδιο «Προμηθεύς»- υπήρξε αριστοτεχνική από άποψη συνωμοτικής προετοιμασίας και εκτέλεσης. Κεντρικό της εγχείρημα ήταν η κινητοποίηση του ΚΕΤ στο Γουδί από το Σ. Παττακό και η «έξοδος» των τεθωρακισμένων στην πρωτεύουσα (γύρω στις 2 μετά τα μεσάνυχτα), όπου και κατέλαβαν στρατηγικά καίριες θέσεις. Την ίδια ώρα, άλλες μονάδες έθεταν υπό τον έλεγχο τους το Πεντάγωνο και περικύκλωναν τα ανάκτορα του Τατοΐου, όπου διέμενε τότε ο βασιλιάς. Παράλληλα, μικρές ομάδες αξιωματικών προχωρούσαν στη σύλληψη του πρωθυπουργού και των ηγετών της αντιπολίτευσης, ή καταλάμβαναν σημεία ζωτικής σημασίας για την παράλυση της κρατικής μηχανής (με σημαντικότερο ίσως τον ΟΤΕ, στην οδό Πατησίων). Ειδικά ως προς τη σύλληψη του πρωθυπουργού, αυτή πραγματοποιήθηκε μετά από διάρρηξη του διαμερίσματος του, στην οδό Ξενοκράτους 15, στο Κολωνάκι. Ο ίδιος δεν μπόρεσε να προβάλει ουσιαστική αντίσταση και μεταφέρθηκε με στρατιωτική συνοδεία στο Πεντάγωνο. Σχετικά εύκολη υπήρξε η σύλληψη του γηραιού αρχηγού της Ενώσεως Κέντρου, Γεωργίου Παπανδρέου, στο Καστρί, ενώ -αντίθετα-αρκετά περιπετειώδης αποδείχτηκε αυτή του ηγέτη της Κεντροαριστεράς Ανδρέα Παπανδρέου (στο σπίτι του, στο Ψυχικό), που επιχείρησε ανεπιτυχώς να διαφύγει από τους διώκτες του. Με ανάλογη ευκολία πραγματοποιήθηκε και η σύλληψη ή εξουδετέρωση άλλων κυβερνητικών ή -γενικότερα-πολιτικών παραγόντων, καθώς και της ηγεσίας των Ενόπλων Δυνάμεων. 
Ο δικτάτορας πρωθυπουργός, Γ. Παπαδόπουλος, στη διάρκεια συνέντευξης του σε Έλληνες και ξένους δημοσιογράφους, στις 9 Απριλίου 1969 (φωτ.: Κ.Γ. Μεγαλοκονόμου). 

