«Γράμματα από το Υπόγειο. Γραφή στη Μεθώνη της Πιερίας»

 


«Γράμματα από το Υπόγειο. Γραφή στη Μεθώνη της Πιερίας» ύστερος 8ος – πρώιμος 7ος αι. π.Χ.

Η αρχαία Μεθώνη είναι μία από τις σημαντικότερες αρχαιολογικές θέσεις της Μακεδονίας. Βρίσκεται στη βόρεια Πιερία, στη δυτική ακτή του Θερμαϊκού Κόλπου κοντά στις νότιες εκβολές του Αλιάκμονα.  Οι ανασκαφές που διενεργούνται από την ΚΖ΄ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων από το 2003 μέχρι σήμερα έχουν φέρει στο φως σημαντικότατα ευρήματα, τα οποία «ξεδιπλώνουν» πτυχές της ιστορίας αυτής της ακμαίας πόλης. Ένα από τα ευρήματα με μεγάλη ιστορική και αρχαιολογική σημασία προέρχεται από το «Υπόγειο», μια υπόσκαφη κατασκευή, όπου βρέθηκαν 191 ενεπίγραφα αγγεία, τα περισσότερα από τα οποία χρονολογούνται τον ύστερο 8ο και τον πρώιμο 7ο αι. π.Χ.


Μια έκθεση πριν 7 χρόνια...


Πρόκειται για μια δυσερμήνευτη κατασκευή, πιθανόν αποθηκευτικού χαρακτήρα, η οποία λόγω στατικών προβλημάτων δεν ολοκληρώθηκε ποτέ και επιχώθηκε βιαστικά λίγο μετά το 700 π.Χ.. με κάθε είδους υλικά (δηλαδή όστρακα, ξύλα, τμήματα λίθινων μητρών από μεταλλουργικές δραστηριότητες, σκωρίες χαλκού και σιδήρου, πήλινες χοάνες κατεργασίας χαλκού και χρυσού κ.ά.). Στο εσωτερικό του “Υπογείου” βρέθηκαν αγγεία όλων των τύπων: αποθηκευτικά, μαγειρικά, εμπορικοί αμφορείς, αγγεία για το σερβίρισμα και την κατανάλωση υγρών και τροφής. Η προέλευσή τους ποικίλλει: τοπικά, κορινθιακά, αττικά, ευβοϊκά, κυκλαδικά, ιωνικά, αιολικά, αλλά και φοινικικά.

ΤΟ ΠΑΡΑΞΕΝΟ ΕΙΝΑΙ ΟΤΙ ΕΝΩ ΑΝΑΦΕΡΟΥΝ ΟΤΙ ΒΡΕΘΗΚΑΝ ΦΟΙΝΙΚΙΚΑ ΑΓΓΕΙΑ... ΔΕΝ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΑΝ ...ΟΥΤΕ ΕΝΑ!!!



Η σπουδαιότητα του ευρήματος έγκειται στο γεγονός ότι από τον 8ο αι. π.Χ.. όταν άρχισε (;) να χρησιμοποιείται η αλφαβητική γραφή στον ελλαδικό χώρο, υπάρχουν ελάχιστες επιγραφές και επιγραφικά τεκμήρια, και συνεπώς τα ενεπίγραφα αγγεία της Μεθώνης είναι πραγματικά πολύτιμα. Ειδικότερα για τη Μακεδονία πρόκειται για τα πρωιμότερα μέχρι σήμερα επιγραφικά ευρήματα. Το Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης αποφάσισε με ενθουσιασμό να εντάξει το εύρημα της Μεθώνης στο πρόγραμμα των περιοδικών του εκθέσεων αναγνωρίζοντας τη σπουδαιότητα και τη μοναδικότητά του.
Η έκθεση έχει δύο στόχους. Πρώτον, να αναδείξει ένα σημαντικό εύρημα, το οποίο αφορά τόσο την επιστημονική κοινότητα όσο και το ευρύ κοινό, δίνοντας την ευκαιρία να συζητηθούν σημαντικά ιστορικά και αρχαιολογικά ζητήματα που σχετίζονται με τον ελληνικό αποικισμό, τη χρήση του αλφαβήτου, τις διαλέκτους, τις απαρχές της ποίησης, το συμπόσιο, αλλά και τα εμπορικά δίκτυα της Ανατολικής Μεσογείου κατά τους κρίσιμους αιώνες, τον 8ο και 7ο αι. π.Χ..



Και δεύτερον, να παρακινήσει τους επισκέπτες να συνδέσουν το παρελθόν με το παρόν, και μάλιστα οι νεότεροι από αυτούς να αντιληφθούν το μακραίωνο ταξίδι της ελληνικής γλώσσας από τότε έως  τις μέρες μας, από την καθημερινότητα μιας αρχαίας πόλης στα παράλια της Πιερίας στη δική μας πολυκύμαντη καθημερινότητα. 

Η έκθεση πραγματοποιήθηκε τότε  σε συνεργασία με την ΚΖ΄ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων, την Επιτροπή Ερευνών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και το Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων. Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης -από 12 Σεπτεμβρίου 2013 μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2014. Ο κατάλογος της έκθεσης διατίθεται στο πωλητήριο του Αρχαιολογικού Μουσείου Θεσσαλονίκης.

Ο τίτλος της τότε Έκθεσης «Γράμματα από το Υπόγειο. Γραφή στη Μεθώνη της Πιερίας».


«Τα νέα ευρήματα αλλάζουν την Ιστορία, τη φιλολογία, τη γλωσσολογία. Η ελληνική γλώσσα, όπως φαίνεται στα ενεπίγραφα αγγεία του ύστερου 8ου και του πρώιμου 7ου αιώνα π.Χ.. όχι μόνον υπάρχει, αλλά εμφανίζεται με παγιωμένη γραμματική και συντακτική δομή». Αυτά λέει στη Γιώτα Μυρτσιώτη της Καθημερινής ο καθηγητής ΑΠΘ Γιάννης Τζιφόπουλος, αναφερόμενος στις αρχαιολογικές ανασκαφές στη Μεθώνη της Πιερίας. Τα νέα ευρήματα πρέπει να εκτίθενται με κάποιον τρόπο ειδικότερης προβολής, για να πληροφορείται περί αυτών και το ευρύτερο κοινό, πέραν της αντίστοιχης επιστημονικής κοινότητας.




Τι μαρτυρούν όμως τα αντικείμενα αυτά και κυρίως οι επιγραφές που αναφέρουν ονόματα, αστεϊσμούς, ακόμα και λυρικά κείμενα, όπως το ιαμβικού ρυθμού ποίημα στον σκύφο του Ακεσάνδρου;

«Είμαι του Ακεσάνδρου. Όποιος μου το στερήσει, τα μάτια του ή τα χρήματά του θα στερηθεί», διαβάζουν οι επιγραφολόγοι της εποχής μας πάνω στο ευβοϊκό αγγείο του Ακεσάνδρου που, όπως φαίνεται, μόνο τα χείλη του ήθελε να αγγίζουν στα συμπόσια της αρχαίας Μεθώνης. Μεγάλη η κοινωνιολογική, η ανθρωπολογική και η ιστορική διάσταση της περιπαιχτικής εντολής του Ακεσάνδρου για τα συμποσιακά γλέντια.

