Η ΔΙΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΗΣ ΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΤΑΞΗΣ

Η ΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗ της ελληνικής εργατικής τάξης είναι ένα φαινόμενο που σχετίζεται ιδιαίτερα με το πρώτο μισό του 20ού αιώνα. Συνδεςται δε κυρίως με τις προσπάθειες εκβιομηχάνισης, την εξάπλωση των σοσιαλιστικών ιδεών και τις θεσμικές παρεμβάσεις του κράτους. Είναι γεγονός ότι στην Ελλάδα η σχετική καθυστέρηση της ανάπτυξης της γεωργίας το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα αποτέλεσε τροχοπέδη για την ανάπτυξη του βιομηχανικού τομέα, που η ενίσχυσή του συνδεςται άρρηκτα με τη συγκρότηση και ενδυνάμωση της εργατικής τάξης. Ομως στη διαχρονική εμφάνιση ή αναπαραγωγή και τη συγκρότηση της εργατικής τάξης, με τα ιδιαίτερα κάθε φορά χαρακτηριστικά της, ιδιαίτερο ρόλο διαδραματίζουν ο χαρακτήρας της εκβιομηχάνισης (ελαφρά ή βαριά βιομηχανία), το μόνιμο ή συγκυριακό της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, η μορφή βιομηχανικής δραστηριότητας (στήριξη στη μηχανοποίηση της παραγωγικής διαδικασίας ή, αντίθετα, στην ένταση εργασίας), και οι πληθυσμιακές μετακινήσεις (μετανάστευση ή μεταφορά εργατικού δυναμικού).
Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΠΑΡΟΥΣΙΑΖΕΙ ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΥΣ ΡΥΘΜΟΥΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΤΟ ΔΙΑΣΤΗΜΑ 1921-1929. ΣΤΗ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ, ΕΡΓΑΤΡΙΕΣ, ΠΟΛΛΕΣ ΑΠΟ ΤΙΣ ΟΠΟΙΕΣ ΑΝΗΛΙΚΕΣ, ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΙΣ ΜΗΧΑΝΕΣ ΝΗΜΑΤΟΥΡΓΕΙΟΥ ΤΗΣ ΝΑΟΥΣΑΣ, ΔΕΚΑΕΤΙΑ ΤΟΥ 1920 (ΑΡΧΕΙΟ ΠΑΝΑΓΗ ΚΥΡΙΣΗ).
ΚΕΡΚΥΡΑ, ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ 1924. ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΙΣΑΡΕΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΚΙΛΙΚΙΑ ΛΙΓΟ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΑΠΟΒΙΒΑΣΗ ΤΟΥΣ ΣΤΟ ΝΗΣΙ. ΤΟ ΠΡΟΣΦΥΓΙΚΟ ΚΥΜΑ ΕΠΕΦΕΡΕ ΡΙΖΙΚΗ ΤΟΜΗ ΣΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΑ (ΑΘΗΝΑ, ΚΕΝΤΡΟ ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΙΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ).

Στη διαμόρφωση της κοινωνικής και πολιτικής φυσιογνωμίας της εργατικής τάξης την περίοδο 1900-1940 διακρίνουμε καθαρά δυο φάσεις: 1900-1922 και 1922-1940. Ολοι οι παράγοντες (οικονομικοί, κοινωνικοί, πολιτικοί και πολιτισμικοί) που συνέβαλαν στη διαμόρφωση της εργατικής τάξης επηρεάζονται σε τέτοιο βαθμό από τις συνέπειες που είχε πάνω στην οικονομία και την κοινωνία η προσφυγική πληθυσμιακή εισροή -οδυνηρό αποτέλεσμα της Μικρασιατικής Καταστροφής- ώστε να μιλάμε για μια μεγάλη τομή που επέρχεται το 1922. Ετσι, η περίοδος 1922-1940 καθίσταται ένα νέο αφετηριακό σημείο για τη μελέτη της συγκρότησή της εργατικής τάξης, αλλά και των πολιτικών και κοινωνικών αλλαγών που θα επέλθουν την επόμενη δεκαετία, εκείνη του 1940.

ΕΠΕΚΤΑΣΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΩΝ

Την περίοδο 1900-1922 σημειώνεται σημαντική επέκταση των οικονομικών δραστηριοτήτων. Το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν (σε τιμές συντελεστών παραγωγής, με έτος βάσης το 1938) αυξήθηκε, μεταξύ 1911 και 1914, συνολικά κατά 40%, ενώ μεταξύ 1914 και 1920 κατά 60%. Στο δεύτερο μισό της περιόδου αυτής παρατηρείται ενίσχυση της ελαφράς βιομηχανίας, ως αποτέλεσμα:

α) των αυξανόμενων επισιτιστικών αναγκών
β) του περιορισμού των εισαγωγών σε είδη διατροφής και ένδυσης και
γ) της έλλειψης εξειδικευμένου προσωπικού για τη βαριά βιομηχανία, ενώ την ίδια στιγμή επέρχεται ο αστικός μετασχηματισμός και σημειώνεται σημαντική θεσμική παρέμβαση του κράτους στην οικονομία.

Αλλά και στο πρώτο μισό της ίδιας περιόδου έχουμε, χάρις στην παρέμβαση ευνοϊκών ενδογενών και εξωγενών παραγόντων (πλούσιες αγροτικές σοδειές, σημαντικές κεφαλαιακές εισροές, ενισχυμένοι άδηλοι πόροι), επέκταση των οικονομικών δραστηριοτήτων, με χαρακτηριστικό την ιδιαίτερη ενίσχυση της διαδικασίας εκβιομηχάνισης. Ο βαθμός εκβιομηχάνισης αυτής της περιόδου είναι αρκετά μεγαλύτερος, εκείνου της αποκαλούμενης «αρχικής» ή «πρώτης εκβιομηχάνισης» (1870-1880), παρά το γεγονός ότι οι βιομηχανικές / βιοτεχνικές μονάδες είναι κυρίως μικρού ή μεσαίου μεγέθους από την άποψη του αριθμού των απασχολούμενων εργατών, και παρότι, επιπλέον, οι μονάδες αυτές λειτουργούν περιοδικά, με αποτέλεσμα να ενισχύουν την εποχιακή εργασία, η οποία, με τη σειρά της, έχει τα γνωστά αρνητικά επακόλουθα στη διαμόρφωση της κοινωνικής και πολιτικής φυσιογνωμίας της εργατικής τάξης. Οι εργάτες στις βιομηχανικές / βιοτεχνικές μονάδες αποτελούν μικρό μόνο μέρος των συνολικά απασχολούμενων στα αστικά κέντρα. Είναι χαρακτηριστικό, ότι το 1909 ο συνολικός αριθμός των βιομηχανικών εργατών έφτανε τις 60.000 σε όλη τη χώρα, εγκατεστημένοι κυρίως σε ιδιαίτερους χώρους στον Πειραιά, στην Αθήνα και στο Λαύριο. Στις αρχές της περιόδου 1900-1922 μεγάλα τμήματα αυτού του νεαρού προλεταριάτου ζουν στο περιθώριο, χωρίς σαφή ταξικά διακριτικά, εν τούτοις τότε ξεκινούν ή ενισχύονται οι πρώτες ταξικές-εργατικές συγκροτήσεις των καπνεργατών, των μεταλλωρύχων, των σιδηροδρομικών και των ναυτεργατών. Την ίδια περίοδο σημειώνεται το μεγάλο υπερατλαντικό μεταναστευτικό