ΠΡΩΤΕΣ ΚΑΤΟΙΚΙΕΣ - Καλύτερη Λαμία

ΠΡΩΤΕΣ ΚΑΤΟΙΚΙΕΣ

Εσωτερικό του λιμναίου σπηλαίου Βλυχάδα Διρού, που χαρακτηρίστηκε το ωραιότερο του κόσμου στο είδος του. 

Τα σπήλαια και οι βραχοσκεπές συνιστούν ιδιαίτερους γεωλογικούς σχηματισμούς, στους οποίους διατηρούνται μάλλον παρά καταστρέφονται τα προϊόντα των εκδηλώσεων της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Προσφέρουν έτσι τον κύριο όγκο των πληροφοριών για την έρευνα της Παλαιολιθικής Εποχής (ΠΛ.Ε.) που αποτελεί το 99% της ιστορίας του ανθρώπου (2.000.000-10.000 πριν από σήμερα). Στη διάρκειά της συντελέσθηκε μέσα από διαδικασίες συνεχών προσαρμογών, αφενός η βιολογική εξέλιξη του ανθρώπινου είδους και αφετέρου εδραιώθηκαν τα κυριότερα χαρακτηριστικά του ανθρώπινου πολιτισμού (έναρθρος λόγος, τεχνολογία, οικονομική και κοινωνική οργάνωση, συμβολική σκέψη). Κατά τις διάφορες φάσεις της ΠΛ.Ε. οι άνθρωποι ζούσαν σε μικρές ομάδες που στην προσπάθειά τους να επιβιώσουν σε αντίξοες κλιματολογικές συνθήκες (π.χ. περίοδοι παγετώνων) υιοθέτησαν ένα νομαδικό τρόπο ζωής με βάση το κυνήγι άγριων ζώων, χρησιμοποιώντας συχνά τα σπήλαια ως σταθμούς εγκατάστασης στις εποχικές μετακινήσεις τους. Για τις ανάγκες διαβίωσής τους χρησιμοποιούσαν εργαλειακό εξοπλισμό, κατασκευασμένο αποκλειστικά από σκληρούς λίθους, ο οποίος περιελάμβανε μεταξύ άλλων χειροπελέκεις, αιχμές δοράτων για το κυνήγι, ξέστρα για την κατεργασία δερμάτων, γλυφίδες για την κατασκευή εργαλείων από μαλακά υλικά όπως ξύλο, κόκκαλο, κέρατο. Οι ομοιότητες και οι διαφορές στη μορφολογία και στις τεχνικές παραγωγής των λίθινων εργαλείων που βρίσκονται στις επιχώσεις των σπηλαίων χρησιμοποιήθηκαν ως χρονολογικοί και πολιτισμικοί δείκτες για να στηρίξουν την τριμερή διαίρεση της ΠΛ.Ε. σε Κατώτερη-Μέση-Ανώτερη. Σήμερα, βεβαίως, ο προσανατολισμός και η μεθοδολογία ης παλαιολιθικής έρευνας διευρύνθηκαν ούτως ώστε να αναδειχθεί η πολυπλοκότητα του παλαιολιθικού τρόπου ζωής, μέσα και έξω από τα σπήλαια, στο πλαίσιο συνεργασίας με άλλες επιστήμες (γεωλογία, ανθρωπολογία, παλαιοβοτανική, ζωοαρχαιολογία κ.ά.).