Πιο πολύτιμο, ωστόσο, αναδεικνύεται το αρχαιότερο συμποτικό επίγραμμα σε ιαμβικό τρίμετρο που φέρει εγχάρακτα το αγγείο του, αποκαλύπτοντας μια από τις πρωιμότερες επιγραφές του ελλαδικού χώρου και τη μοναδική στον βορειοελλαδικό και τη Μακεδονία. Χρονολογείται γύρω στο 730 με 720 π.Χ., εποχή κατά την οποία ελάχιστες επιγραφές και επιγραφικά τεκμήρια διασώζονται εκτός από το «Κύπελλο του Νέστορα» από τις Πιθηκούσσες (ελληνική αποικία) της Ιταλίας και την οινοχόη του Δίπυλου Αττικής, που μέχρι σήμερα θεωρούνται από τα παλιότερα γνωστά δείγματα γραφής του ελληνικού αλφαβήτου.

«Μέχρι πρότινος πιστεύαμε ότι την περίοδο αυτή η περιοχή πάνω από τη Θεσσαλία ήταν tabula rasa. Και να που τα «Γράμματα από το Υπόγειο» της Μεθώνης μάς έστειλαν αδιάβαστους. Τα νέα ευρήματα αλλάζουν την ιστορία, τη φιλολογία, τη γλωσσολογία», αναφέρει στην «Κ» ο καθηγητής στο ΑΠΘ Γιάννης Τζιφόπουλος. «Η ελληνική γλώσσα, όπως φαίνεται στα ενεπίγραφα αγγεία του ύστερου 8ου και του πρώιμου 7ου αιώνα π.Χ., όχι μόνο υπάρχει, αλλά εμφανίζεται με παγιωμένη γραμματική και συντακτική δομή. (…κάποιος να ενημερώσει και την Ρεπούση)(ΣΣ 2013)


«Από Ομήρου άρξασθαι» διδάσκουμε ως τώρα, αλλά φαίνεται ότι ταυτόχρονα με τον Όμηρο και τον Ησίοδο εμφανίζεται κι αυτή η ποίηση, μια προχωρημένη μορφή της ελληνικής γραφής με την οποία συνθέτουν αυτά τα αστεία επιγράμματα. Οι άνθρωποι δεν γλεντούσαν μόνο με τις επιγραφές επικών ηρώων αλλά με μια δική τους λυρική ποίηση, περιπαιχτική, σαρκαστική για γλέντια και επίδειξη γνώσης του αλφαβήτου».

 

Ο σκύφος του Ακεσάνδρου, το αιολικό αγγείο του Φιλίωνα «Είμαι του Φιλίωνα» με τις αρχαιότερες γραφές, εκατοντάδες άλλα με graffiti, dipinti και σύμβολα για εμπορικές συναλλαγές, ανασύρθηκαν από το «Υπόγειο» στην αρχαϊκή αγορά της αρχαίας Μεθώνης κατά τη διάρκεια ανασκαφής από τον Μάνθο Μπέσιο. Ηταν μια υπόσκαφη κατασκευή, λάκκος βάθους 11 περίπου μέτρων, πιθανότατα αποθηκευτικού χαρακτήρα.


Κατασκευάστηκε για τις ανάγκες της αγοράς, αλλά λόγω στατικών προβλημάτων δεν ολοκληρώθηκε ποτέ. Επιχώθηκε βιαστικά λίγο μετά το 700 π.Χ.. με κάθε είδους υλικά (όστρακα, ξύλα, λίθινες μήτρες, πήλινες χοάνες κατεργασίας χαλκού και χρυσού) αφήνοντας ανέπαφα επί 28 αιώνες δείγματα στη Μεθώνη Πιερίας, όταν άρχισε να χρησιμοποιείται η αλφαβητική γραφή στον ελλαδικό χώρο.

 Από τα χιλιάδες θραύσματα ξεχωρίζουν 191 ενεπίγραφα αγγεία, τα περισσότερα από τα οποία χρονολογούνται τον ύστερο 8ο και τον πρώιμο 7ο αιώνα π.Χ.. Εντυπωσιακά αγγεία όλων των τύπων, κύπελλα, κάνθαροι, αποθηκευτικά, μαγειρικά, εμπορικοί αμφορείς, σερβιρίσματος, πόσης και φαγητού, αγγεία για συμπόσια πάνω στα οποία οι κάτοχοι έγραφαν περιπαικτικούς στίχους,

«Αλλάζουν την εικόνα για τη διασπορά της ελληνικής γραφής στις πρώιμες φάσεις του αλφαβήτου αλλά ταυτόχρονα μας δίνουν ποικίλες πληροφορίες. Η διαφορετική τους προέλευση (τοπικά, κορινθιακά, αττικά, ευβοϊκά, κυκλαδικά, ιωνικά, αιολικά και φοινικικά ...«που δεν μας τα παρουσιάζουν πουθενά » ) δείχνει ότι η Μεθώνη -αποικία της Εύβοιας που ιδρύθηκε από Ερετριείς το 733-732 π.Χ.. στη δυτική ακτή του Θερμαϊκού Κόλπου κοντά στις νότιες εκβολές του Αλιάκμονα- ήταν όχι μόνο ένα σημαντικό κέντρο διαμετακομιστικού εμπορίου αλλά και μια πολυπολιτισμική (;) αποικία. Μας χάρισε ένα πανόραμα της κεραμικής τέχνης από όλα τα μέρη του κόσμου που ανοίγει νέα πεδία έρευνας σχετικά με τον ελληνικό αποικισμό, τη χρήση της αλφαβήτου, τις διαλέκτους, τις απαρχές της ποίησης, το συμπόσια αλλά και τα εμπορικά δίκτυα της Ανατολικής Μεσογείου κατά τους κρίσιμους αιώνες, τον 8ο και 7ο  π.Χ..» εξηγεί η αρχαιολόγος του ΑΜΘ, Λιάνα Στεφανή.

Από τα θραύσματα του «υπογείου», δείγματα 60 περίπου ενεπίγραφων αγγείων παρουσιάζει το Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης σε μια έκθεση που πραγματοποιήθηκε τότε, χάρη στη χρηματοδότηση της Επιτροπής Ερευνών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας του υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων.

Αποτελεί προϊόν συνεργασίας ΑΜΘ, ΚΖ΄ Εφορείας Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων και μιας επιστημονικής ομάδας (Τζένη Βελένη, διευθύντρια ΑΜΘ, Μάνθος Μπέσιος, Λιάνα Στεφανή, Αγγελική Κουκουβού, Ράνια Πάλη, Αθηνά Αθανασιάδου). Τις επιγραφές επιμελήθηκαν οι Γιάννης Τζιφόπουλος, καθηγητής στο ΑΠΘ, Ανδρονίκη Οικονομάκου και τη μελέτη της κεραμικής ο Αντώνης Κοτσώνας, λέκτορας στο πανεπιστήμιο του Εδιμβούργου. Οι επισκέπτες, όπως επισημαίνουν στον κατάλογο, μπορούν να αντιληφθούν το μακραίωνο ταξίδι της ελληνικής γλώσσας από τότε ως τις μέρες μας αλλά και την καθημερινότητας μιας αρχαίας πόλης στα παραλία της Πιερίας. 

Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης


MΑ ΤΑ ΧΙΛΙΑ ΑΛΕΦ! ΟΙ ΑΡΧΑΙΟΙ ΜΑΚΕΔΟΝΕΣ ΣΤΕΛΝΟΥΝ ΑΔΙΑΒΑΣΤΟΥΣ ΤΟΥΣ ΓΛΩΣΟΛΟΓΟΥΣ...