ρεύμα, που οδηγεί σε μείωση της προσφοράς στην αγορά εργασία και συντελεί, από άλλη κατεύθυνση, στη σχετική σταθεροποίηση ή άνοδο του βιοτικού επιπέδου των εργαζομένων στη βιομηχανία/βιοτεχνία. Η περίοδος 1921-1938, με κριτήριο διάκρισης τον μέσο ετήσιο ρυθμό αύξησης του βιομηχανικού προϊόντος, μπορεί να υποδιαιρεθεί σε υποπεριόδους, που αντιστοιχούν σε εναλλασσόμενες φάσεις επέκτασή και ύφεσης (1921-1929, 1929-1932 και 1932-1938). Η πρώτη αντιστοιχεί σε φάση επεκτατική, η δεύτερη σε φάση ύφεσης και η τρίτη σε φάση ανάκαμψης και επέκτασης. Οι κοινωνικοί και εργατικοί αγώνες χαρακτηρίζουν ιδιαίτερα την περίοδο 1928-1936. Το κύριο, όμω5, χαρακτηριστικό της περιόδου 1900-1940 συνολικά -χαρακτηριστικό που μπορεί να διαφεύγει από μια τμηματική ανάλυση- είναι η μη οργανική ανάπτυξη της οικονομίας, αποτέλεσμα της (απότομης) προσφυγικής πληθυσμιακής εισροής αφενός και της (φυσιολογικής) δημογραφικής αύξησή αφετέρου, και της δυσκολίας να αναπτυχθεί η οικονομία με ρυθμούς υψηλότερους από εκείνους της συνολικής πληθυσμιακής αύξησης. Ιδιαίτερα από το 1928 έως το 1939 οι ρυθμοί πληθυσμιακής αύξησης θα υπερβαίνουν ακόμη περισσότερο τους ρυθμούς αύξησης του ΑΕΠ σε σχέση με το προηγούμενο διάστημα 1922-1927. Ετσι, από την αρχή της εξεταζόμενης περιόδου δημιουργείται, σύμφωνα με πολλούς μελετητές, «μια μόνιμη ανισοσκέλεια του συνολικού κοινωνικού εισοδήματος σε σχέση με τις άμεσες καταναλωτικές ανάγκες του πληθυσμού». Αυτή η «ανισοσκέλεια» -που οδηγεί στην κοινωνικοποιημένη φτώχεια και ανεργία, εν μέσω σχετικά υψηλών αναπτυξιακών ρυθμών και σημαντικής αύξησή της βιομηχανικής παραγωγής, ιδιαίτερα το διάστημα 1921-1929- έρχεται, στη συνέχεια, να διασταυρωθεί με τις αρνητικές συνέπειες των «περιοδικών διακυμάνσεων» της διεθνούς οικονομίας και της μεγάλης Κρίσης του 1929. Εξετάζοντας ιδιαίτερα τον βιομηχανικό κλάδο το διάστημα 1921-1929, παρατηρούμε ότι οι ρυθμοί ανάπτυξής του είναι σημαντικοί. Σύμφωνα με τελευταίες εργασίες, ο ετήσιος ρυθμός αύξησή της βιομηχανικής παραγωγής ανήλθε την περίοδο αυτή σε 7,5% - ή, με άλλες εναλλακτικές μετρήσεις, σε 6,75%. Η επέκταση αφορούσε κυρίως την ελαφρά βιομηχανία.
ΜΕΣΟΠΟΛΕΜΟΣ. ΕΛΛΗΝΕΣ ΝΑΥΤΙΚΟΙ, ΠΛΗΡΩΜΑ ΕΜΠΟΡΙΚΟΥ ΠΛΟΙΟΥ ΤΗΣ ΠΡΟΠΟΛΕΜΙΚΗΣ ΑΚΜΗΣ ΤΗΣ ΥΠΕΡΠΟΝΤΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΝΑΥΤΙΛΙΑΣ.