ΠΛΟΥΣΙΑ ΕΥΡΗΜΑΤΑ 

Στην Ελλάδα, η μελέτη της ΠΛ.Ε. είναι νέος κλάδος και κατά συνέπεια οι γνώσεις μας για τη χρήση των σπηλαίων σε αυτή την περίοδο είναι αποσπασματικές. Οι αρχαιότερες ενδείξεις, πάντως, της παρουσίας του ανθρώπου προέρχονται από ένα σπήλαιο, αυτό των Πετραλώνων (Χαλκιδική), όπου αποκαλύφθηκε το σχεδόν ακέραιο κρανίο-σταθμός του Ευρωπαίου Homo erectus του Μέσου Πλειστοκαίνου (περίπου 700.000 -250.000 χρόνια) που αποτελεί κλειδί στο σενάριο της ανθρωπογένεσης. Επειδή τα σπήλαια συχνά διασώζουν λείψανα αδιάλειπτης παρουσίας του ανθρώπου προσφέρουν στον αρχαιολόγο την ανεκτίμητη δυνατότητα να παρακολουθήσει τη διαδοχή των πολιτισμικών φάσεων και να συναγάγει ιστορικά συμπεράσματα. Μια τέτοια δυνατότητα προσφέρει η ευρύτερη περιοχή της ΒΔ Ελλάδας, στην οποία είναι ανασκαμμένα 5 σπήλαια (έρευνες της αγγλικής Αρχαιολογικής Σχολής). Στο Ασπροχάλικο (Ήπειρος) του οποίου η στρωματογραφία καλύπτει τα τελευταία 100 χιλιάδες χρόνια, βρέθηκαν πλούσιες λιθοτεχνίες της Μέσης και Ανώτερης ΠΛ.Ε. καθώς και χιλιάδες θραύσματα οστών ζώων, υπολείμματα διατροφής των χρηστών του σπηλαίου. 
Στο εσωτερικό του σπηλαίου Πετραλώνων (Χαλκιδική) αποκαλύφθηκε το σχεδόν ακέραιο κρανίο-σταθμός του Ευρωπαίου Homo erectus του Μέσου Πλειστοκαίνου (περίπου 700.000-250.000 χρόνια). 

Από την άλλη πλευρά της Πίνδου, στη Θεσσαλία, οι πρόσφατες έρευνες της Εφορείας Παλαιοανθρωπολογίας και Σπηλαιολογίας στο σπήλαιο Μούτα Θεόπετρας αποδεικνύουν επίσης τη συνεχή χρήση της θέσης κατά τη Μέση και Ανώτερη ΠΛ.Ε. με σημαντικά αρχαιολογικά ευρήματα, μεταξύ των οποίων και ανθρώπινα οστά. Επιβεβαιώνεται έτσι η παρουσία του ανθρώπου σε μια περιοχή για την οποία μέχρι τώρα υπήρχαν μόνο αποσπασματικά στοιχεία από υπαίθριες θέσεις. Οι ενδείξεις για τη χρήση των σπηλαίων κατά την Ανώτερη ΠΛ.Ε. (περίπου 35.000-10.000 Π.Σ.) είναι περισσότερες και προέρχονται από αρκετές περιοχές της Ελλάδας (Ήπειρος, Κέρκυρα, Βοιωτία, Αργολίδα), παρέχοντας έτσι τη δυνατότητα να μελετηθούν οι στρατηγικές επιβίωσης του προϊστορικού ανθρώπου σε διάφορες οικολογικές ζώνες. Στο διάστημα από 20.000-10.000 πριν από σήμερα, οι μελέτες των ευρημάτων από το σπήλαιο της Καστρίτσας (Ήπειρος) κατέδειξαν την εκμετάλλευση ευρέως φάσματος άγριας πανίδας (ελάφια, μεγάλα βοοειδή, ίπποι), ενώ στη βραχοσκεπή Κλειδί πιστοποιήθηκε το κυνήγι αποκλειστικά και μόνον άγριων αιγαγροειδών. Στις παραπάνω θέσεις τεκμηριώθηκε επίσης η εξέλιξη του τρόπου παραγωγής του εργαλειακού εξοπλισμού, από λιθοτεχνίες φολίδων της Μέσης σε λιθοτεχνίες λεπίδων καθώς και μικρολιθικών εργαλείων κατά την Ανώτερη Παλαιολιθική. 