ΔΕΙΤΕ Αναλυτικά τα στοιχεία και τις φωτογραφίες 

ΑΝΑΦΕΡΕΙ ΣΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ .....αλλά και φοινικικά αγγεία (φωτ.7-11)....ΠΑΡΑΘΕΤΟΥΜΕ ΤΙΣ ΑΝΑΦΕΡΟΜΕΝΕΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ... ΕΑΝ ΔΕΙΤΕ ΕΣΕΙΣ ΦΟΙΝΙΚΙΚΑ ΑΓΓΕΙΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΑ... ΑΛΛΟ ΤΟΣΟ ΤΑ ΕΙΔΑΜΕ ΚΑΙ ΕΜΕΙΣ 



Οι Επιγραφές του 700 περ. π.Χ. από την Μεθώνη Πιερίας στη Μακεδονία

ΓΙΑΝΝΗΣ Ζ. ΤΖΙΦΟΠΟΥΛΟΣ, Καθηγητής Αρχαίας Ελληνικής Φιλολογίας και Επιγραφικής, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Ελλάς


Η ανάρρηση στον θρόνο της Μακεδονίας του Αλεξάνδρου το 336 π.Χ. και ο θάνατός του το 323 π.Χ. αποτελούν ορόσημο στην ιστορία της Ευρώπης και της Εγγύς Ανατολής, ενώ τα επιτεύγματα του μακεδόνα βασιλιά αναγνωρίζονται ως μοναδικά και ασύγκριτα. Τα επιτεύγματα αυτά φέρουν αρκετά από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του μακεδονικού βασιλείου, το οποίο μέχρι και τη βασιλεία του Φιλίππου αγωνιζόταν διαρκώς να επιβληθεί και να εδραιώσει την κυριαρχία του στο βόρειο τμήμα της Ελλάδας. Η επίτευξη του στόχου αυτού από τον Φίλιππο και στη συνέχεια από τον Αλέξανδρο, αμέσως μετά την ανακήρυξή του ως βασιλιά, δεν ήταν τυχαία, αλλά συνέχιζε τη στρατηγική των προγενέστερων βασιλέων της Μακεδονίας. Για  την προϊστορία αυτή του Αλεξάνδρου και του Φιλίππου καθοριστικής σημασίας είναι η ιστορία της Μεθώνης στην Πιερία και οι επιγραφές που ήρθαν στο φως,i γιατί συμβάλλουν στην τροποποίηση αρκετών παραδεδομένων και παγιωμένων αντιλήψεων, από τις οποίες καθοριστικότερης σημασίας είναι: η ελληνική γλώσσα και οι Έλληνες στη Μακεδονία· ο δεύτερος ελληνικός αποικισμός· το εμπόριο της κεραμικής και ειδικότερα των πρώιμων εμπορικών αμφορέων· η εμφάνιση του αλφαβήτου στην Ελλάδα και τα εμπορικά, συμποτικά και άλλα περιβάλλοντα ανάπτυξης της γραφής· και οι απαρχές της λογοτεχνίας.

Η εικόνα που προσφέρουν για τη Μεθώνη οι αρχαίες λογοτεχνικές και επιγραφικές μαρτυρίες είναι αποσπασματική. Το πρωιμότερο γνωστό γεγονός για την ιστορία της πόλης, το οποίο έχει αμφισβητηθεί από τους ιστορικούς αλλά φαίνεται να επιβεβαιώνεται ως ένα βαθμό από τις ανασκαφές, αποτελεί η μαρτυρία του Πλουτάρχου (Αίτια ελληνικά 293a-b) ότι περίπου το 733 π.Χ. Ερετριείς άποικοι ίδρυσαν τη Μεθώνη στη θέση που ήδη κατοικούσαν Θράκες και μάλλον και Μακεδόνες.ii Από την ίδρυσή της και μετά, η πόλη- λιμάνι ακμάζει, αλλά δεν ενσωματώνεται στο βασίλειο της Μακεδονίας, με την εξαίρεση ενός μικρού χρονικού διαστήματος επί της βασιλείας του Αμύντα Γ΄ (393–370/69 π.Χ.).
 Αντίθετα, ως μέλος της Αθηναϊκής Συμμαχίας η Μεθώνη συνιστούσε διαρκή κίνδυνο παρέμβασης στα εσωτερικά της Μακεδονίας, λόγω της άμεσης γειτνίασής της με τις πρωτεύουσες των Αιγών και της Πέλλας, με το λιμάνι της Πύδνας και με την ιερή πόλη του Δίου. Μάλιστα, το 359 π.Χ., όταν σε μια μάχη με τους Ιλλυριούς σκοτώθηκε ο Περδίκκας Γ΄ και ανήλθε στον θρόνο ο αδελφός του Φίλιππος Β΄, η πιο άμεση απειλή που δέχτηκε ήταν η υποστήριξη των Αθηναίων στον διεκδικητή του θρόνου Αργαίο, τον οποίο έστειλαν στη Μεθώνη με τη συνοδεία του Αθηναίου στρατηγού Μαντία και στρατό τριών χιλιάδων οπλιτών. 
Ο Μαντίας αποφάσισε να παραμείνει στη Μεθώνη και να στείλει τον Αργαίο με τη συνοδεία μισθοφόρων στις Αιγές, για να πείσει τους Μακεδόνες να τον αποδεχθούν ως βασιλιά αντί του Φιλίππου, ο οποίος βρισκόταν στην Πέλλα. Επειδή όμως οι Μακεδόνες δεν ανταποκρίθηκαν, ο Αργαίος αναγκάστηκε να επιστρέψει στη Μεθώνη, αλλά, πριν επιστρέψει, τον πρόλαβε ο Φίλιππος και τον νίκησε, σκοτώνοντας αρκετούς μισθοφόρους και αφήνοντας άλλους ελεύθερους
κατόπιν συμφωνίας για παράδοση ομήρων.
 Η πρώτη αυτή στρατιωτική νίκη του νέου βασιλιά αναπτέρωσε το ηθικό του στρατού των Μακεδόνων, το οποίο μέχρι τότε ήταν καταρρακωμένο από τις συνεχείς ήττες  στις μάχες με τους Ιλλυριούς. Το επεισόδιο αυτό υπογραμμίζει το γεγονός ότι η θέση της Μεθώνης ήταν στρατηγικής σημασίας για την ασφάλεια του βασιλείου, και έτσι μόλις πέντε χρόνια μετά την ανάρρησή του στον θρόνο και μόλις τρία μετά την κατάληψη της Πύδνας, ο Φίλιππος αποφάσισε το 354 π.Χ. να εξαφανίσει από τον Θερμαϊκό Κόλπο την παρουσία του αθηναϊκού στόλου, εξασφαλίζοντας έτσι τη χωρίς εμπόδια διέξοδο της Μακεδονίας προς τη θάλασσα. 
Πολιόρκησε και κατέστρεψε ολοσχερώς τη Μεθώνη, χάνοντας σύμφωνα με τις αρχαίες πηγές και το δεξί του μάτι, και, αφού μοίρασε τη γη στους Μακεδόνες, ανάγκασε τους κατοίκους να μετακινηθούν, επιτρέποντάς τους να πάρουν μαζί τους ένα ρούχο.

Οι αρχαίες αυτές μαρτυρίες για τη Μεθώνη φωτίζουν κάποιες στιγμές της ιστορικής της πορείας από την ίδρυσή της στα τέλη του 8ου αιώνα μέχρι και την εξαφάνισή της από τον Φίλιππο το 354 π.Χ. 

Ωστόσο, η σημασία της πόλης-λιμανιού δεν έχει εκτιμηθεί σε όλες της τις διαστάσεις. Οι άλλοτε ιδρυτές της, οι «διωγμένοι με τις σφεντόνες από την Κέρκυρα και την πατρίδα τους» Ερετριείς σύμφωνα με τον Πλούταρχο, επέλεξαν να εγκατασταθούν σε έναν τόπο, τον οποίο προφανώς ήδη γνώριζαν και στον οποίο έδωσαν το όνομα όχι ενός δικού τους αρχηγού-οικιστή, όπως συνηθιζόταν, αλλά ενός ντόπιου Πίερου, του Μέθωνα (Πιερία είναι η πλούσια, εύφορη γη).iii Επιπλέον, Ερέτρια, όπως δηλώνει η λέξη, είναι η «κωπηλάτρια πόλη» και Ερετριείς οι «κωπηλάτες», δηλαδή αυτοί που, εφόσον γνωρίζουν να κωπηλατούν, γνωρίζουν επίσης την κατασκευή πλοίων και κουπιών και, συνεπώς και τις πρώτες ύλες για την κατασκευή, αλλά και τους θαλάσσιους δρόμους και το εμπόριο. Οι Ερετριείς δηλαδή ήταν ένα είδος εμπόρων και εφοπλιστών της εποχής με εξειδίκευση στη ναυπηγική και τη ναυσιπλοΐα. 

Ως ειδικοί, αυτοί οι άποικοι Ερετριείς προφανώς και γνώριζαν τους φυσικούς πόρους της ευρύτερης περιοχής, κυρίως την απαραίτητη και κατάλληλη ξυλεία για την κατεξοχήν δραστηριότητά τους. Σύμφωνα με τον μαθητή του Αριστοτέλη Θεόφραστο, για την επίπονη διαδικασία της κατασκευής κουπιών το μακεδονικό έλατο και το πεύκο του Ολύμπου (και των Πιερίων) ήταν  το καλύτερο ξύλο,iv σε αντίθεση με τα σχεδόν άχρηστα, από άποψη εκμετάλλευσης, έλατα και πεύκα της Εύβοιας και του Παρνασσού, γιατί τα τελευταία ήταν τραχιά, είχαν όζους και σάπιζαν γρήγορα μέσα στη θάλασσα. 

Όπως αποδεικνύει η κατοπινή πορεία της Μεθώνης, οι Ερετριείς που έφτασαν στη Μεθώνη περίπου το 733 π.Χ. κατάφεραν να μεταλαμπαδεύσουν τις εξειδικευμένες γνώσεις τους στους κατοίκους της νέας πόλης και οι Μεθωναίοι ακολούθησαν πιστά τα χνάρια των μακρινών τους προγόνων. Ό,τι σήμαινε το όνομα Ερέτρια και Ερετριέας, οι Μεθωναίοι και αργότερα οι βασιλείς της Μακεδονίας το εμπορεύτηκαν με εξαιρετική επιτυχία, αφού το λιμάνι της Μεθώνης πρέπει να τροφοδοτούσε την υπόλοιπη Ελλάδα με την απαραίτητη ναυπηγήσιμη ξυλεία, κατάλληλη για την κατασκευή πλοίων και κυρίως κουπιών, τα οποία θα κατασκεύαζαν από τα πλούσια δάση των Πιερίων και του Ολύμπου στη Μεθώνη και ίσως και αλλού.
Τις αποσπασματικές αυτές μαρτυρίες των αρχαίων πηγών για τη Μεθώνη συμπληρώνει σε σημαντικό βαθμό η περιορισμένης έκτασης αρχαιολογική έρευνα η οποία έχει συντελεστεί από το 2003 και η οποία συνεχίζεται μέχρι σήμερα από τον Ματθαίο Μπέσιο και τους συνεργάτες του (Μεθώνη Ι, 42-111).

 Στην αρχαιότητα, στο νοτιότερο σημείο του Δέλτα του Αλιάκμονα (φωτ.1), ο Θερμαϊκός Κόλπος έβρεχε τη βόρεια και την ανατολική πλευρά του οικισμού, ο οποίος σήμερα από τις προσχώσεις έχει απομακρυνθεί περίπου 500μ. από τη θάλασσα.



Μάλιστα, στα βόρεια διαμορφωνόταν αρκετά βαθύς όρμος, ο οποίος προστατευμένος, όπως ήταν, τόσο από τους βόρειους όσο και από τους νότιους ανέμους, προσέφερε εξαιρετικά ασφαλείς συνθήκες ελλιμενισμού για τα δεδομένα του Θερμαϊκού Κόλπου, όπου ως γνωστόν τα μεγαλύτερα προβλήματα προκαλούν οι νότιοι άνεμοι. 

Η θέση, συνεπώς, της Μεθώνης ήταν στρατηγική και ο κομβικός της ρόλος ενισχυόταν, γιατί βρισκόταν πάνω στον οδικό, παραλιακό άξονα που ένωνε τη νότια Ελλάδα με τη βόρεια και, περαιτέρω, με τη βαλκανική ενδοχώρα. 




Η μέχρι τώρα αρχαιολογική έρευνα έφερε στο φως αποδείξεις κατοίκησης στη θέση από τη νεότερη Νεολιθική περίοδο, ενώ ήδη από την Ύστερη Εποχή του Χαλκού η Μεθώνη ήταν σε επαφή με το νότιο Αιγαίο. Κατά τη διάρκεια της Πρώιμης Εποχής του Σιδήρου ο οικισμός φαίνεται να ακμάζει και να επεκτείνεται σημαντικά, ενώ έχει αρχίσει να αποκαλύπτεται η αγορά της αρχαϊκής εποχής, η αρχαιότερη σωζόμενη σε τέτοια έκταση και ποιότητα διατήρησης στον ελληνικό κόσμο (φωτ. 2-4).



Η μαρτυρία του Πλουτάρχου για την ίδρυση της Μεθώνης από Ερετριείς το 733 π.Χ. φαίνεται να επιβεβαιώνεται από τη μέχρι τώρα ανασκαφική έρευνα στους δύο λόφους, τον ανατολικό και τον δυτικό (φωτ.5), και κυρίως από τα ευρήματα που προέρχονται από ένα τετράπλευρο, βαθύ όρυγμα (διαστάσεων στο δάπεδό του 3,60x4,20μ., και βάθους μεγαλύτερου των 11,50μ.), το οποίο αποκαλείται συμβατικά ‘Υπόγειο’ (φωτ.6). 


Η διάνοιξη του ορύγματος αυτού, μία εργασία που ακολουθούσε προφανώς κάποιο μάλλον φιλόδοξο σχέδιο, δεν ολοκληρώθηκε ποτέ, λόγω της αστάθειας των γεωλογικών στρωμάτων. Με βάση στρωματογραφικές ενδείξεις το ‘Υπόγειο’ επιχώθηκε εσπευσμένα με κάθε είδους υλικά, αλλά και με μεγάλες ποσότητες κερα- μικής, η οποία χρονολογείται από το 730 μέχρι το 690 π.Χ. Το μικρό σύνολο των 191 ενεπίγραφων αγγείων δεν αντιπροσωπεύει ούτε την ποικιλία oύτε τον τεράστιο όγκο του υλικού που έχει προσφέρει η ανασκαφή του ‘Υπογείου’. Το πλούσιο αυτό υλικό περιλαμβάνει κεραμική κυρίως από τον Θερμαϊκό Κόλπο, αλλά και επείσακτη που προέρχεται από διάφορες περιοχές εντός και εκτός Αιγαίου, συμπεριλαμβανομένης μεγάλης ποσότητας εμπορικών αμφορέων ποικίλης προέλευσης, όπως: κορινθιακά, αττικά, ευβοϊκά, κυκλαδικά, ιω- νικά, αιολικά, αλλά και φοινικικά αγγεία (φωτ.7-11).

ΟΜΩΣ...ΣΤΙΣ ΑΝΑΦΕΡΩΜΕΝΕΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ  (φωτ.7-11).-ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΦΟΙΝΙΚΙΚΑ ΑΓΓΕΙΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΑ 









Από το πολύ μεγάλο σύνολο κεραμικής, 191 ενεπίγραφα αγγεία της ύστερης γεωμετρικής και αρχαϊκής εποχής, φέρουν επιγραφές, εμπορικά σύμβολα και χαράγματα, και συγκροτούν μια ιδιαίτερη κατηγορία της οποίας η σημασία για την έρευνα στις κλασικές σπουδές είναι ανυπολόγιστη. 