Πολλά έχουν γραφτεί για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες πειθαναγκάστηκε να «καλύψει» τη συνταγματική εκτροπή ο τότε βασιλιάς Κωνσταντίνος. Πιο συγκεκριμένα, υποχρεώθηκε να δεχτεί στα διαμερίσματα του την επίσκεψη της τριανδρίας των ηγετών του πραξικοπήματος (τους Παπαδόπουλο, Παττακό και Μακαρέζο), που τον έθεσαν ωμά και απερίφραστα μπροστά στο δίλημμα της υιοθεσίας του όλου εγχειρήματος ή της ανατροπής του. Κατά την κορυφαία αυτή στιγμή που επέδρασε καταλυτικά στην ιστορία της νεότερης Ελλάδας αλλά και μοιραία για την τύχη του πολιτεύματος της Βασιλευόμενης Δημοκρατίας, ο νεαρός μονάρχης εξέφρασε αρχικά την αποδοκιμασία του για τις ενέργειες των συνταγματαρχών, στη συνέχεια όμως ήλθε σε συμβιβασμό με αυτούς και τελικά δέχτηκε να «νομιμοποιήσει» τις ενέργειες του, έστω και προσωρινά, αρκούμενος στην πρωθυπουργοποίηση του προσκείμενου στο αυλικό περιβάλλον Κωνσταντίνου Κόλλια, ανώτατου δικαστικού. Η τελευταία αυτή επιλογή του Κωνσταντίνου συντελέστηκε στο Πεντάγωνο, αφού είχε προηγηθεί συνάντηση του με τον ανατραπέντα πρωθυπουργό Π. Κανελλόπουλο, ο οποίος τον είχε συμβουλεύσει να παραμείνει ανυποχώρητος στην υπεράσπιση του συνταγματικού πολιτεύματος. Ο ίδιος ο βασιλιάς, επικαλέστηκε αργότερα, ως δικαιολογητική βάση της συναλλαγής του με τους κινηματίες, την επιθυμία του για αποτροπή αιματηρών εθνικών περιπετειών, καθώς και την ανάγκη εξοικονόμησης χρόνου, για μια ουσιώδη αντίδραση στην εκτροπή, αντίδραση που υποτίθεται ότι συνέβη με το αποτυχημένο βασιλικό κίνημα της 13ης Δεκεμβρίου 1967. Το όλο στρατιωτικό εγχείρημα των συνταγματαρχών συντελέστηκε στην περιοχή του Λεκανοπέδιου και η επιτυχία του απέδειξε περίτρανα, για ακόμα μια φορά, την υδροκεφαλική-αθηνοκρατική υφή της κρατικής μηχανής. Μόνη ουσιαστική αντίδραση στις ενέργειες των κινηματιών υπήρξε η απελπισμένη απόπειρα του υπουργού Εσωτερικών Γεωργίου Ράλλη να κινητοποιήσει κατά των πραξικοπηματιών τις Ένοπλες Δυνάμεις στη Βόρεια Ελλάδα, η οποία κατέληξε σε παταγώδη αποτυχία. Το σύνολο σχεδόν των στρατιωτικών στελεχών της περιφέρειας -πιστεύοντας ίσως ότι η εκτροπή γίνεται με την πλήρη κάλυψη του θρόνου- συμπαρατάχτηκαν τελικά με τους κινηματίες και εδραίωσαν το νέο καθεστώς. Με την ίδια λογική «πέρασε» το πραξικόπημα στο χώρο του Βασιλικού Ναυτικού και της Βασιλικής Αεροπορίας, τα κορυφαία στελέχη των οποίων δεν είχαν συμμετάσχει στη συνωμοτική κίνηση. Αποφασιστικό ρόλο για την εξέλιξη αυτή έδωσε το συνεχώς μεταδιδόμενο από το ραδιόφωνο πλαστό «Βασιλικό Διάταγμα» περί αναστολής βασικών άρθρων του Συντάγματος κ.λπ., το οποίο εμφανιζόταν να έχει την υπογραφή του βασιλιά -πριν ακόμα αυτός συναινέσει- και της κυβέρνησης - η οποία δεν υπήρχε. Η συνταγματική εκτροπή ολοκληρώθηκε την επόμενη μέρα, 21 Απριλίου, με ομαδικές συλλήψεις χιλιάδων πολιτών που θεωρούνταν ως απειλή για το νέο καθεστώς (κυρίως στελεχών και οπαδών της Αριστεράς) και με την ορκωμοσία της κυβέρνησης του Κωνσταντίνου Κόλλια, στην οποία μετείχε και η τριανδρία των κινηματιών, δηλαδή οι Γ. Παπαδόπουλος (Προεδρίας Κυβερνήσεως), Σ. Παττακός (Εσωτερικών και Δημοσίας Τάξεως) και Ν. Μακαρέζος (Συντονισμού). Αντιπρόεδρος της ίδιας κυβέρνησης ανέλαβε ο στρατηγός Γρηγόριος Σπαντιδάκης, ο οποίος από παλιότερα ήταν συμμέτοχος ποικίλων παραστρατιωτικών συνωμοτικών κινήσεων, προερχόμενων είτε από τη φιλοβασιλική πτέρυγα της λεγόμενης «Χούντας των Στρατηγών» είτε από τη συγκεκριμένη ομάδα των συνταγματαρχών. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι το όλο εγχείρημα της συνταγματικής εκτροπής αιφνιδίασε όχι μόνον τον πολιτικό κόσμο και την ηγεσία του στρατεύματος, αλλά και το σύνολο σχεδόν του ελληνικού λαού, που δεν προέβαλε κάποιας μορφής δυναμική αντίδραση στα όσα συντελούνταν. 
Αθήνα, 21 Ιουνίου 1967. Δύο μόλις μήνες μετά το απριλιανό πραξικόπημα, ο Ρίτσαρντ Νίξον, πρώην αντιπρόεδρος και μετέπειτα πρόεδρος των ΗΠΑ, επισκέπτεται τον αρχιπραξικοπηματία υπουργό Εσωτερικών της δικτατορίας, Στ. Παττακό, στο γραφείο του (φωτ.: Αρχείο Κ. Κλεισθένη). 