ΣΠΗΛΑΙΟ ΦΡΑΓΘΙ 

Η μετάβαση από το κυνηγετικό-συλλεκτικό στάδιο σε εκείνο της παραγωγής τροφής (εξημέρωση ζώων και φυτών) μας είναι για τον Ελλαδικό χώρο γνωστή πάλι μόνον από ένα σπήλαιο, το Φράγχθι στην Αργολίδα (έρευνες της Αμερικανικής Σχολής Κλασικών Σπουδών). Εκεί, μέσα σε μια στρωματογραφική αλληλουχία χωρίς διακοπή από τη Μέση ΠΛ.Ε. ως και τη Νεολιθική Εποχή αντιπροσωπεύεται και η Μεσολιθική περίοδος (περίπου 10.000 πριν από σήμερα). Τα πολυάριθμα ευρήματα δείχνουν τη διεύρυνση της οικονομικής βάσης μέσω της κατανάλωσης άγριων φυτών και θαλάσσιας πανίδας. Η πρώτη βεβαιωμένη ταφή νεκρού στον Ελλαδικό χώρο προέρχεται από τις ίδιες αυτές Μεσολιθικές επιχώσεις. Απ’ αυτές προέρχεται επίσης οψιανός της Μήλου, γεγονός που αποτελεί μαρτυρία για την αρχή της ναυτιλίας στη Μεσόγειο κατά τη Μεσολιθική εποχή, και την πρώιμη διακίνηση του οψιανού. Επιπλέον, στις διαδοχικές επιχώσεις στο σπήλαιο αυτό για πρώτη φορά βεβαιώνονται στρωματογραφικά ότι υπάρχει κενό ανάμεσα στη Μεσολιθική και Νεολιθική εποχή. Έτσι, όπως είναι γνωστό από τα προκεραμικά στρώματα στη Θεσσαλία αλλά και στο Φράγχθι, παρότι ορισμένες Μεσολιθικές τεχνικές συνεχίζονται στη Νεολιθική λιθοτεχνία, η πανίδα (αιγοπρόβατα, χοίροι, βοοειδή) και η χλωρίδα (σιτάρι-κριθάρι-φακή) εμφανίζονται ήδη εξημερωμένες και χωρίς σχέση με τους ελλαδικούς άγριους «προγόνους» τους. Και η κεραμεική, αν και απλή, σε όλα τα αρχαιότερα νεολιθικά στρώματα, στα οποία απαντάται, συμπεριλαμβανομένης και της Κρήτης (σπήλαια Γερανίου-Ακρωτηρίου Χανιών) εμφανίζεται τεχνικά πλήρως εξελιγμένη. Πρόκειται για μια γκριζόμαυρη, σκούρα φαιά ή ερυθρόφαιη κεραμική με στιλβωμένη ή γυαλισμένη επιφάνεια που συχνά παρουσιάζει δύο τόνους, από το ψήσιμο σε ανοιχτή φωτιά. Χαρακτηρίζεται από μεγάλη ομοιογένεια, γεγονός που δεν αφήνει αμφιβολία για την κοινή καταγωγή της. Στη διάρκεια της αρχαιότερης και της Μέσης Νεολιθικής, η χρήση των σπηλαίων ως χώρων μόνιμης ή εποχικής κατοίκησης, αποθήκευσης, εργασίας ή και καταυλισμού ζώων αλλά και ταφής είναι αρκετά διαδεδομένη αντιπροσωπεύοντας το 20% των γνωστών εγκαταστάσεων τόσο στον ελλαδικό χώρο όσο και στην Κρήτη (Γεράνι Ρεθύμνου-Κουμαρόσπηλιο Χανιά). Από τη Μέση Νεολιθική, όπως φαίνεται στο σπήλαιο της Θεόπετρας, απαντώνται στο εσωτερικό των σπηλαίων ανθρώπινα και ζωόμορφα ειδώλια, αλλά και μικρά αγγεία σε σχήμα τράπεζας προσφορών, ένδειξη κάποιας άσκησης μαγικών τελετουργιών για ευγονία και ευφορία. Με το τέλος της Μέσης και την αρχή της Ύστερης Νεολιθικής