Τα 166 αγγεία φέρουν μη αλφαβητικά χαράγματα και σύμβολα, εγχάρακτα και λίγα γραπτά με πινέλο, τα οποία μάλλον υποδηλώνουν τον κάτοχο ή τις εμπορικές ανταλλαγές, όπως για παράδειγμα: σύμβολο στο σχήμα S, κάθετες γραμμές, σταυρός (φωτ.12)·vi το πτηνό χαραγμένο κατά μίμηση(;) των γραπτών πτηνών, αστέρι ή πεντάλφα ή κλεψύδρα και κλαδί (φωτ.13)·vii ένα παρόμοιο σύμβολο άγνωστης σημασίας σε τρία διαφορετικού τύπου αγγεία (φωτ.14).viii




Από τα είκοσι πέντε αλφαβητικά, δεκαέξι αγγεία φέρουν εγχάρακτα ένα ή δύο γράμματα, όπως για παράδειγμα: Ν πριν από την όπτηση και Χ και Ζ ή Η μετά την όπτηση (φωτ.15),ix ΝΕ ες ευθύ και επί τα λαιά, FA,Χ, συμπίλημα Α και Δ (φωτ.16).x 



Δεν είναι βέβαιο αν τα γράμματα στα δεκαέξι αυτά αγγεία αποτελούν προσπάθεια χάραξης κάποιου είδους αλφαβητικού, εμπορικού συμβόλου ή αν πρόκειται για την αρχή ονομάτων, συντομογραφημένων σε πτώση γενική.

Από τις εννέα επιγραφές σε αγγεία, οι έξι καλύτερα σωζόμενες είναι με αύξουσα χρονολογική σειρά:




1) Σε αμφορέα άγνωστης προέλευσης: Θεο(),xi μάλλον συντομογραφημένο όνομα, όπου τα Θ και Ο χαράχθηκαν με διαβήτη (φωτ.17).


2) Σε αμφορέα από τη Λέσβο: είμαι του Αντεκύδη (φωτ.18).xii


3) Σε σκύφο από τον Θερμαϊκό Κόλπο: είμαι του Ξενι() (φωτ.19).xiii

4) Σε σκύφο από τον Θερμαϊκό Κόλπο: είμαι του Επιγε[-] (φωτ.20).xiv




5) Σε ευβοϊκό σκύφο: είμαι του Ακεσάνδρου... (φωτ.21-23).xv


6) Σε συμποτικό αγγείο από τη Λέσβο: είμαι του Φιλίωνα (φωτ.24).xvi

Οι επιγραφές αυτές αποτελούνται από σταθερά επαναλαμβανόμενες φράσεις σε απλή ή σύνθετη μορφή για τη δήλωση του κατόχου του αντικειμένου: το όνομα προσώπου σε πτώση γενική (κτητική) με το συνδετικό ρήμα εἰμί εννοούμενο ή όχι («είμαι του τάδε ή ανήκω στον δείνα»).

Το μικρό αυτό σύνολο ενεπίγραφης κεραμικής από το ‘Υπόγειο’ της Μεθώνης με χαράγματα, εμπορικά σύμβολα, σημεία κεραμέως και επιγραφές είναι ιδιαίτερα εντυπωσιακό και μοναδικό για δύο λόγους. 
Πρώτον, από το τελευταίο τέταρτο του 8ου και τα πρώτα χρόνια του 7ου αιώνα π.Χ. σώζονται ελάχιστες επιγραφές, ενώ από τα 191 αλφαβητικά και μη αλφαβητικά αντικείμενα του ‘Υπογείου’ της Μεθώνης, τα 141 χρονολογούνται στο διάστημα περίπου μιας γενιάς, μεταξύ 730 και 690 π.Χ. 
Δεύτερον, η θέση εύρεσης των ενεπίγραφων αυτών αντικειμένων στη Μεθώνη Πιερίας υπερβαίνει κάθε προσδοκία, κυρίως επειδή απουσιάζουν ενεπίγραφα ευρήματα, εγχάρακτα ή γραπτά, από τη Μακεδονία τα οποία χρονολογούνται στα τέλη του 8ου και στα πρώτα χρόνια του 7ου αιώνα π.Χ., εκτός από ελάχιστα, αλλά μη συγκρίσιμα παραδείγματα από την Κρανιά Πλαταμώνα της Πιερίας, το Καραμπουρνάκι στη Θεσσαλονίκη και την Τορώνη στη Χαλκιδική. 

Το μικρό σύνολο από τη Μεθώνη συγκρίνεται ως προς τη χρονολόγησή του και το συμφραστικό του πλαίσιο με ανάλογες ομάδες ενεπίγραφων αντικειμένων κεραμικής από την Εύβοια, από τον Ωρωπό και τη Θήβα, από την Αττική, από τις Πιθηκούσσες και την Κύμη της Ιταλίας, αλλά, κυρίως, με την ενεπίγραφη ομάδα αγγείων από τον Κομμό της Κρήτης, με την οποία οι αντιστοιχίες του συνόλου της Μεθώνης είναι εμφανέστατες και ως προς την ποικιλία της προέλευσης των αγγείων και ως προς τις ποικίλες επιλογές της γραφής.

Tα αρχαιολογικά δεδομένα της ανασκαφής του Μάνθου Μπέσιου (Μεθώνη Ι, 42-111) και η μελέτη της κεραμικής από τον Αντώνη Κοτσώνα (Μεθώνη Ι, 115-303) αποδεικνύουν ότι η αποικία της Μεθώνης συγκροτήθηκε πιθανότατα από κύματα αποίκων που έφθασαν διαδοχικά σε κάποιο βάθος χρόνου και εγκαταστάθηκαν με τη σύμφωνη γνώμη του τοπικού πληθυσμού σε μία θέση, η οποία τους ήταν ήδη γνωστή. 
Το πλήθος της επείσακτης κεραμικής του ‘Υπογείου’ και ειδικά των εμπορικών αμφορέων αναδεικνύει το εμπόριο ως κυρίαρχο κίνητρο για τον αποικισμό, τουλάχιστο γι’ αυτόν της Μεθώνης. Η άφιξη των Ερετριέων συνδέεται με μία έντονη κλιμάκωση στην εμπορική σημασία της θέσης, αλλά και την ένταξή της σε δίκτυα εμπορίου και επικοινωνίας των Ελλήνων. 
Οι ιστορικές αυτές διεργασίες δημιούργησαν ένα κοσμοπολίτικο περιβάλλον στη Μεθώνη, ενώ τόσο η κεραμική όσο κυρίως τα αλφαβητικά χαράγματα ενισχύουν την πιθανότητα ότι οι Ερετριείς που εγκαταστάθηκαν στη θέση συνυπήρχαν όχι μόνο με τον τοπικό πληθυσμό, Μακεδόνων και/ή Θρακών, αλλά και με Έλληνες από άλλες θέσεις της Εύβοιας, καθώς και από άλλες περιοχές, κατά πάσα πιθανότητα Ίωνες από το ανατολικό Αιγαίο. 
Ο τοπικός πληθυσμός φαίνεται πως διατηρούσε έναν αξιόλογο ρόλο τόσο στις μεταλλουργικές εργασίες όσο και στο εμπόριο και γενικότερα στην οικονομία της Μεθώνης, ρόλος που όχι μόνο δεν επισκιάστηκε αλλά μάλλον επεκτάθηκε και σε άλλες δραστηριότητες με την άφιξη των αποίκων. 