Ανάμεσα στους επτά προηγμένους κλάδους του βιομηχανικού τομέα ηγεμονική θέση καταλαμβάνουν οι κλάδοι των υφασμάτων και των τροφίμων, που (το 1930) συνεισφέρουν στο συνολικό βιομηχανικό προϊόν το 31,83% και 21,27% αντίστοιχα. Ολες αυτές οι βιομηχανίες συγκεντρώνονται στην Αθήνα και στον Πειραιά, όπου υπάρχει συγκεντρωμένο το 50% του εργατικού δυναμικού της χώρας. Σχετικά με το μέγεθος απασχόλησης των εννέα βασικών κλάδων μεταποίησης, με 25 άτομα και άνω (συνολικά 689 βιομηχανίες), παρατηρούμε ότι το 1930 ο μέσος όρος απασχολουμένων έφτανε τους 101 εργάτες μόνο. Το μέγεθος αυτό, αν και σημαντικά μεγαλύτερο εκείνου της προηγούμενης περιόδου, συνιστά μικρομεσαίο μέγεθος, που οπωσδήποτε έχει να κάνει με τη συγκεκριμένη μορφή των πολιτικών και κοινωνικών χαρακτηριστικών της εργατικής τάξης.

ΑΥΞΗΣΗ ΑΠΑΣΧΟΛΟΥΜΕΝΩΝ ΣΤΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ

Μεταξύ 1920 και 1928 σημειώνεται σημαντική αύξηση του αριθμού των απασχολουμένων στον βιομηχανικό τομέα. Ο συνολικός αριθμός των εργαζομένων στη βιομηχανία, από 243.000 που ήταν το 1920, θα φτάσει το 1928 τις 336.000 (αύξηση 43%), με τον ανδρικό ενεργό πληθυσμό στη βιομηχανία να αυξάνεται την ίδια περίοδο κατά 26% και τον αντίστοιχο γυναικείο κατά 64%. Ο γυναικείος ενεργός πληθυσμός από 61.000 το 1920 έφτασε τις 100.000 το 1928. Η αύξηση αυτή, υπερδιπλάσια εκείνης του ανδρικού πληθυσμού, δείχνει την ορμητική είσοδο της γυναίκας στην παραγωγή και συνδέεται κυρίως με την προσφυγική πληθυσμιακή εισροή στη χώρα και δευτερευόντως με την εσωτερική μετανάστευση από την περιφέρεια προς τα αστικά κέντρα την ίδια περίοδο, καθώς οι κρουνοί της μετανάστευσης προς το εξωτερικό έχουν κλείσει. Είναι γνωστό ότι την ίδια περίοδο που τρεις, διαφορετικής κοινωνικής, επαγγελματικής και πολιτικής σύνθεσης, πληθυσμιακές ομάδες (πρόσφυγες, γηγενείς και χωρικοί) εισέρχονται στη βιομηχανία των πόλεων, ένα σημαντικό τμήμα των προσφύγων εγκαθίσταται στην ύπαιθρο. Σύμφωνα με πρόσφατες εκτιμήσεις, το 1928 οι εργαζόμενοι στη βιομηχανία ανέρχονται σε 430.000, από τους οποίους οι 115.000 ήταν πρόσφυγες. Εχει επίσης επισημανθεί ότι οι μετακινούμενες αυτές ομάδες (πρόσφυγες, γηγενείς και χωρικοί) διαμορφώνουν μια δική τους «στρατηγική» προσέγγισης, παραμονής, ακόμη και απαγκίστρωσης από το εργοστάσιο, ανεξαρτήτως του βαθμού καταναγκασμού και αδιεξόδου. Στους νεοεισερχομένους, η οικογενειακή ή συντοπιτική στήριξη αυτής της στρατηγικής θα καθορίζει για μεγάλο χρονικό διάστημα τις συμπεριφορές τους και τα πολιτιστικά στοιχεία που, συνδεόμενα με την ίδια την εργασιακή εμπειρία τους, χρωματίζουν το είδος της εργατικής-ταξικής τους συγκρότησης. Ομως δίπλα στους βιομηχανικούς εργάτες υπάρχουν οι αυτοαπασχολούμενοι και αυτοί που εργάζονται στα εργαστήρια και τη βιοτεχνία. Μέσα στις συνθήκες παρατεταμένης υποαπασχόλησης και ανεργίας που χαρακτηρίζουν το μεγαλύτερο μέρος της εξεταζόμενης περιόδου, τμήματα των παραπάνω κατηγοριών εργαζομένων εύκολα μεταπίπτουν στην κατηγορία των ανέργων ή μετέρχονται διάφορα περιστασιακά επαγγέλματα. Σ’ αυτό το πεδίο ρευστότητας της απασχόλησης έρχονται να στροβιλιστούν και οι νεοεισερχόμενοι πρόσφυγες, που μεγάλο μέρος τους, κυρίως ο ανδρικός πληθυσμός, καταπιάνεται με διάφορα περιστασιακά επαγγέλματα ή αυτοαπασχολείται. Αυτή η πόλωση στη δομή της απασχόλησης ανάμεσα στην εργοστασιακή και τη μη εργοστασιακή απασχόληση, γίνεται πιο διακριτή στη διάρκεια της μεγάλης οικονομικής κρίσης 1929 -1932.