παρατηρείται μια αλλαγή στον αριθμό και στον τύπο των οικισμών που συνεπάγεται αλλαγή και στην οικονομία. Παράλληλα νέοι κεραμεικοί τύποι επικρατούν σε ολόκληρο σχεδόν τον ελλαδικό χώρο. Γνωστά κέντρα, όπως η Λέρνα στην Αργολίδα και η Ασέα στην Αρκαδία και η Κόρινθος εγκαταλείπονται είτε μειώνεται δραστικά η εμβέλειά τους, ενώ η χρήση των σπηλαίων, εμφανίζεται σε μεγαλύτερη συχνότητα, αντιπροσωπεύοντας το 50% του συνόλου των οικισμών. Αυτό είναι ιδιαίτερα αισθητό στη Νότια Ελλάδα. Παράλληλα η αύξηση οστών αιγοπροβάτων στα οργανικά κατάλοιπα παρέχει σαφείς ενδείξεις για την αλλαγή στην καλλιεργήσιμη γη που φαίνεται ότι υποδεικνύει η μεταφορά και η εγκατάλειψη πεδινών οικισμών, για κάποιους οικολογικούς προφανώς λόγους. Τα σπήλαια λοιπόν χρησιμοποιούνται από τους κτηνοτρόφους και από άλλες ομάδες ανθρώπων που έχουν ανάγκη εποχιακής κατοικίας και χώρων αποθήκευσης προϊόντων. Το σπήλαιο Σκοτεινή στα Θαρρούνια της Εύβοιας που ανασκάφτηκε από την Εφορεία Παλαιοανθρωπολογίας-Σπηλαιολογίας και στο εσωτερικό του οποίου βρέθηκαν και ταφές, ανήκει σ’ αυτήν την κατηγορία. Ανάμεσα στα σπήλαια που εμφανίζονται ως μεγάλα κέντρα στη διάρκεια της Ύστερης και Τελικής Νεολιθικής, είναι το Φράγχθι, η Αλεπότρυπα στη Μάνη, η Κλένια Κορινθίας, το Κεφαλάρι Άργους το σπήλαιο του Νέστορος στη Μεσσηνία. Ένα άλλο κέντρο φαίνεται να είναι και το σπήλαιο στο Γεράκι της Λακωνίας, όπου γίνονται ανασκαφές της Εφορείας Σπηλαιολογίας. Η Αλεπότρυπα, επάνω στη θαλάσσια οδό από το Αιγαίο προς τα Δυτικά και την Αδριατική είναι μεγάλο γεωργικό-κτηνοτροφικό κέντρο, όπως δείχνει ο μεγάλος αριθμός αποθηκευτικών πίθων και οστών ζώων. Το μεγάλο μέγεθος του σπηλαίου μπορούσε να στεγάσει μια σχετικά πολυπληθή κοινότητα, όπως δείχνουν οι εστίες και οι πηλένδυτοι αποθηκευτικοί βόθροι. Επιπλέον ήταν εφοδιασμένο με λίμνη γλυκού νερού στο εσωτερικό του. Στο χώρο των Κυκλάδων, η ανασκαφή του σπηλαίου Ζα στη Νάξο συμπληρώνει το κενό για τον πολιτισμό των Κυκλάδων μετά το τέλος του πολιτισμού του Σάλιαγκου και παρέχει ευρήματα μεγάλης σημασίας για τις σχέσεις των Κυκλάδων με την Αττική, την Κέα και τα νησιά του ανατολικού Αιγαίου. Στην Ύστερη Νεολιθική ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν χάλκινα ευρήματα (εργαλεία ή και κοσμήματα) από τα σπήλαια Αλεπότρυπα, Ζα Νάξου, Κίτσου κοντά στο Λαύριο, και από την Κεφάλα της Κέας και τα Πευκάκια της Θεσσαλίας. Η Ύστερη Νεολιθική αντιπροσωπεύεται πολύ καλά στην Κρήτη, όπου δεσπόζει ο μεγάλος οικισμός στην Κνωσό. 