Η Μεθώνη, εκτός των σχέσεών της με τη μητρόπολη, την Ερέτρια, επικοινωνούσε με όλα τα τότε γνωστά μεγάλα κέντρα παραγωγής και μετείχε σε ένα ή περισσότερα δίκτυα εμπορικών και άλλων ανταλλαγών, γιατί και η ίδια ήταν ένα σημαντικό, κοσμοπολίτικο κέντρο παραγωγής και λιμάνι στον Θερμαϊκό.
Η ενεπίγραφη κεραμική απαρτίζεται κυρίως από εμπορικούς αμφορείς και αγγεία πόσης. Τα αγγεία μετάγγισης και αποθήκευσης αντιπροσωπεύονται ελάχιστα, ενώ ελλείπουν παντελώς τα μαγειρικά σκεύη. 
Τα χαράγματα και οι επιγραφές έχουν στην πλειονότητά τους αποδοθεί σε περίοπτες θέσεις πάνω στο αγγείο και γενικά δεν σχετίζονται με τη διακόσμησή του. 

Καθώς οι επιγραφές και τα χαράγματα είναι χαραγμένα πάνω σε αγγεία, τα οποία ήταν αντικείμενο εμπορικών ανταλλαγών αλλά χρησιμοποιούνταν και στα συμπόσια, τα ενεπίγραφα αυτά αντικείμενα έχουν και έναν δημόσιο χαρακτήρα εντός των εμπορικών και συμποτικών συμφραζομένων τους. Άλλωστε, δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι όλες οι πρώιμες ελληνικές επιγραφές ανήκουν σε αυτή την κατηγορία. 
Πιθανότατα, εκτός από το εμπόριο και τις ανάγκες του, το συμπόσιο υπήρξε καθοριστικός παράγοντας τόσο για την εισαγωγή, αλλά κυρίως για τη διάδοση του αλφαβήτου και των τεχνικών του.
Στο συμποτικό αυτό ερμηνευτικό πλαίσιο και τα συμφραζόμενά του πρέπει να ενταχθούν και να ερμηνευτούν οι επιγραφές ιδιοκτητών από τη Μεθώνη. Μέσα σε ένα τέτοιο περιβάλλον άμιλλας και ανταγωνισμού μεταξύ συμποσιαστών, η χάραξη των ονομάτων των ιδιοκτητών αποκτά νόημα και, εκτός όλων των άλλων, επιδεικνύει και διαφημίζει με αδιάψευστο τρόπο τη γραφή και ίσως τον αλφαβητισμό και την εγγραματοσύνη του ιδιοκτήτη. 

Το γεγονός όμως αυτό και ιδιαίτερα οι ομάδες των ενεπίγραφων αντικειμένων από τη Μεθώνη αναδεικνύουν μία ακόμα πιο σημαντική πτυχή: ακόμα και στην περίπτωση που τα αλφάβητα ήταν περισσότερα από ένα, αφού οι χαράκτες ή οι ιδιοκτήτες των αγγείων προέρχονταν από διαφορετικές περιοχές και χάραζαν, όπως είναι φυσικό, τα σχήματα των γραμμάτων του αλφαβήτου της περιοχής τους, οι συμπότες αυτοί από τις διαφορετικές περιοχές του ελληνικού κόσμου μάλλον δεν πρέπει να είχαν ιδιαίτερη δυσκολία στην αναγνώριση των διαφορετικών σχημάτων και στην ανάγνωση των μικρών κειμένων.xvii
 
Η γενική εικόνα των επιγραφών, οι οποίες ανήκουν στην κατηγορία των ιδιωτικών, χαραγμένων σε κεραμικά αντικείμενα οικιακής χρήσης όπως, άλλωστε, και η πλειονότητα των πρώιμων ελληνικών επιγραφών, εντυπωσιάζει. Άλλες έχουν χαραχθεί με ιδιαίτερα επιμελημένο, σχεδόν ‘επαγγελματικό’ τρόπο, και άλλες αμελώς, με άτεχνο και ερασιτεχνικό τρόπο. 

Η φορά των γραμμάτων έχει κατεύθυνση επί τα λαιά, αλλά και ες ευθύ, γεγονός το οποίο συνεπάγεται ότι σε ορισμένες περιοχές του ελληνικού κόσμου και οι δύο κατευθύνσεις στη φορά χάραξης των γραμμάτων συνυπήρξαν από πολύ νωρίς, αν δεν ήταν σύγχρονες με την υιοθέτηση και διάδοση του αλφαβήτου. 
Τα σχήματα των λίγων σωζόμενων γραμμάτων, επειδή απαντούν σε πολλές περιοχές, δεν επιτρέπουν την ασφαλή διάγνωση του αλφαβήτου των επιγραφών ως ‘ευβοϊκού/ερετριακού’, όπως θα ήταν αναμενόμενο σε μια αποικία της Ερέτριας όπως η Μεθώνη. 
Η μη ευβοϊκή προέλευση των είκοσι αγγείων, αφού επιγραφές εντοπίζονται μόνο σε τρεις ευβοϊκούς σκύφους, δεν διευκολύνει ως προς το αλφάβητο, αφού η χάραξη κειμένου σε ευβοϊκό αλφάβητο πάνω σε μη ευβοϊκής προέλευσης αγγεία δεν θα αποτελούσε εμπόδιο. Εντούτοις, ιδιαίτερα τα σχήματα των γραμμάτων στις επιγραφές του Φιλίωνα, του Αντεκύδη, του Ξενι(), και του Θεο(), αν δεν αποδεικνύουν, τουλάχιστον αφήνουν ανοιχτό το ενδεχόμενο να υπήρχαν στη Μεθώνη περισσότερα του ενός αλφάβητα σε χρήση (φωτ.25).

 Ακόμα, όμως, και στην περίπτωση του Ακεσάνδρου που με τρόπο αδιαμφισβήτητο και η προέλευση του αγγείου και το αλφάβητο της επιγραφής είναι μάλλον ευβοϊκά, η ταυτοποίηση του ίδιου του Ακεσάνδρου, αν δηλαδή ο ίδιος ο Ακέσανδρος καταγόταν από την Ερέτρια ή τη Χαλκίδα ή από αλλού, δεν είναι ασφαλής, ενώ παντελώς άγνωστη θα παραμένει η ταυτότητα του ανώνυμου ποιητή. 

Οι λιγοστές όμως λέξεις στην επιγραφή του Ακεσάνδρου επιτρέπουν τη μάλλον ασφαλή ταύτιση της διαλέκτου με την Ιωνική, αλλά, όπως με τα σχήματα των γραμμάτων, κατά παρόμοιο τρόπο, οι μόλις πέντε λέξεις των άλλων επιγραφών δεν επιτρέπουν την ταύτιση της ομιλουμένης διαλέκτου στη Μεθώνη με την Ιωνική ή μόνο με την Ιωνική ―αν και η διάλεκτος αυτή έχει τις σοβαρότερες πιθανότητες ως ένα είδος ‘ομιλουμένης κοινής’ (lingua franca) της εποχής, ίσως επειδή η Ιωνική είχε επικρατήσει ως η διάλεκτος των ομηρικών επών, αλλά και λυρικών τραγουδιών.