ΑΣΥΝΕΧΕΙΕΣ ΚΑΙ ΑΠΟΔΙΑΡΘΡΩΣΕΙΣ

Κατά τη γνώμη πολλών μελετητών, ο τρόπος που, υπό την πίεση της έλευσης των προσφύγων, επιχειρήθηκε να λυθεί το στεγαστικό πρόβλημα (δηλαδή με ενίσχυση της μικροϊδιοκτησίας), αλλά και η ενίσχυση της αγροτικής μικροϊδιοκτησίας στην ύπαιθρο (η οποία οδήγησε στη δημιουργία μιας ιδιότυπης γεωργικής μονάδας που συνδυάζει την παραγωγή για αυτοκατανάλωση με την παραγωγή για εξαγωγή στη διεθνή αγορά) υπήρξαν παράγοντες που εμπόδισαν τη συγκέντρωση εργατικής δύναμης και τη συγκρότηση μιας εργατικής τάξης, περιορίζοντας, συνακόλουθα, τις δυνατότητες για μια αξιόλογη βιομηχανική ανάπτυξη, η απουσία της οποίας, με τη σειρά της, δεν προωθεί παραπέρα την ενίσχυση και ανάπτυξη της εργατικής τάξης. Κλείνοντας, πρέπει να σημειώσουμε ότι και στην περίοδο του Μεσοπολέμου έχουμε ασυνέχειες στη συγκρότηση της εργατικής τάξης, ενώ είναι πιο συνεκτικός ο βαθμός οργάνωσης στις παραδοσιακές εργατικές συγκροτήσεις: καπνεργάτες, τροχιοδρομικοί, σιδηροδρομικοί. Με την έλευση της δεκαετίας του ’30 θα υπάρξει μια υποχώρηση της εργατικής συγκρότησης των μεταλλωρύχων. Τέλος, η έκρηξη του Β' Παγκοσμίου Πολέμου και ο ελληνοϊταλικός πόλεμος του '40, σηματοδοτούν μια μεγάλη αποδιάρθρωση των εργατικών συσπειρώσεων των πρώτων δεκαετιών του 20ού αιώνα.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ, ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ:
  • Γ. Ν. Αλεξάτος, «Η εργατική τάξη στην Ελλάδα», Ρωγμή, Αθήνα 1997.
  • Olga Christodoulaki, «Industrial Growth Revisited: Manufacturing Output in Greece During the Interwar Period», Working Papers in Economic History, London School of Economics and Political Science, Number 50/99 April 1999.
  • Z. Δεμαθάς, «Οικονομικές και Κοινωνικές Εξελίξεις», «Η Καθημερινή», «Επτά Ημέρες», 7 Νοέμβριου 1999.
  • Θ. Καλαφάτης, «Προβλήματα και Όψεις της Οικονομικής Ανάπτυξης στην Ελλάδα της δεκαετίας τον 1920» στο ΑΎ Συνέδριο «Η Οικονομική Ανάπτυξη της Ελλάδος κατά τον 20όν αιώνα, Ελληνική Εταιρεία Οικονομικής Ιστορίας», Αθήνα 1986.
  • Θ. Καλαφάτης, «Εκσυγχρονισμός και Μεγάλη Ιδέα», «Η Καθημερινή», «Επτά Ημέρες», 24 Οκτωβρίου 1999.
  • Α. Διάκος, «Εργασία και Πολιτική στην Ελλάδα τον Μεσοπολέμου», Ιδρυμα Ερευνας και Παιδείας της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος, Αθήνα 1993.
  • Α. Μπερνάρη, «Διερεύνησις Ελληνικής Διαρθρώσεως και Επεκτατική Οικονομική Πολιτική», Αθήναι 1947.
ΘΑΝΑΣΗΣ ΚΑΛΑΦΑΤΗΣ
ΤΟ ΕΡΓΑΤΙΚΟ ΛΑΪΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ
7 ΗΜΕΡΕΣ
Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ
ΑΘΗΝΑ
2003


from ανεμουριον https://ift.tt/3kMyog3
via IFTTT
Από το Blogger.