ΧΩΡΟΙ ΤΑΦΗΣ 

Με το πέρασμα στην Εποχή του Χαλκού παρατηρείται δραστική μείωση στη χρήση των σπηλαίων που αντιπροσωπεύουν το 3% των οικισμών. Χρησιμοποιούνται κυρίως ως πηγές προσπορισμού αγαθών, ως δευτερεύοντες και αποθηκευτικοί χώροι ή ως χώροι ταφής. Στην Κρήτη ειδικά υπάρχουν στοιχεία κατοίκησης και αχνές ενδείξεις λατρείας. 
Σπήλαιο Μούτα Θεόπετρας (Θεσσαλία). 

Χαρακτηριστικό παράδειγμα χρήσης σπηλαίου αυτήν την εποχή αποτελεί το σπήλαιο Βουλιαγμένης στην Περαχώρα, που βρίσκεται σε μικρή απόσταση από τον οικισμό της Πρώτης Εποχής του Χαλκού. Όπως αποδείχτηκε από ανασκαφική έρευνα της Εφορείας Σπηλαιολογίας, χρησίμευε αποκλειστικά και μόνο ως οστεοφυλάκιο. 
Άποψη του σπηλαίου Φράγχθι στην Αργολίδα. Τα αρχαιολογικά του ευρήματα παρέχουν πληροφορίες για τις ανθρώπινες δραστηριότητες στην Ελλάδα από την Παλαιολιθική έως και τη Νεολιθική Εποχή. 

Στα χαμηλότερα σημεία του επικλινούς θαλάμου του είχε συγκεντρωθεί τεράστιος αριθμός οστών χωρίς καμιά συνοχή. Πολλά κρανία όμως βρέθηκαν τοποθετημένα με επιμέλεια το ένα δίπλα στο άλλο κατά μήκος των τοιχωμάτων του θαλάμου. Ανάμεσα στα οστά βρέθηκε πρωτοελλαδική κεραμεική (περίπου 2800 -2000 π.Χ.). 