Το ποτήρι του Ακεσάνδρου είναι το εντυπωσιακότερο όλων των αντικειμένων (φωτ. 21-23), γιατί φέρει χαραγμένο με ιδιαίτερη προσοχή και επιμέλεια κείμενο, από το οποίο σώζεται μόνον η αρχή και το τέλος και ενδιάμεσα μερικά ακόμα γράμματα. Το κείμενο αυτό, όπως και τα άλλα, αρχίζει με τη δήλωση ιδιοκτησίας:
«είμαι (το ποτήρι) του Ακεσάνδρου» (hΑκεσάνδρο ἐμ[ὶ ποτέριον? vel sim.) και καταλήγει με την απειλητική φράση, της οποίας ο ιαμβικός ρυθμός είναι μάλλον βέβαιος: «θα χάσει τα μάτια (ή τα χρήματά) του» ([– ὀμμ- vel χρεμ]άτον στερήσ[ετ]αι = – ⏑ – ⏑ – ⏑ –). Το ιαμβικού ρυθμού τέλος του κειμένου φαίνεται να αποτελεί προάγγελο μία άλλης επιγραφής ιαμβικού επίσης ρυθμού από την Κύμη της Ιταλίας που χρονολογείται μεταξύ 675 και 650 π.Χ. (φωτ. 26):
«Της Ταταίης είμαι η λήκυθος· όποιος με κλέψει (ή μου (την) κλέψει), θα τυφλωθεί.»xviii




Το τέλος του επιγράμματος της Ταταίης, μεταγενέστερου κατά μία περίπου γενιά, είναι νοηματικά παρόμοιο με το τέλος του επιγράμματος του Ακεσάνδρου και μάλλον συμπληρώνει το νόημά του που λείπει. Προφανώς και στο επίγραμμα του Ακεσάνδρου μετά τη δήλωση ιδιοκτησίας, το κείμενο πρέπει να αποκατασταθεί με κάποια απειλητική φράση, π.χ., «όποιος μου το στερήσει ή μου το κλέψει», για να ακολουθήσει η κατάληξη: «θα χάσει τα μάτια του ή τα χρήματά του».xix 


Οι ομοιότητες των δύο επιγραφών από τη Μεθώνη και την Κύμη είναι εντυπωσιακές. Το μονόστιχο σε ιαμβικό, και όχι δακτυλικό, ρυθμό επίγραμμα του Ακεσάνδρου, όπως και αυτό της Ταταίης μεταγενέστερο κατά μία περίπου γενιά, είναι δύο σπάνια, πρώιμα, γραπτά παραδείγματα ιαμβικής ιδέας και σύλληψης: «όποιος μου κλέψει το ποτήρι να χάσει τα μάτια του (ή τα χρήματά του)».
Την ίδια περίοδο με το ποτήρι του Ακεσάνδρου, δηλαδή περίπου μεταξύ 740 και 700 π.Χ., χρονολογούνται μόλις άλλα δύο επιγράμματα. Το ένα χαραγμένο πάνω σε οινοχόη προέρχεται από τάφο στο Δίπυλο των Αθηνών και φέρει το κείμενο (φωτ.27):
«Όποιος απ’ όλους τους χορευτές τώρα χορεύει πιο ανάλαφρα, αυτό εδώ (το αγγείο) σ’ αυτόν...»xx


Το άλλο επίγραμμα είναι χαραγμένο πάνω στο ποτήρι του Νέστορα, δηλαδή σε ‘ροδιακή’ κοτύλη που βρέθηκε σε τάφο στις Πιθηκούσσες (Ίσχια) της Νάπολης, και φέρει σε ευβοϊκό αλφάβητο το κείμενο (φωτ.28):
«Καλόπιοτο το ποτήρι του Νέστορα, αλλά όποιος πιει απ’ αυτό εδώ το ποτήρι, αμέσως θα τον κυριεύσει ο πόθος της ομορφοστεφανωμένης Αφροδίτης.»xxi



Η βασική ιδέα των ανώνυμων ποιητών για τη σύνθεση και των τεσσάρων αυτών επιγραμμάτων είναι η φράση για τη δήλωση του κατόχου του αγγείου, της οποίας παραλλαγές αποτελούν και τα τέσσερα επιγράμματα. Επίσης, είναι βέβαιο ότι ο τρόπος σύνθεσης, δηλαδή η νοηματική ανακολουθία ή το οξύμωρο μεταξύ του κειμένου και των απειλών του και του ευτελούς αγγείου πάνω στο οποίο αυτά χαράχθηκαν είναι συνειδητή επιλογή των ανώνυμων ποιητών, ένας τρόπος σύνθεσης που δεν είναι πρωτόγνωρος. 

Ο ‘παιγνιώδης’ τρόπος, η περιπαικτική διάθεση, και η πνευματώδης σύλληψη των σύντομων αυτών έμμετρων συνθέσεων παραπέμπει στον ιαμβικό τρόπο σύνθεσης και στα σκόλια, τα οποία εκτελούνταν κατά τη διάρκεια των συμποσίων ως ένα είδος αγώνα μεταξύ των συμποσιαστών ή με αφορμή κάποιον άλλο αγώνα, όπως η οινοχόη του Διπύλου, η οποία, σύμφωνα με την επιγραφή της, δόθηκε ως βραβείο(;) σε αγώνα όρχησης κατά τη διάρκεια συμποσίου.

 Σ’ αυτόν τον ιαμβικό τρόπο σύνθεσης πιθανόν οφείλονται και οι μετρικές ιδιορρυθμίες που παρουσιάζουν και τα τέσσερα αυτά επιγράμματα: είτε συνδυάζουν πεζό και έμμετρο κείμενο, όπως η αρχή σε πεζό των επιγραμμάτων του Ακεσάνδρου και της Ταταίης και ακολουθεί ιαμβικός ρυθμός· είτε συνδυάζουν διαφορετικά μέτρα, όπως το επίγραμμα του Νέστορα, όπου ο πρώτος στίχος είναι σε ιαμβικό τρίμετρο και οι δύο επόμενοι σε δακτυλικό εξάμετρο· είτε ο στίχος έχει περισσότερες από τις απαραίτητες συλλαβές του δακτυλικού εξαμέτρου, καταστρατηγώντας έτσι σκόπιμα(;) τη μετρική τελειότητα, όπως στην οινοχόη του Διπύλου.

Είτε πρόκειται περί σύμπτωσης αυτοσχέδιων συνθέσεων της στιγμής είτε τέτοιου είδους στιχουργήματα κυκλοφορούσαν ευρέως και κάποια στιγμή χαράσσονταν ή αντιγράφονταν, το επίγραμμα του Ακεσάνδρου και τα υπόλοιπα τρία επιγράμματα (φωτ.21-23, 26-28) επαναφέρουν στο προσκήνιο τα πολυσυζητημένα θέματα της εισαγωγής και εξάπλωσης του αλφαβήτου στην Ελλάδα και των απαρχών της λογοτεχνίας, προφορικής και γραπτής. 

Δεν είναι εύκολο να υπολογισθεί το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από την υιοθέτηση του αλφαβήτου, την εξάπλωσή του και την παγίωση των γλωσσικών και συντακτικών κανόνων μέχρι την εμφάνιση των έμμετρων και όχι μόνον επιγραφών στα τελευταία τριάντα χρόνια του 8ου αιώνα π.Χ. Ωστόσο, τα έμμετρα αυτά στιχουργήματα αποκαλύπτουν ότι στα συμπόσια, εκτός από τα ομηρικά κλέα ἀνδρῶν και τις ραψωδικές τους εκτελέσεις, η διασκέδαση περιελάμβανε και λυρικές συνθέσεις, οι οποίες, όπως και οι επικές, πρέπει να κυκλοφορούσαν και αυτές προφορικά. 