Έτσι, το νέο καθεστώς επιβλήθηκε σχετικά εύκολα και δεν σημειώθηκαν κάποιες σημαντικές αντιδράσεις. Θύματα της ημέρας εκείνης υπήρξαν η νεαρή Αθηναία Μαρία Καλαυρού, η οποία δολοφονήθηκε εν ψυχρώ από κάποιους ένστολους επειδή αρνήθηκε να πειθαρχήσει στις διαταγές τους, καθώς και ο κομμουνιστής κρατούμενος Παναγιώτης Ελλής, που πυροβολήθηκε, αναίτια, από κάποιον φρουρό, στο χώρο της κράτησης του. Κατά τα χρόνια που ακολούθησαν, αναπτύχθηκε πλούσια ιστορική φιλολογία για τα ουσιαστικά αίτια και τους ουσιαστικούς υποκινητές της εκτροπής εκείνης. Ισχυρότατη εμφανίστηκε η άποψη για τον ενεργό ρόλο των αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών στην όλη προετοιμασία και εκτέλεση του εγχειρήματος, με στόχους αφενός μεν τη ματαίωση των επερχόμενων εκλογών της 28ης Μαΐου (με τη διαφαινόμενη ήττα της ΕΡΕ και τη σχεδόν βέβαιη νίκη του «απείθαρχου» Γεωργίου Παπανδρέου) και αφετέρου την προετοιμασία του «κατάλληλου κλίματος» στην Ελλάδα, εν όψει της νέας μεγάλης μεσανατολικής κρίσης (που επισφραγίστηκε με τον «Πόλεμο των Έξι Ημερών», τον Ιούνιο του ίδιου χρόνου). Ενισχυτική των επιχειρημάτων της πλευράς αυτής, υπήρξε η παλαιότερη θητεία του Γεωργίου Παπαδόπουλου στις ΗΠΑ (ως μετεκπαιδευόμενου αξιωματικού) και η τελική στάση αποδοχής του νέου καθεστώτος, εκ μέρους της αμερικανικής κυβέρνησης του Λίντον Τζόνσον - παρά τις όποιες επιμέρους ενστάσεις της. Αντίθετα από την άποψη αυτή, που υποστηρίχτηκε κυρίως από την Αριστερά, συντηρητικότεροι αναλυτές επέμειναν στο ότι η εκτροπή εκείνη υπήρξε απλώς πρωτοβουλία κάποιων επίορκων και φιλόδοξων αξιωματικών, χωρίς ιδιαίτερες συνωμοτικές προεκτάσεις σε διεθνές επίπεδο. Ακόμα, διατυπώθηκε η άποψη ότι οι κινηματίες της 21ης Απριλίου «πρόλαβαν» ανάλογο εγχείρημα, το οποίο προετοίμαζε η προσκείμενη στα ανάκτορα «Χούντα των Στρατηγών». 
Αθήνα, 13 Σεπτεμβρίου 1967. Η ηγεσία της χούντας -Γρ. Σπαντιδάκης, Γ. Ζωιτάκης, Στ. Παττακός, Γ. Παπαδόπουλος, Ν. Μακαρέζος- υποδέχεται στο αεροδρόμιο του Ελληνικού τον βασιλιά Κωνσταντίνο, κατά την επάνοδο του από τις ΗΠΑ, όπου προσπάθησε, μάταια, να επιτύχει την υποστήριξη του προέδρου Λίντον Τζόνσον για αντιπραξικόπημα (φωτ.: Κ.Γ. Μεγαλοκονόμου). 

Τέλος, οι ίδιοι οι κινηματίες επικαλέστηκαν ως δικαιολογητική βάση του εγχειρήματος τους τη «σωτήρια της πατρίδας από τη φαυλοκρατία» και -κυρίως- την «αποτροπή του κομμουνιστικού κινδύνου», ισχυρισμός όχι ιδιαίτερα πειστικός, με δεδομένη την τότε μεγάλη ιδεολογική και οργανωτική τρικυμία στους κόλπους του ΚΚΕ και της ΕΔΑ. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον επέδειξαν οι αναλυτές της εποχής για την όλη στάση του θρόνου, κατά τις κρίσιμες εκείνες στιγμές. Πιο συγκεκριμένα, οι οπαδοί του Κωνσταντίνου επικαλέστηκαν ότι κατά τη μοιραία νύχτα της 20ής προς 21η Απριλίου 1967 προσπάθησε «να σώσει ό,τι σωζόταν» και ότι, σε κάθε περίπτωση, τα λάθη του -που υπήρξαν συγγνωστά και απότοκα της απειρίας και του νεαρού της ηλικίας του- απαλείφονται από τη μεταγενέστερη αντιδικτατορική στάση του. Από την άλλη πλευρά, υποστηρίχτηκε ότι αν ο τότε βασιλιάς είχε πολιτευτεί στα αυστηρά συνταγματικά πλαίσια και είχε κρατήσει -έστω και με κίνδυνο του θρόνου του ή και της ζωής του ακόμα- αδιαπραγμάτευτα αρνητική στάση απέναντι στην εκτροπή, στάση ανάλογη με εκείνη που κράτησε ο γαμπρός του, Χουάν Κάρλος της Ισπανίας, το 1981 απέναντι στον πραξικοπηματία Τεχέρο, θα είχε πιθανόν αποτρέψει την επικράτηση των συνταγματαρχών ή, τουλάχιστον, θα τους είχε αφαιρέσει κάθε «νομιμοποιητικό» έρεισμα, ως προς την αποδοχή τους από τη μεγάλη πλειονότητα των βασιλοφρόνων αξιωματικών, επιταχύνοντας έτσι την πτώση τους. Η τελευταία αυτή άποψη φαίνεται ότι λειτούργησε καταλυτικά κατά το πολιτειακό δημοψήφισμα του 1974, που απέληξε στην αποδοκιμασία του Κωνσταντίνου και του μοναρχικού πολιτεύματος από τη μεγάλη πλειοψηφία του εκλογικού σώματος.

ΟΘΩΝΑΣ ΤΣΟΥΝΑΚΟΣ
Η ΕΛΛΑΔΑ ΤΟΝ 20ο ΑΙΩΝΑ 1965-1970
7 ΗΜΕΡΕΣ
Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ
ΑΘΗΝΑ
1999




from ανεμουριον https://ift.tt/2JILXzx
via IFTTT
Από το Blogger.