ΛΑΤΡΕΥΤΙΚΑ ΙΕΡΑ 

Στην Κρήτη τα σπήλαια χρησιμοποιήθηκαν ήδη στη 2η χιλιετία ως χώρος λατρείας, σε συνδυασμό, με τα ιερά κορυφής, τα ανακτορικά και τα οικιακά ιερά. Το σπήλαιο Ψυχρού ταυτίζεται συνήθως με το Δικταίο Άντρο όπου σύμφωνα με μεταγενέστερες φιλολογικές μαρτυρίες γεννήθηκε ο Δίας. Το γεγονός όμως ότι οι διάφορες μυθικές παραλλαγές τοποθετούν τη γέννηση ή τα παιδικά χρόνια του Δία σε διάφορα σπήλαια της Κρήτης, όπως το Ιδαίο Άντρο δείχνει ότι αρχικά δεν υπήρχε μύθος για τον τόπο που γεννήθηκε ο νεαρός προελληνικός θεός της βλάστησης που αργότερα ταυτίστηκε με τον Δία των Ελλήνων. Με πρότυπο ίσως τον κρητικό μύθο έδειχναν και σ’ άλλα μέρη της Ελλάδας τη σπηλιά που γεννήθηκε και μεγάλωσε ο μεγαλύτερος ελληνικός θεός, [π.χ. στο Λύκαιο, στην Αρκαδία, με πανάρ-χαια, όπως φαίνεται από την περιγραφή του Παυσανία, λατρεία της Ρέας και του Δία). Ένα άλλο σημαντικό ιερό-σπήλαιο της Κρήτης είναι της Αμνισού, αφιερωμένο στην Ειλείθυια, την προελληνική θεά του τοκετού που έδωσε κατάλοιπα λατρείας από τη μινωική περίοδο μέχρι τα ύστερα ρωμαϊκά χρόνια. Γύρω από ένα τεράστιο σταλαγμίτη ανεικονική ίσως παράσταση της θεάς, οι γυναίκες άφηναν τα αναθήματά τους - αγγεία, ειδώλια, κ.λπ. προσπαθώντας να εξευμενίσουν τη φοβερή χθόνια θεότητα. Το σπήλαιο αυτό αποτέλεσε ίσως στα ιστορικά χρόνια το πρότυπο -αν δεν ήταν κοινή λαϊκή πεποίθηση- της συχνής λατρείας σε σπήλαια γυναικείων θεοτήτων που σχετίζονται με τη γέννα και την ανατροφή των παιδιών. Από τα αρχαϊκά χρόνια ώς το τέλος της αρχαιότητας πολλά είναι τα σπήλαια που αφιερώνονται στην Άρτεμη που ως Αρτεμη-Ειλείθυια, Λοχία, Βραυρωνία είναι η κατεξοχήν ελληνική θεά που αντικατέστησε την προελληνική Ειλείθυια ή άλλες τοπικές θεότητες όπως η Ιφιγένεια στη Βραυρώνα δέχονται συχνά την λατρεία των επίτοκων γυναικών. Μέσα στο σκοτεινό χώρο τους προσπαθούσαν με τις προσφορές τους να μετατρέψουν σε ευμενείς τις χθό-νιες θεότητες που απειλούσαν με θάνατο μητέρα και παιδί. Σε αρκετά σπήλαια αφιερωμένα στις Νύμφες βρέθηκαν αναθηματικά ειδώλια που παριστάνουν γυναίκες έγγυες ή σε στάση τοκετού. Σε σπήλαιο στο χωριό Πιτσά της Κορίνθου με βεβαιωμένη λατρεία της Νύμφης από τον 7ο π.Χ. αιώνα εκτός από τα ειδώλια, ένας πήλινος γραπτός πίνακας απεικονίζει το πρόβατο που θα θυσιαστεί να οδηγείται από τους λατρευτές ζωντανό στις Νύμφες. Η αρχαιότερη γραπτή μαρτυρία για λατρεία των Νυμφών μέσα στα σπήλαια βρίσκεται στην Οδύσσεια. Στη σπηλιά των Ναϊάδων Νυμφών άφησαν κοιμισμένο τον Οδυσσέα οι Φαίακες και σ’ αυτές προσεύχεται μόλις ξυπνήσεις ο ήρωας. Με τις Νύμφες, πνεύματα των νερών, των δέντρων και της ελεύθερης φύσης συνδέθηκε η λατρεία στο σπήλαιο του Ερμή και αργότερα του Πάνα, του ποιμενικού θεού της Αρκαδίας. Ο Ερμής, ως χθόνιος θεός που οδηγεί τις ψυχές στον Κάτω Κόσμο, αλλά και ο Παν, προστάτης των ποιμνίων έχει θέση στη λατρεία μέσα στις σπηλιές. Γυιός μιας Νύμφης, της Μαίας, γεννήθηκε και ο ίδιος μέσα στη σπηλιά της Κυλλήνης. Στα κλασικά και μεταγενέστερα αναθηματικά ανάγλυφα που τα περισσότερα προέρχονται από λατρευτικά σπήλαια παριστάνεται να οδηγεί τις Νύμφες: Ερμής Νυμφαγέτης είναι άλλωστε ένα από τα πολλά επίθετά του. Η λατρεία του Πάνα, του κατεξοχήν Αρκαδικού ποιμενικού θεού, που οι επικρατέστεροι μύθοι τον θέλουν γιο του Ερμή, είναι μεταγενέστερη έξω από την Αρκαδία. Η λατρεία του όμως, στα σπήλαια μαζί με τις Νύμφες και τον Ερμή δεν φαίνεται να προέρχεται από τον τόπο της καταγωγής του. Στην Αρκαδία και γενικά στην Πελοπόννησο όλα τα ιερά που αναφέρουν οι πηγές, και κυρίως ο Παυσανίας κι αυτά που ανασκάφηκαν, ήσαν υπαίθρια. Στα σπήλαια εκτός από τις Νύμφες, που συχνά είχαν και μαντικές ιδιότητες, τον Ερμή και τον Πάνα, λατρεύονταν και άλλοι θεοί (Άρτεμις-Απόλλωνας-Αφροδίτη-Ασκληπιός). Η μέχρι σήμερα, όμως, αρχαιολογική έρευνα και η μελέτη των πηγών έχει αποδείξει ότι στη φαντασία των βοσκών και γεωργών του ιστορικού ελληνικού χώρου, οι αδιαμφισβήτητοι κάτοχοι των παλαιών ήσαν οι Νύμφες, ο Ερμής και ο Πάνας και σ’ αυτούς προσεύχονταν και άφηναν τα φτωχά τους αφιερώματα. 

Συνεργάστηκαν οι αρχαιολόγοι, Μαργαρίτα Κουμουζέλη, Ελένη Κοτζαμποπούλου, Ελένη Παπαδοπουλου, Ελένη Στραβοπόδη, Μιράντα Χατζιώτη, Γιάννης Τζεδάκις.(Της Εφορείας Παλαιοανθρωπολογίας και Σπηλαιολογίας-ΥΠΠΟ)

7 ΗΜΕΡΕΣ
Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ
ΑΘΗΝΑ
1993


from ανεμουριον https://ift.tt/37bscc3
via IFTTT
Από το Blogger.