Αυτό αιτιολογεί καλύτερα και τις ιαμβικού τρόπου συνθέσεις που προϋποθέτουν ότι το συμποτικό κοινό (ή τουλάχιστον οι περισσότεροι συμπότες) ήταν εξοικειωμένο με την ποίηση αυτή και γνώριζε τη μορφή της και το περιεχόμενό της, για να μπορεί όχι μόνο να την κατανοήσει αλλά και να προσλάβει τα έμμετρα αυτά κείμενα και ως λογοτεχνικό παιχνίδι. Σ
ε διαφορετική περίπτωση, θα ήταν ακατανόητη η υπερβολή στη διατύπωση ή η ανακολουθία μεταξύ του αγγείου και του χαραγμένου πάνω στο αγγείο κειμένου και των απειλών του, καθώς επίσης και η χάραξη του έμμετρου επιγράμματος στο ποτήρι του Νέστορα, του οποίου η παραπομπή στον ομηρικό συνονόματό του και το δικό του κύπελλο, το δέπας περικαλλές της Ιλιάδος (Λ 632-637) είναι εμφανής ―αν υπήρχαν ανάλογες «λογοτεχνικές παραπομπές» των επιγραμμάτων της οινοχόης του Διπύλου, της ληκύθου της Ταταίης και του ποτηριού του Ακεσάνδρου, αυτές παραμένουν αδιάγνωστες.

 Ακόμα και αν δεν συγκρίνονται με τα ομηρικά και ησιόδεια έπη ή την ‘υψηλή’ λυρική ποίηση, τα τέσσερα αυτά επιγράμματα είναι οι πρώτες κυριολεκτικά κα- ταγραφές λυρικής και συμποτικής ποίησης, ενός λογοτεχνικού είδους, του οποίου τη γραπτή μορφή προα- ναγγέλουν και το οποίο αναδύεται σχεδόν ταυτόχρονα. Και μάλιστα, ο ιαμβικός τους τρόπος παραπέμπει αδιαμφισβήτητα στον πρώτο και αρχαιότερο, σύμφωνα με την παράδοση, εκπρόσωπο της λυρικής ποίησης, τον ψογερόν Αρχίλοχο από την Πάρο.

 Μεταξύ 680 και 640 π.Χ. και ως αυτόπτης μάρτυρας, ο Αρχίλοχος συνέθεσε σκωπτικό ποίημα για τον αποικισμό της Θάσου, από το οποίο σώζεται ο στίχος σε καταληκτικό τροχαϊκό τετράμετρο που, τηρουμένων των αναλογιών, θα μπορούσε κάλλιστα να αναφέρεται και στην αρχαία Μεθώνη, της οποίας ο αποικισμός προηγείται αυτού της Θάσου τουλάχιστον κατά δύο γενιές: «ένας συρφετός Πανελλήνων μαζεύτηκε τρέχοντας στη Θάσο.»xxii

Τα πλούσια ευρήματα της Μεθώνης και μάλιστα η ποικιλία της γραφής και τα εμπορικά και άλλα δίκτυα, στα οποία μετείχε, υποδηλώνουν διεύρυνση των επαφών και κατ’ επέκταση των επιδράσεων και των επιρ- ροών που δέχθηκε η Μεθώνη, ανάμεσα στις οποίες ήταν και η πρώιμη χρήση του ελληνικού αλφαβήτου και της ελληνικής γλώσσας. Μόλις οι άνθρωποι έμαθαν το αλφάβητο για να διευκολύνονται στο εμπόριο, άρχισαν να χαράσσουν πάνω στα συμποτικά τους αγγεία ―τα περισσότερα από αυτά όχι μεγάλης αξίας― όχι μόνο το όνομά τους, αλλά και τα μικρά ποιήματα που συνέθεταν χάριν παιδιάς και αστεϊσμού για τα γλέντια τους στα συμπόσια. 

Η Μεθώνη στη Μακεδονία προστίθεται στις λίγες περιοχές του ελληνικού κόσμου, όπου πρωτοεμφανίζονται ελληνικά και μάλιστα γύρω στο 700 π.Χ. Οι επιγραφές των συμποτικών αγγείων παρουσιάζουν μία ποικιλία σχημάτων και κατεύθυνσης των γραμμάτων, η οποία μάλλον δεν ανήκει στο στάδιο πειραματισμού και υπαινίσσεται τη συνύπαρξη στη Μεθώνη ανθρώπων από διαφορετικές περιοχές του ελληνικού κόσμου. Είτε με επαγγελματικό είτε με ερασιτεχνικό τρόπο χαραγμένες, οι επιγραφές αυτές ακολουθούν γραμματικούς και συντακτικούς κανόνες της ελληνικής γλώσσας και μαρτυρούν, όπως δείχνουν και οι άλλες, περίπου 80 πρώιμες ελληνικές επιγραφές, ότι η ελληνική γλώσσα στην πλήρη της ανάπτυξη είχε ήδη συντελεστεί και παγιωθεί στο δεύτερο μισό του 8ου αιώνα π.Χ., ίσως και νωρίτερα.

Συνοψίζοντας, η μαρτυρία των 191 ενεπίγραφων αντικειμένων από τη Μεθώνη και κυρίως τα 25 αντικείμενα με τα ελληνικά γράμματα συνιστούν τη σπουδαιότερη ανακάλυψη των τελευταίων 50 χρόνων στην αρχαιογνωσία για τους εξής λόγους: 

1) η ιστορία των Μακεδόνων, η οποία μέχρι τώρα άρχιζε περίπου το 650 π.Χ., μετατίθεται κατά τουλάχιστον 50 με 80 χρόνια, γύρω στο 730-700 π.Χ.

2) Η εμφάνιση και στη Μακεδονία της ελληνικής γλώσσας στην παγιωμένη της μορφή, υποστηρίζει τη μετάθεση της εισαγωγής του αλφαβήτου τουλάχιστον κατά έναν αιώνα, από το 750 π.Χ. στο 900-850 π.Χ. 3) τη ραγδαία εξάπλωσή του σχεδόν σε όλο τον ελληνικό κόσμο. 

Και 3) η εμφάνιση του επιγράμματος του Ακεσάνδρου ―η τρίτη μόλις γραπτή απόπειρα σύνθεσης λυρικής ποίησης μετά το επίγραμμα στην οινοχόη του Διπύλου και στο ποτήρι του Νέστορα― υποδεικνύει ότι ήδη από τον 8ο αιώνα π.Χ. όσοι μετείχαν στα συμπόσια και στα γλέντια δεν άκουγαν μόνο τα τραγούδια του Ομήρου, αλλά συνέθεταν και αυτοσχέδια λυρικά ποιήματα, με σκοπό να πειράξουν ο ένας τον άλλο κατά τη διάρκεια του γλεντιού, τα οποία ίσως διαδίδονταν και αυτά προφορικά όπως η επική ποίηση.

 Όλα αυτά και πολλά ακόμη αποδεικνύουν αυτό που στο παρελθόν έχουν υποστηρίξει ο Nicholas Hammond, ο Μανόλης Ανδρόνικος, ο Μιχάλης Τιβέριος, έχοντας ελάχιστες μαρτυρίες στα χέρια τους και γι’ αυτό η άποψή τους δεν είχε γίνει ευρέως αποδεκτή: ότι δηλαδή η Μακεδονία αποτελούσε αναπόσπαστο κομμάτι του ενιαίου, ελληνικού, αιγαιακού χώρου ήδη από την κρίσιμη περίοδο της Εποχής του Σιδήρου (1050-700 π.Χ.) και την Αρχαϊκή περίοδο (700-480 π.Χ.), περίοδοι οι οποίες διαμόρφωσαν τον χαρακτήρα και την ιστορία του βασιλείου και συνετέλεσαν καθοριστικά στη δυναμική εμφάνιση της Μακεδονίας με τον Φίλιππο και τον Αλέξανδρο.



ΑΡΧΑΙΟΓΝΩΜΩΝ




from ΑΡΧΑΙΟΓΝΩΜΩΝ https://ift.tt/2U5LrNP
via IFTTT
Από το Blogger.